E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

407

description

E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Transcript of E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Page 1: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι
Page 2: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι
Page 3: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι
Page 4: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΝΤΙΣΤ ΑΣΗ, ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ ΤΖΑΖ

Page 5: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Τίτλος πρωτοτύπου:

Eric Hobsbawm

UNCOMMON ΡΕΟΡLΕ

RESISTANCE, REBELLION AND JAZZ

Weidenfeld & Nicolson, Λονδίνο 1998

© Για την ελληνική γλώσσα

2001, Εκδόσεις Θεμέλιο

Σόλωνος 84, τηλ. 36 08 180

e-mail: [email protected]

Page 6: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ERIC HOBSBAWM

ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ ΤΖΑΖ

Μετάφραση:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΜΑΤΑΛΑΣ

Θ Ε Μ Ε ΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Page 7: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 9

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

1 ΤΟΜΑΣ ΠΑΙΗΝ 13 2 Το ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ 18 3 ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΥΤΣΗΔΕΣ [γραμμένο από κοινού με την

Joan W. Scott) 36 4 ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 74 5 Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ. 1870-1914 90 6 ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 113

7 ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ: ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ 139 8 Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓΙΟΡΤΗΣ: Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 164 9 Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΒΑΝ-ΓΚΑΡΝΤ 185

10 Το ΜΕΓΑΦΩΝΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ 200

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ

11 ΑΓΡΟΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

12 ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΓΗΣ ΑΠΟ ΑΓΡΟΤΕΣ

13 ΤΖΟΥΛΙΑΝΟ Ο ΑΡΧΙΛΗΣΤΗΣ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

14 Το ΒΙΕΤΝΑΜ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟΥ

15 Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ 1968

16 Οι ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

17 ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΕΞ

18 ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝ ΑΝ ΚΑΚΟ: Ο ΡοΥ' ΚΟΝ

19 Ο KAPOrZO ΤΗΣ ΤΖΑΖ

20 Ο KAOrNT ΜΠΕrΣI

21 Ο ΔΟΥΚΑΣ

ΤΖΑΖ

207 232

266

277 292 304 311

316

319 330 340

Page 8: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

8

22 Η ΤΖΑΖ Φτ ΑΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

23 Το ΛΜκο ΣΟΥΙΝΓΚ

24 Η ΤΖΑΖ ΜΕΤΑ το 1960

25 ΜΠΙΛΤ ΧΟΛΙΝΤΕΥ'

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

353 364

372

386

26 Ο ΠΑΛΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ: 500 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΚΟΛΟΜΒΟ 389

ErPETHPIO ΟΝΟΜΑΤΩΝ 399

Page 9: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αυτό το βιβλίο αφορά, σχεδόν αποκλειστικά, το είδος εκείνο των ανθρώ­

πων που τα ονόματά τους συνήθως δεν τα γνωρίζουν παρά μόνον οι συγ­γενείς και οι γείτονες ή, στα σύγχρονα κράτη, οι υπηρεσίες που καταγρά­φουν γεννήσεις, γάμους και θανάτους. Καμιά φορά τα ξέρει και η αστυ­νομία ή οι δημοσιογράφοι που ψάχνουν να βρουν «ανθρώπινες ιστορίες». Υπάρχουν περιπτώσεις που τα ονόματά τους δεν τα γνωρίζουμε καθόλου, και ούτε θα τα γνωρίσουμε ποτέ, όπως εκείνων των ανδρών και γυναικών που άλλαξαν τον κόσμο καλλιεργώντας σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Αφρική φυτά εισαγόμενα από το Νέο Κόσμο που είχε πρόσφατα ανακα­λυφθεί. Μερικοί απ' αυτούς έπαιξαν κάποιο ρόλο σε μικρούς ή τοπικούς δημόσιους χώρους: στο δρόμο, στο χωριό, στην ενορία, στο σωματείο, στο συμβούλιο. Στην εποχή των σύγχρονων μαζικών μέσων ενημέρωσης, η μουσική και ο αθλητισμός έκαναν διάσημους λίγους απ' αυτούς που πα­λαιότερα θα είχαν μείνει ανώνυμοι.

Αυτοί αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης φυλής. Κι ό­μως, οι διαμάχες των ιστορικών σχετικά με το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του ατόμου και των αποφάσεών του στην ιστορία δεν αφορούν αυ­τούς. Α ν σβήναμε αυτά τα άτομα από την ιστορία, δε θα άλλαζαν πολλά πράγματα στη μακροϊστορική αφήγηση.

Άποψη αυτού του βιβλίου δεν είναι μόνον ότι τέτοιοι άνθρωποι θα πρέ­πει να διασωθούν από τη λήθη ή απ' την «πελώρια συγκατάβαση των με­ταγενεστέρων », όπως λέει μια περίφημη φράση του Ε.Ρ. Thompson. Σίγουρα αυτό πρέπει να γίνει, κι ελπίζω ότι μερικά κεφάλαια του βιβλίου μου -ό­πως το «Πολιτικοί τσαγκάρηδες» και το «Αγροτικές καταλήψεις γης»- βοη­θάνε. Όπως έχει γράψει κι ο μακαρίτης ο Joseph Mitchell του New Yorker διαμαρτυρόμενος για όσους μιλούν, έστω και με συμπάθεια, για το «λα­ουτζίκο»: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο μεγάλοι όσο κι εγώ». Οι ζωές τους είναι το ίδιο ενδιαφέρουσες με τις δικές σας και με τη δική μου, έ­στω κι αν κανείς δεν έχει γράψει γι' αυτές. Πιστεύω όμως ότι αυτοί οι άνδρες κι αυτές οι γυναίκες αποτελούν -αν όχι ως άτομα, σίγουρα συλλο­γικά- μείζονες παράγοντες της ιστορίας. Το τι κάνουν και το τι σκέφτο­νται έχει μεγάλη σημασία. Μπορεί να αλλάξει, κι έχει αλλάξει, την κουλ­τούρα και την κατεύθυνση της ιστορίας, και μάλιστα ποτέ άλλοτε τόσο έ-

Page 10: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

10 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ντονα όσο στον εικοστό αιώνα. Γι' αυτό και σε ένα βιβλίο που μιλάει για

συνηθισμένους ανθρώπους, αυτούς που είναι γνωστοί ως «απλοί άνθρω­

ποι», έδωσα τον τίτλο Ξεχωριστοί άνθρωποι. Δεν είναι άνθρωποι «ομοιόμορφοι και κοινότοποι», σαν τα εγκλήματα

που ο Σέρλοκ Χολμς δυσκολευόταν τόσο πολύ να διαλευκάνει. Πώς δια­

πλάθονται μέσα από το παρελθόν και το παρόν τους, πώς εκλογικεύουν

τα πιστεύω και τις πράξεις τους, πώς οι ίδιοι με τη σειρά τους διαμορφώ­

νουν τις κοινωνίες τους και την ιστορία; Αυτά είναι τα κεντρικά ερωτήμα­

τα που απασχολούν το βιβλίο μου, και ελπίζω ότι του προσδίδουν μια βα­

σική θεματική συνοχή.

Τρεις από τις ενότητες του βιβλίου έχουν να κάνουν με συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και περιβάλλοντα: Η ενότητα Η ριζoσπαστικ� παράδο­ση (κεφάλαια 1 έως 10) ασχολείται με την εργατική τάξη και τις ιδεολο­γίες που συνδέονται με το κίνημά της, η ενότητα Άνθρωποι της υπαίθρου (κεφάλαια 11 ώς 13) με την παραδοσιακή αγροτιά, και η ενότητα Τζαζ (κεφάλαια 19 έως 25) με έναν από τους λίγους κλάδους της τέχνης που έ­χει εξ ολοκλήρου τις ρίζες του στις ζωές φτωχών ανθρώπων. Μια τέταρτη ενότητα, με τίτλο Σύγχρονη ιστορία (κεφάλαια 14 ώς 18), σχετίζεται με το θέμα του βιβλίου στο βαθμό που ασχολείται κατά κύριο λόγο με καταστά­σεις στις οποίες δεν έχουμε να κάνουμε σχεδόν καθόλου με συνειδητές ανθρώπινες προθέσεις και αποφάσεις, παρότι παραδοσιακά αντιμετωπί­ζονται συνήθως με τέτοιους όρους. Ωστόσο, δεν μπορώ να κρύψω ότι μου δίνει ευχαρίστηση να επανεκδώσω μία τουλάχιστον επιτυχημένη άσκηση στη σύγχρονη ανάλυση. Ούτε μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να συμπεριλάβω κι ένα σύντομο φινάλε για ένα αδικοξεχασμένο κακό των ΗΠΑ, εκείνων των παράξενων χρόνων του Ψυχρού Πολέμου, που είχε δη­μοσιευτεί στη σειρά «Ηρωες και Κακοί» της νεοεκδοθείσας τότε εφημερί­δας Independent. Στηρίζεται βέβαια στο αποστομωτικό βιβλίο του Nicholas von Hoffmann, Citizen Cohn: The Life and Tirnes of Roy Cohn (Νέα Υόρκη 1988).

Όπως φαίνεται απ' αυτά τα δοκίμια, τα ζητήματα αυτά με απασχόλη­σαν -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας μου ως ιστορικός. Ακολουθούν τις ερευνητικές κατευθύνσεις των πρώτων μου μελετών για τους εργαζόμενους και των πρώτων βιβλίων μου, που κυκλοφόρησαν σχεδόν πριν σαράντα χρόνια: Prirnitive Rebels και The Jazz Scene [Η σκηνή της Τζαζ]. Οι Ξεχωριστοί άνθρωποι συγκεντρώνουν μελέ­τες που γράφτηκαν μεταξύ των αρχών της δεκαετίας του '50 και των μέ­σων της δεκαετίας του '90. Έντεκα από τα είκοσι έξι δοκίμια έχουν δη­μοσιευτεί σε παλαιότερα βιβλία: στο Labouring Men, στο Revolutionaries και στο Worlds of Labour (στην αμερικανική έκδοση: Workers) τα υπό-

Page 11: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1 1

λοιπα δεν είχαν μέχρι τώρα κυκλοφορήσει σε δικά μου βιβλία, τουλάχι­στον στη Μεγάλη Βρετανία. Περισσότερες λεπτομέρειες δίνονται στην αρ­

χή του κάθε κεφαλαίου.

ERIC HOBSBAWM

Λονδίνο 1998

Page 12: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι
Loukas Louka
Typewritten Text
Loukas Louka
Typewritten Text
Η Ριζοσπαστική Παράδοση
Loukas Louka
Typewritten Text
Loukas Louka
Typewritten Text
Loukas Louka
Typewritten Text
Loukas Louka
Typewritten Text
Loukas Louka
Typewritten Text
Page 13: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΤΟΜΑΣ ΠΑΙΗΝ

Αυτό το κεφάλαιο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ως βιβλιοπαρουσίαση μιας βιογρα­φίας του Τόμας Παίην στον New Statesman το 1961. Στο μεταξύ κυκλοφόρησαν κι

άλλες. και καλύτερες. βιογραφίες του Παίην. ιδιαίτερα αυτή του John Keane (Λονδίνο

1995), οι οποίες όμως δεν μπορεί παρά να εμπνεύσουν τους ανάλογους στοχασμούς.

Μία μετριoπαθ�ς επανάσταση είναι μια έννοια που αντιφάσκει στους ό­ρους της, αν και ένα μετριοπαθές στρατιωτικό κίνημα, πραξικόπημα � προνουντσιαμέντο δεν είναι. Όσο περιορισμένοι κι αν είναι οι δηλωμένοι στόχοι μιας επανάστασης, το φως της Νέας Iερoυσαλ�μ θα πρέπει να φέγ­γει μέσα από τις ρωγμές που ανοίγει στη λιθoδoμ� του αιώνιου Κατε­στημένου. Όταν πέφτει η Βαστίλη, τα συνηθισμένα κριτ�ρια περί του τι είναι δυνατό πάνω στη Γη παύουν να ισχύουν' άνδρες και γυναίκες χο­ρεύουν αυθόρμητα στους δρόμους προσβλέποντας στην ουτοπία. Έτσι οι επαναστάτες, όσο ρεαλιστικά � μετριoπαθ� και να είναι αυτά που προ­τείνουν στην πράξη, περιβάλλονται από ένα χιλιαστικό φωτοστέφανο.

Ο Τόμας Παίην αντανακλούσε αυτό το ουράνιο τόξο μιας επoχ�ς «στην οποία μπορούσες να ελπίζεις τα πάντα». Είχε μπροστά στα μάτια του «μια σκην� τόσό καινούργια και τόσο υπερφυσικά ασύγκριτη με oτιδ�­ποτε άλλο στον εuρωπα'ίκό κόσμο, που η λέξη επανάσταση δεν αρκεί' μια σκην� που εξυψώνεται σε αναγέννηση του ανθρώπου». «Η επoχ� μας», έλεγε, «θα δικαιούται στο εξ�ς να ονομάζεται Eπoχ� του Ορθού Λόγου, και η γενιά μας θα φαντάζει στο μέλλον ως ο Αδάμ του νέου κό­σμου». Η Aμερικ� έγινε ανεξάρτητη, η Βαστίλη έπεσε, κι αυτός �ταν η φων� αυτών των δύο θαυμαστών γεγονότων. «Να συμμετέχεις σε δύο ε­παναστάσεις», γράφει στον Ουάσινγκτον, «σημαίνει ότι ζεις για έναν σκοπό».

Κι όμως, οι πραγματικές προτάσεις αυτού του ανθρώπου, του βαθιά και ενστικτωδώς επαναστάτη, �ταν σε σχεδόν γελοίο βαθμό μετριοπα­θείς. Ο στόχος του, «καθoλικ� εφ�νη, πολιτισμός και εμπόριο», �ταν ο στόχος των περισσότερων ελεύθερων εμπόρων της βικτωριαν�ς επoχ�ς. Αποποιούνταν συνειδητά κάθε πρόθεση «θεωρητικ�ς αναμόρφωσης» στα ζητ�ματα της οικονομίας. Θεωρούσε την ιδιωτικ� επιχείρηση αρκετά κα­λ�, και τη «βελτίωση της κατάστασης του ανθρώπου μέσω του συμφέρο­ντός του, ως την πλέον πρόσφορη μέθοδο». Η ανάλυσ� του για τα κακά

Page 14: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

της κοινωνίας, και ειδικά ότι τα χειρότερα όλων ήταν ο πόλεμος και οι μεγάλοι φόροι, εξακολουθεί να είναι ένα δόγμα που επικρατεί στη ζώνη των διευθυντών του Sussex, εκτός από τις περιόδους κατά τις οποίες τα κέρδη από τους εξοπλισμούς και ο φόβος του κομμουνισμού υπερτερούν του τρόμου των υψηλών δημοσίων δαπανών. Η πιο ριζοσπαστική πρότα­ση του Παίην για την οικονομία ήταν μια φορολογία 10% επί των κληρο­νομιών για τη χρηματοδότηση των γηροκομείων. Όταν ήρθε στη Γαλλία, προσχώρησε -όπως κι άλλοι άγγλοι «Γιακωβίνοι»- στους Γιρονδίνους, και μάλιστα ήταν μετριοπαθής κι ανάμεσα σ' αυτούς.

Παρ' όλα αυτά δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, ότι τελικά ήταν επα­ναστάτης. Στο κάτω κάτω υπήρξε μια εποχή κατά την οποία οι συνετοί βιομήχανοι ήταν έτοιμοι να στήσουν οδοφράγματα (ή, για να 'μαστε α­κριβείς, να υποστηρίξουν αυτούς που τα στήνανε) ενάντια στις δυνάμεις της ανισότητας που δεν επέτρεπαν «τη γενική ευτυχία που μπορεί να φέρει ο πολιτισμός», ενάντια σ' αυτούς που προτιμούσαν τους βασιλιά­δες και τους δούκες από τους επιχειρηματίες. Αυτό που προκαλεί όμως έκπληξη, είναι η εξαιρετική, και πιθανώς μοναδική, επιτυχία που γνώρι­σε ως εκπρόσωπος της εξέγερσης. Κι αυτό ακριβώς είναι που τον καθι­στά ιστορικό πρόβλημα.

Κι άλλοι φυλλαδιογράφοι κατάφεραν κάποιες φορές να επιτύχουν αυ­τό που δικαιώνει τη ζωή του αγκιτάτορα και τον μετατρέπει σε μια ορι­σμένη στιγμή σε φωνή του καθένα. Ο Παίην το κατάφερε τρεις φορές. Το 1776, με τον Κοινό Νου αποκρυστάλλωσε τις ημιδιαμορφωμένες βλέ­ψεις για αμερικανική ανεξαρτησία. Το 1791, υπερασπιζόμενος τη Γαλλι­κή Επανάσταση στα Δικαιώματα του Α νθρώπου, είπε όλα όσα θα θέλανε να πούνε επί του θέματος οι περισσότεροι άγγλοι Ριζοσπάστες. Λέγεται ότι το βιβλίο αυτό πούλησε 200.000 αντίτυπα μέσα σε λίγους μήνες, σε μια εποχή που ολόκληρος ο πληθυσμός της Βρετανίας, μαζί και τα παι­διά και οι αναλφάβητοι, ήταν μικρότερος από τον πληθυσμό του σημερι­νού Ευρύτερου Λονδίνου. Το 1794, η Εποχή του Ορθού λόγου έγινε το πρώτο βιβλίο που είπε ξεκάθαρα, σε μια γλώσσα κατανοητή από τους απλούς ανθρώπους, ότι η Βίβλος δεν ήταν ο λόγος του Θεού. Στο εξής, το βιβλίο αυτό παρέμεινε η κλασική διατύπωση του ορθολογισμού της εργατικής τάξης. Είναι σαφές ότι μια τέτοια τριπλή επιτυχία δεν μπορεί να είναι συμπτωματική.

Εν μέρει οφείλεται στο ότι ο Παίην ήταν και ο ίδιος ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους έγραφε, ένας από τους αυτοδημιούργητους, αυτοδίδακτους, στηριζόμενους στις δικές τους δυνάμεις άνδρες, που δεν είχαν ακόμα οριστικά διχαστεί σε εργοδότες και μισθωτή εργασία. Ο άν­θρωπος που υπήρξε διαδοχικά μαθητευόμενος κατασκευαστής κορσέ­δων, δάσκαλος, κρατικός υπάλληλος, καπνοπώλης, δημοσιογράφος και

Page 15: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟΜΑΣ nAIHN

«ένα ιδιοφυές άτομο που ήλπιζε να εισάγει τις μηχανικές του εφευρέσεις στην Αγγλία», είχε τη δυνατότητα να μιλάει εξ ονόματος όλων αυτών. Μάλιστα, τόσο ως εφευρέτης όσο και ως δημοσιογράφος, είχε την ίδια παράδοξη σχέση με το κοινό του. Το δημοφιλέστερο μεμονωμένο κατα­σκεύασμα της Βιομηχανικής Επανάστασης, αν κρίνουμε από τις αναρίθ­μητες απεικονίσεις της πάνω σε κανάτες, ήταν η σιδερένια γέφυρα πάνω από τον ποταμό Wear που οικοδομήθηκε σύμφωνα με το πρωτοποριακό σχέδιο του Παίην, αν και (είναι πολύ χαρακτηριστικό) χωρίς να βγάλει ο ίδιος κέρδος. Η ανακάλυψη της επανάστασης ως γεγονότος έδωσε στον ίδιο και στους αναγνώστες του μια εκπληκτική πίστη σε ένα μέλλον που τους ανήκε.

Πραγματικά, η ανακάλυψη αυτή τον δημιούργησε. Αν δεν ήταν η πά­λη για την Αμερική το 1776, ίσως να είχε γίνει ένας ήσσονος σημασίας συγγραφέας ή, το πιθανότερο, ένας εφευρέτης και αποτυχημένος βιομή­χανος, μια που η εφαρμοσμένη επιστήμη ήταν και παρέμεινε το πρώτο και τελευταίο του πάθος. Οι φίλοι του -λίγοι όμως πέραν αυτών- θα τον θαύμαζαν ως σοφό, ως έναν γοητευτικό αστέρα της μικρής τοπικής κοι­νωνίας, ως σπόρτσμαν και καλό παίκτη στο σκάκι και το πικέτο. Θα α­ποδοκίμαζαν ήπια την αγάπη του για το μπράντυ, και πότε πότε ίσως να σχολίαζαν την απουσία σεξουαλικής ζωής σε έναν άνδρα που έδειχνε τόσο ευαίσθητος στις χαρές της αγοράς. Α ν δεν είχε μεταναστεύσει στην Αμερική με μια συστατική επιστολή από τον τετραπέρατο Φραγκλίνο, θα είχε ξεχαστεί. Α ν δεν είχε ξαναγεννηθεί μέσα στην Επανάσταση, δε θα τον θυμόντουσαν παρά μόνο σε κάποια διδακτορική διατριβή.

Είναι όμως χαρακτηριστικό, ότι η μνήμη του δεν έχει διατηρηθεί στον κόσμο του ορθόδοξου φιλελευθερισμού, αλλά στο μαχητικό περιβάλλον της πολιτικής και θεολογικής εξέγερσης κι αυτό παρά την πολιτική του αποτυχία, εκτός από δημοσιογράφος, και τη μετριοπάθεια που τον διέ­κρινε. (Ήταν το μοναδικό μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης που πολέ­μησε ανοιχτά τη θανατική καταδίκη του Λουδοβίκου ΙΔ" αν και ήταν ο πρώτος που πρότεινε την ανακήρυξη της Δημοκρατίας). Οι περισσότερες βιογραφίες του Παίην έχουν γραφεί από αριστερούς ένας κομμουνιστής επιμελήθηκε την έκδοση μιας συλλογής των έργων του.

Γιατί αυτό; Επειδή για τους περισσότερους από τους αναγνώστες του Παίην, η λύση δεν ήταν η σωτηρία μέσω της ιδιωτικής επιχειρηματικότη­τας, ό,τι κι αν σκέφτονταν αυτός ή εκείνοι. Φαινομενικά αντετίθετο στα «πρoν�μια» που έστεκαν εμπόδιο στην «ελευθερία»' στην πραγματικό­τητα όμως αντετίθετο και σε μη αναγνωρίσιμες, ακόμα, νέες δυνάμεις που έσπρωχναν ανθρώπους σαν αυτούς στη φτώχεια. Ήταν αρκετά ανε­ξάρτητοι -ως ειδικευμένοι τεχνίτες, μικρομαγαζάτορες ή κτηματίες- για να βλέπουν τους εαυτούς τους σαν το μέλλον, όχι επειδή (όπως το μαρ-

Page 16: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

16 Η ΡΙΖΟΣΩΑΣΤΙΚΗ ΩΑΡΑΔΟΣΗ

ξικό προλεταριάτο) ο ίδιος ο βαθμός καταπίεσής τους τους οδηγούσε στην επανάσταση, αλλά επειδή ήταν γελοίο και παράλογο να μη θριαμ­βεύσουν οι ανεξάρτητοι άνθρωποι. Έπρεπε να περάσουν άλλα είκοσι πέντε χρόνια πριν αρχίσουν να αναζητούν οι ορθολογιστές τεχνίτες τύ­που Παίην τη σωτηρία τους μέσα από μια «γενική ένωση» και μια συ­νεργατική πολιτεία. Ήδη όμως η φτώχεια αποτελούσε γι' αυτούς ένα συλλογικό πρόβλημα το οποίο έπρεπε να επιλύσουν κι όχι απλά να απο­φύγουν.

Στο όνομα αυτών των φτωχών που στηρίζονταν στις δικές τους δυνά­μεις μιλούσε ο Παίην, και σ' αυτούς απευθυνόταν. Αυτή καθαυτή η ανά­λυσή του δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, όσο η αταλάντευτη και υπερή­φανη αφοσίωσή του σ' αυτούς, η οποία εκφραζόταν μ' αυτή τη «βαθιά λογική και ενάργεια» που τόσο θαύμαζε σ' αυτόν ο Κοντορσέ. Όταν μι­λούσε για την ανθρώπινη ευδαιμονία, είχε κατά νου την εξάλειψη της φτώχειας και της ανισότητας. Το μεγάλο στοίχημα της Επανάστασης, παρά την αφοσίωσή του στη χαμηλή φορολογία και την ελεύθερη επιχεί­ρηση, ήταν «αν Ο άνθρωπος θα κληρονομήσει τα δικαιώματά του και αν θα έρθει ο καθολικός πολιτισμός. Αν θα μπορέσει να απολαύσει ο ίδιος τους καρπούς της δουλειάς του [ ... ] Αν τα δικαστήρια θα εξαλείψουν την κλοπή και τη δυστυχία από τις χώρες». Το μεγάλο ζήτημα ήταν ότι «στις χώρες που ονομάζουμε πολιτισμένες, βλέπουμε ηλικιωμένους να πηγαίνουν στο εργοστάσιο και νέους στις αγχόνες». Ήταν ότι η αριστο­κρατία τυραννούσε «αυτή την τάξη των φτωχών και εξαθλιωμένων αν­θρώπων, που είναι τόσοι πολλοί σ' ολόκληρη την Αγγλία, και οι οποίοι θα πρέπει να μάθουν με μια διακήρυξη ότι είναι ευτυχισμένοι».

Αλλά ο Παίην δεν είπε στους αναγνώστες του μόνον ότι η φτώχεια ή­ταν ασύμβατη με την ευδαιμονία και τον πολιτισμό. Τους είπε κι ότι το φως του ορθού λόγου είχε ανατείλει σε ανθρώπους σαν αυτούς για να βάλει τέλος στη φτώχεια, και ότι η Επανάσταση έδειχνε τον τρόπο που θα θριάμβευε ο ορθός λόγος. Ήταν ο λιγότερο ρομαντικός από τους ε­παναστάτες. Ο αυτονόητος, πρακτικός, κοινός νους του τεχνίτη θα άλλα­ζε τον κόσμο. Αλλά αυτή η απλή ανακάλυψη ότι ο ορθός ο λόγος μπορεί να κόψει σαν το τσεκούρι τα χαμόκλαδα των εθίμων που κρατούσαν τους ανθρώπους μέσα στη σκλαβιά και την άγνοια, ήταν αποκαλυπτική.

Μέσα απ' τις σελίδες της Εποχής του Ορθού Λόγου, όπως και μέσα α­πό ολόκληρες γενιές εργατικών κύκλων συζήτησης, φέγγει η έξαρση που προκάλεσε η ανακάλυψη του πόσο εύκολο είναι -απ' τη στιγμή που α­ποφασίσεις να δεις καθαρά- να καταλάβεις ότι όλα αυτά που λένε οι παπάδες για τη Βίβλο ή οι πλούσιοι για την κοινωνία, δε στέκουν. Μέσα από τις σελίδες των Δικαιωμάτων του Α νθρώπου λάμπει το προφανές αυτής της μεγάλης αλήθειας. Για τον Burke, αυτή η επαναστατική αλή-

Page 17: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟΜΑΣ ΠΑΙΗΝ

θεια σήμαινε ότι «όλη η ευπρεπής ενδυμασία της ζωής μας πρέπει να ξεσκιστεί», αφήνοντας «τη φύση μας να τουρτουρίζει γυμνή», με απο­καλυμμένες όλες τις ατέλειες. Ο Παίην δε φοβόταν μια γυμνότητα που αποκάλυπτε τον άνθρωπο αυτοδημιούργητο, μέσα στη δόξα των άπει­ρων δυνατοτήτων του. Η δική του ανθρωπότητα έστεκε γυμνή, σαν τους έλληνες αθλητές, έτοιμη να παλέψει και να θριαμβεύσει. Ακόμα και σή­μερα, όταν διαβάζουμε αυτές τις κρυστάλλινες, απλές φράσεις στις ο­ποίες ο κοινός νους ανυψώνεται σε ηρωισμό και όπου μια σιδερένια γέ­φυρα ενώνει την απόσταση που χωρίζει το Thetford από τη Νέα Ιερου­σαλήμ, αγαλλιάζουμε και συγκινούμαστε. Κι αν πιστεύουμε στον άνθρω­πο, είναι δυνατόν, ακόμα και σήμερα, να μην τον επευφημήσουμε;

Page 18: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Το ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

Ο σκοπός για τον οποίο γράφτηκε αυτό το κείμενο. δηλώνεται σαφώς στην πρώτη σε­

λίδα του. Ήταν να υπερασπιστεί τα βρετανικά εργατικά κινήματα απέναντι σ' αυτό

που ο Ε.Ρ. Thompson θα αποκαλούσε αργότερα «πελώρια συγκατάβαση των μεταγε­

νεστέρων» αλλά και απέναντι, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς. στους ιδεολόγους της εποχής μας. Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1952 στο πρώτο τεύχος ενός ιστορι­κού περιοδικού που μόλις είχε ιδρυθεί από το συΥΥραφέα και μια ομάδα φίλων. και το οποίο εξακολουθεί να ακμάζει: το Past and Present.

Είναι ίσως καιρός να επανεξετάσουμε το πρόβλημα της καταστροφής των μηχανών στις αρχές της βιομηχανικής ιστορίας της Βρετανίας και άλλων χωρών. Γύρω απ' αυτή την πρώψη μορφή εργατικής πάλης επι­κρατούν ακόμα πολλές παρανοήσεις, συχνά δε και μεταξύ των ιστορι­κών. Έτσι, μια εξαίρετη δουλειά, δημοσιευμένη το 1950, χαρακτηρίζει α­κόμα το λουδισμό απλά σαν μια «άσκοπη, φρενιτιώδη, βιομηχανική Jacquerie1 », ενώ ένας επιφανής ιστορικός που έχει πλουτίσει ανυπολόγι­στα τις γνώσεις μας, προσπερνά την ενδημική εργατική αναταραχή του δέκατου όγδοου αιώνα λέγοντας ότι επρόκειτο για ένα ξεχείλισμα ερεθι­σμού και όξυνσης των πνευμάτων.2 Νομίζω ότι τέτοιου είδους παρανοή­σεις οφείλονται στην επίμονη συντήρηση απόψεων σχετικά με την εισα­γωγή των μηχανών που διατυπώθηκαν κατά το δέκατο ένατο αιώνα κα­θώς και απόψεων σχετικά με την εργατική και συνδικαλιστική ιστορία που διατυπώθηκαν κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα κυρίως από τους Webb και τους φαβιανούς οπαδούς τους.

Θα πρέπει ίσως να γίνει διάκριση μεταξύ απόψεων και άρρητων πα­ραδοχών. Σε ένα μεγάλο μέρος της όλης συζήτησης σχετικά με την κατα­στροφή των μηχανών μπορεί κανείς να διακρίνει την παραδοχή των α­στών οικονομολόγων απολογητών του δέκατου ένατου αιώνα, ότι οι ερ­γάτες πρέπει να μάθουν να μην αντιτάσσονται στην οικονομική αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι' την παραδοχή των φαβιανών και των φιλε­λευθέρων, ότι οι δυναμικές μορφές εργατικής δράσης είναι λιγότερο απο­τελεσματικές απ' την ειρηνική διαπραγμάτευση' την παραδοχή όλων αυ-

1. Αγροτική εξέγερση (στα γαλλικά) [Σ.τ.Μ.]. 2. Ι.Η. Plumb. Eng/and in the Eig/Iteenth Century. Harmondsworth 1950. σ. 150' Τ.5.

Ashton. The IndIIstrial Revo/Iltion, Λονδίνο 1948, σ. 154.

Page 19: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ 19

τών, ότι το πρώιμο εργατικό κίνημα δεν ήξερε τι έκανε, απλά αντιδρούσε στα τuφλά κάτω από την πίεση της μιζέριας, όπως τα πειραματόζωα α­ντιδρούν στα ηλεκτρικά ρεύματα. Οι συνειδητές απόψεις των περισσότε­ρων μελετητών μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: ο θρίαμβος της εκμη­χάνισης ήταν αναπόφευκτος μπορούμε να κατανοήσουμε και να αισθαν­θούμε σuμπάθεια για τη μακρόχρονη μάχη οπισθοφuλακής που διεξήγα­γαν όλοι οι εργάτες -εκτός από μια προνομιούχα μειονότητα- ενάντια στο νέο σύστημα' οφείλοuμε όμως να αποδεχθούμε ότι η μάχη ήταν ά­σκοπη και η ήττα αναπόφευκτη.

Οι άρρητες παραδοχές είναι τελείως αστήρικτες. Στις συνειδητές από­ψεις uπάρχει προφανώς μεγάλη δόση αλήθειας. Ωστόσο, όλες τοuς συ­σκοτίζοuν ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας, και έτσι καθιστούν αδύνατη κάθε σοβαρή μελέτη των μορφών ΠΟι) πήρε η εργατική πάλη κατά την προβιομηχανική περίοδο. Αρκεί, ωστόσο, μια ματιά στο εργατικό κίνημα ΤΟι) δέκατου όγδοου και των αρχών ΤΟι) δέκατοι) ένατου αιώνα για να δείξει το πόσο επικίνδuνο είναι να προβάλουμε την, τόσο γνώριμη στο διάστημα 1815-1848, εικόνα της απελπισμένης εξέγερσης και υποχώρη­σης πολύ πιο πίσω στο παρελθόν. Σε σχέση με τα διανοητικά και οργα­νωτικά όριά τους -τα οποία ήταν πολύ στενά-, τα κινήματα της περιό­δου της μακράς οικονομικής ανόδοι) που έληξε με τους Ναπολεόντειους Πολέμοuς, ούτε αμελητέα ήταν, ούτε εντελώς αποτuχημένα. Η επιτυχία τοuς επικαλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ήττες ΠΟι) ακολούθησαν: η ισχυρή εργατική οργάνωση στη βαμβακουργία της Δυτικής Αγγλίας εξα­φανίστηκε ολότελα, για να μην αναβιώσει μέχρι την εμφάνιση των γενι­κών συνδικάτων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο' οι συντεχνιακές ε­νώσεις των βέλγων εργατών της βαμβακουργίας, ΠΟι) ήταν τόσο ισχυρές ώστε κατά τη δεκαετία ΤΟι) 1760 να κατακτήσουν άτυπες σuλλογικές συμβάσεις, εξαφανίστηκαν μετά το 1790 και μέχρι το σuνδικαλισμό των αρχών της δεκαετίας του 1900 ήταν πρακτικώς νεκρές.3

Κι όμως, δε δικαιολογείται η παράβλεψη της δύναμης αuτών των πρώι­μων κινημάτων, τοuλάχιστον στη Βρετανία' και δεν μπορούμε να την εννο­ήσοuμε αν δε σuνειδητοποιήσουμε πως η δύναμή τους βασιζόταν στην κα­ταστροφή των μηχανών, στις ταραχές και, εν γένει, στην καταστροφή της ι­διοκτησίας (ή, με σύγχρονοuς όροuς, στο σαμποτάζ και την άμεση δράση).

Για τους περισσότερους μη ειδικούς, οι όροι «καταστροφέας μηχα­νών» και λοuδίτης είναι ταυτόσημοι. Αuτό είναι βέβαια φυσικό, γιατί τα ξεσπάσματα το 18 11-1813 και μερικά χρόνια μετά το Βατερλό τράβηξαν πολύ περισσότερο την προσοχή ΤΟι) κοινού από άλλα, και κρίθηκε ότι χρειάζονταν μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις για την καταστολή

3. L. Dechesne, LΆveneιnenΙ dIl Rtigime SyndicαΙ ii Verviers. ΠαρΙσι 1908, σ. 51-64 και

passim.

Page 20: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

20 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

τους. Οι 12.000 στρατιώτες που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον των λουδι­τών ξεπερνούσαν το μέγεθος του στρατού που πήρε μαζί του ο Ουέλιν­γκτον στην Ιβηρική Χερσόνησο το 1808.4 Όμως, αυτό το φυσικό ενδιαφέ­ρον για τους λουδίτες μπορεί να οδηγήάει σε μια σύγχυση τη συζήτηση για την καταστροφή των μηχανών γενικότερα, η οποία ως φαινόμενο ά­ξιο προσοχής ξεκινάει (αν μπορεί να πει κανείς ότι έχει μια αρχή) κά­ποια στιγμή μέσα στο δέκατο έβδομο αιώνα και συνεχίζεται, χοντρικά, μέχρι το 1830. Πράγματι, η σειρά των εξεγέρσεων των δουλευτών των αγροκτημάτων, που οι Hammond βάφτισαν «τελευταία εξέγερση των δουλευτών», το 1830, ήταν στην ουσία μια μεγάλη επίθεση εναντίον των μηχανών των αγροκτημάτων, αν και παρεμπιπτόντως κατέστρεψε και αρκετές μηχανές εργοστασίων.5 Κατά πρώτο λόγο, ο «λουδισμός», που για διοικητικούς λόγους αντιμετωπίστηκε ως ένα ενιαίο φαινόμενο, κά­λυπτε κάμποσους διαφορετικούς τύπους καταστροφής μηχανών, οι οποί­οι τις περισσότερες φορές υφίσταντο ανεξάρτητα μεταξύ τους, πριν και μετά απ' αυτόν. Κατά δεύτερο λόγο, η γρήγορη ήττα του λουδισμού ο­δήγησε στην εδραίωση της αντίληψης, ότι η καταστροφή των μηχανών δεν είχε ποτέ επιτυχία.

Ας εξετάσουμε το πρώτο σημείο. Υπάρχουν δύο τουλάχιστον μορφές καταστροφής μηχανών, αν αφήσουμε κατά μέρος τις καταστροφές που παρεμπιπτόντως συνέβαιναν στις συνηθισμένες ταραχές για τις τιμές ή άλλες αιτίες δυσαρέσκειας, όπως, για παράδειγμα, κάποιες καταστρο­φές στο Lancashire το 1811 και στο Wiltshire το 1826.6 Η πρώτη μορφή δε σημαίνει κάποια ιδιαίτερη εχθρότητα προς τις μηχανές αυτές καθαυ­τές, αλλά αποτελεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένα φυσικό μέσο ά­σκησης πίεσης πάνω στους εργοδότες ή τους εργολάβους. Όπως έχει ορ­θώς παρατηρηθεί, οι λουδίτες του Nottinghamshire, του Leicestershire και του Derbyshire «χρησιμοποιούσαν τις επιθέσεις στις μηχανές, είτε τις καινούργιες είτε τις παλιές, ως ένα μέσο για να εξαναγκάσουν τους ερ­γοδότες να κάνουν παραχωρήσεις όσον αφορά τους μισθούς ή άλλα ζη-

4. F.O. DarvaIl, PoplIlar Disturbance and Public Order in Regency England, Λονδίνο 1934, σ. 1.

5. Π.χ. μηχανές κατεργασίας μαλλιού και μεταξιού στο Wiltshire, μηχανές χαρτιού στο Buckinghamshire, μηχανές κατεργασίας σιδήρου στο Berkshire (Public Record Office, Home Office Papers, ΗΟ 13/57, σ. 68-69, 107, 177' Assizes 25/21 passim)' ΤΟ J.L. και Β. Hammond, The Village Labourer (διάφορες εκδόσεις) αποτελεί την πιο προσιτή έκθεση' βλ. επίσης δύο αδημοσίευτες διδακτορικές εργασίες: Ν. Gash, «The Rural Unrest ίη England ίη 1830», Oxford University, και Alice Colson, «The Revolt of the Hampshire Agricultural Labourers», London Unive.rsity.

6. Για τις ταραχές βλ. Τ.5. Ashton - J. 5ykes, The Coal IndlIstry ΟΙ the Eighteenth CentIIry. Μάντσεστερ 1929, κεφ. 8' Α.Ρ. Wadsworth - J. de L. Mann, The Cotton Trade and Industrial Lancashire, Μάντσεστερ 1931, σ. 355 Κ.ε.

Page 21: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ 21

τήματα».7 Αυτή η μορφή καταστροφής αποτελούσε ένα παραδοσιακό και καθιερωμένο γνώρισμα των βιομηχανικών συγκρούσεων στην περίο­δο της οικοτεχνίας και της μανιφακτούρας και στα πρώτα στάδια των εργοστασίων και των ορυχείων. Δεν είχε στόχο μόνο τις μηχανές αλλά και τις πρώτες ύλες και τα έτοιμα προ'ίόντα, ακόμα και την ιδιωτική πε­ριουσία των εργοδοτών' η επιλογή εξαρτιόταν απ' το σε τι είδους ζημιές ήταν πιο ευαίσθητοι οι εργοδότες. Έτσι, μέσα σε τρεις μήνες ταραχών, το 1802, οι «κόφτες» (shearmen) του Wiltshire όχι μόνο επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα εργοστάσιά τους, αλλά έκαψαν θημωνιές, σιταποθήκες και σπιτάκια σκυλιών των μισητών εργοστασιαρχών, έκοψαν τα δέντρα τους, και κατέστρεψαν φορτία υφασμάτων.8

Η γενίκευση αυτής της μορφής «συλλογικής διαπραγμάτευσης μέσω ταραχών» πιστοποιείται από πολλά στοιχεία. Έτσι -για να πάρουμε μό­νο την υφαντουργία της Δυτικής Αγγλίας-, το 1718 και το 1724 οι βιομή­χανοι διαμαρτυρήθηκαν στο Κοινοβούλιο, ότι οι υφαντές «απειλούν να γκρεμίσουν τα σπίτια τους και να κάψουν τη δουλειά τους, αν αυτοί δε δεχθούν τους όρους τους».9 Στις εργατικές συγκρούσεις του 1726-1727 στο Somerset, το Wiltshire και το Gloucestershire καθώς και στο Devon, οι υφαντουργοί πολέμησαν «σπάζοντας τα σπίτια [των αφεντικών και των απεργοσπαστών], λεηλατώντας μαλλί και σπάζοντας και διαλύοντας τους αργαλειούς και τα σύνεργα του επαγγέλματος».1Ο Οι ταραχές τέ­λειωσαν με κάτι που έμοιαζε με συλλογική σύμβαση. Η μεγάλη εξέγερση των εργατών κλωστοϋφαντουργίας στο Melksham το 1738 άρχισε με τους εργάτες να «κόβουν όλες τις αλυσίδες των αργαλειών που ανήκαν στον κ. Coulthurst [ ... ] εξαιτίας της μείωσης που είχε κάνει στις τιμές»'!! και τρία χρόνια αργότερα ανήσυχοι οι εργοδότες της ίδιας περιοχής έγραφαν στο Λονδίνο ζητώντας να τους προστατεύσει από τους εργάτες που α­παιτούσαν να μην εργάζονται ξένοι, και απειλούσαν πως θα κατέστρε­φαν το μαλλί.!2 Το ίδιο συνέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια του αιώνα.

Αλλά και οι ανθρακωρύχοι, όταν έφταναν στο σημείο να απευθύνουν τα αιτήματά τους στους εργοδότες, χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο της κα-

7. F.O. Darνall, Popular Disturbarιce ... , ό.π .. κεφ. 8. passim. 8. Bonner and MiddJeton, Bristol Jourrιal, 31 Ιουλίου 1802. Μερικές απ' αυτές τις κατα­

στροφές οφείλονταν σε συνηθισμένες εργατικές διαμάχες, μερικές στην αντίθεση στις νέες μηχανές. Βλ. J.L. και Β. Hammond, The Skilled Labourer, για μια έκθεση του κινήματος Α. Aspinall (επψ.), The Early Erιglish Trade Urιiorιs, Λονδίνο 1949. σ. 41-69, για μερικά από τα έγγραφα.

9. House ο/ Commorιs Jourrιals. τχ. χνίίί (1718), σ. 715' τχ. χχ (1724) . σ. 268. 10. House ο/ Commorιs Jourrιals, τχ. χχ (1726), σ. 598-599. Τα SaJisbury Assize Records

παρατίθενται στους Wiltshire Times, 25 Ιανουαρίου 1919 (Wiltshire Notes & QIleries). 11. Gerιtlemarι's Magazirιe, 1738, σ. 658. 12. PubJic Record Office, State Papers Domestic Geo. 2 (1741), σ. 56, 82-83.

Page 22: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

22 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ταστροφής. (Γιατί βέβαια, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ταραχές των ανθρακωρύχων είχαν στόχο την ακρίβεια των τροφίμων και τους κερδοσκόπους που πίστευαν ότι ευθύνονται γι' αυτήν). Έτσι, στην αν­θρακοφόρα ζώνη του Northumberland, η πυρπόληση των μηχανών στις εισόδους των στοών αποτελούσε μέρος των μεγάλων ταραχών της δεκα­ετίας του 1740, οι οποίες οδήγησαν σε μια μεγάλη αύξηση των μισθών.13 Και στις ταραχές του 1765, όπου οι ανθρακωρύχοι κατέκτησαν το δικαί­ωμα να επιλέγουν τους εργοδότες τους στο τέλος ενός ετήσιου συμβο­λαίου, μηχανές έσπασαν και κάρβουνο πυρπολήθηκε.14 Αποφάσεις ενά­ντια στο κάψιμο των στοών ψηφίστηκαν επανειλημμένως από το Κοινο­βούλιο στα τέλη του αιώνα.15 Ακόμη και το 1831 οι απεργοί στο Bed­lington (Durham) κατέστρεψαν τους ανελκυστήρες. 16

Η ιστορία της καταστροφής αργαλειών στη βιομηχανία εσωρούχων εί­ναι επίσης αρκετά γνωστή, ώστε δεν χρειάζεται να την επαναλάβουμε.1Ί Σίγουρα, η καταστροφή των μηχανών αποτελούσε το πιο σημαντικό ό­πλο στις περίφημες ταραχές του 1778 (τους προγόνους του λουδισμού), οι οποίες εντάσσονταν στην ουσία σε ένα κίνημα αντίστασης στις μειώ­σεις των μισθών.

Σε καμία απ' όλες αυτές τις περιπτώσεις -και μπορούμε να αναφέ­ρουμε κι άλλες- δεν τίθεται ζήτημα εχθρότητας στις μηχανές αυτές κα­θαυτές. Η καταστροφή ήταν απλώς μια συνδικαλιστική τακτική στην πε­ρίοδο πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση και κατά τις πρώτες φάσεις της. (Το γεγονός ότι τα οργανωμένα συνδικάτα ήταν ακόμα σχεδόν ανύπαρ­κτα στα σχετικά επαγγέλματα, δεν αλλάζει τα πράγματα. Ούτε ακόμα ότι, με τη Βιομηχανική Επανάσταση, η καταστροφή απέκτησε και νέες λειτουργίες). Ήταν μια πιο χρήσιμη μέθοδος όταν έπρεπε να ασκηθεί μια διακοπτόμενη πίεση πάνω στα αφεντικά, παρά όταν χρειαζόταν να δια­τηρηθεί μια συνεχής πίεση: όταν οι μισθοί και οι συνθήκες άλλαζαν ξαφ­νικά, όπως γινόταν με τους εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας, ή όταν έ­φτανε η ώρα της ταυτόχρονης ανανέωσης των ετήσιων συμβολαίων, ό-

13. Ε. Welbourne, The Miners' Unions ο! Northumberland and Durham, Καίμπριτζ 1923, σ. 21.

14. Τ.5. Ashton - J. Sykes, The Coal Industry ... , ό.π., σ. 89-91. 15. 10 Geo. 2. c.32· 17 Geo. 2, c.40· 24 Geo. 2, c.57· 31 Geo. 2, c.42· (E.R. Turner,

«The English Coal Industry ίπ the Seventeenth and Eighteenth Centuries», Americαn Historicαl Review, τχ. 27, σ. 14). Ο Turner φαίνεται πως έχει παραβλέΨει τα 13 Geo. 2. c.21· 9 Geo. 3, c.29· 39 και 40 Geo. 3. c.77· 56 Geo. 3, c.125, τα οποία έχουν επίσης στόχο τις καταστροφές στα ορυχεία (BIlrn's Justice oj the Peace, Chitty, έκδοση 1837, τόμο 3, σ. 643 κ.ε.).

16. Ε. Welboume, The Miners' Unions ... , ό.π., σ. 31. 17. Το W. Felkin, Α History oj the Machine-wrought Hosiery and Lace Manujactures, Λονδίνο

1867, είναι η βασική έγκυρη αναφορά.

Page 23: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

το ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

πως γινόταν με τους ανθρακωρύχους και τους ναυτικούς, κι όχι όταν έ­πρεπε να περιοριστεί, φέρ' ειπείν, σταθερά η είσοδος στην αγορά. Μπο­ρούσε να χρησιμοποιηθεί από κάθε είδος ανθρώπων, αρχίζοντας από τους ανεξάρτητους μικροπαραγωγούς, περνώντας από τις ενδιάμεσες μορφές που χαρακτήριζαν το οικοτεχνικό σύστημα παραγωγής, και φτά­νοντας στους λίγο-πολύ κανονικούς μισθωτούς εργάτες. Ωστόσο, είχε να κάνει κυρίως με διενέξεις που προέκυπταν από την τυπική κοινωνική σχέση της καπιταλιστικής παραγωγής, τη σχέση ανάμεσα σε εργοδότες επιχειρηματίες και σε ανθρώπους εξαρτώμενους -άμεσα ή έμμεσα- από την πώληση της εργατικής τους δύναμης σ' αυτούς, αν κι αυτή η σχέση υπήρχε ακόμα σε πρωτόγονες μορφές και διαπλεκόταν με τις σχέσεις της μικρής ανεξάρτητης παραγωγής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αυτού του τύπου οι ταραχές και οι καταστροφές φαίνεται να είναι πιο συχνές στη Βρετανία του δέκατου όγδοου αιώνα, που είχε ήδη πίσω της μια «αστική» επανάσταση, παρά στη Γαλλία του δέκατου όγδοου αιώνα.18 Σίγουρα, τα κινήματα των βρετανών υφαντουργών και ανθρακωρύχων είναι πολύ πιο διαφορετικά από τη δράση των σωματείων των καλφά­δων, που επιφανειακά θυμίζουν συνδικάτα, πολλών περισσότερο παρα­δοσιακών περιοχών της ηπειρωτικής Ευρώπης.19 Η αξία αυτής της τακτι­κής ήταν προφανής, αφ' ενός για την άσκηση πίεσης πάνω στους εργο­δότες, αφ' ετέρου για την εξασφάλιση της ουσιαστικής αλληλεγγύης των εργαζομένων.

Την πρώτη λειτουργία της τη βλέπουμε πολύ καθαρά σε μια επιστολή του γραμματέα του δήμου του Nottingham το 1814.20 Οι εργάτες των πλεκτομηχανών, αναφέρει, απεργούν ενάντια στην επιχείρηση των J. και George Ray. Αφού αυτή απασχολούσε κυρίως άνδρες που είχαν τους δι­κούς τους αργαλειούς, ήταν ευάλωτη σε μια απλή απόσυρση της εργα­σίας. Οι περισσότερες επιχειρήσεις, ωστόσο, νοίκιαζαν έξω τους αργα­λειούς σε υφαντές «και μέσω αυτών αποκτούσαν τον πλήρη έλεγχο των εργατών τους. Ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο μπο­ρούσε να ασκήσει πίεση η σύμπραξή τους, ήταν η παλιά τους μέθοδος να κάνουν πόλεμο καταστρέφοντας τους αργαλειούς τους». Στο οικοτε­χνικό σύστημα, όπου μικρές ομάδες εργατών ή μεμονωμένοι εργάτες ερ­γάζονταν διάσπαρτοι σε πολλά χωριά και νοικοκυριά, σίγουρα δεν ήταν εύκολο να επινοήσει κάποιος μια άλλη μέθοδο που να εγγυάται αποτε­λεσματικά το σταμάτημα της δουλειάς. Επιπλέον, απέναντι σε σχετικά μικρούς τοπικούς εργοδότες, η καταστροφή της περιουσίας -ή η διαρκής

18. Για τα γαλλικά ανθρακωρυχεία βλ. Μ. Rouff. Les Mines de C/1arbon en France au XVllle siec/e. Παρίσι 1922.

19. Ε.Μ. Saint-Leon. Le Compagnonnage. τόμο 1, κεφ. 5, Παρίσι 1901. 20. Α. Aspinall (επιμ.), The Ear/y Eng/ish Trade Unions, ό.π., σ. 175.

Page 24: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

απειλή της καταστροφής- ήταν πολύ αποτελεσματική. Σε περιπτώσεις όπως η βιομηχανία υφασμάτων, που τόσο η πρώτη ύλη όσο και τα έτοι­μα προ'ίόντα ήταν ακριβά, η καταστροφή του μαλλιού ή των υφασμάτων μπορεί να ήταν προτιμότερη από την καταστροφή των αργαλειών. 21 Αλλά στις ημιαγροτικές βιομηχανίες ακόμα και το κάψιμο των θημωνιών, των σιταποθηκών και των σπιτιών του εργοδότη μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τον υπολογισμό κέρδους και ζημίας που έκανε.

Αυτή η τακτική είχε όμως κι άλλο ένα πλεονέκτημα. Η νοοτροπία της αλληλεγγύης, που είναι το θεμέλιο ενός αποτελεσματικού συνδικαλισμού, παίρνει χρόνο για να εμπεδωθεί - ακόμα κι εκεί, όπως στα ανθρακωρυ­χεία, που προκύπτει εκ των πραγμάτων. Χρειάζεται λοιπόν ακόμη πε­ρισσότερο καιρό για να καταστεί τμήμα του αδιαφιλονίκητου ηθικού κώ­δικα της εργατικής τάξης. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι διάσπαρ­τοι εργάτες των πλεκτομηχανών στα East Midlands μπορούσαν να οργα­νώσουν αποτελεσματικές απεργίες ενάντια στις εργοδοτικές επιχειρή­σεις, φανερώνει ένα υψηλό επίπεδο «συνδικαλιστικής ηθικής», υψηλότε­ρο απ' αυτό που. θα περίμενε κανείς σε μια περίοδο εκβιομηχάνισης. Επιπλέον, μεταξύ κακοπληρωμένων ανδρών και γυναικών δίχως απερ­γιακά ταμεία, ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος απεργοσπαστισμού. Η κα­ταστροφή των μηχανών ήταν μια μέθοδος για να αντισταθμιστεί αυτή η αδυναμία: όταν καταστρεφόταν ένας ανελκυστήρας σε ένα ορυχείο της Νοrthumbήa ή όταν ετίθετο εκτός λειτουργίας μια υψικάμινος στην Ου­αλλία, υπήρχε μια, προσωρινή τουλάχιστον, εγγύηση ότι η εγκατάσταση δε θα δούλευε.22 Αυτή ήταν απλά μια μέθοδος, και δεν ήταν εφαρμόσιμη παντού. Αλλά ολόκληρο το πλέγμα των μορφών δράσης που οι αξιωμα­τούχοι του δέκατου όγδοου και των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα ο­νόμαζαν «ταραχές» (<<Riot»), αποσκοπούσε στο ίδιο πράγμα. Όλοι έχουν υπ' όψιν τους τις ομάδες αγωνιστών ή απεργών που, ξεκινώντας από έ­να μέρος, γυρνάνε όλη την περιοχή, καλώντας σε αγώνα τα χωριά, τα εργαστήρια και τα εργοστάσια μ' έναν συνδυασμό εκκλήσεων και πιέσε­ων (αν και στα πρώτα στάδια του αγώνα λίγοι ήταν οι εργάτες που χρειάζονταν ιδιαίτερη πειθώ).23 Ακόμα και πολύ αργότερα, οι διαδηλώ­σεις και οι συγκεντρώσεις αποτελούσαν απαραίτητο κομμάτι μιας εργα-

21. Λέγεται ότι το 1826 οι εργάτες του Bolton σχεδίαζαν να καταστρέψουν όλα τα νή­ματα από βαμβάκι που ήταν συσκευασμένα για εξαγωγή καθώς και τις μηχανές (Public Record Office, Home Office Papers ΗΟ 40/19, Fletcher Ιο Hobhouse, 20 Απριλίου 1826).

22. Βλ. τη συζήτηση γι' αυτά τα θέματα στο Ε. Pouget, Le Sabotage, Παρίσι χ.χ., σ. 45 Κ.ε. 23. Π.χ. οι ουαλλοί εργάτες στη σιδηρουργία το 1816 (The Times, 26 Οκτωβρίου 1816), η

γενική απεργία του 1842 (F. Peel, The Risings of the Luddites, Chartists and P/ugdrawers, Heck­mondwike 1888, σ. 341-347), και οι γερμανοί ανθρακωρύχοι το 1889 (Ρ. Grebe, «Bis­marcks Sturz u.d. Bergarbeiterstreik vom Mai 1889», Historische Zeitschrift, τχ. 157, σ. 91).

Page 25: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

τικής διαμάχης, όχι μόνο για να κλονιστεί η αντίσταση των εργοδοτών,

αλλά και για να κρατηθούν οι εργάτες ενωμένοι και με υψηλό ηθικό. Οι

περιοδικές ταραχές των ναυτικών της Βορειανατολικής Αγγλίας, την ε­ποχή που κλείνονταν τα συμβόλαια, αποτελούν ένα καλό παράδειγμα·24 οι απεργίες των σύγχρονων λιμενεργατών ένα άλλο.25 Οπωσδήποτε, η λουδίτικη μέθοδος ήταν καλά προσαρμοσμένη σ' αυτό το στάδιο του βιομηχανικού πολέμου. Αν οι βρετανοί υφαντουργοί του δέκατου όγδοου αιώνα (ή οι αμερικανοί ξυλοκόποι του εικοστού) ήταν παροιμιώδεις τα­ραχοποιοί, υπήρχαν γι' αυτό συγκεκριμένοι τεχνικοί λόγοι.

Επ' αυτού έχουμε και μια επιβεβαίωση από έναν σύγχρονο συνδικα­λιστή ηγέτη, ο οποίος, ως παιδί, έζησε τη μετάβαση μιας εριουργίας από το οικοτεχνικό σύστημα στο εργοστασιακό. «Είναι αναγκαίο να θυμόμα­στε», γράφει ο Rinaldo Rigola,

«ότι σ' εκείνους τους προ-σοσιαλιστικούς καφούς, η εργατική τάξη δεν ήταν ένας στρατός, αλλά ένα πλήθος. Φωτισμένες, πειθαρχημένες, γραφειοκρατικές απεργίες ήταν αδύνατες.26 Οι εργάτες μπορούσαν να παλέψουν μόνο με διαδηλώσεις, με φωνές, κραυγές και γιουχα'ισματα, με εκφοβισμούς και βία. Ο λουδισμός και το σαμποτάζ, έστω κι αν δεν είχαν θεωρητικοποιηθεί, εντάσσονταν ωστόσο απαραίτητα στις μεθόδους πάλης».27

Πρέπει τώρα να στραφούμε στο δεύτερο είδος καταστροφής, το οποίο γενικά θεωρείται ως έκφραση της εχθρότητας της εργατικής τάξης απέ­ναντι στις νέες μηχανές της Βιομηχανικής Επανάστασης και ιδιαίτερα σε όσες εξοικονομούσαν εργασία. Δεν μπορεί βέβαια να αμφισβητήσει κα­νείς αυτό το μίσος εναντίον των νέων μηχανών - ένα αίσθημα πολύ βα­θύ, σύμφωνα με την άποψη μιας αυθεντίας σαν τον μεγάλο Ρικάρντο.28 Χρειάζεται, ωστόσο, να κάνουμε τρεις παρατηρήσεις: Πρώτον, αυτή η ε­χθρότητα δεν ήταν ούτε τόσο αδιάκριτη, ούτε τόσο ειδική όσο συχνά λέ­γεται. Δεύτερον, με κάποιες τοπικές ή κλαδικές εξαφέσεις, ήταν εξαφε­τικά αδύνατη στην πράξη. Τρίτον, δεν περιοριζόταν μόνο στους εργάτες, αλλά τη συμμεριζόταν η μεγάλη μάζα της κοινής γνώμης, ακόμα και πολλοί βιομήχανοι.

24. Α. Aspinall (επιμ.), The Ear/y EngIish Trade ... , ό.π., σ. 196: «Δεν μπορώ να μη συμπε-ράνω ότι οι πρωινές συγκεντρώσεις και οι αναφορές είναι σήμερα ο δεσμός του σωματείου».

25. H.L. Smith - V. Nash, The SIory ΟΙ Ihe Dockers' SIrike, Λονδίνο 1889, passim. 26. Ο Rigola ήταν ένας από τους πιο συντηρητικούς συνδικαλιστές. 27. R. Rigola, RinaIdo RigoIa e ίΙ MovimenIo Operaio neI BieIIese, Μπάρι 1930, σ. 19. Ο Ri­

gola δεν αναφέρει καμιά καταστροφή από τους υφαντουργούς, μόνο από τους καπελάδες. 28. Βλ. το κεφάλαιο «Machinery», στο D. Ricardo, Princip/es. Σχετικά μ' αυτό το κεφά­

λαιο, που έχει περιληφθεί μόνο στην τρίτη έκδοση, βλ. Ρ. Sraffa - Μ.Η. Dobb, Works and Correspondence ΟΙ David Ricardo, τόμο 1, Καίμπριτζ 1951, σ. Ινίί-Ιχ.

Page 26: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ω Το πρώτο σημείο θα γίνει σαφές αν εξετάσουμε το πρόβλημα από τη σκοπιά του ίδιου του εργάτη. Δεν τον ενδιέφερε η τεχνική πρόοδος αφηρημένα, αλλά τα δίδυμα πρακτικά προβλήματα της αποφυγής της α­νεργίας και της διατήρησης του παραδοσιακού βιοτικού του επιπέδου, το οποίο περιελάμβανε όχι μόνο το μισθό αλλά και μη χρηματικούς συ­ντελεστές όπως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια. Στόχος λοιπόν δεν ήταν η μηχανή αυτή καθαυτή, αλλά κάθε τι που απειλούσε αυτά τα κεκτημέ­να, και πάνω απ' όλα το σύνολο της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Το αν αυτή η απειλή προερχόταν από τη μηχανή ή από αλ­λού, αυτό εξαρτιόταν από τις περιστάσεις. Οι υφαντουργοί του Spital­fields ξεσηκώθηκαν το 1675 εναντίον των μηχανών, με τις οποίες «ένας άνδρας μπορεί να κάνει τόσα [ ... ] όσα περίπου είκοσι δίχως αυτές», ε­ναντίον όσων φορούσαν εμπριμέ κάμποτ υφάσματα το 1719, εναντίον των μεταναστών που δούλευαν με μειωμένους μισθούς το 1736, και τη δεκαετία του 1760 κατέστρεψαν αργαλειούς για να εναντιωθούν στις μι­σθολογικές μειώσεις:29 ο στρατηγικός στόχος όλων αυτών των κινητοποι­ήσεων ήταν ο ίδιος. Γύρω στα 1800, οι υφαντουργοί και οι ναυτικοί της Δύσης βρέθηκαν σε κινητοποίηση ταυτόχρονα: οι πρώτοι οργανώθηκαν ε­νάντια στον κατακλυσμό της αγοράς εργασίας από έκτακτους εργάτες, οι δεύτεροι ενάντια στις μηχανές.30 Αλλά ο στόχος τους ήταν ο ίδιος, ο έλεγχος της αγοράς εργασίας. Αντιστρόφως, όταν η αλλαγή δεν επιβα­ρύνει απόλυτα τους εργάτες, δε βλέπουμε κάποια ιδιαίτερη εχθρότητα προς τις μηχανές. Στο χώρο των τυπογράφων, η εισαγωγή των μηχανοκί­νητων πιεστηρίων μετά το 1815 δε φαίνεται να προκάλεσε μεγάλα προ­βλήματα. Έπρεπε να έρθει η επόμενη επανάσταση στην τυπογραφία, η οποία τους απειλούσε με ολοκληρωτική υποβάθμιση, για να προκληθεί μάχη.31 Το διάστημα ανάμεσα στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα και στα μέσα του δέκατου ένατου, η εκμηχάνιση και οι νέες εφευρέσεις αύ­ξησαν πάρα πολύ την παραγωγικότητα του ανθρακωρύχου - για παρά­δειγμα' η εισαγωγή της υπονόμευσης με εκρηκτικά. Ωστόσο, καθώς δεν έθιξαν τη θέση του πελεκητή, δε βλέπουμε κάποιο σημαντικό κίνημα που να αντιστέκεται στην τεχνολογική αλλαγή, αν και οι εργάτες των στοών είχαν τη φήμη υπερ-συντηρητικών και ταραχοποιών. Η μείωση της παραγωγής στην οποία προέβαιναν εργάτες που λειτουργούν ως ι­διωτικές επιχειρήσεις, είναι ένα ολότελα διαφορετικό πράγμα. Μπορεί να γίνει, και γίνεται, σε μη εκμηχανισμένους κλάδους -για παράδειγμα

29. M.D. George, London Life in the Eighteenth Century, Λονδίνο 1925, σ. 180, 187-188, 30, Parl. Papers 1802, Report fr. Committee οπ Woollen Clothiers' Petition, σ. 247, 249,

254-255' Rules and Articles of ... the Woollen-C/oth Weavers' Society ... 1802, British Mus. 906.k.14, ω.

31. Ε. Howe - Η. Waite, The London Compositor, Λονδίνο 1948, σ. 226-233.

Page 27: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

στην οικοδομή- κι ούτε εξαρτάται από κινήματα, οργανώσεις ή ξεσπά­

σματα. Σε μερικές περιπτώσεις, η αντίσταση στη μηχανή ήταν συνειδητή α­

ντίσταση στη μηχανή που βρισκόταν στα χέρια του καπιταλιστή. Οι κα­ταστροφείς μηχανών του Lancashire το 1778-1780 έκαναν σαφή διάκριση ανάμεσα στα κλωστήρια που είχαν είκοσι τέσσερα ή λιγότερα αδράχτια, και τα οποία και δεν τα πείραζαν, και στα μεγαλύτερα που ήταν κατάλ­ληλα για εργοστάσια, και τα οποία κατέστρεφαν.32 Σίγουρα στη Βρετα­νία, στην οποία υπήρχε μεγαλύτερη εξοικείωση με τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής που προηγήθηκαν αυτών του βιομηχανικού καπιταλισμού, αυ­τό το είδος συμπεριφοράς είναι λιγότερο αναπάντεχο απ' ό,τι αλλού. Ούτε θα πρέπει να βγάλουμε υπερβολικά συμπεράσματα απ' αυτό το γε­γονός. Παρ' όλα αυτά, είναι σαφές ότι η πάλη τους δεν ήταν απλά μια πάλη εναντίον αυτής καθαυτής της τεχνικής προόδου.

Ούτε και υπάρχει, στις περισσότερες περιπτώσεις, κάποια θεμελιώδης διαφορά στη στάση των εργατών έναντι των μηχανών ως συγκεκριμένο πρόβλημα, ανάμεσα στις πρώτες και στις κατοπινές φάσεις της εκβιομη­χάνισης. Είναι αλήθεια, ότι στους περισσότερους βιομηχανικούς κλάδους ο στόχος της αποτροπής της εισαγωγής ανεπιθύμητων μηχανών έδωσε τη θέση του, με τον ερχομό της πλήρους εκμηχάνισης, στο σχέδιο της «αιχ­μαλωσίας» των μηχανών από τους συνδικαλισμένους εργάτες, ενώ πα­ράλληλα έκαναν και ό,τι μπορούσαν για να αποτρέψουν την τεχνολογική ανεργία. Αυτή η πολιτική φαίνεται πως υιοθετήθηκε σποραδικά από τη δεκαετία του 184033 και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης 'Υφεσης, και πιο γενικευμένα μετά τα μέσα της δεκαετίας τους 1890.34 Παρ' όλα αυτά, ακόμα και σήμερα υπάρχουν πολλά παραδείγματα μιας κάθετης αντίθε­σης στις μηχανές που απειλούν να προξενήσουν ανεργία ή να υποβαθμί­σουν την εργασία.35 Στην ομαλή λειτουργία μιας οικονομίας ιδιωτικών ε­πιχειρήσεων, οι λόγοι που οδηγούσαν τους εργάτες να είναι καχύποπτοι απέναντι στις νέες μηχανές κατά τη δεκαετία του 1810, παραμένουν πει­στικοί και κατά τη δεκαετία του 1960.

(ίi) Η μέχρι τώρα επιχειρηματολογία μπορεί να μας βοηθήσει να κα­ταλάβουμε γιατί τελικά η αντίσταση στις μηχανές ήταν τόσο μικρή. Το

32. Α.Ρ. Wadsworth -]. de L. Mann, The Cotton Trade ... , ό. π., σ. 499-500. 33. S. και Β. Webb, Industrial Democracy, κεφ. 8. « New Processes and Machinery», Λον­

δίνο 1898. 34. Για την αλλαγή πολιτικής των στοιχειοθετών βλ. Ε. Howe - Η. Waite, The London

Compositor, ό.π.' των μηχανικών: ].Β. ]efferys, The Story of the Engineers, Λονδίνο 1945, σ. 142-143, 156-157' των εργατών λευκοσιδήρου: ].Η. ]ones, The Tinplate Industry, κεφ. 9, Λονδίνο 1914, σ. 183-184.

35.]. Lofts, The Printing Trades, Νέα Υόρκη 1942, για τη μακρόχρονη μάχη των αμερικα­νών στοιχειοθετών ενάντια στην τεχνολογική επανάσταση της δεκαετίας του 1940.

Page 28: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

γεγονός αυτό δεν έχει αναγνωριστεί ευρέως. γιατί η μυθολογία της πρω­τοπόρου εποχής της εκβιομηχάνισης, την οποία εμπνεύστηκαν άνθρωποι σαν τον Baines και τον Samuel Smiles, μεγαλοποίησε τις ταραχές που εί­χαν γίνει πραγματικά. Οι άνθρωποι του Manchester αρέσκονταν να βλέ­πουν τους εαυτούς τους όχι μόνο σαν μνημεία επιχειρηματικότητας και οικονομικής σοφίας, αλλά και σαν ήρωες, κάτι που σαφώς ήταν πιο δύ­σκολο. Οι Wadsworth και Mann περιόρισαν σε μικρότερα μεγέθη τις τα­ραχές στο Lancashire του δέκατου όγδοου αιώνα.36 Στην πραγματικότη­τα έχουμε στοιχεία για λίγα μόνο μεγάλης έκτασης πραγματικά κινήμα­τα καταστροφής, όπως για το κίνημα των δουλευτών των αγροκτημάτων, οι οποίοι πρέπει να κατέστρεψαν πάρα πολλές αλωνιστικές μηχανές στις περιοχές που έδρασαν,37 για τις ειδικές εκστρατείες του μικρού σώματος των κοφτών στη Βρετανία και αλλού,38 και ίσως για τις ταραχές ενάντια στους μηχανοκίνητους αργαλειούς το 1826.39 Οι καταστροφές στο Lan­cashire το 1778-1780 και το 1811 ήταν περιορισμένες σε ορισμένες πε­ριοχές και εργοστάσια. (Τα μεγάλα κινήματα των East Midlands του 1811-1812 δεν είχαν ως στόχο, όπως είδαμε, τα νέα μηχανήματα). Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ότι μερικά μηχανήματα θεωρού­νταν ακίνδυνα. Όπως έχει δειχθεί,40 οι περισσότερες μηχανές συνήθως ει­σάγονταν σε εποχές αυξανόμενης ευημερίας, όταν η απασχόληση αυξα­νόταν και μπορούσε προσωρινά να διαλυθεί η αντίσταση που δεν είχε α­κόμα προλάβει να οργανωθεί πλήρως. Όταν ξανάρχονταν οι δύσκολες μέρες, η στρατηγική στιγμή για αντίσταση στις νέες εφευρέσεις είχε πια περάσει. Είχαν ήδη στρατολογηθεί νέοι εργάτες που τις χειρίζονταν, οι παλιοί χειρώνακτες είχαν εξοβελιστεί και δεν μπορούσαν να κάνουν τί-

36. Α.Ρ. Wadsworth - J. de Ι. Mann. The Cotton Trade .... ό.π .. σ. 412. Βλ. επίσης τη λε­πτομερή ανάλυση της μοίρας του Hargreaves, σ. 476 Κ.ε.

37. Η Select Committee on Agriculture. τχ. 64, 1833, εκτιμά -σίγουρα με μια δόση υπερβο­λής- ότι μόνο μία στις εκατό αλωνιστικές μηχανές που υπήρχαν πριν το 1830 ήταν τώρα σε χρήση στο Wiltshire και στο Berkshire.

38. Για την αναταραχή στους αλλοδαπούς κόφτες βλ. F.R. Manuel, «The Luddite Movement in France», Journal ΟΙ Modern History, 1938, σ. 180 Κ.ε.· F.R. Manuel, «LIntro­duction des machines en France et les ouvriers», RevrIe d 'Histoire Moderne. τχ. 18, σ. 212-215. Ο πραγματικός λουδισμός στη Γαλλία φαίνεται ότι περιοριζόταν ουσιαστικά στους κόφτες, με μικρότερη επιτυχία απ' ό,τι στη Βρετανία, αν και οι λουδίτικες διαθέσεις εκ­φράζονταν μερικές φορές από άλλους. Βλ. τα έγγραφα στο G. και Η. Bourgin, Le Regime de l'industrie en France de 1830 ίΊ 1840 , 3 τόμοι, Παρίσι 1912-1941.

39. J.L. και Β. Hammond, The Skilled Lαbourer, ό.π., σ. 127. 40. F.R. Manuel, «The Luddite Movement in France», ό. π. , σ. 187' F.O. Darvall,

Populαr Disturbαnce ... , ό.π .. passim. Βλ. επίσης τη σημείωση στο E. C. Tufnell, Chαrαcter, Objects αnd Ellects ΟΙ Trade Unions, 1834, σ. 17, για την απροθυμία των ανδρών που δούλευ­αν στις μηχανές να ενωθούν εναντίον τους στην απεργία. Ο Tufnell όμως δέχεται ότι το έ­καναν είτε απειλούμενοι είτε επειδή πείστηκαν από τους άνεργους συναδέλφους τους.

Page 29: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

ποτε άλλο εκτός από σποραδικές καταστροφές του ανταγωνιστή τους, κι όχι πλέον να επιβληθo�ν επί της μηχανής. (Εκτός κι αν, βέβαια, είχαν την τύχη να διαθέτουν μια εξειδικευμένη αγορά που δεν επηρεαζόταν α­πό την εκμηχανισμένη παραγωγή, όπως οι χειροτέχνες κατασκευαστές μπότας και οι ράφτες κατά τη δεκαετία του 1870 και 1880). Ένας απ' τους λόγους για τους οποίους η καταστροφή εκ μέρους των κοφτών ήταν τόσο πολύ πιο επίμονη και πιο σοβαρή, ήταν ότι αυτοί οι πολύ εξειδι­κευμένοι και οργανωμένοι εργάτες-κλειδιά διατηρούσαν σε μεγάλο βαθ­μό έναν έλεγχο στην αγορά εργασίας, ακόμα και μετά τη μερική εκ­μηχάνιση.41

ωο Η μυθολογία των πρωτοπόρων βιομηχάνων έχει επίσης συσκοτίσει την πολύ μεγάλη συμπάθεια που υπήρχε προς τους καταστροφείς μηχα­νών απ' όλα τα τμήματα του πληθυσμού. Στο Nottingharnshire δεν κα­ταγγέλθηκε κανένας λουδίτης, αν και ένα σωρό μικροαφεντικά πρέπει να γνώριζαν πολύ καλά ποιος είχε σπάσει τους αργαλειούς τους.42 Στο Wi1tshire -όπου οι μεσάζοντες που έκαναν την τελική επεξεργασία των υφασμάτων και τα μικρά αφεντικά ήταν γνωστό πως συμπαθούσαν τους κόφτες43- δεν μπορούσαν να ανακαλύψουν τους αληθινούς τρομοκράτες του 1802.44 Οι ίδιοι οι έμποροι και εριουργοί του Rossendale πήραν απο­φάσεις εναντίον των μηχανοκίνητων αργαλειών λίγα χρόνια πριν τους σπάσουν οι εργάτες.45 Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των δουλευτών του 1830, ο δικαστικός γραμματέας του Hindon, στο Wiltshire, ανέφερε πως «εκεί όπου ο όχλος δεν κατέστρεψε τις μηχανές, οι κτηματίες τις ά­φησαν έκθετες για να καταστραφούν»,46 ενώ ο Λόρδος Melboume ανα­γκάστηκε να στείλει μια αυστηρή εγκύκλιο στους δικαστές που «σε πολλές περιπτώσεις είχαν συστήσει τη διακοπή της χρήσης των μηχανών που χρησιμοποιούνται για το αλώνισμα του αραβοσίτου και άλλους σκο­πούς». «Οι μηχανές», έλεγε, «υπόκεινται εξίσου στην προστασία του νόμου όπως κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο».47

Κι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Οι πλήρως εξελιγμένοι καπιτα-

41. Οι «κόφτες» (shearmen -croppers) μάζευαν το χνούδι από τα έτοιμα υφάσματα και το έκοβαν με μεγάλα σιδερένια Ψαλίδια. Έπρεπε να είναι και πολύ δυνατοί και εξειδικευ­μένοι.

42. F.O. Darνall, Popular Disturbance .... ό.π .• σ. 207. 43. Α. Aspinall (επιμ.), The Early English Trade Unions. ό.π., σ. 57-58. 44. Ο Thomas Helliker. που εκτελέστηκε ως τρομοκράτης το 1803, θεωρείται γενικά ότι

ήταν αθώος. 45. G.H. Tupling. Economic History of Rossendale. Manchester 1927. σ. 214. 46. MS Correspondence of Μ. Cobb, clerk Ιο the Justices at 5alisbury. στη Library of Wilt­

shire Archaeol. & Nat. Hist. 50c .• Devizes: 26 Νοεμβρίου 1830. 47. Printed Circular. 8 Δεκεμβρίου 1830. Αναφέρεται στο J.L. και Β. Hammond. The Vil­

lage Labourer. εκδ. Guild Books, τόμο 2, σ. 71-72 . •

Page 30: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

λιστές επιχεφηματίες αποτελούσαν μια μικρή μειονότητα, ακόμα και με­

ταξύ εκείνων που η θέση τους ήταν από τεχνικής απόψεως η εξαγωγή

κέρδους. Ο μικροβιοτέχνης ή το τοπικό αφεντικό δεν ήθελε μια οικονο­

μία απεριόριστης επέκτασης, συσσώρευσης και τεχνικής επανάστασης,

το κυνήγι της άγριας ζούγκλας που καταδίκαζε τον αδύναμο σε χρεοκο­

πία και τον υποβάθμιζε σε μισθωτό. Το ιδεώδες του ήταν το εγκόσμιο ό­νεφο όλων των «ανθρωπάκων», που εκφραζόταν περιοδικά από το ριζο­

σπαστισμό των Ισοπεδωτών, του Τζέφφερσον ή των Γιακωβίνων: μια μι­κρής κλίμακας κοινωνία μικρο'ίδιοκτητών και ευκατάστατων μισθωτών, δίχως μεγάλες διακρίσεις πλούτου και εξουσίας μια κοινωνία, βέβαια, που με ήρεμο τρόπο θα γινόταν διαρκώς όλο και πιο πλούσια και ευημε­

ρούσα. Επρόκειτο για ένα απραγματοποίητο ιδεώδες, και πολύ περισσό­τερο σε μια κοινωνία που εξελισσόταν πιο γρήγορα απ' όλες. Ας μην ξε­χνάμε, ωστόσο, ότι αυτοί στους οποίους απευθυνόταν στην Ευρώπη των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα αποτελούσαν την πλειονότητα όχι μό­νο του πληθυσμού αλλά και, με εξαίρεση κάποιους βιομηχανικούς κλά­δους όπως η βαμβακουργία, της τάξης των εργοδοτών.48 Αλλά ακόμα και ο τυπικός καπιταλιστής επιχεφηματίας ήταν δυνατόν να χαρακτηρί­ζεται από μια αμφιθυμία απέναντι στις μηχανές. Η άποψη ότι αναπό­φευκτα θα έπρεπε να ευνοεί την τεχνική πρόοδο για λόγους ατομικού συμφέροντος, δε στηρίζεται πουθενά, ακόμα κι αν δεν είχαμε την εμπει­ρία του γαλλικού κι αργότερα του βρετανικού καπιταλισμού. Εκτός του ότι είχε τη δυνατότητα να βγάζει περισσότερα χρήματα δίχως μηχανές (σε προστατευόμενες αγορές, κ.ο.κ.), σπάνια οι νέες μηχανές είχαν άμε­σες και εμφανείς αποδόσεις.

Στην ιστορία κάθε τεχνικής εφεύρεσης υπάρχει ένα «κατώφλι του κέρδους» το οποίο το περνά κανείς σχετικά αργά - όσο μεγαλύτερο εί­ναι το κεφάλαιο που έχει εφάπαξ επενδυθεί για μια μηχανή τόσο πιο αρ­γά γίνεται αυτό. Σ' αυτό οφείλεται, ίσως, και η παροιμιώδης επιχεφημα­τική αποτυχία των εφευρετών, που ρίχνουν λεφτά, δικά τους και άλλων, στα σχέδια τους, τη στιγμή που αυτά είναι ακόμα ατελή και όχι αρκετά αποδοτικά από τους μη εκμηχανισμένους ανταγωνιστές τους. 49 Βέβαια, η οικονομία της ελεύθερης αγοράς θα μπορούσε να ξεπεράσει αυτά τα ε­μπόδια. Αυτό που έχει χαρακτηριστεί σαν το «τεράστιο μπουμ ενός αι­ώνα», του 1775-1875, δημιούργησε εδώ κι εκεί καταστάσεις που έδωσαν στους επιχεφηματίες ορισμένων κλάδων -για παράδειγμα στη βαμβα-

48. Βλ. τη λαμπρή ανάλυση του «δημοκράτη μικροαστού» στην ομιλία του Μαρξ προς την Κεντρική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Λίγκας. στο Karl Marx - Frederick Engels. Collected Works. τόμο 10. Λονδίνο 1978. σ. 277-287.

49. Η έκφραση «κατώφλι του κέρδους» είναι από το S.G. Gilfillan, «Invention as a Factor ίπ Economic History», Supp. Ισ Journαl σΙ Ecσnomic History, Δεκέμβριος 1945.

Page 31: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

κουργία- την απαραίτητη ώθηση να περάσουν το «κατώφλι».50 Ο ίδιος ο μηχανισμός της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε μια κοινωνία που υφί­στατο επαναστατικές αλλαγές, δημιουργούσε κι άλλες ωθήσεις. Στο βαθμό που λειτουργούσε ο ανταγωνισμός, οι τεχνικές πρόοδοι του πιο καινοτόμου ηψέα διαδίδονταν ευρέως. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε πως οι πρωτοπόροι ήταν μειοΨηφίες. Οι πέρισσότεροι καπιταλιστές υιο­θετούσαν κατ' αρχήν τη μηχανή όχι ως επιθετικό όπλο, για να βγάλουν περισσότερο κέρδος, αλλά ως αμυντικό, για να προστατευτούν από τη χρεοκοπία που απειλούσε το βραδυκίνητο ανταγωνιστή. Δε μας εκπλήσ­σει όταν βλέπουμε τον E.C. Tufnell να καταγγέλει το 1834 ότι «πολλά αφεντικά της βαμβακοβιομηχανίας [ ... ] είχαν την επονείδιστη συμπερι­φορά να παροτρύνουν τους εργάτες να στραφούν εναντίον των βιομηχά­νων που είχαν πρώτοι μεγαλώσει τα εργοστάσιά τους».51 Ο μικροπαρα­γωγός και ο επιχειρηματίας που διηύθυνε ένα εργοστάσιο βρισκόταν σε μια διφορούμενη θέση, δίχως όμως να έχει την ανεξάρτητη δύναμη να την αλλάξει. Πιθανόν να απεχθανόταν την ανάγκη για νέες μηχανές, είτε επειδή αναστάτωνε τον τρόπο ζωής του είτε επειδή, σύμφωνα με κάθε ορθολογικό υπολογισμό, δεν αποτελούσαν επικερδή επένδυση εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούσαν ότι οι μηχανές ενίσχυαν τη θέ­ση του μεγάλου εκσυγχρονισμένου επιχειρηματία, που ήταν ο βασικός τους αντίπαλος. Οι εξεγέρσεις της εργατικής τάξης εναντίον των μηχα­νών, τους πρόσφεραν μια ευκαιρία' συχνά την άρπαζαν. Οφείλει κανείς να συμφωνήσει με έναν μελετητή της καταστροφής των μηχανών στη Γαλλία, ο οποίος παρατηρεί πως «μερικές φορές η λεπτομερής μελέτη των τοπικών περιστατικών αποκαλύπτει ότι το κίνημα των λουδιτών ή­ταν λιγότερο μια κινητοποίηση των εργαζομένων και περισσότερο μια ό­Ψη του ανταγωνισμού ανάμεσα στον καθυστερημένο και τον προοδευτι­κό ιδιοκτήτη εργαστηρίου ή μανιφακτούρας».52

Αν όμως ο καινοτόμος επιχειρηματίας είχε εναντίον του το μεγαλύτε­ρο μέρος της κοινής γνώμης, τότε πώς κατάφερε να επιβληθεί; Με τη βοήθεια του κράτους. Έχει αρκούντως επισημανθεί ότι στη Βρετανία η Επανάσταση του 1640-1660 σηματοδοτεί μια στροφή στη στάση του κράτους έναντι των μηχανών. Μετά το 1660, η παραδοσιακή έχθρα προς τις εφευρέσεις που αρπάζουν το Ψωμί απ' το στόμα των τίμιων ανθρώ­πων δίνει τη θέση της στην ενθάρρυνση της επιχείρησης που αναζητά το

50. Βοηθήθηκαν από τη φτήνια των νέων μηχανών. Ένας δυτικός βιομήχανος εγκατέ­στησε κλωστήρια με 70-90 αδράχτια για 9 στερλίνες το ένα στα 1804. Εξ ου και η δυνα­τότητα μιας αποσπασματικής εκβιομηχάνισης.

51. E.C. Tufnel1. Trαde Unions, ό.π., σ. 18. 52. F.R. ManueJ, «The Luddite Movement ίη France», ό.π., σ. 186.

Page 32: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κέρδος με oπoιoδ�πoτε κοινωνικό κόστος. 53 Αυτό είναι ένα από τα στοι­χεία που μας επιτρέπει να θεωρούμε την επανάσταση του δέκατου έ­βδομου αιώνα ως την πoλιτικ� αφετηρία του σύγχρονου βρετανικού κα­πιταλισμού. Σε ολόκληρη την επόμενη περίοδο, ο κεντρικός κρατικός μη­χανισμός είχε την τάση, αν όχι να προπορεύεται της κoιν�ς γνώμης στα οικονομικά ζητ�ματα, τουλάχιστον να είναι πιο πρόθυμος να εξετάσει τα αιτ�ματα του τυπικού καπιταλιστ� επιχειρηματία -εκτός, βέβαια, κι αν αυτά έρχονταν σε σύγκρουση με μεγαλύτερα εδραιωμένα συμφέροντα. Οι Squire Westems σε μερικές κομητείες ίσως να απολάμβαναν ακόμα τη σκιά μιας φθίνουσας φεoυδαλικ�ς ιεραρχίας σε μια αμετάλλακτη κοινω­νία: δεν υπάρχουν όμως σημαντικά στοιχεία φεoυδαλικ�ς πoλιτικ�ς στις κυβερν�σεις των Whig, τουλάχιστον μετά το 1688. Η υπoστ�ριξη του Λονδίνου θα αποδεικνυόταν ανεκτίμητης αξίας για τους νέους βιομηχά­νους όταν ξεκίνησε, στο τελευταίο τρίτο του αιώνα, η εκπληκτικ� τους άνοδος. Στα ζητ�ματα αγρoτικ�ς, εμπoρικ�ς � δημoσιooικoνoμικ�ς πολι­τικ�ς ίσως το Lancashire να βρισκόταν σε σύγκρουση με το Λονδίνο, όχι όμως και όσον αφορά τη θεμελιακ� πρωτοκαθεδρία του εργοδότη που αναζητούσε το κέρδος. Ήταν το μη μεταρρυθμισμένο Κοινοβούλιο στην πιο συντηρητικ� του περίοδο αυτό που εισ�γαγε το πλ�ρες laissez-faire στις σχέσεις εργοδότη και εργάτη. Η κλασικ� οικονομία της ελεύθερης επιχείρησης κυριαρχούσε στις συζητ�σεις. Και το Λονδίνο δε δίσταζε να κατσαδιάζει τους πιο παραδοσιακούς και συναισθηματικούς τοπικούς εκπροσώπους του όταν αυτοί δεν κατάφερναν «να διατηρ�σoυν και να στηρίξουν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας κάθε είδους, ενάντια στη βία και τις επιθέσεις».54

Παρ' όλα αυτά, μέχρι τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, η υπoστ�­ριξη του κράτους στον καινοτόμο επιχειρηματία δεν �ταν αμέριστη. Το πολιτικό σύστημα στη Βρετανία από το 1660 μέχρι το 1832 είχε σχεδια­στεί για να υπηρετεί τους βιομηχάνους μόνο στο βαθμό που αυτοί έπαι­ζαν μέσα στο στίβο των εδραιωμένων συμφερόντων παλαιότερου τύπου (εμπορικά σκεπτόμενοι γαιoκτ�μoνες, έμποροι, χρηματιστές, πλούσιοι των αποικιών, κ.ο.κ.). Στην καλύτερη περίπτωση μπορούσαν να ελπί­ζουν για ένα κομμάτι της πίτας ανάλογο με την πίεση που ασκούσαν, και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα οι «μοντέρνοι» βιoμ�χανoι �­ταν ακόμα ομάδες επαρχιωτών. Γι' αυτό και παρατηρούμε κατά καιρούς μια ορισμένη ουδετερότητα του κράτους στα εργατικά ζητ�ματα, τουλά-

53. Ε. Lipson, Economic History ο/ Eng/and, τόμο 2, 4η έκδοση, σ. cxxxv-cxxxvi' τόμο 3, σ. 300, 313, 324-327. Ο Sir John Clapham, Concise Economic History ο/ Britain, σ. 301, σωστά ε­πισημαίνει αυτή την «επιπλέον δόση σκληρότητας που φαίνεται να εισέρχεται στο δημό­σιο βίο την εποχή της Παλινόρθωσης».

54. Βλ. εδώ, σημ. 47.

Page 33: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ 33

χιστον μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. 55 Οι ιδιοκτήτες υφα­ντουργείων της Δύσης διαμαρτύρονταν έντονα ότι οι τοπικοί ειρηνοδίκες ήταν προκατειλημμένοι απέναντί τους. 56 Η στάση της εθνικής κυβέρνη­σης στις ταραχές των υφαντών του 1726-1727 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στάση. του Υπουργείου των Εσωτερικών από τη δεκαετία του 1790 και μετέπειτα. Το Λονδίνο εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του που οι τοπικοί βιομήχανοι προκαλούσαν αναίτια τους εργάτες, συλλαμβάνοντας τους ταραχοποιούς αντιμετώπιζε ειρωνικά τις υποδείξεις τους ότι επρόκειτο περί στασιαστών' πρότεινε στις δύο πλευρές να τα βρουν φιλικά και να διατυπώσουν μια αρμόζουσα αίτηση για να αναλάβει δράση το Κοινο­βούλιο.57 Όταν έγινε αυτό, το Κοινοβούλιο επικύρωσε μια συλλογική σύμβαση που έδινε στους εργάτες πολλά απ' αυτά που ζητούσαν, με α­ντάλλαγμα μια τυπική «συγνώμη για τις παρελθούσες ταραχές».58 Αλλά και η πυκνότητα ad hoc νόμων κατά το δέκατο όγδοο αιώνα59 δείχνει ότι δεν υπήρχε μια συστηματική, συνεπής και γενικευμένη προσπάθεια επι­βολής. Καθώς ο αιώνας προχωρούσε, η φωνή του βιομήχανου γινόταν ό­λο και περισσότερο φωνή της κυβέρνησης πάνω σ' αυτά τα ζητήματα' νωρίτερα όμως οι εργαζόμενοι μπορούσαν ακόμα να αντιπαρατίθενται με τμήμα των αφεντικών με σχετικά ισότιμους όρους.

Φτάνουμε τώρα στο τελευταίο και πιο σύνθετο πρόβλημα: Πόσο απο­τελεσματικό ήταν το σπάσιμο των μηχανών ; Δικαιούμαστε, νομίζω, να υ­ποστηρίξουμε ότι η συλλογική διαπραγμάτευση μέσω ταραχών ήταν του­λάχιστον το ίδιο αποτελεσματική με κάθε άλλο μέσο άσκησης συνδικαλι­στικής πίεσης, και πιθανώς περισσότερο αποτελεσματική από κάθε άλλο μέσο που ήταν διαθέσιμο πριν από την εποχή των εθνικών συνδικάτων

55. Για την «επαναστατική αλλαγή» σ' αυτή την περίοδο βλ. S. και Β. Webb, History of Trade Unionism, 1894, σ. 44 Κ.ε. Αλλά τα πρακτικά του κοινοβουλίου ίσως να δίνουν μια λανθασμένη εντύπωση. Η κανονική πορεία των γεγονότων ήταν ότι το laissez-faire προχω­ρούσε κανονικά, η αντίθετη νομοθεσία έπεφτε σε αχρησία, εκτός κι αν είχαμε μια αποτε­λεσματική εκστρατεία εκ μέρους των εργατών. Βλ. την ανάκληση των μισθοδοτικών δια­τάξεων του Act of Artificers το 1813 (W. Smart, Economic Annals of the Nineteenth Century. 1801-1820, σ. 368).

56. Philalethes, The Case as ίΙ now stands between the CΙothiers, Weavers and other Manu­facturers with regard to the /ate Riot, in the Country of Wilts, Λονδίνο 1739, σ. 7 (Cambridge Uniν. Lib., Acton d. 25.1005). Εν πάση περιπτώσει, με το 17 Geo. 3, c.55, οι καπελάδες ε­ξασφάλισαν μια απόφαση που απαγόρευε σε όλα τα αφεντικά καπελάδες να τους εκπρο­σωπούν σε μια διαμάχη που αφορούσε τους ίδιους - κάτι που είναι περισσότερο απ' ό,τι μπορούσαν να πετύχουν οι εργάτες των αγροκτημάτων.

57. Public Record Office, State Papers Domestic Geo. Ι , 63, σ. 72, 82, 93-94' Geo. Ι, 64, σ. 1-6, 9-10, ιδιαίτερα σ. 2-4.

58. House of Commons Journals, τχ. ΧΧ, σ. 747. 59. Ο Burn's Justice of the Peace, τόμο 3, σ. 643 Κ.ε. · τόμο 5, σ. 485 Κ.ε., 552 Κ.ε .. δίνει

μια αξιοθρήνητη εικόνα της ασυντόνιστης, αποσπασματική ς νομοθεσίας.

Page 34: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

34 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

για ομάδες όπως οι υφαντουργοί, οι ναυτικοί και οι ανθρακωρύχοι. Αυτό δεν είναι υπερβολή. Εργαζόμενοι που δεν απολάμβαναν τη φυσική προ­στασία που είχαν οι μικρές σε μέγεθος και σπανίζουσες ειδικότητες, οι οποίες μπορούσαν να προστατεύονται από την περιορισμένη είσοδο στην αγορά και από ισχυρά μονοπώλια απασχόλησης, βρίσκονταν ανα­γκαστικά σε κατάσταση άμυνας. Η επιτυχία τους επομένως θα πρέπει να μετριέται από την ικανότητά τους να διατηρούν σταθερές συνθήκες -για παράδειγμα σταθερούς μισθούς- απέναντι στη μόνιμη και πασίγνω­στη επιθυμία των αφεντικών να τους οδηγήσουν στα όρια της πείνας.60 Αυτό χρειαζόταν μια αδιάλειπτη και αποτελεσματική πάλη. Θα μπορού­σε να πει κανείς, ότι η σταθερότητα των μισθών στα χαρτιά υπονομευό­ταν διαρκώς από τον αργόσυρτο πληθωρισμό του δέκατου όγδοου αιώ­να, ο οποίος μονίμως νόθευε τους όρους του παιγνιδιού εις βάρος των μισθωτών·61 αλλά θα ήταν υπερβολικό να ζητήσει κανείς από το κίνημα του δέκατου όγδοου αιώνα να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Μέσα στα δεδομένα πλαίσια, δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι οι μετα­ξουργοί του Spitalfields βγήκαν ωφελημένοι από τις ταραχές τους.62 Οι κινητοποιήσεις των εργατών των φορτηγίδων, των ναυτών και των αν­θρακωρύχων της Βορειοανατολικής Αγγλίας, για τις οποίες διαθέτουμε στοιχεία, κατέληγαν πολύ συχνά σε νίκη ή σε έναν αποδεκτό συμβιβα­σμό. Επιπλέον, ανεξάρτητα με το πως κατέληγαν οι συγκεκριμένες συ­γκρούσεις, οι ταραχές και η καταστροφή των μηχανών πρόσφεραν στους εργάτες πολύτιμες εφεδρείες για όλο το υπόλοιπο διάστημα. Το αφεντι­κό του δέκατου όγδοου αιώνα είχε διαρκώς συνείδηση, ότι οι υπερβολι­κές του απαιτήσεις μπορούσαν να επιφέρουν όχι απλά μια προσωρινή α­πώλεια κερδών, αλλά την καταστροφή του κεφαλαιικού εξοπλισμού. Το 1829 ένας σημαίνων διευθυντής ανθρακωρυχείου ερωτήθη από την Επι­τροπή των Λόρδων αν η μείωση των μισθών στα ορυχεία του Tyne και του Wearside μπορούσε «να πραγματοποιηθεί δίχως να θέσει σε κίνδυνο την ηρεμία της περιοχής ή δίχως τον κίνδυνο να καταστραφούν όλα τα ορυχεία, μ' όλες τους τις μηχανές, και το πολύτιμο κεφάλαιο που έχει ε-

60. W. Sombart, Der Moderne Kapita/ismus, τόμο 1, τχ. ίί, σ. 803, για μια βιβλιογραφία πάνω σ' αυτά' Κ. Marx, Capita/, τόμο 1 (έκδοση του 1938), σ. 259-263. Ο Philalethes, The Case as ίι now stands .. . , ό.π., σ. 29, 41, προσφέρει τυπικά επιχειρήματα.

61. E .J. Hamilton, «The Profit Inflation and the Industrial Revolution, 1751-1800», Quarter/y Journa/ ΟΙ Economics, τχ. 56 (1942), σ. 256.

62. Ι .Ι . και Β. Hammond, The Skilled Labourer, ό.π. · η παρατήρηση του Μ.Ω. George, London Life, ό.π. , σ. 190, ότι η άνοδος των τιμών στην υφαντουργία υπό την επίδραση αυ­τών των διατάξεων δεν ήταν συγκρίσιμη μ' αυτήν άλλων κλάδων κατά την ίδια περίοδο, ί­σως να αληθεύει. Πιο σημαντική είναι η δραματική κατάρρευση των τιμών μετά την ανά­κληση των διατάξεων.

Page 35: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ 35

πενδυθεί σ' αυτές». Αυτός απάντησε πως όχι.63 Αναπόφευκτα, ο εργοδό­της που βρισκόταν απέναντι σε τέτοωυς κινδύνους σταματούσε, φοβούμε­νος ότι «η περωυσία του, ίσως και η ζωή του [μπορεί] να ετίθεντο σε κίνδυνο».64 «Πολύ περισσότερα αφεντικά απ' ό,τι θα περίμενε κανείς», σημειώνει με αδικαωλόγητη έκπληξη ο Sir John Clapharn, υποστήριξαν τη διατήρηση των συμφωνιών των μεταξουργών του Spitalfields, γιατί μ' αυτές, λέγανε, «η περωχή ζούσε σε ηρεμία και ησυχία».65

Μπορούσε, ωστόσο, η καταστροφή των μηχανών να σταματήσει την τεχνολογική πρόοδο; Σίγουρα δεν μπορούσε να σταματήσει συνολικά το θρίαμβο του βωμηχανικού καπιταλισμού. Σε μια μικρότερη κλίμακα, ό­μως, ήταν ένα κάθε άλλο παρά αναποτελεσματικό όπλο απελπισίας ό­πως το παριστάνουν. Έτσι, ο φόβος της αντίδρασης των υφαντουργών του Norwich φέρεται να απέτρεψε την εισαγωγή των μηχανών εκεΙ 66 Ο λουδισμός των κοφτών του Wiltshire το 1802 σίγουρα ανέβαλε την επέ­κταση της εκμηχάνισης μια διαμαρτυρία του 1816 επισημαίνει ότι «τον καιρό του Πολέμου δεν υπήρχαν ούτε λαναριστικές μηχανές, ούτε αργα­λεωί στο Trowbridge αλλά, λυπηρό να το λες, τώρα αυξάνονται μέρα με τη μέρα».67 Το παράδοξο είναι ότι η καταστροφή από τους απελπισμέ­νους δουλευτές των αγροκτημάτων το 1830 φαίνεται πως ήταν η αποτε­λεσματικότερη απ' όλες. Αν και οι μισθολογικές παραχωρήσεις σύντομα εξανεμίστηκαν, οι αλωνιστικές μηχανές δεν επέστρεψαν στην προηγού­μενη κλίμακα.68 Σε ποω βαθμό η επιτυχία οφείλετο στους εργαζόμενους και σε ΠOLΟ στο λανθάνοντα ή παθητικό λουδισμό των ίδιων των εργοδο­τών δεν μπορούμε να το προσδωρίσουμε. Όποια, όμως, κι αν είναι η α­λήθεια πάνω στο ζήτημα αυτό, η πρωτοβουλία προήλθε από τους εργα­ζόμενους, και έτσι μπορούν να διεκδικήσουν σημαντικό μερίδω σε κάθε τέτοια επιτυχία.

63. ]. Ι. και Β. Hammond. The Skilled Labourer. ό.π., σ. 26. 64. William Stark, για τους λόγους για τους οποίους οι μηχανές δεν υιοθετήθηκαν από

την εριουργία του Norwich και συγκρατήθηκαν οι μειώσεις των μισθών ( Handloom Weavers' Commission, 1838 Ass. Commrs Report ιι).

65. ].Η. Clapham, «The Spitalfields Acts, 1 7 73-1824 » , Economic Journal, τχ. 26, σ. 463-464.

66. ]. Ι . και Β. Hammond. The Skilled Labourer, ό.π . , σ. 142 . Ο ].Η. Clapham, «The Transferen ce of the Worsted Industry from Norfolk Ιο the West Riding», Economic Journal, τχ. 20, διαπραγματεύεται το ζήτημα με μεγάλη λεπτομέρεια.

67. ]. Ι . και Β. Hammond , The Skilled Labourer, ό.π. , σ. 188. 68. Clutterbuck, The Agricu/ture ΟΙ Berkshire, Λονδίνο και Οξφόρδη 186 1 , σ. 4 1-42.

Page 36: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΥΤΣΗΔΕΣ*

Γραμμέιιο από κοιιιού με τη 11 Joan W. Scott

Αποτελεί συνήθεια να αποδίδονται στα μέλη κάποιων επαγγελμάτων ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, οι ιστορικοί όμως, παρότι το παρατηρούν, σπανίως αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει. Στο κείμενο αυτό επιχειρούμε να εξηγήσουμε τον παροιμιώδη ριζο­σπαστισμό των παπουτσήδων. Οι δύο συγγραφείς ανακάλυψαν το κοινό τους ενδια­φέρον πάνω στο ζήτημα αυτό στις θαυμάσιες Διεθνείς Στρογγυλές Τράπεζες για την Κοινωνική Ιστορία που οργάνωσε ο Clemens Heller του Maison' des Sciences de ΙΉοmme τη δεκαετία του '70. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Past & Present, τχ. 89, το 1980 και αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια της Joan Wallach Scott.

«Προχώρησε βαθύτερα στον Αρμινιανισμό1 και την πολιτική από τους συναδέλφους του. Ο αδελφός του του 'στελνε τακτικά το Methodist Maga­zine και το Week/y Dispatch . Είχε πάντοτε αρκετή δουλειά κι ήταν πιο α­νεξάρτητος από τους αγρότες ή από τους δουλευτές . Είχε το συνήθειο να κάνει απρεπή σχόλια για τους γαιοκτήμονες και τη Βουλή των Λόρ­δων, για τη Βουλή των Κοινοτήτων, για το νέο νόμο για τους φτωχούς, για τους επισκόπους, για τους παπάδες, για τους νόμους περί καλαμπο­κιού, για την Εκκλησία και για την ταξική νομοθεσία».2

«Ένα αξιοπερίεργο πράγμα είναι ότι το κάθε επάγγελμα καλλιεργεί στους τεχνίτες που το ασκούν έναν ειδικό χαρακτήρα, μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Ο χασάπης είναι συνήθως σοβαρός και έχει μεγάλη ιδέα για το ρόλο του, ο μπογιατζής είναι απερίσκεπτος και άσωτος, ο ράφτης εί­ναι ευαίσθητος, ο μπακάλης ηλίθιος, ο αχθοφόρος περίεργος και παρλα­πίπας και, τέλος, ο παπουτσής κι ο τσαγκάρης είναι ευδιάθετος, συχνά ζωηρός, πάντα μ' ένα τραγούδι στα χείλη του [ ... ] Παρά την απλότητα των γούστων τους, αυτοί που φτιάχνουν καινούργια και παλιά παπού­τσια διακρίνονται πάντα από αεικίνητη, μερικές φορές και επιθετική, διάθεση και από μια φοβερή όρεξη για κουβέντα. Έγινε κάποια ταραχή;

* Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους William Sewell Jr, Ε.Ρ. Th ompson και Alfred Young για τα χρήσιμα σχόλιά τους.

1 . Θεωρία του Ja cobus Arminius που τονίζει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου σε α­ντίθεση με το θείο προορισμό του προτεσταντισμού [Σ.τ . Μ . ].

2. J . C . Buckmaster (επψ.) , Α Village Politician: The Life-Story ΟΙ John Buckley, Λονδίνο 1897, σ. 41.

Page 37: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠAΠOrΓΣHΔEΣ 37

Βγήκε από το πλήθος κάποιος ρήτορας ; Σίγουρα πρόκειται για κάποιον τσαγκάρη που 'ρθε να μιλήσει στον κόσμο ».3

Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός των παπουτσήδων του δέκατου ένατου αιώ­να είναι παροιμιώδης. Κοινωνικοί ιστορικοί διαφόρων τάσεων απλά πε­ριέγραψαν το φαινόμενο, θεωρώντας ότι δε χρήζει ερμηνείας. Ένας ιστο­ρικός της Γερμανικής Επανάστασης του 1848 αποφαίνεται, για παρά­δειγμα, ότι «δεν ήταν τυχαίο» που οι παπουτσήδες «έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στη δράση του λαού». Οι ιστορικοί των ταραχών του «5wing» στην Αγγλία κάνουν λόγο για τον «περιβόητο ριζοσπαστισμό » των τσα­γκάρηδων, και ο Jacques Rougerie εξηγεί το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στην Παρισινή Κομμούνα βάσει της «παραδοσιακής τους μαχητικότη­τας». Ακόμα κι ένας αιρετικός συγγραφέας σαν τον Theodore Zeldin, στο ζήτημα αυτό αποδέχεται την καθιερωμένη αντίληψη .4 Σ' αυτό το άρθρο επιχειρούμε να εξηγήσουμε αυτή την ξεχωριστή φήμη των παπου­τσήδων ως πολιτικά ριζοσπαστών.

Όταν λέμε ότι οι παπουτσήδες, ή ένα οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, φημίζεται για το ριζοσπαστισμό του, αυτό μπορεί να σημαίνει ένα ή πε­ρισσότερα από τα εξής τρία πράγματα: τη φήμη μιας μαχητικής συμμε­τοχής σε κινήματα κοινωνικής διαμαρτυρίας, είτε του επαγγέλματος είτε ευρύτερα' τη φήμη μιας συμπάθειας ή σχέσης ή δραστηριοποίησης σε κι­νήματα της πολιτικής Αριστεράς, και τη φήμη αυτού που θα μπορούσα­με να ονομάσουμε ιδεολόγος των απλών ανθρώπων. Αυτά τα τρία, αν και είναι πολύ πιθανό να συνδέονται μεταξύ τους, δεν ταυτίζονται. Μα­θητευόμενοι και ανύπαντροι τεχνίτες παραδοσιακών συντεχνιακών επαγ­γελμάτων μπορούσαν πολύ εύκολα να κινητοποιούνται, δίχως να έχουν απαραίτητα καμιά σχέση με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί την εποχή ε­κείνη ως πολιτικός ριζοσπαστισμός. Οι γάλλοι universitaires [πανεπιστη­μιακοί] έχουν, τουλάχιστον από τον καιρό της υπόθεσης Ντρέυφους, τη φήμη ότι βρίσκονται στα αριστερά των φοιτητών τους αυτό δε σημαίνει απαραίτητα και συλλογική αγωνιστική δράση. Οι αυστραλοί κουρείς

3. Μ . 5ensfelder, Histoire de Ιa cordonnerie, Παρίσι 1856, παρατίθεται στο Joseph Barberet, Le Travail en France: monographies professionnelles, 7 τόμοι, Παρίσι 1886-1890, τόμο 5, σ. 63-64.

4. Rudolf 5tadelmann, «50ziale Ursachen der Revolution νοπ 1848», στο Hans-Ulrich Wehler (επιμ.). Moderne deutsche Sozialgeschichte. Βερολίνο 1970, σ. 140' E .J . Hobsbawm -George Rude, Captain Swing, Λονδίνο 1969, σ. 181' Jacques Rougerie, «Composition d 'une population insurgee: l 'exemple de la Commune» , Le Mouvement Social, τχ. 48 (1964), σ. 42 '

Theodore Zeldin, France, 1848-1945,2 τόμοι, Οξφόρδη 1973, τόμο 1 , σ. 214.

Page 38: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

προβάτων, αν και συχνά εμφανίζονται μαχητικοί και προσκείμενοι στην

Αριστερά, γενικά δε φημίζονται για τα ιδεολογικά τους ενδιαφέροντα,5

σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τους δασκάλους των χωριών. Οι παπουτσήδες ως επάγγελμα είχαν, κατά το δέκατο ένατο αιώνα,

μια φήμη ριζοσπαστισμού και με τις τρεις αυτές έννοιες. Ήταν μαχητικοί τόσο στα ζητήματα του κλάδου τους όσο και σε ευρύτερα κινήματα κοι­νωνικής διαμαρτυρίας. Αν και τα συνδικάτα των παπουτσήδων περιορί­ζονταν σε ορισμένους μόνο τομείς ή περιοχές ενός ευρύτερου επαγγελ­ματικού κλάδου, και μολονότι μόνο κατά διαστήματα ήταν αποτελεσμα­τικά, οργανώθηκαν σχετικά νωρίς σε εθνική κλίμακα τόσο στη Γαλλία ό­σο και στην Ελβετία, για να μην αναφέρουμε για την Αγγλία, όπου το συνδικάτο του Λονδίνου, ιδρυθέν το 1 792, αναφέρεται πως επεκτάθηκε σε εθνικό επίπεδο ήδη το 1804. Οι παπουτσήδες και οι ξυλουργοί ήταν τα πρώτα μέλη της Ομοσπονδίας Εργατών της Χώρας της Αργεντινής ( 1890), της πρώτης προσπάθειας εθνικής συνδικαλιστικής συγκρότησης σ' αυτή τη χώρα. Σε μερικές περιπτώσεις απήργησαν μαζικά και ήταν από τους κλάδους που είχαν τη μεγαλύτερη έφεση για απεργίες στη Γαλλία την περίοδο της Ιουλιανής μοναρχίας. Είχαν επίσης μεγάλη συμ­μετοχή στα επαναστατικά πλήθη. Ο ρόλος τους ως πολιτικών ακτιβιστών μπορεί να τεκμηριωθεί πολύ καλά. Ανάμεσα στα άτομα που δραστηριο­ποιούνταν στο βρετανικό χαρτιστικό κίνημα, και των οποίων γνωρίζουμε την απασχόληση, οι παπουτσήδες αποτελούν μακράν τη μεγαλύτερη ο­μάδα ύστερα από τους υφαντές και τη γενική κατηγορία των «δουλευ­τών»: Υπερδιπλάσιοι σε σχέση με τους οικοδόμους και πάνω από το 10% του συνόλου. Μεταξύ αυτών που κατέλαβαν τη Βαστίλη, ή τουλάχι­στον αυτών που συνελήφθησαν, οι είκοσι οκτώ παπουτσήδες έπονται μό­νο των επιπλοποιών, ξυλουργών και κλειδαράδων, ενώ στις ταραχές στο Πεδίον του Άρεως τον Αύγουστο του 1 792 έρχονται πρώτοι.6 Ανάμεσα σε αυτούς που συνελήφθησαν στο Παρίσι επειδή εναντιώθηκαν στο πρα-

5. Ο μακαρίης Ian Tumer του Εθνικού Αυστραλιανού Πανεπιστημίου της Καμπέρα, α­ναφέρει την περίπτωση ενός μεγάλου αριθμού απ' αυτούς, οι οποίοι συνελήφθησαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση επειδή έκαναν μια συγκέντρωση υπέρ της εξέγερσης και των σοβιέτ. Μ ια προσεκτική έρευνα για ανατρεπτικά έντυπα δεν απέδωσε τίποτε άλλο ε­κτός από μια προκήρυξη που είχαν μερικοί στις τσέπες τους. Έγραφε: « Αν το νερό σαπί­ζει τις μπότες σου, τότε τι κάνει στο στομάχι σου;».

6. Jean -Pierre Aguet, Les Greves s ous Ια monαrchie de Juillet, 1830-1847, Γενεύη 1954' David Pinkney, «The Crowd ίη the French Revolution of 1830» , American Historicαl Review, τχ. 70 ( 1964), σ. 1 -1 7' David Jones, Chαrtism αnd the Chαrtis ts, Λονδίνο 1975, σ. 30-32. Ο D .J . Goodway, London Chartism 1 838-1 848, Καίμπριτζ 1982, σ. 37-39, δείχνει ότι το ποσο­στό συμμετοχής τους στο λονδρέζικο χαρτισμό ήταν υψηλότερο από κάθε άλλου επαγγέλ­ματος (πάνω από 3.000 μέλη), με εξαίρεση τους τέκτονες. George Rude, The Crowd in the French Revolution, Οξφόρδη 1959, παράρτημα 4.

Page 39: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛIΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 39

ξικόπrιμα του 1851, οι παπουτσήδες ήταν και πάλι οι περισσότεροι.7 Από τους εργάτες που συμμετείχαν σην Παρισινή Κομμούνα του 187 1 , εκείνοι που υπέστrισαν το μεγαλύτερο ποσοστό εκτοπίσεων μετά τφ ήτ­τα τrις ήταν, όπως παρατηρεί ο Jacques Rougerie, «φυσικά, όπως πάντα, οι παπουτσήδες».8 Όταν ξέσπασε η εξέγερση στrι γερμανική πόλrι Konstanz τον Απρίλιο του 1848, οι παπουτσήδες αποτελούσαν μακράν η μεγαλύτερη ομάδα που συμμετείχε, ίσrι σχεδόν σε αριθμό με τα Μο ε­πόμενα επαγγέλματα (ράφτες και ξυλουργούς) μαζί. 9 Στην άλλη άκρrι του κόσμου, ο πρώτος αναρχικός που καταγράφηκε σην επαρχιακή πό­λη της Βραζιλίας Rio Grande do Sul ήταν ένας ιταλός παπουτσής το 1897, ενώ το μόνο επαγγελματικό συνδικάτο που αναφέρεται ότι συμμε­τείχε στο πρώτο (αναρχικής κατεύθυνσης) Εργατικό Συνέδριο της Curi­tiba (Βραζιλία), είναι rι Ένωσrι των Παπουτσήδων. 1Ο

Από μόνα τους, ωστόσο, τα στοιχεία της αγωνιστικότητας και του α­ριστερού ακτιβισμού δεν ξεχωρίζουν τους παπουτσήδες από άλλους τε­χνίτες που κατά καιρούς επέδειξαν την ίδια, τουλάχιστον, έφεσrι σ' αυ­τούς τους τομείς. Μεταξύ των θυμάτων της Eπανάστασrις του Μαρτίου το 1848 στο Βερολίνο, οι ξυλουργοί ήταν υπερδιπλάσιοι και οι ράφτες αρκετά περισσότεροι σε σχέση με τους παπουτσήδες, αν και αυτά τα ε­παγγέλματα ήταν συγκρίσιμα ως προς το αριθμητικό τους μέγεθος. 1 1 Στη διάρκεια της Ιουλιανής Μοναρχίας, οι μαραγκοί και ο ι ράφτες ήταν εξίσου «επιρρεπείς σε απεργίες» με τους παπουτσήδες. Τα γαλλικά ε­παναστατικά πλήθη περιελάμβαναν αναλογικά μεγαλύτερο ποσοστό τυ­πογράφων, ξυλουργών, κλειδαράδων και οικοδόμων σε σχέση με το σύ­νολο του παρισινού πληθυσμού. Μπορεί οι έντεκα τσαγκάρηδες να απο­τελούσαν τη μεγαλύτερη ομάδα μεταξύ των σαράντα τριών αναρχικών που συνελήφθησαν στη Λυών το 1892, όμως και η ομάδα των οικοδόμων δεν πήγαινε πολύ πίσω . 12 Οι ράφτες συνδέονται με τους παπουτσήδες ως τυπικοί ακτιβιστές στην Επανάσταση του 1848 στη Γερμανία, και μπορεί αμφότεροι να είχαν εξέχουσα θέση μεταξύ των τεχνιτών που α-

7. Georges Duveau, Lα Vie ouvriere en Frαnce sous le Second Empire, 7η έκδοση, Παρίσι 1946, σ. 75.

8. Jacques Rougerie, Pαris libre, Παρίσι 197 1 , σ. 263. 9. Reinhold Reith, Zur biogrαphischen Dimension von «Hochverrαth und AlIfruhr»: Versuch

einer historischen Protestαnαlyse αm Beispiel des Aprilαufstαndes 1848 in Konstαnz, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, University of Konstanz, 1981 , σ. 33 Κ.ε., 44 Κ.ε.

10. Edgar Rodrigues, Sociαlismo e s indicαlismo no Brαsil, 1675-1913, Ρίο ντε Τζανέιρο 1969, σ. 73, 223.

11 . R. Hoppe - J. Kuczynski, «Eine Berufs-bzw. auch Klassen-und Schinchtenanalyse der M iirzgefallenen 1848 ίη Berlin » , Jαhrbuch fiίY Wirtschαftsgesch, 1964/IV, σ. 200-276.

12. Yves Lequin, Les Ouvriers de Ια region lyonnαise, 1848- 1914, 2 τόμοι, Λυών 1977, τόμο 2, σ. 281.

Page 40: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ποτελούσαν την πλειοψηφία της Λίγκας των Κομμουνιστών (<<η λέσχη των εργατών είναι μικρή και αποτελείται μόνο από παπουτσήδες και ράφτες», έγραφε το 1850 ο Weydemeyer στον Μαρξ),13 είναι όμως μάλ­λον σαφές ότι οι ράφτες ήταν περισσότεροι. Μάλιστα, ο φαινομενικά με­γάλος αριθμός παπουτσήδων ακτιβιστών μπορεί μερικές φορές να αντα­νακλά απλά το μέγεθος ενός κλάδου που στη Γερμανία και στη Βρετα­νία αποτελούσε την πολυπληθέστερη επαγγελματική ομάδα τεχνιτών. 14 Οι συλλογικές πράξεις της ομάδας δεν εξηγούν επομένως τη ριζοσπαστι­κή φήμη των παπουτσήδων.

Δεν υπάρχει ωστόσο καμιά αμφιβολία, ότι ως εργάτες-διανοούμενοι και ιδεολόγοι, οι τσαγκάρηδες ξεχώριζαν. Προφανώς δεν ήταν μοναδικοί, παρότι, όπως θα δούμε, στα χωριά και στις μικρές εμπορικές πόλεις εί­χαν μικρότερο συναγωνισμό από άλλους εγκατεστημένους τεχνίτες. Σί­γουρα, ο ρόλος τους ως εκπροσώπων και οργανωτών του κόσμου της υ­παίθρου στην Αγγλία του δέκατου ένατου αιώνα είναι εμφανής σε οποι­αδήποτε μελέτη των ταραχών του «5wing» του 1830 ή του αγροτικού πολιτικού ριζοσπαστισμού. Οι Hobsbawm και Rude αναφέρουν ότι το 1830 η μέση εξεγερμένη ενορία είχε δύο με τέσσερις φορές περισσότε­ρους παπουτσήδες από τη μέση φιλήσυχη ενορία.15 Ο τοπικός τσαγκάρης που αναφέρει τσιτάτα του Cobbett -ο John Adams στο Κεντ, ο William Winkworth στο Hampshire- είναι μια γνώριμη φιγούρα.16 Ο χαρακτηρι­σμός του επαγγέλματος ως «red-hot politicians» ήταν παροιμιώδης. Στο Northampton, που ήταν κέντρο υποδηματοποιίας, οι εκλογές γιορτάζο­νταν όπως οι «παραδοσιακές γιορτές», όπως οι ιπποδρομίες της άνοιξης και του φθινοπώρου.17 Το πιο εκπληκτικό παρ' όλα αυτά είναι η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την εγγραμματοσύνη. Ο παπουτσής ταυτίζε­ται αναπάντεχα συχνά με το δημοσιογράφο και το στιχοπλόκο, με το ρή­τορα και τον ομιλητή, με το συγγραφέα και τον εκδότη. Αυτή η εντύπω­ση δεν είναι εύκολο να ποσοτικοποιηθεί, αν και οι τσαγκάρηδες αποτε­λούν τη μεγαλύτερη ομάδα -τρεις- σε ένα δείγμα δεκαεννέα γάλλων «εργατών-ποιητών» της περιόδου πριν το 1850, που έχουν όλοι ριζοσπα-

13 . Karl Obermanη, Zur Geschichte des Bundes der Kommunisten, Ανατολικό Βερολίνο 1955, σ. 28.

1 4. Paul Voigt, « Das deutsche Handwerk nach den Berufszahlungen νοη 1 882 und 1895», στο Untersuchungen uber die Lage des Handwerks in Deutschland 9, Schriften des Vereins fϋr Socialpolitik, αρ. lxx, Λειψία 1897)' J .H . Clapham, Economic History ο/ Modern Britain, 3 τόμοι, Καίμπριτζ 1952, τόμο 2, σ. 43.

15. E .J . Hobsbawm - G. Rude, Captain Swing, ό.π., σ. 181 -182. 16. Στο ίδιο, σ. 218, 246. 1 7. Keith Brooker, « The Northampton Shoemakers' Reaction to Industrialisation: Some

Thoughts», Northamptonshire Past and Present, τχ. 6 (1980), σ. 155.

Page 41: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛIΤιΚΟΠΟIΗΜΕΝΟΙ ΠAΠOrΓΣHΔEΣ

στικές απόψεις:18 ο Sylvain Lapointe από τη Yonne, που ήταν υποψήφιος το 1848' ο Hippolyte Tampucci, εκδότης του Le Grαpίlleur, και ο Gonzalle από τη Reims, εκδότης του Le Republicain.19 ο κατάλογος θα μπορούσε εύκολα να μεγαλώσει' σκέφτεται κανείς τον Faustin Bonnefoi, εκδότη της φουριεριστικής εφημερίδας στη Μασσαλία του Λουδοβίκου­Φίλιππου,20 τον αυτοδίδακτο «Efrahem », που έγραφε μπροσούρες που καλούσαν σε <<μια ένωση των εργατών όλων των corps d 'E�tat»,21 και τον Πολίτη νίΙΙΥ, έναν κατασκευαστή μποτών που μίλησε στο πρώτο Κομ­μουνιστικό Συμπόσιο το 1840 και εξέδωσε μια μπροσούρα για την κα­τάργηση της φτώχειας.22

Κανένας, βέβαια, δεν ισχυρίζεται ότι όλοι οι ακτιβιστές παπουτσήδες, ή έστω η πλειονότητά τους, ήταν τεχνίτες-διανοούμενοι. Έχουμε μάλιστα παραδείγματα αγωνιστών παπουτσήδων που σαφέστατα δε διάβαζαν πολύ, τουλάχιστον την εποχή που δραστηριοποιούνταν, όπως ο George Hewes, ο τελευταίος επιζών του Tea Party της Βοστώνης.23 Αν και ως ε­πάγγελμα οι παπουτσήδες φαίνεται να ήταν πιο μορφωμένοι από το μέ­σο όρο, ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό κακών αναγνωστών είναι φυσικό να υπάρχει μέσα σε έναν τόσο μεγάλο κλάδο που περιλάμβανε τόσο πολλούς παροιμιωδώς φτωχούς ανθρώπους.24 Ο αμόρφωτος παπουτσής ίσως μάλιστα να απαντάται πιο συχνά όσο το επάγγελμα εξαπλωνόταν και αποδιαρθρώνονταν κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα. Παρά ταύτα, δεν είναι δυνατόν να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη ενός ασυ­νήθιστα, ίσως και μοναδικά μεγάλου αριθμού παπουτσήδων-διανοουμέ-

18 . Δείγμα παρμένο από την Librairie Α . Faure, 1 5 rue du Val du Grace, cataIogue 5, Livres anciens et m odemes, items 262-324, ελεγμένο στο Jean Maitron (επιμ. ) , Dictionnaire biographique du mouvement ouvrier fran�ais. Ρι Ι, 1789- 1864, 3 τόμοι, Παρίσι 1964-1966.

19. David Μ . G ordon, Merchants and Capitalism: Industrialization and Provincial Politics aΙ Reims and 5ι Etienne under the 5econd RepIIblic and 5econd Empire, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Brown University, 1978, σ. 67.

20. William Sewell Jr. The 5tructure oj the Working Class oj Marseille in the Middle oj the Nineteenth Century. αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, University of California. Berkeley 1971, σ. 299.

2 1 . «De l 'associati on des ouvriers de tous les c orps d 'etat» , αναδημοσιευμένο στο Alain Faure - Jacques Ranciere (επιμ.), La Parole ouvriere, 1830- 185 1, Παρίσι 1976, σ. 159-168.

22. Gian Maria Bravo, Les 50cialistes avant Marx, 2 τόμοι, Παρίσι 1970, τόμο 2, σ. 221 . 23. Alfred F . Y oung, «Ge orge R obert Twelves Hewes, 1 742-1840: Α B oston Shoemaker

and the Memory of the American Revolution » , William and Mary Quarterly. 24 . Maurice Garden, Lyon et les Lyonnais au XVlIle siecle, Παρίσι 1970, σ. 244 Κ.ε . Άνω

του μέσου όρου αλφαβητισμός αναφέρεται για τους c ordwainers της υπαίθρου στο David Cressy, Literacy and the 50cial Order: Reading and Writing in Tudor and 5tuart England, Καίμπ­ριτζ 1981 , σ. 1 30-136, αλλά μέσος ή κάτω του μέσου όρου αλφαβητισμός για την κατώτε­ρη κατηγορία των «παπουτσήδων» τόσο στο Λονδίνο όσο και στη επαρχία. Για διάφορους λόγους. οι αριθμοί που δ ίνει ο Cressy για το Λονδίνο είναι περισσότερο προβληματικοί απ' αυτοίις που δίνει για την επαρχία.

Page 42: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

νων, έστω κι αν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τέτοια άτομα θα τρα­βούσαν την προσοχή σε μια εν πολλοίς αναλφάβητη κοινωνία. Την εποχή που η ιδεολογία είχε μια πρωταρχικά θρησκευτική μορφή, οι παπουτσή­δες στοχάζονταν πάνω στις Γραφές, οδηγούμενοι μερικές φορές σε ανορ­θόδοξα συμπεράσματα: Αυτοί φέραν τον Καλβινισμό στη Cevennes,25 αυ­τοί προφήτευσαν, κήρυξαν (και συνέγραψαν) μεσσιανισμό, μυστικισμό και αίρεση.26 Στην εποχή της εκκοσμίκευσης, η πλειοψηφία τών (σε με­γάλο βαθμό κομμουνιστών, οπαδών του Spence) συνωμοτών της οδού Κά­τωνος ήταν παπουτσήδες, και η σχέση τους με τον αναρχισμό ήταν πασί­γνωστη. Το Le Pere Peinard του Emile Pouget είχε συμβολικά στο εξώ­φυλλό του την εικόνα ενός παπουτσή μέσα στο εργαστήρι του.27 Γενικό­τερα υπάρχει, τουλάχιστον στα αγγλικά, μια σημαντική παραγωγή συλ­λογικών βιογραφιών παπουτσήδων κατά το δέκατο ένατο αιώνα, που α­νάλογη, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν υπάρχει για καμιά άλλη τέχνη. 28 Η συ­ντριπτική πλειονότητα των βιογραφούμενων μνημονεύονται για τα δια­νοητικά τους επιτεύγματα. Η επιτυχία τους σ' αυτόν τον τομέα εξηγεί ί­σως την εμφάνιση αυτών των επιτομών στην εποχή της αυτομόρφωσης.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι παροιμίες του είδους «τσαγκάρη κοίτα­ζε το καλαπόδι σου », τις οποίες συναντάμε σε πολλές χώρες από την αρχαιότητα μέχρι τη Βιομηχανική Επανάσταση, φανερώνουν ακριβώς αυτή την τάση των παπουτσήδων να εκφράζουν γνώμες πάνω σε θέματα τα οποία θα 'πρεπε να τα αφήνουν στους επισήμως μορφωμένους: «ο τσαγκάρης να κοιτάζει το καλαπόδι του κι ο μορφωμένος να γράφει τα βιβλία»' «Οι τσαγκάρηδες που κάνουν κήρυγμα, φτιάχνουν κακά παπού­τσια», κ.ο.κ. Σίγουρα, ανάλογες παροιμίες για άλλα επαγγέλματα είναι πολύ λιγότερο συχνές. 29

25. Emmanuel Le R oy Ladurie, Les Paysans du Languedoc, 2 τόμοι, Παρίσι 1966, τόμο 1, σ. 349-351 .

26. Peter Burke, Popular Culture in Early Modern Europe, Λονδίνο 1978, σ. 38-39. 27. Jean Maitron, Le Mouvement anarchiste en France, 2 τόμοι, Παρίσι 1975, τόμο 1 , σ. 131 . 28. Για παράδειγμα: Ανώνυμος, Crispin Anecdotes: Comprising Interesting Notices of

5hoemakers, who have been Distinguished for Genius, Enterprise or Eccentricity, Sheffield και Λον­δίνο 1827 ' John Prince, Wreath for 5t. Crispin: Being 5ketches of Eminent 5hoemakers, Βοστώνη, Μασσ. 1 848' Ανώνυμος, Crispin: The Delightful, Princely and Entertaining History of the Gentle Craft, Λονδίνο 1 750' William Ed ward Winks, Lives of IIIustrious 5hoemakers, Λονδίνο 1 883' Th omas Wright, The Romance of the 5hoe, Λονδίνο 1922' Ανώνυμος, Lives of Distinguished 5hoemakers, Portland, Maine 1849' Joseph Sparkes Hall, The Book of the Feet, Νέα Υόρκη 1847.

29. « Bei leisten, driit und pech der Schumacher sol bleiben und die gelehrten leut lassen die bίicher schreiben », «predigender Schuster macht schlechte Schuhe»: Deutsches 5prichwor­ter-Lexikon, 5 τόμοι, Aalen 1963, τόμο 4, στήλες 398-399. Η αδικία τέτοιων παροιμιών ενό­χλησε τόσο τους συντάκτες αύτής της εγκυκλοπαίδειας, ώστε πρόσθεσαν μια υποσημείω­ση που αναφέρει δύο διανοούμενους παπουτσήδες που έφτιαχναν και εξαιρετικά παπού­τσια (στήλη 399).

Page 43: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 43

Ακόμα κι αν αφήσουμε κατά μέρος τέτοιες έμμεσες ενδείξεις, και πά­λι ο αριθμός των παπουτσήδων-διανοούμενων είναι εντυπωσιακός. Δεν ήταν απαραίτητα ριζοσπάστες, αν και οι υμνητές τους κατά το δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα προτιμούσαν να επιμένουν πάνω στα επι­τεύγματά τους σε τομείς που θα μπορούσαν να εντυπωσιάσουν τους κοινωνικά ανώτερους αναγνώστες -μόρφωση, λογοτεχνία και θρησκεία­χωρίς να αποσιωπούν και τη φήμη τους ως λα'ίκών πολιτικών. Αλλά οι ι­στορικοί δεν μπορούν παρά να επισημάνουν, ότι τα θρησκεύματα στα ο­ποία διακρίνονταν οι παπουτσήδες -όταν δε συνδέονταν με τον αντικλη­ρικαλισμό και την αθεΊα3Ο- ήταν συνήθως, για τα μέτρα της εποχής, αι­ρετικά και ριζοσπαστικά. Φέρνει κανείς κατά νου τον Jakob Bohme, το μυστικιστή που διώχθηκε από τη Λουθηρανική Εκκλησία στην πόλη του, και τον George Fox, τον Κουακέρο. Κάτι άλλο που μπορούμε να επιση­μάνουμε, είναι ο συνδυασμός ριζοσπαστικών και λογοτεχνικών δραστη­ριοτήτων, όπως στην περίπτωση του Thomas Holcroft, του πρώην τσα­γκάρη δραματουργού και άγγλου γακωβίνου, του Friedrich Sander, που ίδρυσε το 1848 την Ένωση Εργατών της Βιέννης και έγραφε ποιήματα,31 και του αναρχικού Jean Grave, παπουτσή που έγινε τυπογράφος και εκ­δότης περιοδικών με σαφείς λογοτεχνικές-καλλιτεχνικές τάσεις.32

Οι παπουτσήδες δεν μπορούν βέβαια να διεκδικήσουν το μονοπώλιο των πληβειακών πνευματικών δραστηριοτήτων. Ο Samuel Smiles, που ή­ταν πάντοτε ο ένθερμος κήρυκας της ατομικής προσπάθειας, σε ένα δο­κίμιό του με τίτλο «Αστρονόμοι και σπουδαστές της ταπεινής ζωής: Ένα νέο κεφάλαιο στην ''Επιδίωξη της γνώσης κάτω από δύσκολες συνθή­κες"» καταγράφει παραδείγματα κι από άλλα επαγγέλματα.33 Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι «στην ύπαιθρο είναι πολύ συνηθισμένο ο παπάς της ενορίας να είναι παπουτσής», φανερώνει έναν ασυνήθιστα υψηλό

30. Ο Charles Bradlaugh, ο υπέρμαχος του αθε'ίσμού, εξελέγη βουλευτής του Nort­hampton, μια εκλογική περιφέρεια παπουτσήδων. Για το «Schusterkomplott» των βιεννέ­ζων παπουτσήδων που κατηγορήθηκαν για αθεία το 1 794, βλ. Ε. Wangermann, «Josep­hinismus und katholischer Glaube», στο Ε. Kovacs (επιμ.) , KαthoIische AufkIίirung und Josep­hinismus, Βιέννη 1979, σ. 339-340. Ένας από τους κατηγορούμενους, επηρεασμένος από τα

/κηρύγματα ενός μεταρρυθμιστή καθολικού ιεροκήρυκα, με χαρακτηριστικό τσαγκαράδικο τρόπο «αγόρασε μια παλιά βίβλο, μου τη διάβασε απ' την αρχή μέχρι το τέλος, συνέκρινε τα [ . . . ] παραθέματα των κηρυγμάτων του Wiser [ . . . ] με το ίδιο το κείμενο της βίβλου, και έτσι άρχισα να αμφισβητώ τη θρησκεία μου » .

31 . Karl Flanner, Die RevoIution von 1848 ί" Wiener Neustαdt, Βιέννη 1978, σ. 181 . 32 . Eugenia W. Herbert, The Artist αnd Sociαl Rejorm: Frαnce αnd BeIgium, 1885- 1 898, New

Haven 1961 , σ. 14 Κ.ε. Σχετικά με την εκδίκηση του παπουτσή στον Απελλή, ο οποίος του είχε πει να κοιτάζει τη δουλειά του και να μην ασχολείται με την κριτική της τέχνης, πρβλ. την τεράστια επιρροή (μέσω του Grave) που είχε ο αναρχισμός πάνω στους μετα'ί­μπρεσσιονιστές ζωγράφους, βλ. στο ίδιο, σ. 184 Κ.ε.

33. Samuel Smiles, Men oj Invention αnd Industry, Λονδίνο 1884, κεφ. 12 .

Page 44: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

44 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

βαθμό εγγραμματοσύνης.34 Το σίγουρο είναι ότι ο διανοουμενισμός των παπoυτσ�δων ως επαγγέλματος εντυπωσίαζε πολλούς παρατηρητές και ότι δεν μπορούσε να ερμηνευθεί εύκολα. Τόσο Ο W. E. Winks όσο και τα Crispin Anecdotes ομολογούν την αμηχανία τους, αλλά συμφωνούν στο ότι «περισσότεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι παπoυτσ�δες στο επάγγελ­μα, παρά oτιδ�πoτε άλλο».35 Στην αυτοβιογραφία του, ο ριζοσπάστης παπoυτσ�ς John Brown σχολιάζει πως «Άτομα που διαθέτουν τα προνό­μια μιας πιο εκλεπτυσμένης παιδείας, δύσκολα μπορούν να φανταστούν πόση γνώση και διάβασμα μπορεί να συναντ�σει κανείς μεταξύ των με­λών του παλιού μου επαγγέλματος».36 Στη Γαλλία, οι παπoυτσ�δες εθε­ωρούντο «διανοητές [που] στοχάζονται πάνω στα πράγματα που είδαν � άκουσαν [ . . . ] που προχωρούν πολύ πιο πέρα από τα ενδιαφέροντα των εργατών». 37 Στην Αγγλία του δέκατου ένατου αιώνα συναντούμε στί­χους που λένε:

Ένας τσαγκάρης μια φορά, τα χρόνια τα παλιά

Στη βεράντα του καθόταν και συλλογιζόταν.

Ότι τ' άρεσε, έλεγε, τα βιβλία τα παλιά να μελετά, Κι ύστερα να κάθεται και να τα στοχάζεται. 38

Στη Ρωσία συναντάμε έναν χαρακτ�ρα σ' ένα έργο του Μαξίμ Γκόρκι που «παθιαζόταν εύκολα από ένα βιβλίο, όπως τόσοι άλλοι παπoυτσ�­δες».39

Η φ�μη των παπoυτσ�δων ως λαίκών φιλοσόφων και πολιτικών προη­γείται της επoχ�ς του βιομηχανικού καπιταλισμού και απλώνεται πέρα από τις τυπικές χώρες της καπιταλιστικ�ς οικονομίας. Πράγματι, έχει κανείς την αίσθηση, ότι το δέκατο ένατο αιώνα οι ριζοσπάστες παπου­τσ�δες εκπλ�ρωναν έναν ρόλο ο οποίος από πολύ καιρό είχε συνδεθεί με τα μέλη του επαγγέλματός τους. Οι προστάτες άγιοι της τέχνης, ο Crispin και ο Crispinian, μαρτύρησαν επειδ� κ�ρυτταν μια νέα πίστη στους πελάτες τους μέσα στα εργαστ�ριά τους στη Soissons -στη συγκε­κριμένη περίπτωση, το Χριστιανισμό στα χρόνια του ειδωλολάτρη αυτο-

34 . Βλ. Ανώνυμος, Crispin Anecdotes ... , ό .π . , σ . 1 44 ' επίσης πρβλ. E . J . Hobsbawn - G. Rude, Captain Swing, ό.π. , σ. 63, 70.

35. Ανώνυμος, Crispin Anecdotes . . . , ό .π. , σ. 45' W.E. Winks, Lives ΟΙ IllustrioIIs Shoemakers, ό.π. , σ. 232.

36. John Brown, Sixty Years' Gleanings Irom Life's Harvest: Α Genuine Autobiography, Καί­μπριτζ 1 858, σ. 239, παρατίθεται στο Nicholas Mansfield, «John Brown: Α Shoemaker's Place ίη London», History Workshop, τχ. 8 ( 1979), σ. 1 35.

37. J. Barberet, Le ΤΥaυaίΙ en France . . . , ό.π., τόμο 5, σ. 62-63. 38. Τ. Wright, The Romance ΟΙ the Shoe, ό.π. , σ. 218. 39. Στο ίδιο, σ. 307.

Page 45: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 45

κράτορα Διοκλητιανού. 40 Στην πρώτη πράξη του Ι ούλισυ Καίσαρα του Σαίξπηρ εμφανίζεται ένας τσαγκάρης ο οποίος καθοδηγεί ένα πλήθος που διαδηλώνει στους δρόμους, Οι καλφάδες στη Γιορτή του παπουτσή

του Dekker, μια ελισαβετιανή άσκηση στις δημόσιες σχέσεις στο όνομα αυτής της «ευγενικής τέχνης» του Λονδίνου, παρουσιάζονται χαρακτηρι­στικά μαχητικοί: απειλούν να εγκαταλείψουν το αφεντικό τους αν δε δώσει δουλειά σ' έναν περιοδεύοντα κάλφα. Την ίδια σχεδόν εποχή μ' αυτές τις θεατρικές νύξεις, βρίσκουμε την ακόλουθη αναφορά για τον παπουτσή Robert Hyde κι έναν ονόματι Lodge απ' το Sherbome:

«Κι ύστερα είπε ότι λίγο πριν τα Χριστούγεννα κάποιος παπουτσής Robert Hyde περνώντας απ' το κατώφλι του, τον φώναξε και του 'πε πως ήθελε να κουβεντιάσει μαζί του, κι αφού είπε κάποια πράγματα, ανέφερε και τα εξής: "Κύριε Scarlet μας είπατε στο κήρυγμα ότι υ­πάρχει ένας θεός, ένας παράδεισος και μια κόλαση και μια ανάσταση ύστερα απ' αυτή τη ζωή, και πως θα δώσουμε λογαριασμό για τα έρ­γα μας και πως η ψυχή είναι αθάνατη". Τώρα όμως, είπε, υπάρχουν κάποιοι εδώ στην πόλη που λένε, ότι η κόλαση δεν είναι άλλη από τη φτώχεια και τη δυστυχία αυτού εδώ του κόσμου, πως ο παράδεισος δεν είναι άλλο παρά το να ' σαι πλούσιος και να χαίρεσαι τη ζωή σου, και πως Ψοφάμε όπως τα ζώα, κι όταν φεύγουμε δε μένει τίποτε από μας, Κ.Ο.Κ. Αλλά ο Ανακριτής ούτε τότε ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί' ού­τε του είπε τίποτα το ιδιαίτερο. Κι αυτός είπε ακόμα ότι όλος ο κό­σμος το λέει στο Sherbome, ότι ο εν λόγω Allen και ο προαναφερθείς άνθρωπός του είναι άθεοι. Κι είπε ακόμα ότι υπάρχει και κάποιος Lodge, παπουτσής στο Sherbome, που λογαριάζεται για άθεος».4 1

Ο παπουτσής που παίζει το ρόλο που ο ποιητής Gray αποκάλεσε «Hampden42 του χωριού», απαθανατίζεται σ' ένα χαρακτικό του Timothy Bennett (πέθανε το 1 756) από το Hampton Wick, στο Middlesex. Αμφι­σβήτησε την κατάργηση από το βασιλιά του δικαιώματος διάβασης μέσα από το Bushy Park απειλώντας να πάει στο δικαστήριο - και κέρδισε. Το χαρακτικό τον παριστάνει «αποφασιστικό και άνετο, να συζητάει κα­θισμένος με τον . . . [Λόρδο Halifax] » (το δασάρχη του βασιλικού πάρ-

40. Paul Lacroix - Alphonse Duchesne - Ferdinand Sere. Histoire des cordonniers et des artisans dont Ια profession se rattache ii Ιa cordonnerie, Παρίσι 1852, σ. 116- 1 1 7 .

4 1 . Shakespeare. Julius Caesar, Ι, ί' Dekker, The Shoemaker's Holiday, ίν, 48-76. Το παράθε­μα είναι από την Cerne Abbas Inquiry του 1 594 (Brit. L ib. Harleian MS 6849, fos 183-190, στο G . B . Harrison (επιμ.), Willobie His Avisa, Λονδίνο 1926, παράρτημα 3, σ. 264. Είμαστε υπόχρεοι στον Michael Hunter γι' αυτό το πρώιμο παράδειγμα άγγλων ριζοσπαστών πα­πουτσήδων.

42. John Hampden, 1 594-1643, πολιτικός [Σ.τ.Μ.] .

Page 46: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIΖΟΣΠΑΣTlΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κου), σαν σύμβολο μιας δημοκρατικής αντιπαράθεσης με τα προνόμια και του θριάμβου επ' αυτών.43 Μια άλλη πηγή περιγράφει έναν παπου­τσή να πηγαίνει με τα πόδια από «χωριό σε χωριό κουβαλώντας τα ερ­γαλεία του μέσα σ' ένα καλάθι στην πλάτη του. Όπου έβρισκε δουλειά στρωνόταν κάτω στο κατώφλι, και την ώρα που δούλευε, πιάνανε με τον πελάτη κανένα τραγούδι ή μιλάγανε για τα πολιτικά».44 Η μεγάλη φήμη που είχαν οι παπουτσήδες ως ηγέτες έκανε τον Sir Robert Peel να ρωτή­σει κάποιους απ' αυτούς που είχαν πάει για να του εκθέσουν τα αιτή­ματα της επαγγελματικής τους ένωσης: «Πως γίνεται [ . . . ] και είσαστε μπροστά σε κάθε κίνημα; [ . . . ] Όποτε υπάρχει κάποια συνωμοσία ή πολι­τικό κίνημα, πάντοτε θα βρω κάποιον από σας μέσα».45 Ο Ε . Ρ. Thompson παραθέτει το πορτραίτο ενός «Πολιτικού του Χωριού» από έ­ναν σατιρικό συγγραφέα του Yorkshire:

«Είναι συνήθως τσαγκάρης, γέροντας και ο σοφός του βιομηχανικού του χωριού: "Έχει μια βιβλιοθήκη για την οποία καυχιέται. Ε ίναι μια παράξενη συλλογή [ . . . ] Υπάρχει το 'Πολύτιμο μαργαριτάρι' και τα 'Ευτελή σκύβαλα του Cobbett' [ .. . ] 'Τα κακά της εργασίας' και 'Τα δι­καιώματα του ανθρώπου' , Ή ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης' και ο 'Ιερός Πόλεμος' του Bunyan [ . . . ] Όταν ακούει για κάποια επιτυχη­μένη επανάσταση, για κάποιο θρόνο που τρέμει, για βασιλιάδες που πέφτουν και πρίγκιπες που σκορπίζουν, η γέρικη καρδιά του θερμαί­νεται σαν από ένα κανάτι ζεστής μπύρας . . . "».46

Οι Άγγλοι πίστευαν επιπλέον, ότι και οι γάλλοι παπουτσήδες είχαν κι εκείνοι τα ίδια γνωρίσματα. Αρκετές αφηγήσεις της Γαλλικής Επανά­στασης περιγράφουν «τσαγκάρηδες [ . . . ] να ρητορεύουν κάτω από τους μεγαλοπρεπείς θόλους των Βαλουά και των Καπέτων» και μετά να οδη­γούν τα πλήθη για να βασανίσουν και να δολοφονήσουν το βασιλιά.47 Όπως στην Αγγλία, έτσι και στη Γαλλία ο παπουτσής ήταν γνωστός για την αγάπη του για την ελευθερία και για το ρόλο του ως πολιτικού του χωριού. Οι παπουτσήδες θαυμάζονταν για την «ανεξαρτησία της γνώμης τους». «Η ελευθερία του λαού», λέει ένας συγγραφέας, «εκφράζεται στη συμπεριφορά τους».48 Η εξέγερση του Maillotins το 1380 λέγεται ότι πυροδοτήθηκε από έναν τσαγκάρη, που με την παθιασμένη του ομιλία

43. Ανώνυμος, Crispin Anecdotes, σ. 1 50. 44. Τ. Wήght, The Romance ο/ the Shoe, ό.π., σ. 109. 45. Στο ίσιο, σ. 4 . 46. Ε.Ρ. Thompson, The Making ο/ the English Working Class, Λονδίνο 1963, σ . 1 83-184. 47. Ανώνυμος, Crispin Anecdotes . . . , ό.π., σ. 126. 48. Ρ. Lacroix - Α. Duchesne - F. Sere, Histoire des cordonniers . . . , ό.π., σ. 206-207.

Page 47: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 47

ξεσήκωσε το πλήθος.49 Και η πτώση του Concini, του ιταλού πολιτικού, το 1617, λέγεται ότι εξασφαλΙστηκε χάρη σε κάποιον Picard, έναν πα­πουτσή και λα(κό ρήτορα, ο οποΙος πρόσβαλε το ναύαρχο όταν ήταν ζω­ντανός και τον βεβήλωσε όταν πέθανε, ψήνοντας και τρώγοντας την καρδιά του.5Ο Η ανθρωποφαγΙα, σε αντLθεση με την οινοποσΙα, δεν απο­τελεΙ χαρακτηριστικό που συνδέεται συχνά με τους παπουτσήδες, αλλά η ριζοσπαστική φήμη των παπουτσήδων επιβεβαιώθηκε και δεν περιορΙ­στηκε στη ΓαλλΙα.

ΙΙ

Σε ποιο βαθμό ο φιλόσοφος και πολιτικοποιημένος παπουτσής αποτε­λούσε προ'(όν του επαγγέλματός του ; Το ερώτημα φαΙνεται πως έχει δύο όψεις: μΙα που έχει να κάνει με τη μόρφωση και μΙα άλλη που έχει να κάνει με την ανεξαρτησΙα.

Το ζήτημα της εγγραμματοσύνης και της παροιμιώδους αγάπης του παπουτσή για τα βιβλΙα και το διάβασμα εΙναι δύσκολο να εξηγηθεΙ, μια που η τέχνη του δεν έχει κάτι που να υποδηλώνει κάποια σχέση με τον έντυπο λόγο, όπως συμβαΙνει για παράδειγμα με τους τυπογράφους. Οι απελπισμένες υποθέσεις ότι λόγω της ικανότητάς του στην επεξεργασΙα του δέρματος αναλάμβανε συχνά να δένει ή να επιδιορθώνει βιβλΙα, ή ό­τι μερικές φορές οι πάγκοι του γειτόνευαν μ' εκεΙνους των βιβλιοπωλών, δε φαΙνεται να στηρΙζονται σε στοιχεΙα.51 Επιπλέον, απ' όσο γνωρΙζου­με, δεν υπάρχει τΙποτε στα έθιμα και στις παραδόσεις των τεχνιτών του επαγγέλματος που να υπογραμμΙζει ή ακόμα και να υποδεικνύει κάποιο ιδιαΙτερο ενδιαφέρον για το διάβασμα' και παρότι ο Hans Sachs από τη Νυρεμβέργη ήταν, όπως γνωρΙζουν όλοι οι εραστές της όπερας, ο πιο διάσημος Meistersinger, δεν έχουμε κανένα στοιχεΙο που να μας λέει ότι οι παπουτσήδες εΙχαν μια δυσανάλογα υψηλή αντιπροσώπευση μεταξύ αυτών των ποιητών-τεχνιτών. Η σχέση των παπουτσήδων με τα βιβλΙα δε θα μπορούσε να έχει καθιερωθεΙ πριν από την εφεύρεση και τη διά-

49. Στα ίδια, σ. 188. 50. J . Barberet, Le Ττaυaίl en France . .. , τόμο 5, σ. 64-65. 5 1 . Τ. Wright, The Romance of the Shoe, ό .π . , σ . 46' J .5. Hall, The Book of the Feet, ό .π . , σ.

196-197. Παρά την υπόθεση των συγγραφέων, δεν έχει αποδειχθεί καμιά σχέση ανάμεσα στην κατασκευή παπουτσιών και στη βιβλιοδεσία. Στο Λονδίνο, οι γιοι των παπουτσήδων κατέχουν μάλλον μικρό ποσοστό στο επάγγελμα μεταξύ 1600 και 1815. Αν και η βιβλιο­δεσία συχνά συνδυαζόταν με κάποια άλλη ιδιότητα, όπως εμποροράφτης, υφασματέμπο­ρος, κουρέας, οικοδόμος. τζαμάς, υφαντουργός, βαφέας, βελονοποιός και αμαξοποιός, σε καμιά περίπτωση δε συνδυάζεται με την ιδιότητα του παπουτσή. Υπολογισμένο από τον ElIic H owe. Α List of London Bookbinders. 1648-1815, Λονδίνο 1950.

Page 48: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

δοση της τυπογραφίας, μια, που μέχρι τότε, ο γραπτός λόγος ήταν α­πρόσιτος στους φτωχούς. Ο γενικός χαρακτήρας των εθίμων των καλφά­δων παπουτσήδων δείχνει ότι σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκαν εκείνη την εποχή. 52 Θα μπορούσε βέβαια να πει κανείς, ότι απ' τη στιγμή που τα βιβλία έγιναν προσιτά, ήταν επόμενο να προσελκύσουν ένα επάγγελ­μα που ήδη αρέσκονταν στους στοχασμούς και τη συζήτηση. Παρ' όλα αυτά το ερώτημα παραμένει.

Ίσως ο σχετικά πρωτόγονος καταμερισμός εργασίας της τέχνης τους να επέτρεψε ή να ανάγκασε πάρα πολλούς παπουτσήδες να εργάζονται τελείως μόνοι. Σίγουρα, ο Mayhew θεωρούσε πως «η μοναξιά της εργα­σίας τους, τους βοηθούσε να καλλιεργήσουν τις εσωτερικές τους δυνά­μεις» και εξηγούσε το γιατί ήταν «μια σκληρή, αδιάλλακτη και στοχα­στική ράτσα».53 Οι περιοδεύοντες τσαγκάρηδες ήταν βέβαια απομονω­μένοι εργάτες. Αλλά και μέσα στο εργαστήρι του, ο μοναχικός παπου­τσής ήταν ο κανόνας. Το 1882 στη Γερμανία τα δύο τρίτα δε χρησιμο­ποιούσαν κανέναν βοηθό.

Αλλά ακόμα και ο μεμονωμένος τσαγκάρης δεν ήταν πολιτισμικά α­πομονωμένος. Είχε μάλλον μάθει την τέχνη σε μια μικρή επιχείρηση. Ο μάστορας, λίγοι καλφάδες κι ένας-δυο παραγιοί, καθώς και η σύζυγος του αφεντικού, φαίνεται ότι αποτελούσαν το τυπικό εργαστήρι. Στις πιο παραδοσιακές περιοχές της Γερμανίας του δέκατου ένατου αιώνα υπήρ­χαν κατά μέσον όρο μόνο 2,4 με 2,6 καλφάδες ανά μαθητευόμενο. 54 Η

52. Πρβλ. το ρόλο ενός Hans νοπ Sagan στις παραδόσεις των γερμανών παπουτσήδων. Με την παρέμβασή του σε μια μάχη του δέκατου τέταρτου αιώνα, αυτός κέρδισε την εύ­νοια του αυτοκράτορα και η τέχνη το δικαίωμα να βάλει τον αυτοκρατορικό αετό στο έμ­βλημά της. Η σχετική σπανιότητα τυποποιημένων εθίμων στο επάγγελμα έχει επισημανθεί στα Rudolf Wissell, Des alten Handwerks RechI und Gewohnheii, εκδ. Konrad Hahm, 2 τόμοι, Βερολίνο 1929, τόμο 2, σ. 91 ' Andreas Griessinger, Das symbolische ΚaρίΙal der Ehre: SIreik­bewegungen und kollektives BewussIsein deIIIscher Handwerksgesellen im 18. JahrhunderI, Φραν­κφούρτη, Βερολίνο και Βιέννη 1981. Είμαστε ιδιαίτερα υπόχρεοι στον Andreas Griessinger του Πανεπιστημίου της Konstanz για την παραχώρηση του χειρόγραφου του βιβλίου του πριν τη δημοσίευσή του.

53. Eileen Yeo - Ε.Ρ. Thompson (επιμ. ), The Unknown Mayhew, Λονδίνο 1971 , σ. 279. Βλ. επίσης «Mental Character of the Cobblers» , παρατίθεται στο The Man, 9 Απριλίου 1 834, Νέα ιόρκη, σ. 168: «Καθισμένος ολημερίς σε μια χαμηλή καρέκλα, πιέζοντας αμε­τανόητα το καλαπόδι και το δέρμα [ . . . ] ή καρφώνοντας μονότονα τακούνια και μύτες πα­πουτσιών -το μυαλό του τσαγκάρη περιπλανιέται σε περιοχές της μεταφυσικής, της πολι­τικής και της θεολογίας και από άνδρες αυτής της δουλειάς βγήκαν πολλοί ιδρυτές σε­κτών, θρησκευτικοί μεταρρυθμιστές, σκυθρωποί πολιτικοί, "βάρδοι, σοφιστές, πολιτικάντη­δες" κι άλλες "ανήσυχες υπάρξεις", μαζί και μια αμέτρητη στρατιά υποχονδριακών. Η γε­νικά σκοτεινή και σκεπτική πλευρά των παπουτσήδων είναι αντικείμενο κοινής παρατήρη­σης. Οφείλουμε να πούμε ότι οι γνώσεις τους και η συνήθειά τους να συλλογούνται, είναι συχνά άξια θαυμασμού».

54. Richard Watteroth, « Die Erfurter Schuharbeiterschaft» , στο Auslese IInd Anpassung der

Page 49: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛIΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 49

συχνή, ωστόσο, μετακίνηση των καλφάδων διεύρυνε τους ορίζοντες τόσο

των μαστόρων όσο και των μαθητευόμενων παραγιών, και οι καλφάδες

ήταν γνωστοί για τα μεγάλα ταξίδια που έκαναν. Ένας τσαγκάρης ενός

χωριού στη Σουηβία περιγράφει την επίδραση που είχαν πάνω του όταν

ήταν μαθητευόμενος: «Υπήρχαν πολυταξιδεμένοι κι έξυπνοι άνθρωποι α­

νάμεσα στους καλφάδες. Έτσι άκουσα κι έμαθα πολλά». Κι ο ίδιος με

τη σειρά του δούλεψε σε δεκαεπτά εργαστήρια σε δεκαπέντε διαφορετικά

μέρη, από τότε που τέλειωσε τη μαθητεία του μέχρι να εγκατασταθεί σαν

μικροαφεντικό και σοσιαλδημοκράτης ακτιβιστής. 55 Αν δεχτούμε ότι, όπως

συνέβαινε στην Ιένα, οι καλφάδες έμεναν κατά μέσον όρο μόνο έξι μήνες

σε κάθε μαγαζί, τότε ο μέσος μαθητευόμενος στη διάρκεια τριών ετών μπορεί να αποκτούσε στενούς δεσμούς με δεκαπέντε πολυταξιδεμένους ανθρώπους, ενώ ο μέσος περιοδεύων κάλφας με πολύ περισσότερους.

Οι καλφάδες δε συναντιόνταν μόνο μέσα στα εργαστήρια αλλά και στο δρόμο και στα πανδοχεία, τα οποία λειτουργούσαν και ως χώροι ό­που ζητούνταν και προσφέρονταν δουλειές και αντικαταστάτες με μια πολύ τελετουργική διαδικασία. 56 Ε ίχαν πολλές ευκαιρίες να μιλήσουν για τα προβλήματα του επαγγέλματος, για τα νέα της ημέρας και γενικά να ανταλλάξουν πληροφορίες. Στις πιο μεγάλες πόλεις, οι παπουτσήδες, ό­πως και οι περισσότεροι άλλοι επαγγελματίες, ζούσαν και εργάζονταν σε συγκεκριμένους δρόμους όπου ήταν συγκεντρωμένα τα τσαγκαράδι­κα. Στα κέντρα της υποδηματοποιίας, της πόλης ή της υπαίθρου, οι συ­νάδελφοι αφθονούσαν. Αφού η δουλειά δεν απαιτούσε πολύ χώρο, αρκε­τοί ημιπρολετάριοι που έκαναν εξωτερικές εργασίες ή μαστόροι της σο­φίτας μπορούσαν να μοιράζονται από κοινού το ίδιο εργαστήρι. Ακόμα κι ο μοναχικότερος τσαγκάρης πρέπει να είχε κάποια στιγμή κοινωνικο­ποιηθεί μέσα στην κουλτούρα αυτής της «ευγενικής τέχνης».

Η «κουλτούρα των παπουτσήδων», την οποία ο Peter Burke προσφά­τως χαρακτήρισε ως ισχυρότερη από τις κουλτούρες όλων των τεχνών, με εξαίρεση των υφαντουργών,57 ήταν ασυνήθιστα έντονη και ανθεκτική. Στη Σκωτία, για παράδειγμα, ο προστάτης άγιος της τέχνης επέζησε της

Arbeiterschaft in der Schuhindustrie und einem aberschleisischen Walzwerke, Schriften des Vereins fur Sozialpolitik, αρ. cliii, Μόναχο και Λειψία 1915, σ. 6.

55. Υπολογισμένο από τον Joseph Belli, Die Rate Feldpast unterm Sazialistengesetz, Βόννη, έκδοση 1978, σ. 54-94. Είμαστε υπόχρεοι στον Rainer Wirtz γι' αυτή την αναφορά. Ο JuJius Pierstorff, «Drei Jenaer Handwerke», στο Untersuchungen uber die Lage des Handwerks in Deutschland 9 (Schriften des Vereins fUr SocialpoJitik, αρ. lxx, Λειψία 1897), σ. 36, επισημαί­νει ότι οι καλφάδες έμεναν στο ίδιο μαγαζί το πολύ έξι μήνες.

56. Το βιβλίο του Α. Griessinger, Das symbalische Kapital der Ehre . . . , ό .π . , σ. 102-107, πε­ριγράφει θαυμάσια αυτές τις τελετουργίες της Γερμανίας του δέκατου όγδοου αιώνα.

57. Ρ. Burke, Papular Culture in Earl Madern Eura e, ό.π. , σ. 38-39.

Page 50: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

καλβινιστικής μεταρρύθμισης ως «Βασιλιάς Κρίσπιν», και στην Αγγλία η μέρα του Αγίου CήSΡίn γιορταζόταν μέχρι και το δέκατο ένατο αιώνα ως γιορτή των παπουτσήδων, συχνά με παρελάσεις της συντεχνίας, ή α­ναβίωσε από τους καλφάδες για πολιτικούς λόγους, όπως στο Norwich το 1813 . Στα τέλη του αιώνα ήταν ακόμα ζωντανή ή τη θυμούνταν σε μερικές καθαρά αγροτικές περιοχές. Η πρώιμη παρακμή των οργανωμέ­νων συντεχνιών και ενώσεων στην Αγγλία καθιστά τέτοιες επιβιώσεις α­κόμα πιο εντυπωσιακές. 58

Παρ' όλα αυτά δε φαίνεται να υπάρχει τίποτα στις επίσημες ή στις α­νεπίσημες παραδόσεις του επαγγέλματος που να συνδέει ειδικά τους παπουτσήδες με τη διανόηση ή ακόμα και με το ριζοσπαστισμό. Οι πα­ραδόσεις τους τόνιζαν ένα αίσθημα υπερηφάνειας, που σε μεγάλο βαθμό βασιζόταν στο ότι το επάγγελμα ήταν απαραίτητο σε πλούσιους και φτωχούς, σε νέους και γέρους. Αυτό είναι το συνηθέστερο μοτίβο των τραγουδιών των παπουτσήδων καλφάδων. 59 Τόνιζαν επίσης την ανεξαρ­τησία, ιδιαίτερα την ανεξαρτησία του κάλφα, η οποία αποδεικνυόταν α­πό τον έλεγχο που είχε ο τσαγκάρης πάνω στο χρόνο της δουλειάς και της ανάπαυσης, από τη δυνατότητα που είχε να γιορτάζει την Αγία Δευ­τέρα και άλλες γιορτές κατά πως ήθελε.6Ο Και αφού η κοινωνική ανά­παυση και το πιοτό ήταν αχώριστα, τόνιζαν ακόμα την οινοποσία, συνή­θεια για την οποία οι παπουτσήδες ήταν διάσημοι, κι άλλα παρεπόμενα της κουλτούρας των καπηλειών, όπως τη βίαιη επίλυση των διαφωνιών. «Ψάξε την καλύτερη μπύρα, αυτήν που πίνουν οι παπουτσήδες κι οι α­μαξάδες», λέει μια πολωνική παροιμία. Η φαρσοκωμωδία του Johann Nestroy, Lumpazivagabundus ( 1836), που παρακολουθεί τις περιπέτειες τριών ιδεοτυπικών καλφάδων, παρουσιάζει τον παπουτσή σαν έναν ερα­σιτέχνη αστρονόμο (το ενδιαφέρον του για τους κομήτες ίσως να ε­μπνεύστηκε από την ανάγνωση αλμανάκ) αλλά και σαν έναν εντυπωσια­κό και καβγατζή πότη. Δεν υπάρχουν όμως ιδιαίτερες συσχετίσεις με τη διανόηση .

Η πιο εύλογη ίσως ερμηνεία του διανοουμενισμού του επαγγέλματος έχει να κάνει με το γεγονός, ότι η δουλειά του παπουτσή αφ' ενός ήταν

58. Robert Chambers, The Book ο[ Days, 2 τόμοι, ΛονlΗνο και Εδιμβούργο 1 862-1 864, τόμο 2 , σ. 492 ' A . R . Wright, BriIish Calendar Customs: England, εκδ. Τ.Ε. Lones, 3 τόμοι, Folk-Lore Soc . , αρ. xcvii, cii, cvi, Λονδίνο και Γλασκώβη 1936-1940, τόμο 3, σ. 1 02-104. Στην Αγγλία (όχι όμως στη Σκωτία) ίσως να βοηθήθηκε από τη σύνδεση της γιορτής του Αγίου Crispin με τον εθνικισμό, μια που, όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες του Ερρίκου Ε' του Σαίξπηρ, αυτή ήταν η μέρα της μάχης του AgiIlcourt εναντίον της Γαλλίας.

59. Α. Gήessίπger, Das symbolische ΚaρίΙaΙ der Ehre . . . , ό.π., σ. 1 30-133. 60. Βλ. Κ. Brooker, «The Northampton Shoemakers' Reaction ιο Industrialisation», 6.π. ,

passim, για τις συγκρούσεις που προκύπτουν από αυτό στη διάρκεια της εκβιομηχάνισης. Βλ. επίσης Ν. Mansfield, «John Brown: Α Shoemaker's Place irι London», 6.π . , passim .

Page 51: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠOlΗΜΕΝOl ΠAΠOrΓΣHΔEΣ

καθιστική, αφ' ετέρου δεν απαιτούσε ιδιαίτερο σωματικό κόπο. Ίσως να ήταν η λιγότερο κοπιαστική δουλειά για τους ανθρώπους της υπαίθρου. Αποτέλεσμα ήταν να μπαίνουν συχνά στο επάγγελμα αγόρια μικρόσω­μα, αδύνατα ή με κάποια σωματική αναπηρία. Τέτοια είναι η περίπτωση του Jakob Bohme, του μυστικιστή,61 του Robert Bloomfield, συγγραφέα του The Farmer's ΒσΥ,62 του William Gifford, εκδότη αργότερα του Quarter/y Review, που «τον βάλανε [ . . . ] στο αλέτρι», αλλά «γρήγορα κατάλαβαν ό­τι ήταν πολύ αδύνατος για τέτοια βαριά δουλειά», του John Pounds, πρωτεργάτη των «Ragged Schools» [λαίκά πρωτοβάθμια σχολεία] , ο ο­ποίος έγινε παπουτσής όταν σακατεύτηκε από ένα ατύχημα κι εγκατέ­λειψε την παλιά του δουλειά στο ναυπηγείο,63 του John Lobb, ιδρυτή μια διάσημης επιχείρησης στο St James που υπάρχει ακόμα,64 και σίγουρα πολλών άλλων. Στο Loitz της Πομερανίας, «σχεδόν όλοι όσοι ασχολού­νται μ' αυτό το επάγγελμα είναι ανάπηροι ή άνθρωποι που δεν κάνουν γι' αγροτικές ή βιομηχανικές δουλειές». Εξ ου και η τάση των παπου­τσήδων των χωριών, που δεν μπορούν να τα φέρουν βόλτα με την τέχνη τους, να κάνουν (όπως στην πόλη Heide, στο Schleswig) δεύτερες δου­λειές όπως νυχτοφύλακας, επιστάτης σχολείου, υπάλληλος για θελήματα, γκαρσόνι, ντελάλης, βοηθός εφημέριος ή βοηθός ταχυδρόμος και οδοκα­θαριστής.65 Οι οδηγίες στρατολόγησης στο αμερικανικό ναυτικό το 1813 επέμεναν στη στρατολόγηση «μόνο δυνατών, υγιών και καλών ανδρών. Στεριανοί μπορούν να υπηρετήσουν σαν ορντινάτσες. Θαλασσινοί [ . . . ] αλλά κατ' ουδένα τρόπο ράφτες, παπουτσήδες ή μαύροι [sic] , καθώς αυ­τοί, λόγω των απασχολήσεών τους, σπάνια διαθέτουν φυσική ρώμη» .66

Ο Ramazzini είχε επισημάνει το μεγάλο αριθμό παραμορφωμένων (<<καμπούρηδων, κουτσών») τσαγκάρηδων και ραφτάδων στις ιταλικές παρελάσεις των συντεχνιών.67 Σε αντίθεση, ωστόσο, με τους ράφτες, οι τσαγκάρηδες δεν είχαν συνδεθεί παροιμιωδώς με τη φιλασθένεια, κι αυ­τό επιβεβαιώνεται κι από τις βρετανικές στατιστικές της θνησιμότητας

61. Allgemeine Deutsche Biographie, τόμ ο 3, λήμμα για τον Jakob B6hme. 62. Dictionary σΙ National Biography, τόμ ο 5. 63. W.E. Winks, Lives σΙ Illustrious 5hoemakers, ό.π . . σ. 81, 180. 64 . Brian Dobbs, The Last 5hall Be First: The CoIourlrll 5tory σΙ John Lobb, the 5Ι. Jαmes 's

Bootmaker, Λονδίνο 1972, σ. 27-28. 65. Β. Aebert, «Die Schuhmacherei ίη Loitz», στο Untersuchungen iίber die Lage des Hand­

werks in Deutschland 1 , Schriften des Vereins fίίr Socialpolitik, αρ. ΙΧίί, Λειψία 1 895, σ. 39, 49' Siegfried Heckscher, «ϋber die Lage des Schuhmachergewerbes ίη Altona, Elmshorn, Heide, Preetz und Barmstedt» , στο Untersuchungen iίber die Lage des Handwerks in Deutschland 1 , ό.π., σ. 2.

66. us National Archives RG 2 1 7, Fourth Auditor Accounts, Numerical Series, 1 14 1 . Αυτή την αναφορά την οφείλουμε στον Christopher McKee.

67. Bemardino Ramazzini, Health Preserved, in Two Treatises, 2η έχδ. , Λονδίνο 1 750, σ. 2 15.

Page 52: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

των επαγγελμάτων κατά το δέκατο ένατο αιώνα.68 Από την άλλη, ο τύ­πος του χωλού τσαγκάρη καταγράφεται ήδη στον λατίνο δραματουργό Πλαύτο. Ίσως εδώ έχει να κάνει το γεγονός, ότι πολλοί τσαγκάρηδες στα χωριά συνδύαζαν το επάγγελμά τους με αγροτικές δραστηριότητες. Ό ­μως, την τέχνη του τσαγκάρη την επέλεγαν, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, αγόρια τα οποία δεν ήταν ικανά να συναγωνιστούν συνομήλικούς τους που εργάζονταν στις παραδοσιακά εκτιμώμενες δουλειές που απαιτού­σαν φυσική ρώμη. Αυτό ίσως να τους έδωσε ένα κίνητρο για να αποκτή­σουν άλλα είδη γοήτρου. Και ίσως ο κάπως ρουτινιάρικος χαρακτήρας μεγάλου μέρους της δουλειάς τους, που μπορούσε εύκολα να συνδυάζε­ται με στοχασμούς, παρατήρηση και συζήτηση, να τους οδήγησε σε πνευματικές κατευθύνσεις. Οι παπουτσήδες που εργάζονταν μαζί σε με­γαλύτερα εργαστήρια, συγκαταλέγονταν στις τέχνες (όπως ήταν ακόμα οι ράφτες και οι τσιγαράδες) που ανέπτυξαν το θεσμό του «αναγνώστη»: έτσι κάποιος απ' όλους αναλάμβανε εκ περιτροπής να διαβάζει δυνατά εφημερίδες ή βιβλία, ή ένας γέρος στρατιώτης που τον προσλάμβαναν για να διαβάζει, ή το μικρότερο αγόρι που είχε το καθήκον να φέρνει και να διαβάζει τα νέα. (Ο George Bloomfield, ένας ελάσσων παπουτσής­ποιητής, υπέθεσε, όχι αδικαιολόγητα, ότι ίσως εδώ «να βρίσκεται η λύση της απορίας όσων λένε ότι οι "παπουτσήδες είναι πολιτικοί"»).69 Στις πόλεις υπήρχαν κι άλλες τέτοιες ήσυχες και μη απαιτητικές εσωτερικές δουλειές, στα χωριά όμως είναι δύσκολο να σκεφτούμε άλλες, και σίγου­ρα όχι τους σιδεράδες ή τους αμαξοποιούς. 70

Η δουλειά του τσαγκάρη του επέτρεπε λοιπόν να σκέφτεται και να συζητά την ώρα που δούλευε' η συχνή απομόνωσή του επί ώρες, τον βύ-

68. Ο John Thomas Arlίdge, The Hygiene, Diseases and ΜοτΙa/ίΙΥ o/ Occupations, Λονδίνο 1892, σ. 2 16, παραθέτει στοιχεία του William Farr από το 1875 -κάτω του μέσου όρου θνησιμότητα σε όλες τις ηλικίες με εξαίρεση αυτήν των 20-25 και σε αντίθεση με την πολύ υψηλή θνησιμότητα των ραφτών- και του Ratcliffe, ένας αναλυτής της θνησιμότητας των μελών των Φιλικών Εταιρειών, ο οποίος θεωρούσε τη «ζωτικότητά» τους κατώτερη μόνο από εκείνη των δουλευτών αγροκτημάτων και των επιπλοποιών.

69. Ανώνυμος, Crispin Anecdotes ... , ό.π. , σ. 126. 70. «Η συχνότητα της εμφάνισης λογοτεχνικών ταλέντων μεταξύ των παπουτσήδων έ­

χει επισημανθεί πολλές φορές. Η δουλειά τους, καθιστική και σχετικά αθόρυβη, μπορεί να θεωρηθεί ότι ευνοεί περισσότερο από άλλες το στοχασμό' ίσως όμως η λογοτεχνική τους παραγωγικότητα να οφείλεται και στο ότι δεν είναι βαρύ επάγγελμα, με αποτέλεσμα να το προτιμούν άτομα ταπεινής προέλευσης που έχουν συνείδηση της πνευματικής περισσό­τερο δύναμης παρά της σωματικής» : J . 5 . Hall, The Book ο/ the Feet, ό . π. , σ. 4 . Αν και το κάρφωμα του δέρματος ήταν αιτία να αποκλείουν μερικές φορές τους τσαγκάρηδες από ορισμένες γειτονιές ως « θορυβώδες επάγγελμα» Oarmendes Handwerk) -πρβλ. W.J. 5chroder, Arbeitergeschichte lIl1d ArbeiterbezvegIIng: 1I1dustriearbeit und Organisationsverha/ten ίιι 19. undfriίhen 20. Jahrhundert, Φρανκφούρτη και Νέα Υόρκη 1 978, σ. 91-, ο θόρυβος σπά­νια αναφέρεται στη φιλολογία σχετικά με τους παπουτσήδες-διανοούμενους.

Page 53: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 53

θιζε σε στοχασμούς την τέχνη αυτή τη διάλεγαν αγόρια που ήθελαν πι­θανώς να αναπληρώσουν τα σωματικά τους μειονεκτήματα' η μαθητεία των παραγιών και οι περιπλανώμενοι καλφάδες τον έφερναν σε επαφή με την κουλτούρα του επαγγέλματος καθώς και με την κουλτούρα και την πολιτική ενός ευρύτερου κόσμου. Θα μπορούσαμε ίσως να προσθέ­σουμε και ότι το ελαφρύ σακίδιο με τα εργαλεία τού επέτρεπε πιο εύ­κολα, σε σχέση με άλλα επαγγέλματα, να κουβαλάει μαζί του και βιβλία - και υπάρχουν κάποιες σχετικές μαρτυρίες. Δεν μπορούμε να 'μαστε σί­γουροι αν όλα αυτά μας δίνουν μια επαρκή, πάντοτε προς επαλήθευση, ερμηνεία της μελετηρότητάς τους. Ωστόσο, τρία πράγματα είναι σαφή:

Πρώτον, οι πιο γραμματιζούμενοι τεχνίτες παπουτσήδες ήταν, όπως θα δούμε πιο κάτω, κάτι το διαφορετικό μέσα στο συντριπτικά αναλφά­βητο περιβάλλον των χωριών και των κωμοπόλεων, στο οποίο μπορού­σαν να λειτουργούν ως ανεπίσημοι γραφιάδες ή διανοούμενοι των μερο­καματιάρηδων. Δεν είχαν μεγάλο συναγωνισμό. Δεύτερον, από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η εικόνα του διανοούμενου και ριζοσπάστη παπου­τσή (πράγμα που αναμφισβήτητα έγινε), αυτή επέδρασε με πολλούς τρόπους πάνω στην ίδια την πραγματικότητα. Κάθε φορά που ένας τσα­γκάρης ταίριαζε σ' αυτόν το ρόλο, εκπλήρωνε τις λαϊκές προσδοκίες. Αποτέλεσμα ήταν η συμπεριφορά των τσαγκάρηδων που είχε να κάνει μ' αυτόν το ρόλο, να επισημαίνεται, να καταγράφεται και να σχολιάζεται συχνότερα. Αυτή η λαϊκή εικόνα ίσως να προσέλκυε νέους με φιλοσοφι­κά ή πολιτικά ενδιαφέροντα' και αντιστρόφως, αγόρια που έρχονταν σε επαφή με φιλοσοφούντες και ριζοσπάστες παπουτσήδες, μπορούσαν να ενδιαφερθούν γι' αυτά τα ζητήματα. Τέλος, η κουλτούρα του επαγγέλ­ματος καλλιεργούσε αυτά τα χαρακτηριστικά σε όσους το ασκούσαν, όχι μόνο επειδή αυτό διευκολυνόταν από τις υλικές συνθήκες, αλλά και για­τί τα ήθη του δεν ήταν εμπόδιο. Σε πολλά επαγγέλματα ένας «αναγνώ­στης» ίσως να μην μπορούσε να σταθεί ή να τον περιγελούσαν. Στους τσαγκάρηδες ήταν ίσως πιο αποδεκτός ως μια μορφή συμπεριφοράς συμβατή με τα ήθη της ομάδας.

Η ανεξαρτησία του τσαγκάρη ήταν στενά συνδεδεμένη με τις υλικές συνθήκες του επαγγέλματος και απ' αυτήν απέρρεε η ικανότητά του να κάνει τον πολιτικό του χωριού. Επιπλέον, το ταπεινό κοινωνικό status του επαγγέλματος και οι σχετικά πενιχρές αποδοχές του, τουλάχιστον κατά το δέκατο ένατο αιώνα, βοηθούν στην ερμηνεία του ριζοσπαστι­σμού του.

Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά συνδέονται μεταξύ τους. Το επάγγελμα βασιζόταν ουσιαστικά στο δέρμα, η κατεργασία του οποίου (εκδορά, κα­θάρισμα, βυρσοδεψία, κ .ο .κ . ) είναι δύσοσμη και βρώμικη, και γι' αυτό συχνά την ασκούσαν άτομα χαμηλής κοινωνικής θέσης ή απόβλητοι (ό-

Page 54: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

54 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

πως στην Ινδία και την Ιαπωνία) . Στις απαρχές τους, ο τσαγκάρης και ο βυρσοδέΨης συνδέονταν στενά μεταξύ τους, μια που οι τσαγκάρηδες συ­χνά κατεργάζονταν μόνοι τους το δέρμα, όπως έκαναν μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα στην κοινότητα των παπουτσήδων στο Loitz της Πομερανίας.7 1 Στη Λειψία, οι βυρσοδέΨες και οι παπουτσήδες αρχι­κά αποτελούσαν μια ενιαία συντεχνία.72 Η χαμηλή κοινωνική υπόληΨη των παπουτσήδων και η περιφρόνησή τους κατά την αρχαιότητα -τουλά­χιστoν από τους συγγραφείς73- ίσως να οφείλεται σ' έναν βαθμό σ' αυτή τη σύνδεση με την «ακαθαρσία» ή στην ανάμνησή της. Από την άλλη, το ίδιο το επάγγελμα (που έδινε έμφαση στο ότι ήταν απαραίτητο και ευγενικό) δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι έκλινε προς το ριζο­σπαστισμό από πικρία. Σίγουρα, ένα στοιχείο χαμηλού κοινωνικού status φαίνεται να επιβίωσε, ενισχυμένο πιθανώς και από τη φήμη που είχε ο τσαγκάρης, ότι παραμελούσε το σώμα του. Ακόμα και στα τέλη του δέ­κατου ένατου αιώνα, ένας συγγραφέας μπορούσε να γράφει για την πα­ραδοσιακή (προβιομηχανική) τέχνη: «Ως τάξη [ . . . ] οι κοινοί παπουτσήδες δεν ήταν ούτε καθαροί ούτε τακτικοί στις συνήθειές τους, και το επάγ­γελμα εθεωρείτο χαμηλής κοινωνικής στάθμης μια απασχόληση που για να τη μάθει το αγόρι μένει μέσα στα εργαστήρια». 74

Επιπλέον, καθώς το κόστος της μαθητείας ήταν μηδαμινό, οι οικογένειες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να βάλουν το παιδί τους σε ένα πιο προσοδοφόρο, αποκλειστικό (και δαπανηρό) επάγγελμα, μπορούσαν να συγκεντρώσουν τα δίδακτρα για να μάθει υποδηματοποιία. Πράγματι, η σύνδεση της τέχνης με τη φτώχεια είναι παροιμιώδης.75 «Όλοι οι παπου­τσήδες πάνε ξυπόλυτοι», λέει μια γερμανοεβραίκή παροιμία. «ο παπου­τσής φοράει πάντα τρύπια παπούτσια». Στην περιοχή του Αμβούργου, ένα μείγμα από αποφάγια ήταν γνωστό σαν «η πίτα του τσαγκάρη» . 76

71 . Β . Aebert, « Die Schuhmacherei in Loitz» , ό.π., σ. 38. 72. Nicolaus Geissenberger, « Die Schuhmacherei ίη Leipzig und Umgegend», στο Unter­

suchungen uber die Lage des Handwerks in DeutschIand 2, Schriften des Vereins ftir Socialpolitik, αρ. ΙΧίίί, Λειψία 1895, σ. 1 69.

73. Pauly - Wissowa, ReaI-encyclopiidie der classischen Alterthumswissenschaft, 2η σειρά, 4/1 , στήλες 989-994, λήμμα «sutor» . Το χαμηλό κοινωνικό κύρος του επαγγέλματος φαίνεται επίσης κι από τη γλώσσα. Στη Γαλλία savetier ήταν χλευαστικός όρος στην Αγγλία η λέξή cobbler (τσαγκάρης) σήμαινε και τον «botcher» (<<τσαπατσούλψ» και έναν ανειδίκευτο ερ­γάτη. Βλ. Ρ. Lacroix - Α. Duchesne - F. Sere, Histoire des cordonniers ... , ό.π. , σ. 1 79.

74 . }.Τ. Arlidge, The Hygiene, Diseases and Mortality of Occupations, ό .π. , σ. 216. 75. W.} . Schroder, Arbeitergeschichte . . . , ό . π. , σ. 93. 76. Για αυτές τις αναφορές για τους παπουτσήδες βλ. Ανώνυμος, Crispin Anecdotes . .. ,

ό. π. , σ. 1 02 ' Deutsches Sprichworter-Lexikon, τόμο 4, στήλες 398-401 ' English Dialect Dictionary, τόμο 1 , λήμματα «cobbler» . « C obbler's dinner - bread and bread to i t» . Η λα'ίκή εντύπωση, από την αποικιακή Αμερική μέχρι την Ευρώπη, ήταν πως ό,τι και να 'ταν, ο τσαγκάρης σπάνια ήταν εύπορος. Η φτώχεια και η ροπή στη φιλοσοφία κάθε άλλο παρά

Page 55: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛIΤιΚΟΠOJΗΜΕΝΟI ΠAΠOrΓΣHΔEΣ 55

Η συνύπαρξη ανεξαρτησίας και φτώχειας στο επάγγελμα οφείλεται εν μέρει στο ότι ήταν πανταχού παρόν. Ε ίχε οργανωθεί από νωρίς, τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο, τουλάχιστον στις εύκρατες ζώνες ό­που είχε αναγνωριστεί από παλιά ότι για υποδήματα σκληρών εξωτερι­κών εργασιών «τίποτα δεν είναι σαν το δέρμα». Οι παπουτσήδες, συνή­θως ταπεινής καταγωγής και οι ίδιοι, εξυπηρετούσαν μια πελατεία που περιλάμβανε πάρα πολλούς ταπεινούς ανθρώπους. Η παραγωγή και η ε­πιδιόρθωση δερμάτινων υποδημάτων απαιτεί κάποιου είδους ειδίκευση, σε αντίθεση με άλλα είδη κατασκευής και επισκευής. Στα τέλη του δέ­κατου ένατου αιώνα υπήρχαν ακόμα παπουτσήδες που ήταν ειδικευμέ­νοι να πηγαίνουν στα αλπικά αγροκτήματα στην Αυστρία (StDrschuster) για να φτιάξουν και να επιδιορθώσουν τα παπούτσια της χρονιάς με το­μάρια και δέρματα που τους παρείχαν οι ίδιοι οι αγρότες. 77 Οι παπου­τσήδες και οι τσαγκάρηδες ήταν επομένως όχι μόνο μια τέχνη που είχε οργανωθεί ως τέτοια σε μια ασυνήθιστα πρώιμη εποχή (είναι ανάμεσα στις παλαιότερες συντεχνίες που αναφέρονται τόσο στην Αγγλία όσο και στη Γερμανία),Ί8 αλλά και μία από τις πιο ευρέως διαδεδομένες τέχνες στην πόλη και στην ύπαιθρο. Στη Σεβίλλη του δέκατου όγδοου αιώνα, όπως και στο Bαλπαρα"tζo του δέκατου ένατου, υπερείχαν αριθμητικά ό­λων των άλλων τεχνών. 79 Το ίδιο και στην Πρωσία το 1800, όπου ακο­λουθούσαν οι ράφτες και οι σιδεράδες. Στη Βαυαρία το 1 77 1 τους ξε­περνούσαν μόνο οι υφαντές, αλλά στα εμπορικά χωριά ήταν πρώτοι, α­κολουθούμενοι από τους ζυθοποιούς και τους υφαντές.80 Στην αγροτική

αντιφατικές καταστάσεις ήταν- μπορούν μάλιστα να μας βοηθήσουν να εξηγήσουμε τη μα­κροχρόνια φήμη των τσαγκάρηδων ως ριζοσπαστών. Οι σκεπτόμενοι άνδρες μεταξύ των φτωχών ήταν πολύ πιθανό να γίνουν ριζοσπάστες πολιτικά και ιδεολογικά. Στις αναμνή­σεις του John Brown, «οι μεγάλοι ρήτορες του επαγγέλματος» περιγράφονται ως « άνδρες με κουρελιασμένα ρούχα και αξιοθρήνητη εμφάνιση », που « βγάζουν λόγους με μια συγκι­νητική και γλαφυρή γλώσσα»: Ν. Mansfield, «John Brown: Α Shoemaker's Place in London», 6.π., σ. 131 .

77 . Max von Tayenthal, « Die Schuhwarenindustrie Osterreichs», Sociale Rundschau. (Arbeitsstatistisches Amt im k. u . k. Handelsministerium), αρ. ii, pt Ι. 1901 . σ. 764.

78. George Unwin, The Gilds and Companies ο/ London, Λονδίνο 1908, σ. 82' Ν. Geis­senberger, « Die Schuhmacherei in Leipzig und Umgegend », 6.π., σ. 169' R. Watteroth, « Die Erfurter Schuharbeiterschaft», 6.π., σ. 15 .

79 . Το 1854, στις επαρχίες του Σαντιάγκο και του Βαλπαρα'ίζο υπήρχαν 5 .865 απ' αυ­τούς, σε σύγκριση με 3. 720 ξυλουργούς, 1 .6 1 5 ράφτες, 1 . 287 οικοδόμους και χτίστες, και 1 .088 σιδεράδες και πεταλωτές: Ι . Α . Romero, La Sociedad de la Igualdad: los artesanos de Santiago de Chίle Υ sus primeras experiencias politicas, 1 820-185 1 , Μπουένος Άιρες 1 978, σ. 1 4 ' βλ. επίσης Α . Bemal - Α . Collantes de Teran - Α . Garcia-Baquero, « Sevilla: de los gremios a la industriaΙiΖaciόn », Estudios de historia social, τχ. 5-6 ( 1978), Μαδρίτη, σ. 7-310, ιδιαίτερα πίνακας 8.

80. Α. Griessinger, Das symbolische ΚapίΙαl der Ehre . . . , ό .π. , σ. 87-90.

Page 56: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣTlΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Φρισσία το 1 749 υπήρχαν 5,79 τσαγκάΡ'Υ]δες ανά 1 .000 κατοίκους, σε σύ­γκρισ'Υ] με 4,53 υφαντές, 4,48 ξυλουργούς, 3,70 φουρνάΡ'Υ]δες, 2,08 σιδε­ράδες, 1 , 76 κλ'Υ]ρικούς, 1 ,51 ταβερνιάρ'Υ]δες και 1 ,45 ράφτες οι τσαγκά­Ρ'Υ]δες απαντώνται στο 54% όλων των οικισμών, οι ξυλουργοί στο 52%, οι σιδεράδες στο 40% και οι ταβερνιάΡ'Υ]δες στο 32%.81 Ε ίναι φανερό ότι ο κόσμος είχε μεγαλύτερ'Υ] ανάγκ'Υ] από ειδικευμένους παπουτσήδες και τσαγκάΡ'Υ]οες σε κοντινή απόστασ'Υ] παρά από άλλους τεχνίτες και υπ'Υ]­ρεσίες.

Το επάγγελμα του παπουτσή, αν και απλωνόταν σε ένα ευρύ φάσμα δεξιοτήτων και ειδίκευσ'Υ]ς, παρέμεινε αρκετά πρωτόγονο, όσον αφορά τφ τεχνολογία και τον καταμερισμό εργασίας, και με ένα αρκετά ομοιο­γενές προ"ίόν, για να εξακολουθήσει ουσιαστικά να αποτελεί μια ενιαία τέχν'Υ]. Δεν παραΤ'Υ]ρείται εδώ κάτι ανάλογο με τον αυξανόμενο κατακερ­ματισμό ης επεξεργασίας των μετάλλων σε ξεχωριστές εξειδικευμένες τέχνες, που τόσο συχνά απαντώνται ση μεσαιωνική OLκονομία των συ­ντεχνιών. Σε γενικές γραμμές, από Τ'Υ] στιγμή που το επάγγελμα διαχω­ρίσΤ'Υ]κε από τους βυρσοδέΨες, από τους εμπόρους δερμάτων και από τους άλλους παραγωγούς και προμ'Υ]θευτές των πρώτων υλών του, οι βα­σικές .εσωτερικές του ρωγμές ήταν εμπορικής μορφής - ανάμεσα σε πα­πουτσήδες και σε πωλ'Υ]τές παπουτσιών (είτε αυτοί κατασκεύαζαν επίσ'Υ]ς παπούτσια είτε όχι) . Υπήρχε επίσ'Υ]ς ένας καταμερισμός ανάμεσα σε ό­σους έφτιαχναν παπούτσια και σε όσους απλά επιδιόρθωναν, οι οποίοι χαραΚΤ'Υ]ρίζονται με διάφορους τρόπους - cordwainers και cobblers [πα­πουτσήδες και τσαγκάΡ'Υ]δες στα αγγλικά], savatiers [στα γαλλικά], Flickschuster [στα γερμανικά], ciabattino [στα ιταλικά], αν και θα πρέπει να σ'Υ]μειώσουμε, ότι οι έμποροι προήλθαν κυρίως από τους cordwainers. Η διάκρισ'Υ] ανάμεσα σε κατασκευαστές και σε επιδιορθωτές είχε θεσμο­ΠOL'Υ]θεί μερικές φορές σε ξεχωριστές συντεχνίες, αν και οι συντεχνίες των cobblers δυσκολεύονταν να αποδεσμευτούν πλήρως από τον έλεγχο των cordwainers ή να παραμείνουν βιώσψες.

Η τσαγκαρική (cobbling) ήταν σαφώς ένας υποδεέστερος κλάδος, και ο όρος στα αγγλικά ΧΡ'YJOψοποιείτο για κάθε εργασία χαμ'Υ]λής ποιόη­τας. Ωστόσο, 'Υ] διαχωριστική γραμμή ήταν ασαφής, ειδικά σε εποχές και περιοχές (όπως στ'Υ] Γερμανία του δέκατου όγδοου αιώνα) όπου μια μάλλον στατική ζήτ'YJO'Υ] αντιστοιχούσε σε μια αυξανόμεν'Υ] προσφορά στις πόλεις.82 Λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να ζουν φτιάχνοντας μόνο παπούτσια. Στφ πραγματικότψα ήταν αυτονόψο, ότι οι κατασκευα­στές επιδιόρθωναν κιόλας. Έτσι έλεγαν, σίγουρα ρψορικά, ότι για να

8 1 . Ι.Α. Faber, Drie Eeuwen Friesland, 2 τόμοι, A.A.G. Bijdragen, αρ. xvii,. Wageningen 1972, τόμο 2, πίνακες 1 1 1 .8, 1 1 1 .9, σ. 444-445 και 446-447 αντίστοιχα.

82. Α. Griessinger, Das symbolische ΚaρίΙaΙ der Ehre ... , ό.π., σ. 90-95.

Page 57: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 57

φτάσει ένας μάστορας σε ένα «αξιοπρεπές» εισόδημα (91 gulder το χρόνο), «έπρεπε να φτιάχνει κάθε μέρα ένα ζευγάρι καινούργια παπού­τσια ή τρία ζευγάρια σόλες και μπαλώματα, και επιπλέον να έχει πελά­τες που να πληρώνουν». Δεν είναι λοιπόν παράξενο που το δέκατο ό ­γδοο και το δέκατο ένατο αιώνα ο ι όροι στα αγγλικά χρησιμοποιούνται εναλλακτικά,83 ενώ στα γαλλικά η λέξη cordonnier έφτασε να σημαίνει τόσο τον κατασκευαστή όσο και τον επιδιορθωτή, όπως και η λέξη Schu­ster στη λαίκή γερμανική χρήση, παρά την τάση τού πιο «αριστοκράτη » Schuhmacher να κερδίσει έδαφος εις βάρος του.84 Και πράγματι, πέραν των πόλεων, οι οποίες βρίσκονταν κάτω από έναν ισχυρό έλεγχο των συ­ντεχνιών και παρήκμαζαν, πώς ήταν δυνατόν να κρατηθούν αυστηρά διαχωρισμένες η κατασκευή και η επιδιόρθωση των παπουτσιών ;

Η εκτεταμένη ζήτηση για εξειδικευμένους παπουτσήδες και τσαγκά­ρηδες καθιστούσε αδύνατη τη μονοπώληση της τέχνης από τις συντε­χνίες των πόλεων. Η τσαγκαρική στα χωριά ήταν πολύ δύσκολο να απα­γορευτεί, και παρόλο που ήταν (δίχως αμφιβολία, αναπόφευκτα) ελεύθε­ρη από τον έλεγχο των συντεχνιών, έπρεπε σχεδόν πάντοτε να διδαχθεί από κάποιου είδους παπουτσή. Δεν υπήρχε τρόπος να αποτρέψεις τον τσαγκάρη της περιοχής να καλύψει την τοπική ζήτηση για παπούτσια, ειδικά για τα πιο καθημερινής χρήσης, μέχρι την έλευση της παραγωγής και διανομής μεγάλης κλίμακας. Έτσι λοιπόν, καλφάδες που δεν είχαν πολλές πιθανότητες να γίνουν μαστόροι στο ελεγχόμενο επάγγελμα της πόλης, προτιμούσαν να στήσουν ένα δικό του μαγαζί σε κάποιο χωριό ή κωμόπολη. Πράγματι, μια αύξηση της τάσης αυτής παρατηρείται στη Γερμανία αρκετά αργά, το δέκατο ένατο αιώνα. Όταν το 1840 έχουμε την άρση της απαγόρευσης που ίσχυε για τους παπουτσήδες (όχι όμως και για τους τσαγκάρηδες) στην ύπαιθρο της Σαξονίας, και επιτράπηκε στο εξής να υπάρχει ένας μάστορας (δίχως παραγιούς) σε κάθε χωριό, αμέσως έκανε την εμφάνισή του ένας σημαντικός αριθμός χωρικών πα­πουτσήδων.85 Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι πολλοί απ' αυτούς απλά άλλαξαν τον επίσημο τίτλο τους.

83. Έτσι, π.χ. , ο Winks εξετάζει το πρόβλημα της ιδεολογικής διάκρισης των παπου­τσήδων κάτω από τον τίτλο « Ενας αστερισμός φημισμένων τσαγκάρηδων»: W . E . Winks, «Α Constellation of Celebrated Cobbleτs» , Lives σ! Illustrious Shoemakers, ό . π . , σ. 229 Κ . ε . Για την εναλλαξιμότητα των όρων βλ. Scottish National Dictionary, λήμμα «soutef» .

84. C . N.R.S., Tresor de Ιa langue Jranraise. Παρίσι 1 978, λήμμα «cordonnier» ' Grimms Worterbuch, λήμμα «Schuster» .

85. Ν. Geissenberger, « Die Schuhmacherei ίη Leipzig und Umgegend», 6.π. , σ. 1 75. Το 1 882 στη Γερμανία, το 46,5% όλων των ανεξάρτητων παπουτσήδων βρισκόταν σε χωριά κάτω των 2 .000 κατοίκων (τα δύο τρίτα αυτών είχαν και μια δεύτερη απασχόληση). Τα δύο τρίτα όλων των ανεξάρτητων παπουτσήδων βρίσκονταν σε κέντρα με λιγότερους από 5.000 κατοίκους. Statistik des Deutschen Reiches NF Bd 4 . 1 -2, σ. 1 1 94 και NF Bd 1 1 1 , σ. 1 04 Κ .ε .

Page 58: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Από την άλλη, αν και δεν υπάρχει μια σαφής διαχωριστική γραμμή α­

νάμεσα στον πιο ειδικευμένο παπουτσή και στον πιο ταπεινό τσαγκάρη,

το τεράστιο μέγεθος του επαγγέλματος δείχνει ότι γενικά πρέπει να συ­

μπεριέλαβε έναν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό του περιθωρίου, που δεν

μπορούσαν να ζήσουν μόνο από την τέχνη τους, καθώς η επιδιόρθωση παπουτσιών -απ' την οποία οι γερμανοί τσαγκάρηδες των χωριών μπο­ρούσαν να κερδίσουν το μισό τους εισόδημα- ήταν πασίγνωστο πως δεν ήταν προσοδοφόρα. Προβιομηχανικά στοιχεία είναι δύσκολο να βρεθούν, αλλά ένας υπολογισμός για ένα χωριό της Σουηβίας το δέκατο ένατο αι­

ώνα δείχνει ότι λόγω της ανεπαρκούς ζήτησης ένας τσαγκάρης δεν ήταν δυνατόν

' να φτιάχνει, κατά μέσον όρο, πάνω από επτά ζευγάρια υποδή­

ματα το χρόνο·86 επομένως, για τους περισσότερους η τέχνη δεν μπο­ρούσε παρά να είναι μια συμπληρωματική πηγή εισοδήματος. Η φήμη του επαγγέλματος ως φτωχού έχει λοιπόν μια βάση, αλλά οι λόγοι για τον υπερπληθυσμό του δεν είναι σαφείς. Ίσως εν μέρει να εξηγείται από το μικρό κόστος του βασικού εξοπλισμού και τη δυνατότητα να το ασκεί κανείς σπίτι του' ίσως ακόμα απ' το ότι οι παπουτσήδες στρατολογού­νταν απ' έξω, εκτός των γραμμών των ανθρώπων της τέχνης και των οι­κογενειών τους. Οι τυπογράφοι και οι υαλουργοί στρατολογούσαν μόνο από τα παιδιά τους, τους συγγενείς τους και λίγους προνομιούχους τρί­τους στους παπουτσήδες σπάνια γινόταν αυτό.8? Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι παπουτσήδες δεν έλεγχαν ούτε την είσοδο στο επάγγελμα ούτε το μέγεθός του, εξ ου κι ο υπερπληθυσμός του.

Το επάγγελμα επομένως δεν ήταν καθόλου ομοιογενές. Όσο καιρό ό­μως παρέμενε ένα χειροτεχνικό επάγγελμα -μέχρι τη δεκαετία του 1850 δεν είχε εισαχθεί ούτε η οικιακή ραπτομηχανή-, οι διαιρέσεις στο εσωτε­ρικό του ήταν ασαφείς και ρευστές. Γι' αυτό, παρόλο που μεταξύ των παπουτσήδων υπήρχαν πιο «αριστοκρατικοί» ή προνομιούχοι τομείς, ό­πως και στους ράφτες (για παράδειγμα αυτοί που εργάζονταν στις πό­λεις για παραγγελίες πολυτελείας), κανένα απ' αυτά τα επαγγέλματα ως σύνολο δε βρισκόταν Ψηλά στην ιεραρχία των τεχνών, όπως παρατή­ρησε ο κομμουνιστής Wilhelm Weitling.88 Και τα δύο, και ιδιαίτερα οι παπουτσήδες, ήταν εξαιρετικά πολυπληθή και επομένως περιείχαν στους

86. Utz JaeggIe, Kiebingen: Eine Heimatgeschichte, Tubingen 1977, σ. 249. Σχεδόν κανένας από τους παπουτσήδες της περιοχής δεν ανήκε στο ανώτερο κοινωνικό στρώμα του χω­ριού και η πλεLOΨηφία τους ούτε στο μεσαίο στρώμα. «Ακόμα και σήμερα, οι παπουτσή­δες δε μετράνε στο χωριό »: στο ίδιο. Είμαστε υπόχρεοι στον Rainer Wirtz γι' αυτή την α­ναφορά.

87. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι κατά το δέκατο όγδοο αιώνα ήταν ασυνήθιστα υΨηλή η OL­κογενειακή συνέχεια από γενιά σε γενιά μεταξύ των παπουτσήδων του Λονδίνου.

88. WiIheIm Weίtling, Garantien der Harmonie und Freiheit, Βερολίνο, έκδοση 1955, σ. 289.

Page 59: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 59

κόλπους τους έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό περιθωριακών και φτω­χών. Ανάμεσα στους εκατοντάδες τεχνίτες καλφάδες που συνέρευσαν στο εκβιομηχανιζόμενο Wiener Neustadt τη δεκαετία του 1840 και ζήτησαν να μείνουν εκεί, το 14,7% (το 1 7% των προερχόμενων από τη Βοημία) ή­ταν παπουτσήδες, και ακολουθούσαν από κάποια απόσταση με 10% ( 14,6 των Βοημών) οι ράφτες και με 8,3% (9, 1 Βοημών) οι ξυλουργοΙ89

Ο παπουτσής του χωριού ήταν αυτοαπασχολούμενος και η επιχείρησή του χρειαζόταν μικρό κεφάλαιο. Ο εξοπλισμός ήταν φτηνός, ελαφρύς και κινητός, και το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια φτωχική στέγη πάνω απ' το κεφάλι του για να δουλεύει και να ζει, εν ανάγκη στον ίδιο χώρο. Αυ­τό τον έκανε εξαιρετικά ευκίνητο, δεν τον ξεχώριζε όμως από πολλές άλλες τέχνες. Εκείνο που τον ξεχώριζε ήταν η επαφή του με μεγάλους αριθμούς ταπεινών ανθρώπων καθώς και η ανεξαρτησία του από αφεντι­κά, πλούσιους πελάτες και εργοδότες. Οι αγρότες εξαρτιόνταν από τους γαιοκτήμονες οι αμαξοποιοί και οι οικοδόμοι, από τις παραγγελίες α­γροτών και εύπορων ανθρώπων' οι ράφτες εξυπηρετούσαν τους πλούσι­ους, αφού οι φτωχοί έφτιαχναν μόνοι τους τα ρούχα τους. Ο παπουτσής εξυπηρετούσε κι αυτός τους πλούσιους, αφού τον είχαν ανάγκη' στις πε­ρισσότερες περιπτώσεις όμως, η βασική του πελατεία ήταν οι φτωχοί, γιατί κι αυτοί τον χρειάζονταν. Αυτό είναι βέβαιο, παρότι δε γνωρίζουμε όσα θα 'πρεπε για την πραγματική χρήση του δέρματος για υπόδηση μεταξύ των φτωχών, η οποία ήταν σίγουρα μικρότερη σε σχέση με τη δι­κή μας εύπορη εποχή.90 Υπάρχουν μάλιστα στοιχεία που δείχνουν ότι καθώς στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα οι πιο πλούσιοι χωρικοί στρέφονταν σε παπούτσια φτιαγμένα αλλού, αγορασμένα από εμπορικά καταστήματα, αν όχι σε υποδήματα πολυτελείας επί παραγγελία, ο τσα­γκάρης του χωριού εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από την πελατεία ό­σων χρειάζονταν χοντρά παπούτσια για εξωτερικές εργασίες.

Μπορούσε επομένως να εκφράζει τη γνώμη του δίχως να φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά του ή τους πελάτες του, ακόμα και τους αξιότιμους πελάτες του, αν έκανε καλή δουλειά.91 Επιπλέον, με τους πελάτες του τον συνέδεαν σχέσεις εμπιστοσύνης. Αυτό εν μέρει οφειλόταν στο ότι ή -

89. Κ . Flanner, Die Revolution von 1848 in Wiener Neustadt, ό.π. , σ . 26-27. Εφόσον η πό­λη ειδικευόταν σε μεταλλοβιομηχανίες καθώς και σε υφαντουργίες, οι μεταλλοτεχνίτες (αν και λιγότεροι από τους παπουτσήδες) δεν αναφέρονται, πιθανώς επειδή υπεραντιπροσω­πεύονται.

90. Πρέπει να μάθουμε περισσότερα, ιδιαίτερα για την έκταση της συνήθειας να περ­πατάς ξυπόλυτος (διαδεδομένη μεταξύ των γυναικών και των παιδιών) και τη χρήση άλ­λων μορφών υπόδησης - τσόκαρα, τσόχινες μπότες και παπούτσια, κλπ.

91 . Πρβλ. τον καλαβρέζο παπουτσή που παρατίθεται στο E.J . Hobsbawm, Primitive Rebels, Manchester 1959, παράρτημα 9, που περηφανευόταν ότι δούλευε ακόμα και για τους carabinieri.

Page 60: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

60 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ταν πολύ συνηθισμένο να του χρωστάνε, αφού οι εργάτες των αγροκτη­μάτων ή και οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα να πληρώνουν μόνο σε μι­κρά μεσοδιαστήματα, όταν έπαιρναν μαζεμένα χρήματα, για παράδειγ­μα μετά τη σοδειά (η μέρα πληρωμής στην Πομερανία ήταν του Αγίου CήSΡίn, στις 25 Οκτωβρίου)92 ή ανάμεσα στο Πάσχα και την Πεντηκο­στή, όταν ανανεώνονταν οι ετήσιες μισθώσεις. Έπρεπε να εμπιστεύεται τους πελάτες του, αλλά κι εκείνοι δεν είχαν λόγο να είναι καχύποπτοι. Σε αντίθεση με τόσους άλλους με τους οποίους είχαν συναλλαγές οι φτωχοί -το μυλωνά, το φούρναρη ακόμα και τον ταβερνιάρη-, και οι ο­ποίοι μπορούσαν να τους κλέψουν στο ζύγι, ο παπουτσής έφτιαχνε ή ε­πισκεύαζε ένα παπούτσι το οποίο μπορούσε να κριθεί αμέσως και οι παραλλαγές στην ποιότητα δεν οφείλονταν σε απάτες, αλλά στη επιδε­ξιότητα.93 Έτσι, ο παπουτσής είχε το ελεύθερο να εκφράζει τις απόψεις του, τις οποίες δεν υπήρχε λόγος να υποψιάζονται.

Η ζωή του παπουτσή του χωριού ήταν παρόμοια με τη ζωή του φτω­χού, όχι με τη ζωή του πλούσιου και του ισχυρού. Δεν είχε μεγάλη σχέση με την ιεραρχία και τη θεσμική οργάνωση, οι οποίες δε χαρακτήριζαν ι­διαίτερα το επάγγελμά του, και σε πολλές περιπτώσεις έβρισκε δουλειά εκτός της συντεχνίας ή της τέχνης και σε αντίθεση με τους κανονισμούς της. Γνώριζε την αξία της ανεξαρτησίας και είχε πολλές ευκαιρίες να συγκρίνει τη σχετική του αυτονομία μ' εκείνη των πελατών του. Το κα­τά πόσον αυτή η δυνατότητα έκφρασης ανεξάρτητων απόψεων αφορού­σε μόνο μια μειοψηφία σχετικά πετυχημένων τεχνιτών και όχι την -κατά πάσα πιθανότητα- πλειονότητα των περιθωριακών τσαγκάρηδων μερικής απασχόλησης, δεν μπορούμε να το πούμε, αφού είναι δύσκολο ή και α­δύνατο να συνθέσουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των ριζοσπαστών της τέχνης. Το ερώτημα πρέπει να παραμείνει ανοιχτό. Ωστόσο, στο ει­δικό πλαίσιο του τέλους του δέκατου όγδοου αιώνα και των αρχών του δέκατου ένατου είναι φυσικό να βρίσκουμε ριζοσπάστες παπουτσήδες να διαβάζουν τον Cobbett, που κήρυττε ενάντια στην καταστροφή όλων των μικροεπαγγελματιών και που κατήγγειλε ένα σύστημα που αντικα­θιστούσε τον «μάστορα και τον άνθρωπο [ . . . ] όπου ο καθένας ήταν στη θέση του και ο καθένας ήταν ελεύθερος» με «αφεντικά και σκλάβους».94 Ούτε μας προκαλεί έκπληξη όταν τους βρίσκουμε στις τάξεις των αβρά-

92. Υπάρχει άραγε κάποια σχέση ανάμεσα στους αγροτικους ρυθμους και στη γιορτή του Αγίου Crispin στις 25 Οκτωβρίου;

93. Αυτή την επισήμανση την οφείλουμε στο Δρ Mikulas Teich. που παραθέτει την εξής παροιμία από τη γενέτειρά του Τσεχοσλοβακία: «όπου κόβουν. ζυγίζουν και σερβίρουν, ε­κεί βγαίνουν τα λεφτά».

94. Raymond Williams, Culture αnd Society , Νέα Υόρκη 1960, σ. 16, που παραθέτει από ΤΟΥ PoΙίΙίcαΙ Register, 14 Απριλίου 182 1 .

Page 61: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛIΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 6 .

κωτων και αργότερα των αναρχικών. Σίγουρα 'Υ] εμμονή στα φτωχά μέ­σα, η σκλ'Υ]ρή δουλειά και ΤΎjV ανεξαρησία, ως λύσεις στα προβλήματα ης αδικίας και Τ'Υ]ς φτώχειας, ήταν μέσα στην εμπειρία των τσαγκάρ'Υ]­δων των χωριών.

Πολλά απ' όλα αυτά έχουν εφαρμογή και σε άλλους τεχνίτες των χω­ριών. Αλλά ενώ το μαγαζί του σιδερά, φέρ' ειπείν, ήταν θορυβώδες και 'Υ] δουλειά του έκανε δύσκολ'Υ] τη συζήηση, ο παπουτσής κατείχε μια στραηγική θέση για να περνάει ιδέες της πόλης και να κινητοποιεί. Το τσαγκαράδικο στο χωριό παρείχε μια ιδεώδη βάσ'Υ] γι' αυτό, και ευφρα­δείς άνθρωποι που δούλευαν Τ'Υ]ν περισσότερη ώρα μόνοι τους, μπορού­σαν να γίνουν πολυλογάδες όταν είχαν παρέα, και μπορούσαν να το κά­νουν και Τ'Υ]ν ώρα που δουλεύανε. Ο τσαγκάρης της υπαίθρου ήταν πά­ντοτε παρών, τα μάτια του τα είχε στο δρόμο, ήξερε τι τρέχει σΤ'Υ]ν κοι­νότητα, ακόμα κι όταν δεν τύχαινε να έχει παράλληλα και την ιδιότητα του εφ'Υ]μέριου ή κάποια άλλη κοινοτική θέση. Επιπλέον, τα ήσυχα εργα­στήριά τους στα χωριά και τις κωμοπόλεις αποτελούσαν κοινωνικά κέ­ντρα, που 'Υ] σ'Υ]μασία τους υπολείπεται μόνο των καπηλειών, ανοιχτά και πρόθυμα για συζήτφη όλ'Υ] μέρα. Δεν είναι παράξενο που στη γαλλική ύπαιθρο το 1 793-1 794 οι παπουτσήδες μαζί με τους ταβερνιάρηδες «φαίνεται να είχαν μια γνήσια κλίσ'Υ] προς την επανάσταση». Ο Richard Cobb τονίζει

«το ρόλο των παπουτσήδων, αυτών των επαναστατών του χωριού που, είτε διορισμένοι σαν δήμαρχοι από την επαναστατική άνοδο του καλοκαιριού του 1 793 είτε ως επικεφαλής των επιτροπών επαγρύπνη­σης, καθοδηγούσαν τις μειοΨηφίες των αβράκωτων ενάντια στους les gros [ . . . ] Στους καταλόγους των "τρομοκρατών που πρέπει να αφοπλι­στούν", οι οποίοι συντάχθηκαν το' έτος πΙ στην ύπαιθρο, αποτελούσαν ΤΎjV πλειοΨηφία. Έχουμε εδώ ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινό­μενο».95

Βέβαια, το τσαγκαράδικο και η ταβέρνα διέφεραν ως σημεία συνά­ντησης από μια σημαντική άποΨη. Στην ταβέρνα, οι άνδρες συγκεντρώ­νονταν να πιουν σε παρέες, ενώ στο μαγαζί του τσαγκάρη ένας ή δύο. Οι ταβέρνες ήταν μόνο για ενήλικες αρσενικούς, όμως οι γυναίκες, και ακόμα περισσότερο τα παιδιά, είχαν πρόσβασ'Υ] στο διανοούμενο του χω­ριού. Σε πόσα χωριά και κωμοπόλεις, ο παπουτσής δεν έπαιξε το ρόλο του παιδαγωγού! Έτσι στο Every-Dαy Book ο Hone θυμάται έναν «τίμιο γέροντα που μπάλωνε τα παπούτσια μου και το μυαλό μου, όταν ήμου-

95. Richard Cobb, Les Armfes rfvoluIionnaires, 2 τόμοι, ΠαρΙσι χαι Χάγη 1 961 -1 963, τόμο 2, σ. 486-487.

Page 62: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

να παιδί [ . . . ] το φίλο μου τον τσαγκάρη ο οποίος, αν και δεν ήταν φιλό­

σοφος, είχε την τάση να κάθεται να στοχάζεται πάνω στην "αιτιότητα".

Δάνειζε στο παιδί βιβλία, που τα φύλαγε στο συρτάρι του καθίσματός

του μαζί με [ . . . ] τα εργαλεία της "ευγενικής τέχνης" του».96 Και ακόμα

και τη δεκαετία του 1940, ένας νέος που έμελλε να γίνει διακεκριμένος

μαρξιστής ιστορικός γνώρισε την πολιτική στο τσαγκαράδικο μιας μι­

κρής πόλης στη γενέτειρά του Ρουμανία.97 Ο παπουτσής ήταν λοιπόν μια κεντρική μορφή στη διανοητική και πο­

λιτική ζωή της υπαιθρου: εγγράμματος, ευφραδής, αρκετά ενημερωμένος, ανεξάρτητος πνευματικά και μερικές φορές και οικονομικά, τουλάχιστον για τα μέτρα της κοινότητας του χωριού. Ήταν πάντοτε παρών σε μέρη όπου ήταν πιθανό να έχουμε μια λιiίκή κινητοποίηση: στο δρόμο του χω­ριού, στις αγορές, στα πανηγύρια και τις γιορτές. Δεν μπορούμε να πού­με αν αυτά αποτελούν επαρκείς εξηγήσεις για το συχνά εξακριβωμένο ρόλο του ως ηγέτη του πλήθους. Ωστόσο, δε μας εκπλήσσει διόλου όταν τον βρίσκουμε να παίζει τέτοιους ρόλους.

πΙ

Στους κοινωνικούς ιστορικούς, η ριζοσπαστική φήμη των παπουτσήδων συνδέεται κυρίως με τα τέλη του δέκατου όγδοου και τις αρχές του δέ­κατου ένατου αιώνα, την περίοδο της μετάβασης στη βιομηχανική επο­χή . Δεν μπορούμε να μετρήσουμε αν υπήρξε ή όχι κάποια αύξηση του α­ριθμού των πολιτικοποιημένων τσαγκάρηδων, αλλά φαίνεται πιθανόν ότι δύο εξελίξεις βοήθησαν στη ριζοσπαστικοποίησή τους. Η πρώτη είναι α­πόρροια της αργής παρακμής της υποδηματοποιίας ως χειροτεχνικής α­πασχόλησης που οδήγησε σε μια περίοδο μεγάλης έντασης μέσα στο ε­πάγγελμα. Τα ειδικά προβλήματα ποικίλλαν από περιοχή σε περιοχή (οι σχέσεις ανάμεσα στους μαστόρους και τους καλφάδες ήταν διαφορετι­κές στο Northampton και το Λονδίνο), είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι το επάγγελμα στο σύνολό του ήταν πολιτικοποιημένο. Έτσι, ένας νεαρός κάλφας καθώς αποκτούσε τις δεξιότητές του, αποκτούσε και εμπειρία από απεργίες και συμμετείχε σε συζητήσεις πάνω σε εναλλακτικά πολι­τικά και οικονομικά συστήματα. Όσοι κατέληγαν σε μικρά εργαστήρια χωριών, ήξεραν για τον Ιακωβινισμό και μετέφεραν από τις πόλεις τις ριζοσπαστικές ιδέες. Η δεύτερη εξέλιξη συνδέεται στενά με την εντεινό­μενη δυσαρέσκεια των αγροτικών πληθυσμών που αντιμετώπιζαν τις συ-

96. Ανώνυμος. Crispin Anecdotes ... , ό.π. , σ. 1 54-1 55. 97. Dale Tomich - Anson G. Rabinbach, « Georges Haupt, 1928-1978» , German Critique,

τχ. 14 ( 1978), σ. 3.

Page 63: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ

νέπειες της εξάπλωσης του αγροτικού καπιταλισμού. Οι χωρικοί γίνο­νταν όλο και πιο δεκτικοί στις ιδεολογικές εκφράσεις των παραπόνων τους που ήταν σε θέση να προσφέρουν οι παπουτσήδες. Ο συνδυασμός των συγκυριών στο επάγγελμα και στο χωριό μπορούσε εύκολα να με­τατρέΨει το φιλόσοφο του χωριού σε πολιτικό του χωριού, πράγμα που έγινε σίγουρα κατά τη διάρκεια των ταραχών του «5wing».

Ποιες αλλαγές επηρέασαν το επάγγελμα του παπουτσή στην περίοδο μεταξύ 1 770 και 1880 ;

Το πρώτο σημείο που πρέπει να θυμηθούμε, είναι το καθαρά αριθμητικό μέγεθος του επαγγέλματος, το οποίο, μέχρι τις αλλαγές που επέφερε η εκμηχάνιση και η εργοστασιακή παραγωγή, μεγάλωνε παράλληλα με την αύξηση των πόλεων και του πληθυσμού. Ο αριθμός των εργαζομένων στην υποδηματοποιία της Βιέννης (στην οποία τα εργοστάσια ήταν αμελητέα) υπερτριπλασιάστηκε μεταξύ 1855 και 1890, και το μεγαλύτερο μέρος αυ­τής της αύξησης συνέβη πριν από τη δεκαετία του 1870.98 Στη Βρετανία, ο αριθμός των ενήλικων ανδρών του επαγγέλματος αυξήθηκε από 133.000 σε 243.000 ανάμεσα στο 1841 και το 1851 , οπότε υπήρχαν περισσότεροι παπουτσήδες στη χώρα παρά ανθρακωρύχοι. 99 Ανάμεσα στα 1835 και στα 1850 εισέρχονταν στη Λειψία κατά μέσον όρο 250 με 400 τσαγκάρη­δες το χρόνο και, αφού η πόλη μεγάλωνε, κάθε χρόνο έφευγε ένας κά­πως μικρότερος αριθμός. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της δεκαπενταε­τίας υπήρξαν τουλάχιστον 3 .750 αφίξεις και 3.000 αναχωρήσεις . l 00

Το δεύτερο σημείο που πρέπει να σημειώσουμε, είναι η εξάπλωση της βιοτεχνικής παραγωγής για την εμπορική αγορά που διακρίνεται από την παραγωγή για ατομικούς πελάτες και την πανταχού παρούσα επιδιόρθω­ση . Ο «παπουτσής της αγοράς», που έφτιαχνε χοντρά παπούτσια για να τα πουλήσει στις τοπικές αγορές, σε πολλά μέρη μπορούσε να έχει με τους πελάτες του τους ίδιους στενούς δεσμούς που είχε ο παπουτσής επί π'α­ραγγελία, μια που μπορούσαν να τον βρουν εύκολα στον πάγκο του οι άν­δρες και οι γυναίκες που τον γνώριζαν και τους γνώριζε καλά. Η σχέση αυτή ήταν πιθανώς στενότερη από εκείνην του ανταγωνιστή του, του πλα­νόδιου τσαγκάρη, που πήγαινε από σπίτι σε σπίτι. 101 Και οι δύο αυτές μορφές, όμως, προσφέρονταν για διάφορα είδη οικοτεχνικού συστήματος,

98. Richard Schtiller, « Die Schuhmacherei ίη Wien » , στο Untersuchungen i.ίber die Lage des Handwerks in Osterreich, Schriften des Vereins fϋr Socialpolitik, αρ. ΙΧΧί, ΛειψΙα 1896, σ. 49-50.

99. Ι .Η . Clapham, The Economic History ο/ Modern Britain, τόμο 1, 2η έκδοση, ΚαΙμπριτζ 1930, σ. 1 69.

1 00. Ν . Geissenberger, « Die Schuhmacherei ίη Leipzig und Umgegend », 6.π. , σ . 190. 1 0 1 . Μ. νοη Tayenthal, « Die Schuhwarenindustrie Osterreichs» , 6. π., σ . 974-975' S .

Heckscher, « ϋber die Lage des Schuhmachergewerbes ί η Altona, Elmshorn, Heide, Preetz uηd Barmstedt» , 6. π. , σ. 4 , 6.

Page 64: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κι έτσι έχουμε την ανάπτυξη κοινοτήτων παπουτσήδων τόσο στην ύπαι­θρο όσο και στις πόλεις, οι οποίες ξεκινούν από συγκεντρώσεις παραδο­σιακών εργαστηρίων με έναν ελάχιστο καταμερισμό εργασίας και φτάνουν μέχρι μεγαλύτερα κέντρα, που στην πραγματικότητα ήταν μη εκμηχανι-σμένα εργοστάσια τα οποία λειτουργούσαν με εργάτες που είχαν ειδι­κευμένα καθήκοντα και συμπληρώνονταν με εξωτερικούς εργαζόμενους που είχαν το δικό τους υπο-καταμερισμό εργασίας. 1Ο2 Σ' αυτά μπορούσε να γίνει και μεγάλης κλίμακας παραγωγή για εξαγωγές ή για παραγγε­λίες του στρατού και του ναυτικού. Ε ίναι πιθανόν ότι πολλοί τέτοιοι ημιει­δικευμένοι χειρώνακτες μπήκαν στο επάγγελμα δίχως να έχουν καταρτι­στεί ή κοινωνικοποιηθεί μέσα στην τέχνη, και ιδιαίτερα αυτοί που προ­έρχονταν από τη γεωργία. 103 Ήταν πολύ συνηθισμένο την περίοδο αυτή, οι μαθητευόμενοι να είναι παιδιά φτωχών χωρικών. Στην Ευρώπη, ωστό­σο, ο πυρήνας των καταρτισμένων παπουτσήδων, γύρω απ' τον οποίο ανα­πτυσσόταν αυτή η ημιειδικευμένη εργατική δύναμη, ήταν σημαντικός. Αυ­τό ισχύει ακόμα και για τους εργάτες των εργοστασίων, σύμφωνα με το εγχειρίδιο υποδηματοποιίας του (ριζοσπάστη) ] .Β . Leno, ενώ γνωρίζουμε ότι στην Ερφούρτη, ένα από τα κέντρα της εκμηχανισμένης εργοστασιακής παραγωγής στη Γερμανία, το ένα τρίτο ενός δείγματος 193 εργατών είχαν μάθει την τέχνη, και οι μισοί απ' αυτούς ήταν παιδιά παπουτσήδων. 1Ο4 Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, εφόσον, με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες και λίγο αργότερα και τη Βρετανία, καμιά σημαντική τεχνολογική καινο­τομία πέρα από τη μικρή ραπτομηχανή (που διαδόθηκε στο διάστημα α­νάμεσα στα μέσα της δεκαετίας του 1850 και τις αρχές της δεκαετίας του 1870) δεν είχε εισαχθεί μέχρι τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. 1Ο5

1 02. P .R . Mounfield. «The Footwear Industry of the East Midlands». East Midlands Geographer, τχ. 22 ( 1965), σ. 293-306.

1 03. Για την κατάσταση στο Lynn. της Μασσαχουσέτης, βλ. Alan Dawley. C/ass and Community: The Industrial Revolution in Lynn, Καίμπριτζ, Μασσ., 1976.

1 04. Το βιβλίο του James Devlin. The Guide Ισ Trade: The 5hoemaker, 2 τόμοι, Λονδίνο 1 839. είναι το καλύτερο εγχειρίδιο για τις τεχνικές των παπουτσήδων πριν από την εκμη­χάνιση. Ο συγγραφέας, ένας ριζοσπάστης. ακτιβιστής και ελάσσων λογοτέχνης (έγραφε στο London Journal του Leigh Hunt), ήταν ο καλύτερος τεχνίτης του επαγγέλματος στο Λονδίνο: D.J . Goodway, London Chartism . . . . ό.π . . σ. 282. Για τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα βλ. John Bedford Leno, The Art ο/ ΒσοΙ- and 5hoe-making . . . with α Description ο/ the Most Approved Machinery Employed, Λονδίνο 1885. Ο Leno. αν και τυπογράφος εξ επαγγέλματος και ερασιτέχνης στιχοπλόκος-αφηγητής, είχε μια μακροχρόνια σχέση με το επάγγελμα ως ιδιοκτήτης και εκδότης της εφημερίδας 5Ι Crispin' βλ. το βιβλίο του: The A/termath: With Autobiography ο/ the Author, Λονδίνο 1892. Για μια πιο πρόσφατη εργασία βλ. R .A. Church. « Labour Supply and Innovation. 1800-1860: The ΒοοΙ and Shoe Industry» , Business History, τχ. 1 2 ( 1 970). Για την Ερφούρτη βλ. R. Watteroth. « Die Erfurter Schuharbeiterschaft» , ό. π . . ιδιαίτερα σ. 1 13-1 14.

1 05. J . Barberet, Le Travail en France ... , ό .π . . τόμο 5. σ. 7 1 , 85, 1 16. 1 63' Emile Levasseur.

Page 65: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ

Το τρίτο σημείο είναι ότι η πίεση των αριθμών και ο πολλαπλασια­σμός της οργανωμένης οικοτεχνίας (που από τους περήφανους τεχνίτες αναφέρεται ως «αναξιοπρεπής» ή «παλιοδουλειά») υπονόμευσε την α­νεξαρτησία του επαγγέλματος και πίεσε προς τα κάτω τα μεροκάματα. Μια έρευνα απασχόλησης στη Μασσαλία τη δεκαετία του 1840, αποκα­λύπτει πως οι τσαγκάρηδες αποτελούσαν τη μεγαλύτερη ομάδα με ιδιαί­τερα χαμηλές αποδοχές. Ε ίχαν ένα μέσο ημερήσιο εισόδημα τριών μόνο φράγκων και ένα μέσο ετήσιο εισόδημα 600 φράγκων, που τους τοποθε­τούσε κάτω από πολλούς ανειδίκευτους μεροκαματιάρηδες. 1Ο6 Ο εργά­της-ποιητής Charles Poncy διαμαρτύρεται το 1850 στον Άγιο Crispin:

«Η πείνα μάς ζεύει στο μαύρο αμάξι της: τα μεροκάματά μας είναι

τόσο μικρά. Για ψωμί και κουρέλια καίμε το λάδι του μεσονυχτιού. Τα παιδιά μου, στοιβαγμένα στο παλιό κρεβάτι, ξεζούμισαν το κάτι­σχνο στήθος της μάνας τους. Τρώμε το σπόρο του καλαμποκιού που θα 'πρεπε να βγάλει τροφή για τους νέους». 1ΟΊ

Ο άγγλος παπουτσής John Brant απέδωσε τη συμμετοχή του στη συ­νωμοσία της οδού Κάτωνος στους χαμηλούς μισθούς και στην απώλεια της ανεξαρτησίας που σήμαιναν αυτοί. Η κατάθεσή του δείχνει πως ήθε­λε να εκδικηθεί αυτούς που είχαν την εξουσία, επιβεβαιώνοντας τη δυ­νατότητά του να σκέφτεται και να πράττει ανεξάρτητα:

«Μπορούσε, με τη δουλειά του, να βγάζει γύρω στις 3 με 4 λίρες τη βδομάδα, και όσο ήταν έτσι τα πράγματα, ποτέ του δεν ανακατεύτη­κε με τα πολιτικά' όταν όμως είδε το εισόδημά του να μειώνεται σε 10 σεντς τη βδομάδα, άρχισε να Ψάχνει γύρω του [ . . . ] Και τι βρήκε ; Ναι, ανθρώπους στην εξουσία που κάθονται και αποφασίζουν το πως να πεθάνουν στην πείνα τη χώρα και να την καταστρέψουν [ . . . ] Έλαβε μέρος στη συνωμοσία για το δημόσιο καλό». 1Ο8

Η διάδοση της βιοτεχνίας για μια μακρινή αγορά και όχι για γνω­στούς πελάτες επηρέασε με διάφορους τρόπους το επάγγελμα. Από τη

Histoire de classes ouvrii!res et de l 'industrie en France de 1 789 iί 1870, 2 τόμοι, Παρίσι, έκδοση 1940. τόμο 2, σ. 567' Christopher Johnson, «Communism and the Working CΙass before Marx : The Icarian Experience» . American Historical Review, τχ. 7 6 ( 1 971) , σ . 6 6 ' David Landes, The Unbound Prometheus, Λονδίνο 1 969, σ. 294-296' Direction du travail, Les Associations projessionelles ouvrii!res, 4 τόμοι. Παρίσι 1 894-1904), τόμο 2, σ. 1 1 -87 ' Ε . Yeo -Ε.Ρ. Thompson (επιμ.), The Unknown Mayhew, ό.π. , σ. 228-279.

106. W. Sewell Jr, The Shoemakers oj Marseille, σ. 2 1 7. 1 07. Charles Poncy, « La Chanson du cordonnier» , La Chanson de chaque mftier, Παρίσι

1850, σ. 80-85. 1 08. Ε .Ρ. Thompson, The Making oj the English Working CΙass, ό. π .• σ. 704.

Page 66: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

66 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

μια, οδηγούσε, τουλάχιστον προσωρινά, σε μια επιβεβαίωση των αξιών και των αιτημάτων του συνόλου της τέχνης, των αξιών που συμμερίζο­νταν τόσο οι μαστόροι όσο και καλφάδες, ενάντια στη φτηνοδουλειά και την «αναξιοπρεπή» εργασία, που γινόταν είτε τοπικά είτε σε μεγάλης κλίμακας βιομηχανικά κέντρα όπως το Northampton. Από την άλλη, καλ­φάδες ή προλεταριοποιημένα μικροαφεντικά που αντιλαμβάνονταν ότι είχαν μετατραπεί σε μόνιμους μεροκαματιάρηδες εργάτες, οδηγούνταν στο συνδικαλισμό και στη σύγκρουση με τους εργοδότες τους, γεγονός που όξυνε τον παπουτσίδικο ριζοσπαστισμό. Έτσι, ο παριζιάνος παπου­τσής «Efrahem » μιλούσε για τη μέρα που «όταν δοθεί το σύνθημα, όλοι οι εργάτες ταυτόχρονα θα αφήσουν τα εργαστήρια και θα απέχουν από την εργασία για να πετύχουν την αύξηση που ζήτησαν από τα αφεντικά τους». 1Ο9 Όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, οι παπουτσήδες έφτιαξαν γρήγο­ρα μαχητικά σωματεία. Στη Βρετανία, τουλάχιστον, οι ρίζες του συνδι­καλισμού ήταν βαθιές. Ο James Hawker, που κατέχει μια ταπεινή θέση στην ιστορία σαν ένας λαμπρός και πολιτικά συνειδητός λαθροθήρας και αγροτικός ριζοσπάστης στο Leicestershire, ήταν γιος ενός φτωχού ράφτη που έμαθε τσαγκαρική στο Northampton. Στα μεσοδιαστήματα ανάμεσα στις κατατάξεις στο στρατό και στις λιποταξίες του, έκανε κάθε δυνατή δουλειά στα Easter Midlands. Αλλά μπήκε σε συνδικάτο αμέσως μόλις βρήκε κάποιο διαθέσιμο: « Ετρεξα σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα και πήρα την ταξιδιωτική μου κάρτα. Από τη στιγμή εκείνη ήμουν συνδικα­λισμένος - πριν καλά καλά μάθω τι ήταν [ . . . ] Αν δεν είχα συνδικαλιστεί, θα είχα αναγκαστεί να ζητιανεύω ή να κλέβω». 1 1Ο

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και τη μισθωτή εργασία, ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική πάλη, ήταν ακόμα αρκετά α­σαφής για να επιτρέψει την υπερβολική κατηγοριοποίηση. Μέχρι το 1874 στη Βρετανία, οι παραδοσιακοί παπουτσήδες και οι εργάτες της μετα­ποίησης δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους τόσο πολύ ώστε οι τελευταίοι να α­ποχωρήσουν από την Amalgamated Cordwainers Assocation και να ιδρύ­σουν το National υηίοη of Boot and Shoe Riveters and Finishers - το μελ­λοντικό National υηίοη of Boot and Shoe Operatives . Το σωματείο του 1820 στήριξε την υπόθεση των κατηγορουμένων για τη συνωμοσία της οδού Κάτωνος. Και τα σωματεία στα οικοτεχνικά και βιομηχανικά κέ-

1 09. Παρατίθεται στο Α. Faure - J . Ranciere (επιμ.), La Parole ouvriere, 1830-1 85 1 , ό.π. , σ. 16 1 .

1 10. Garth Christian (επιμ.) , James Hawker's Journal: Α Victorian Poacher, Οξφόρδη 1978, σ. 1 5, 16 . Βλ. επίσης Ν. Mansfield, « John Brown: Α Shoemaker's Place ίη London », ό. π. , σ. 1 30-13 1 , που παραθέτει τη μαρτυρία του John Brown από το 181 1 : <<μόλις εγκαταστάθη­κα σε μια μόνιμη δουλειά, έγινε απαραίτητο να συμμετέχω στις συναντήσεις του επαγγέλ­ματος, που είναι μια σύμπραξη για τη στήριξη των μισθών» .

Page 67: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠAΠOrΓΣHΔEΣ

ντρα στηρίζονταν στην παλιά παράδοση της τέχνης για τις δ ιαμαρτυρίες τους. Στο Nantwich στο Cheshire, για παράδειγμα, ένα ισχυρό σωματείο αυτού του είδους γιόρτασε τη γιορτή του Αγίου Crispin το 1833 με μια μεγάλη παρέλαση

«ο Βασιλιάς Crispin καβάλα στο άλογο με βασιλικά εμβλήματα [ . . . ] συνοδευόμενος από λακέδες με κατάλληλα κοστούμια. Οι επίσημοι του σωματείου ήταν ντυμένοι με ρούχα αρμόζοντα στη σειρά τους, και κρατούσαν τη Βίβλο, ένα μεγάλο ζευγάρι υδρόγειων σφαιρών και επίσης όμορφα δείγματα ανδρικών και γυναικείων μποτών και πα­πουτσιών [ . . . ] Σχεδόν 500 άτομα συμμετείχαν στην παρέλαση, που ό­λοι τους φορούσαν περιποιημένες λευκές ποδιές. Η πομπή έκλεινε με έναν παραγιό που βάδιζε με βηματισμό, με τα εργαλεία στην πλάτη του και μ' ένα μπαστούνι στο χέρι» .Η I

Το λάβαρο του σωματείου <<με το έμβλημα του επαγγέλματος και την ε­πιγραφή "Είθε τα προ'ίόντα των υιών του Crispin να περπατήσουν σε ό­λον τον κόσμο" [ . . . ] θαυμάστηκε πολύ». 1 12 Η παρέλαση μιας συντεχνίας δε θα 'τανε πολύ διαφορετική .

Οι δ ιαδρομές, ωστόσο, που οδηγούν στους ριζοσπάστες των χωριών του τέλους του δέκατου όγδοου αιώνα και των αρχών του δέκατου ένα­του, ξεκινούν πιο συχνά από περιβάλλοντα όπως το Λονδίνο, όπου μά­στορες και καλφάδες συμμερίζονταν γιακωβίνικες απόψεις σαν αυτές που εξέφραζε η Εταιρεία Αλληλογραφίας του Λονδίνου και τα μέλη της συνωμοσίας της οδού Κάτωνος, ή το Παρίσι, όπου οι παπουτσήδες ήταν από τους πλέον πολυάριθμους οπαδούς του Etienne Cabet. Ο παπουτσής του χωριού συμμεριζόταν με τους αξιοπρεπείς παπουτσήδες της πόλης την υπεράσπιση της υπόθεσης του ανεξάρτητου μικροβιοτέχνη. Υπερα­σπιζόμενος αυτή την υπόθεση, διατύπωσε μια κριτική της οικονομίας και της κυβέρνησης που μπορούσε να εκφράζει τα παράπονα άλλων εργα­τών και να τους παρακινεί σε δράση. Το κάλεσμα σε δράση στηριζόταν στην αντίληψη, ότι οι άνθρωποι σαν αυτόν ήταν έτοιμοι για δράση' υπέ­θετε μάλιστα ότι μικρές ομάδες ευφυών «πολιτών» μπορούσαν να δρά­σουν ανεξάρτητα -δίχως δηλαδή την καθοδήγηση πιο μορφωμένων αν­θρώπων ή την υποστήριξη κεντρικών θεσμικών οργανώσεων- για να διορθώσουν τις αδικίες.

Παρ' όλα αυτά, αν και οι αλλαγές μέσα στο ίδιο το επάγγελμα ενί­σχυσαν τη συνείδηση των μελών του για τις ανισότητες της κοινωνίας,

1 1 1 . W.H. Chaloner (επιμ . ), « The Reminiscences of Thomas Dunning ( 1813-1894) and the Nantwich Shoemakers' Case of 1 834» , Trans. Lancs. and Cheshire Antiq. Soc . . τχ. 59 ( t947), σ. 98.

1 1 2 . Στο ίδιο.

Page 68: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

68 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

δεν μπορούμε να πούμε ότι ο ριζοσπαστισμός των παπουτσήδων προέ­κυψε στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα απλά σαν μια απάντηση στον πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, ο τσαγκάρης ως διανοούμενος και ετερόδοξος φιλόσοφος του εργαζόμενου και εκφραστής του απλού κόσμου, ως αγωνιστής του επαγγέλματος, προηγείται κατά πολύ της Βιομηχανικής Επανάστασης - τουλάχιστον αν αποδεχθούμε τη θέση αυτού του άρθρου. Αυτό που έγινε στα πρώτα στάδια της εκβιομηχάνισης ή της πρωτοεκβιομηχάνισης, ήταν να διευ­ρυνθεί η βάση του ριζοσπαστισμού των παπουτσήδων με την αύξηση των αριθμών των υποδηματοποιών και επιδιορθωτών και τη δημιουργία ενός ευρύτερου σώματος περιοδικώς, τουλάχιστον, φτωχοποιημένων ημι­προλεταριοποιημένων εργατών. Πολλοί καλφάδες αναγκάστηκαν να ε­γκαταλείψουν το παραδοσιακό πλαίσιο των δραστηριοτήτων και προσ­δοκιών της τέχνης και να ενταχθούν στο μαχητικό συνδικαλισμό των ει­δικευμένων εργατών.

Αλλά αυτό που πάνω απ' όλα έκανε αυτή η περίοδος, ήταν να πλου­τίσει τα εργαλεία του πολιτικού ριζοσπαστισμού και το ρεπερτόριο ιδε­ών, αιτημάτων και προγραμμάτων του. Πολλαπλασιάστηκαν οι κοσμικές, δημοκρατικές, γιακωβίνικες, ρεπουμπλικανικές, αντικληρικαλικές, συνε­ταιριστικές, σοσιαλιστικές, κομμουνιστικές και αναρχικές ιδεολογίες κοι­νωνικής και πολιτικής κριτικής και συμπλήρωσαν ή αντικατέστησαν τις ετερόδοξες θρησκευτικές ιδεολογίες που παρείχαν μέχρι τότε το βασικό λεξιλόγιο της λα'ικής σκέψης. Κάποιες είχαν μεγαλύτερη απήχηση από άλλες, αλλά όλες είχαν πλευρές που μιλούσαν στις εμπειρίες των πα­πουτσήδων, παλιών και νέων. Επίσης, πολλαπλασιάστηκαν τα μέσα της λα'ικής προπαγάνδας και συζήτησης: εφημερίδες και φυλλάδια που πα­ρείχαν μια ευρύτερη απεύθυνση στα κείμενα των εργαζόμενων διανοού­μενων μπορούσαν να διαβαστούν και να συζητηθούν στο τσαγκαράδικο. Και καθώς ο φιλόσοφος ή αιρετικός παπουτσής μετατρεπόταν στον πο­λιτικοποιημένο ριζοσπάστη παπουτσή, η ανάδυση των κινημάτων δια­μαρτυρίας και κοινωνικής απελευθέρωσης ενός κόσμου που είχε έρθει τα πάνω κάτω μέσα από μεγάλες επαναστάσεις που επιχειρήθηκαν, πέτυ­χαν και προαναγγέλθηκαν, του έδωσε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό να τον ακούσει, και ίσως να τον ακολουθήσει, στην πόλη και στο χωριό. Δεν εί­ναι παράξενο που η εκατονταετία που άρχισε με την Αμερικανική Επα­νάσταση ήταν ο χρυσός αιώνας του ριζοσπαστισμού των τσαγκάρηδων.

Page 69: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛJΤιΚΟΠΟJΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 69

Ιv

Υπάρχει ένα τελευταίο ερώτημα που πρέπει να τεθεΙ Τι απέγινε τελικά ο ριζοσπαστισμός της ευγενικής τέχνης; Ασχοληθήκαμε κυρίως με την περίοδο που προηγείται της βωμηχανικής εκμηχανισμένης υποδηματο­ποιίας και της ανάδυσης των σύγχρονων σοσιαλιστικών και κομμουνιστι­κών κινημάτων της εργατικής τάξης. Στη διάρκεια αυτής της μακράς πε­ριόδου, OL παπουτσήδες συνδέθηκαν με όλα σχεδόν τα κινήματα κοινωνι­κής διαμαρτυρίας. Τους βρίσκουμε να πρωτοστατούν στους αφετικούς και τους ιεροκήρυκες, στα κινήματα των ρεπουμπλικάνων, των ριζοσπα­στών, των ιακωβίνων και των αβράκωτων, στις συνεταφιστικές, σοσιαλι­στικές και κομμουνιστικές ομάδες, στους άθεους αντικληρικαλιστές και, φυσικά, στους αναρχικούς. Πρωτοστάτησαν άραγε εξίσου και στα σο­σιαλιστικά κινήματα της νέας εποχής ;

Η απάντηση είναι όχι. Στη Γερμανία περιλαμβάνονται βέβαια μεταξύ των έξι ομάδων ειδικευμένων εργατών που αποτελούν τα δύο τρίτα του­λάχιστον των σοσιαλδημοκρατών εργατών υποψηφίων στις εκλογές για το Reichstag πριν το 1914 : μαζί με τους εργάτες ξύλου, τους μεταλλερ­γάτες, τους τυπογράφους, τους τσιγαράδες και, αργότερα, τους οικοδό­μους. Παρ' όλα αυτά, το 1912 ήταν πολύ πίσω απ' όλους αυτούς (με ε­ξαίρεση τους OLκοδόμους) στο ποσοστό των εκλεγμένων βουλευτών, και πολύ μακριά από τους μεταλλεργάτες, τους οικοδόμους και τους εργά­τες ξύλου στο ποσοστό των υποψηφίων, αν και στο ίδω επίπεδο με την πολύ μικρότερη ομάδα των τυπογράφων και πάνω από τη μικρότερη ο­μάδα των τσιγαράδων (βλ. πίνακα). Το συνδικάτο των υποδηματοποιών, αν και, ως συνήθως, είχε ξεκινήσει νωρίς τη ζωή του σαν οργάνωση, υ­ποχώρησε από την όγδοη θέση σε μέγεθος το 1892 στην ένατη το 1899

και στη δωδέκατη το 1905-1912 . Στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, μετά το 1918 οι παπουτσήδες ήταν αμελητέα ποσότητα, αφού από 504

ηγετικά στελέχη υπήρχαν μόνο 7 καταρτισμένοι παπουτσήδες. Ανάμεσα στα 107 επαγγέλματα (κι αφήνοντας έξω τα συντριπτικά κυρίαρχα ε­παγγέλματα μετάλλου), ήταν πολύ πίσω από τους τυπογράφους ( 1 7) και τους εργάτες ξύλου (29), αν και στο ίδω επίπεδο με τους ράφτες (7), τους χτίστες (7) και τους υδραυλικούς (8) . Εκτός από έναν ανειδί­κευτο εργάτη υποδηματοποιίας, τον ννίΙΙί Mίinzenberg, το μεγάλο προ­παγανδιστή, το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε κανέναν άλ­λον επιφανή παπουτσή . 1 13

Στη Γαλλία, οι παπουτσήδες σαφώς υπεραντιπροσωπεύονταν στο Parti Ouνrier Franςaίs (Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) κατά τη δεκαετία του

1 1 3. Βασισμένο στα βιογραφικά στοιχεία του Hermann Weber, Die Wand/ung des deutschen Kommunismus, 2 τόμοι, Φρανκφοίιρτη 1969, τόμο 2.

Page 70: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΠΙΝΑΚΑΣ

Εκλογές του 1 9 1 2 για το Reichstag:

εΠαΥΥελματικές ομάδες ως ποσοστό υποΨηφίων και βουλευτών

Επαγγελματικές ομάδες Εργάτες μετάλλου Εργάτες ξύλου Οικοδόμοι Τυπογράφοι Παπουτσήδες Καπνεργάτες Ράφτες Υφαντουργοί

ΥποΦήφιοι 1 5,6 1 4,8 12,8 6,6 6,6 3,8 2,7 0,8

Βουλευτές 1 5,2 10,9 3,6 7,3 4,5 6,4 4.5 2,7

Σημείωση και πηγή: W. H . Schroder. « Die Sozialstruktur der sozialdemokratischen Reichs­tagskandidaten. 1898-1 912». στο Herkunft und Mandat: Beitrίige zur Fuhrungsproble­matik in der Arbeiterbewegung, Φρανκφούρτη και Κολωνία 1976. σ. 72-96. Όλοι οι α­ριθμοί είναι ποσοστά.

1890, σε σύγκρισΎj με το ποσοστό τους στον ενεργό πλΎjθυσμό (3,6%), με ένα 5,3% επί των μελών του κόμματος και 7,7% επί των υΠOΨΎjφίων του κόμματος ( 1 894-1897), αλλά τα τοπικά στοιχεία δεν τους δείχνουν να παίζουν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο, παρά μόνο σε λίγες περιοχές. 1 14 Δε θα τους επέλεγε κανείς σαν σύμβολο των αγωνιστών του σοσιαλιστικού κι­νήματος, πράγμα που φαινόταν εύλογο για τους αναρχικούς. Πράγματι, οι πιο επιφανείς αριστεροί παπουτσήδες ήταν σίγουρα ο αναρχικός Jean Grave και ο αναρχοσυνδικαλιστής Vicror Griffuelhes, που και οι δύο δια­κρίνονταν από ΤΎj χαραΚΤΎjριστική κλίσΎj του επαγγέλματος για ΤΎjν πολι­τική συγγραφή. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο ρόλος του παπουτσή μειω­νόταν καθώς το κέντρο βάρους μετατοπιζόταν στις μεγάλες βιoμΎjχανίες και στο δΎjμόσιo τομέα. Το 1945, μεταξύ των πιο επιφανών κομμουνι­στών περιλαμβάνονται δύο πρώΎjν ξυλουργοί και ένας πρώΎjν ζαχαρο­πλάσΤΎjς, όμως οι παπουτσήδες είναι απόντες από τον κατάλογο, όπου κυριαρχούν οι εργαζόμενοι στο μέταλλο και τους σιδΎjρoδρόμoυς. Από τους 51 πρώΎjν τεχνίτες που εξελέγΎJσαν σΤΎj γαλλική βουλή το 1951 , μό­νο ένας ήταν παπουτσής (ένας σοσιαλιστής) . 1 1 5

Α ν υπήρχαν κάποια τυπικά επαγγέλματα στους αγωνιστές του Αυ-

1 1 4 . Chaude Willard, Le MouvemenI socialisIe en France. 1893- 1 905: les Guesdistes. Παρίσι 1965, ιδιαίτερα σ. 335-337. Βλ. επίσης Tony Judt, Socialism in Provence. 1871 - 1 9 1 4 . Καί­μπριτζ 1979. σ. 73. 1 12 .

1 1 5. Parti Communiste Franςaίs, Des Fran�ais en qui Ια France peut avoir confiance, 2η έκδο­ση. Παρίσι 1945' Maurice Duverger (επψ.). Partis politiques εΙ classes sociales en France, Παρίσι 1955, σ. 302, 304 .

Page 71: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤιΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ

στριακού Σοσιαλιστικού Κόμματος, αυτά ήταν οι κλειδαράδες!μΎjχανΙΚOί και οι τυπογράφοι. 1 16 Δύσκολο να βρεθούν επιφανείς τσαγκάΡΎjδες σ' αυτό το κόμμα, ενώ στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ισπανίας, παρότι για ένα διά­σΤΎjμα γραμματέας του ήταν ένας παπουτσής, ο Φρανθίσκο Μόρα, ο ο­ποίος τελικά (και χαρακηριστικά) υπήρξε και ο ιστορικός του, το επάγ­γελμα που κυριαρχούσε σαφώς σ' αυτό το σώμα τεχνιτών ήταν οι τυπο­γράφοι. Σίγουρα μπορούμε να βρούμε μερικούς επιφανείς παπουτσήδες σε μικρότερα σοσιαλιστικά κόμματα, όπως στο Ουγγαρέζικο, όπου δύο απ' αυτούς έγιναν εκδότες ης εφΎjμερίδας του, ή στο (Μαρξιστικό) Σο­σιαλδΎjμOκρατικό Κόμμα του Βασιλείου ΤΎjς Πολωνίας και Λιθουανίας, στο οποίο οι τσαγκάρΎjδες «παρέμειναν σ' όλΎj του ΤΎjV ιστορία το βασι­κό προπύργιο» . 1 17 Αλλά τα μόνα κομμάτια του σύγχρονου σοσιαλισμού και κομμουνισμού στα οποία ο ριζOσπάσΤΎjς τσαγκάΡΎjς φαίνεται να δε­σπόζει πραγματικά, είναι εκείνα που απέτυχαν εμφανώς να εξελιχθούν σε μαζικά κόμματα ή έστω σε τυπικά κόμματα ΤΎjς βΙOμΎjχανικής εργατι­κής τάξΎjς. Ο γενικός γραμματέας του μικροσκοπικού Αυστριακού Κομ­μουνιστικού Κόμματος και ο (συμβολικός) προεδρικός του υποψήφιος ή­ταν και οι δύο πρώΎjν καλφάδες παπουτσήδες από τις επαρχίες ΤΎjς Κα­ρινθίας και ΤΎjς BOΎjμίας αντίστοιχα, ενώ ο πλέον επιφανής ριζOσπάσΤΎjς παπουτσής του εικοστού αιώνα είναι αναμφισβήητα ο Πρόεδρος ΤΎjς Ρουμανίας Τσαουσέσκου, το κόμμα του οποίου, ην εποχή που προσχώ­ρφε σ ' αυτό, δεν είχε παρά μια χούφτα μελών ρουμανικής εθνικότψας.

ΣΤΎjν εκβΙOμΎjχανισμένΎj Βρετανία, οι παπουτσήδες, οι οποίοι τόσο πε­ρίOΠΤΎj θέσΎj κατείχαν κατά ΤΎjν περίοδο ανάμεσα σην εποχή ΤΎjς Εται­ρείας AλλΎjλoγραφίας του Λονδίνου και σΤΎjν εκλογή του άθεου ριζοσπά­σΤΎj Charles Bradlaugh σΤΎjν τσαγκαράδΙΚΎj εκλογική περιφέρεια του Northampton το 1880, δεν έπαιξαν σΎjμαντικό ρόλο σΤΎjν εποχή του Εργατικού Κόμματος, πέρα από το δικό τους συνδικάτο. Δεν αντιπρο­σωπεύονται σχεδόν καθόλου σΤΎjν κοινοβουλευτική ομάδα των Εργατι­κών, και ούτε παίζουν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο κάπου αλλού. Ο μόνος που είχε κάποια (ανειδίκευΤΎj) τσαγκαράδΙΚΎj εμπειρία στο ξεκίνΎjμα ης πoλυτάραΧΎjς καριέρας του και έγινε κάπως επιφανής είναι ο Ύjγέης των εργατών στις μεταφορές, Ben Tillett. 1 18

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σε γενικές γραμμές, ο ρόλος του ριζοσπά-

1 1 6. Βασισμένο σε στοιχεία από το Jean Maitron - Georges Haupt (επιμ. ) , Dictionnaire biographique du mol/vement οιιυΥίεΥ international: ΙΆutrίche, Παρίσι 197 1 .

1 1 7 . Προσωπική πληροφόρηση από ουγγρους συναδέλφους. Μ . Κ . Dziewanowski, «Social Democrats Versus "Social Patriots": The Origins of the Split in the Marxist Movement in Poland » , American Slavic and East European Review, τχ. 1 0 ( 1951 ), σ. 18.

1 1 8. Βασισμένο στο Joyce Μ. Bellamy - John Saville (επιμ . ) , Dictionary ο/ Labour Biography, 9 τόμοι, Λονδίνο 1994.

Page 72: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

στη παπουτσή δεν ήταν πλέον, την εποχή των μαζικών σοσιαλιστικών εργατικών κινημάτων, το ίδιο σημαντικός. Σίγουρα αυτό οφείλεται εν μέρει στην αλλαγή που υπέστη η υποδηματοποιία από μια αριθμητικά μεγάλη χειροτεχνική ή ημιχειροτεχνική τέχνη σε μια αριθμητικά πολύ μι­κρότερη βιομηχανία που διένειμε τα προίόντα της μέσω καταστημάτων. Δεν υπήρχαν πια πολλοί που να ασκούν την πιο χαρακτηριστική από «αυτές τις καθιστικές τέχνες, που επιτρέπει σ' έναν άνθρωπο να "φιλο­σοφεί" την ώρα που ασχολείται με τις συνηθισμένες δουλειές του» κι α­νάμεσα στους οποίους οι αναρχικοί βρήκαν τόσους πολλούς οπαδούς. 1 19 Οι περισσότεροι άνδρες και γυναίκες που έφτιαχναν παπούτσια, γίνο­νταν σιγά σιγά μια υποκατηγορία του εργοστασιακού εργάτη ή του εξω­τερικού εργάτη της ανεπτυγμένης βιομηχανικής οικονομίας οι περισσό­τεροι απ' αυτούς που πουλούσαν παπούτσια δεν είχαν πια καμιά σχέση με την κατασκευή τους. Ο τύπος του ριζοσπάστη παπουτσή ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή.

Η εποχή της δόξας του είναι ανάμεσα στην Αμερικανική Επανάσταση και στην ανάδυση των μαζικών σοσιαλιστικών κομμάτων της εργατικής τά­ξης, όποτε αυτή έγινε στην κάθε χώρα (και στο βαθμό που έγινε) . Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κλίση του για τη δημοκρατική και ανε­ξάρτητη σκέψη, ομιλία και κήρυγμα, που πιο πριν εκφραζόταν κυρίως μέσα από τη θρησκευτική ετεροδοξία και το ριζοσπαστισμό, βρήκε θεω­ρητικές διατυπώσεις στις κοσμικές εξισωτικές επαναστατικές ιδεολογίες και στην έμπρακτη πάλη των μαζικών κινημάτων κοινωνικής διαμαρτυ­ρίας και ελπίδας. Η σύνδεση μ' αυτού του είδους τις ειδικά πολιτικές ι­δεολογίες του ριζοσπαστισμού μετέτρεψαν τον παλιό «φιλόσοφο τσα­γκάρψ> στο «ριζοσπάστη τσαγκάρη», μετέτρεψαν το φτωχό διανοούμενο του χωριού στον αβράκωτο, ρεπουμπλικάνο ή αναρχικό του χωριού.

Ο συνδυασμός της πανταχού παρουσίας του με τις περιστασιακές με­γάλες συγκεντρώσεις ημιπρολεταριοποιημένων τεχνιτών, έδωσε στον πα­πουτσή τον καθολικό και επιφανή του ρόλο ως συνηγόρου, εκπροσώπου και ηγέτη του φτωχού. Ως άτομο βρέθηκε σπάνια στην πρώτη γραμμή κινημάτων εθνικής εμβέλειας. Ακόμα κι ανάμεσα στους χειρώνακτες ερ­γάτες που απέκτησαν φήμη ως θεωρητικοί και ιδεολόγοι, άνθρωποι σαν τον Τόμας Παίην τον κατασκευαστή κορσέδων, τον Weitling τον ράφτη, τον Προυντόν και τον Bray τους τυπογράφους, τον Μπέμπελ τον ξυλουρ­γό, τον Dietzgen το βυρσοδέψη, έρχονται πιο εύκολα στη μνήμη από ο­ποιονδήποτε τσαγκάρη. Η δύναμη του παπουτσή βρίσκεται στη βάση. Δίπλα σε κάθε Thomas Hardy ή Μόρα ή Griffuelhes υπάρχουν εκατοντά­δες άλλοι τους οποίους ακόμα και ο ειδικός στην ιστορία των ριζοσπα-

1 1 9. J. Maitron, Le Mouvement anarchiste en France, ό.π. , τόμο 1, σ. 1 3 1 .

Page 73: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΠΑΠΟΠΣΗΔΕΣ 73

σηκών και εργατικών κινημάτων έχει δυσκολία να περισώσει από την α­νωνυμία του τοπικού αγωνιστή, μια που πολύ λίγα είναι γνωστά γι' αυ­τούς πέρα από το ότι μίλησαν και πάλεψαν στον τόπο τους για τα δι­καιώματα άλλων φτωχών ανθρώπων: ο John Adams, ο τσαγκάρης του Maidstone στις ταραχές των δουλευτών των αγροκτημάτων το 1830' ο Thomas Dunning, η αποφασιστικότητα και η εξυπνάδα του οποίου έσω­σαν τους παπουτσήδες του Nantwich από τη μοίρα που είχαν οι μεροκα­ματιάρηδες του Dorchester' ο μοναχικός ιταλός αναρχικός τσαγκάρης που έφερε τις ιδέες του σε μια επαρχιακή πόλη της Βραζιλίας. Ο χώρος του παπουτσή ήταν η πολιτική πρόσωπο με πρόσωπο, ήταν περισσότερο η Gemeinschaft παρά της Gesellschaft. Ιστορικά ανήκει στην εποχή του εργα­στηρίου, της μικρής πόλης, της γειτονιάς και, πάνω απ' όλα, του χωριού, και όχι στην εποχή του εργοστασίου και της μητρόπολης.

Δεν εξαφανίστηκε τελείως. Ένας από τους συγγραφείς αυτού του άρ­θρου θυμάται ακόμα τον καιρό που, σαν φοιτητής, παρακολούθησε μα­θήματα μαρξισμού από έναν αξιοθαύμαστο Σκωτσέζο αυτού του είδους και του κίνησε την προσοχή το πρόβλημα του τσαγκαράδικου ριζοσπα­στισμού σε ένα εργαστήρι ενός καλαβρέζου τσαγκάρη στη δεκαετία του 1950. Σίγουρα υπάρχουν μέρη που επιβιώνει ακόμα, και εμπνέει τους νέους να ακολουθήσουν τα ιδεώδη της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, όπως ο τσαγκάρης θείος του Λόυντ Τζωρτζ δίδαξε στον α­νιψιό του τις βασικές αρχές της ριζοσπαστικής πολιτικής σε ένα χωριό της Ουαλίας τη δεκαετία του 1880. Ανεξάρτητα από το αν εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό φαινόμενο στην πολιτική των απλών ανθρώ­πων, τους υπηρέτησε καλά. Και έχει βάλει, τόσο συλλογικά όσο και μέ­σα από έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό ατομικών περιπτώσεων, τη σφραγίδα του στην ιστορία.

.

Page 74: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Αυτό το άρθρο ερευνά τη συμβολή των εθνικών ιστοριών στο χαρακτήρα των εργατι­κών κινημάτων. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1964, αλλά βασίζεται σε μια διά­λεξη στα πλαίσια ενός σεμιναρίου με θέμα τη «Συγκριτική ανάλυση του βρετανικού και του γαλλικού εργατικού κινήματος» που έγινε στο Καίμπριτζ γύρω στο 195 1. Οι υφηγητές (σαν εμένα τότε) είχαν το δικαίωμα να δίνουν διαλέξεις. ακόμα και στις περιπτώσεις που (όπως εγώ) αρνούνταν θέσεις τόσο του Οικονομικού όσο και του Ι στορικού τμήματος του Πανεπιστημίου.

Τι ρόλο παίζουν τα έθιμα, οι παραδόσεις και οι ειδικές ιστορικές εμπει­ρίες μιας χώρας στα πολιτικά της κινήματα; Όσον αφορά το εργατικό κί­νημα , το πρόβλημα αυτό έχει συζητηθεί περισσότερο από πολιτικούς ( Μαρξ εναντίον Wesley) παρά από ιστορικούς. Σ' αυτό το άρθρο προ­τείνω μια σύγκριση των εμπειριών της Γαλλίας και της Βρετανίας, των χωρών με τη μεγαλύτερη ιστορία στο εργατικό κίνημα .

Το εργατικό κίνημα, είτε το θεωρήσουμε από τη σκοπιά της πολιτικής είτε από τη σκοπιά της βιομηχανίας, αποτελεί βέβαια ένα καινοφανές ιστο­ρικό φαινόμενο. Ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κάποια συνέχεια ανάμε­σα στις ενώσεις των τεχνιτών και στα πρώιμα συνδικάτα, είναι απλή αρ­χαιοπληξία να σκεφτόμαστε το κίνημα της δεκαετίας του 1870, ή ακόμα και του 1830, με τους όρους, φέρ' ειπείν, των πρώτων επαγγελματικών εταιρειών των καπελάδων και των βυρσοδεΨών. Από ιστορική άποΨη, ω­στόσο, η διαδικασία οικοδόμησης νέων θεσμών, νέων ιδεών, νέων θεω­ριών και τακτικών, σπάνια ξεκινά σαν μια συνειδητή εργασία κοινωνικής μηχανικής. Οι άνθρωποι ζουν περιτριγυρισμένοι από μια τεράστια συσ­σώρευση παλαιών επινοήσεων και είναι φυσικό να παίρνουν τις πιο βολι­κές απ' αυτές και να τις προσαρμόζουν στους δικούς τους (και καινούρ­γιους) σκοπούς. Ο ιστορικός που ανιχνεύει, βέβαια, αυτές τις διαδικα­σίες, δεν πρέπει να ξεχνά τη συγκεκριμένη λειτουργία που έχουν να εκ­πληρώσουν οι νέοι θεσμοί ' αλλά και η λειτουργιστική ανάλυση δεν πρέ­πει να ξεχνά ότι το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο αναγκαστικά τους χρωματίζει (και ίσως τους βοηθά; τους παρεμποδίζει ή τους εκτρέπει).

Ας πάρουμε δύο ακραία παραδείγματα. Το 1855, οι εργάτες στα ντα­μάρια του Trelaze, δυσαρεστημένοι από την οικονομική τους κατάσταση, αποφάσισαν να αναλάβουν δράση: πήγαν στην Αγγέρη και κήρυξαν μια

Page 75: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 75

εξεγερσιακή Κομμούνα,1 έχοντας πιθανότατα στο μυαλό τους την ανά­μνηση της Κομμούνας του 1792. Εννιά χρόνια αργότερα, οι ανθρακωρύ­χοι του Ebbw Vale βρίσκονταν κι αυτο ί σε μια ανάλογη κινητοποίηση. Οι αδελφότητες των χωριών της κοιλάδας έκαναν πορεία πάνω στο βουνό, με μουσικές μπάντες επικεφαλής. Εκφωνήθηκαν λόγοι, η αδελφότητα του Ebbw Vale πρόσφερε τσάι με 6 πένες το άτομο, και έκλεισε η συ­γκέντρωση Ψάλλοντας τη δοξολογία.2 Οι οικονομικές αιτίες που κινού­σαν τόσο τους ουαλλούς ανθρακωρύχους όσο και τους εργάτες της Βρε­τάνης ήταν μάλλον παρόμοιες. Οι κινητοποιήσεις τους όμως διέφεραν εμφανώς, επειδή διέφεραν οι ιστορίες των αντίστοιχων χωρών τους. Τα αποθέματα των εμπειριών του παρελθόντος, απ' τα οποία αντλούσαν ό­ταν μάθαιναν πώς να οργανώνονται, γιατ ί να οργανώνονται, πού να βρουν τους ηγέτες τους, καθώς και η ιδεολογία αυτών των ηγετών ενσω­μάτωνε, εν μέρει τουλάχιστον, ειδικά γαλλικά και βρετανικά στοιχεία: γενικά, μπορούμε να πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε τις επα­ναστατικές παραδόσεις, ενώ στη δεύτερη τις ριζοσπαστικές αντικομφορ­μιστικές παραδόσεις.

Και πάλι ε ίναι χρήσιμα συγκεκριμένα παραδείγματα. Οι υφαντουργοί και οι υπεργολάβοι της Λυών, θέλοντας να οργανώσουν ένα συνδικάτο το 1828, οργάνωσαν φυσικά τη δική τους εταιρεία των «Mutualists» σύμφωνα με το επαναστατικό μοντέλο. Χαρακτήρισαν μάλιστα το έτος ίδρυσης ως «Ετος Ένα της Αναγέννησης», πράγμα που απηχεί προφα­νώς ιακωβινισμό, και οργάνωσαν μικρές συνωμοτικές ομάδες, που φαίνε­ται να οφείλουν κάποια στοιχεία στις μπαμπεφικές ιδέες,3 ίσως όμως και στους παλιούς Compagnonnages,4 καθώς και στην ανάγκη να παρα­κάμΨουν το νόμο Chapelier. Αλλά και στη δεύτερη Αυτοκρατορία, το εργατικό πρόγραμμα απέρρεε εμφανώς από την κλασική γιακωβίνικη-ρι ­ζοσπαστική θεωρία' οι αριστεροί αναζητούσαν έμπνευση στον Ροβεσπιέ­ρο και στον Σαιν Ζυστ, αν όχι στον Εμπέρ και στον Ζακ Ρου, ενώ οι φι­λελεύθεροι έψαχναν τη δική τους πιο δεξιά. Ακόμα και στη δεκαετία του 1890, ο αναρχικός Emile Pouget, μετέπειτα ηγέτης της Γενικής Συνο­μοσπονδίας Εργατών (CGT), έφτιαξε την εφημερίδα του Le Pere Peinard

πάνω στο πρότυπο, το όνομα και το στυλ του Pere Duchene του Εμπέρ. Και το σημαντικότερο, ήταν η επαναστατική ιδεολογία αυτή που υιοθέ­τησαν αυτομάτως οι πρωτοπόροι εργάτες και διανοούμενοι που αποτε­λούσαν τον πυρήνα της ηγεσίας του κινήματος. Οι εργάτες πορσελάνης

1 . G. Duveau, Ια Vie ouvrii!re en France sous /e Second Empire, Παρίσι 1946, σ. 543. 2. Ness Edwards, The History of the South Wα/es Miners, Λονδίνο 1926, σ. 39. 3. Ε. Labrousse, Le Mouvement ouvrier et /es idees sociα/es en France de 1815 α /a ΙίΥΙ du ΧΕΧ

sii!C/e, Les Cours de la Sorbonne 1949: Fasc. ΙΙΙ, σ. 83-84. 4. W. Lexis, Gewerkvereine u. Unternehmerverbaende ίΥΙ Frarιkreich, Λειψία 1879, σ. 123-124.

Page 76: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

της Λιμόζ ήταν ρεπουμπλικάνοι, και εύκολα μεταπηδούσαν από το συν­δικαλισμό σε πολιτικές πρακτικές έτσι, όταν τέθηκε υπό απαγόρευση το συνδικάτο τους, γρήγορα οργάνωσαν την εξεγερσιακή τους Κομμούνα.5 Η Αριστερά στο νομό του Nieνre αντιστάθηκε στο πραξικόπημα του Λουδοβίκου Ναπολέοντα, και οργανώθηκε σε μια μυστική εταιρεία γνω­στή ως η «Jeune Montagne» [οι Νέοι ΟρεινοL].6

Η κατάσταση στη Βρετανία ε ίναι πιο πολύπλοκη, γιατί η αρχική ριζο­σπαστική-δημοκρατική παράδοση εξελίχθηκε σε δύο πτέρυγες, η διαχω­ριστική γραμμή των οποίων ήταν εν πολλοίς (υπεραπλουστεύω) αυτή που χωρίζει τους τεχνίτες και τα μέλη των συντεχνιών των παλαιότερων πόλεων με τα νέα κέντρα των εργοστασίων και ορυχε ίων: ριζοσπάστες­«λαίκοί» από τη μια, σχισματικοί-μεθοδιστές από την άλλη. Στο Λονδί­νο, για παράδειγμα, η αντικομφορμιστική παράδοση ποτέ δεν απέκτησε ρ ίζες ως μια αριστερή παράδοση, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει τη σχετικά μεγαλύτερη επιρροή του μαρξισμού σε μεταγενέστερες εποχές. Ακόμα κι ένας γνήσια θρησκευόμενος εργάτης σαν τον George Lansbury βρέθηκε στη Μαρξιστική Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία από την αρχή της πολιτικής του καριέρας και δε συνδέθηκε ποτέ με τα σχισματικά πα­ρεκκλήσια αλλά με την επίσημη Αγγλικανική Εκκλησία - κάτι μάλλον α­συνήθιστο. Στις επαρχίες αντ ίθετα, ο δρόμος οδηγούσε πολύ πιο φυσικά προς το ILP [Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα] ή προς τους μεθοδιστές κλη­ρικολαίκούς. Έχουμε, πράγματι, δύο γραμμές διανοητικής παράδοσης. Η μία ξεκινάει από ανθρώπους σαν τον Τόμας Παίην, περνάει από ανθρώ­πους σαν τους άθεους ριζοσπάστες της περιόδου των Owen -Carlile, και φτάνει στους κοσμικούς της μέσης βικτωριανής περιόδου σαν τον Ηο­lyoake και τον Bradlaugh και, μετά το 1880, στους μαρξιστές. Απ' αυτή την παράδοση προέρχονται μερικές από τις σημαντικότερες οργανωτικές επινοήσεις του βρετανικού εργατικού κινήματος: η «Εταιρεία Αλλη­λογραφίας» της δεκαετίας του 1790, το φυλλάδιο, η εργατική εφημερίδα, η αναφορά στο Κοινοβούλιο, η δημόσια συγκέντρωση και η δημόσια συ­ζήτηση, κ.ο.κ.· σ' αυτήν οφείλεται επίσης και το μικρό ενδιαφέρον του για τη θεωρία.

Υπό μ ία έννοια, αυτή η πρώτη παράδοση κατάγεται από το παρακλά­δι των σχισματικών του δέκατου έβδομου αιώνα, που κατά το δέκατο ό­γδοο οδηγήθηκε προς τον ντε'ίσμό και αργότερα στον αγνωστικισμό. Ένα μέρος της άλλης παράδοσης -ιδιαίτερα στην καλβινιστική Σκωτία­κατάγεται απευθείας από την επανάσταση του δέκατου έβδομου αιώνα, η οποία διεξήχθη με όρους θρησκευτικής ιδεολογίας. Ακόμα και στην

5. Στο ίδιο. σ. 183-184. 6. G . Duveau. La νίε ouvriere . ... ό.π . . σ. 89-9 1 .

Page 77: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤιΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 77

Αγγλία, ο ανεξάρτητος αιρετικός επιβίωσε ως καθαρός τύπος - για πα­ράδειγμα στον Zechariah Coleman του Mark Rutherford.7 Ως επί το πλεί­στον όμως, η εργατικ� σχισματικ� παράδοση προέρχεται από τη Μεθο­διστικ� αναγέννηση και ειδικότερα από σειρά αποσχίσεων μετά το 1810, απ' τις οποίες πιο γνωστ� είναι η Πρωτo-μεθoδιστικ� (Ρήmitive Metho­dist). Σ' αυτ�ν τη σχoλ� έμαθαν οι νέοι προλετάριοι των εργοστασίων, οι δουλευτές των αγροκτημάτων, οι ανθρακωρύχοι και άλλοι παρόμοιοι, το πώς να φτιάξουν ένα εργατικό συνδικάτο έχοντας ως πρότυπο το πα­ρεκκλ�σιo και την αδελφότητα. Αρκεί να διαβάσει κανείς την περιφερει­ακ� αναφορά ενός συνδικάτου δουλευτών γης της Aνατoλικ�ς Αγγλίας,8 για να διαπιστώσει πόσα πολλά της οφείλουν. Από τους Μεθοδιστές πρo�λθαν επίσης, όπως έχει δείξει ο Δρ Wearmouth, σημαντικές μέθοδοι μαζικ�ς κινητοποίησης και προπαγάνδας: η υπαίθρια συγκέντρωση, η ταξικ� συγκέντρωση, κ.ά. Πάνω απ' όλα, ωστόσο, οι σχισματικοί προσέ­φεραν στην ηγεσία του κιν�ματoς την ιδεoλoγικ� της βάση, ιδιαίτερα στις περιοχές των ορυχείων. Όταν ο Λόρδος Londonderry εκδίωξε αυ­τούς που είχαν πρωτoστατ�σει στην κινητοποίηση των ανθρακωρύχων του Durham το 1843, επλ�γησαν τα δύο τρίτα της τoπικ�ς αδελφότητας των Πρωτο -μεθοδιστών,9 και όταν τη δεκαετ ία του 1870 ένα συνδικάτο δουλευτών γης του Lincolnshire βρέθηκε σε δύσκολη θέση, σκέφτηκε να συγχωνευθεί με τους Πρωτο-μεθοδιστές. Είναι φανερό ότι αυτ� η αίρεση �ταν για τους ανθρακωρύχους του Durham της δεκαετ ίας του 1840 � για τους δουλευτές γης του Lincolnshire της δεκαετίας του 1870 ό,τι �ταν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα για τους γάλλους εργάτες επ ί μισό αιώ­να: ένα πλαίσιο καθoδ�γησης.

Τέτοιου ε ίδους θρησκευτικά φαινόμενα δεν ε ίναι τελείως άγνωστα και στη Γαλλία. Σε μερικές περιοχές του Νότου, η μειονότητα των Ουγενό­των χαρακτηριζόταν πάντοτε, για προφανείς λόγους, από αντισυντηρητι­κές τάσεις κι έβγαλε έτσι έναν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό αριστερών η­γετών. Συνολικά όμως, αυτό το στοιχείο δεν έχει μεγάλη σημασία για το γαλλικό εργατικό κίνημα. Είναι εύκολο να εξηγ�σει κανείς το διαφορετικό βαθμό πολιτικού ριζοσπαστισμού μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας βάσει αυτ�ς της διαφοράς παραδόσεων. Στέκει όμως μια τέτοια εξ�γηση ;

Μια επαναστατικ� παράδοση μπορε ί κάλλιστα να είναι πολιτικά με­τριoπαθ�ς από την άλλη, μια θρησκευτικ� δεν είναι απαραίτητο να ε ί­ναι. Όταν οι Κομμουνάροι ηγέτες επέστρεψαν το 1880 από την εξορία,

7. Mark Rutherford, The Revolution in Tanner's Lane, Λονδίνο 1887. 8 . Ανατύπωση στο E.J . Hobsbawm (επψ.), Labour's Turning Point 1880-1900, Λονδίνο

1948, σ. 89. 9. R.F. Wearmouth, Some Working-class Movements oj the Nineteenth Century, Λονδίνο 1 948,

σ. 305.

Page 78: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIZΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

βρέθηκαν οι περισσότεροιlΟ στην άκρα δεξιά πτέρυγα ενός κινήματος το οποίο οδηγούνταν ταχύτατα στην επιρροή των σοσιαλιστών. Η προθυμία να στήσει κανείς οδοφράγματα, δε σημαίνει απαραίτητα και ένα εξτρε­μιστικό πρόγραμμα. Στο μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, η γαλ­λική επαναστατική παράδοση αποτελούσε απλά μια όψη του γαλλικού φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού, οι οπαδοί του οποίου ήταν ιδεολογικά το ανάλογο των αξιότιμων βρετανών κοσμικών ρεπουμπλικάνων σαν τον George Odger. Είναι ενδεικτικό, ότι η σύγχρονη μορφή του επαναστατι­σμού, το Κομμουνιστικό Κόμμα, από μερικές απόψεις αποτελούσε μια ρήξη τόσο με τις γαλλικές όσο και με τις αγγλικές παραδόσεις, αν και από άλλες απόψεις αποτελεί συνέχεια και των δύο.

Η μοίρα αυτού που μοιάζει σαν μία από τις πιο βίαιες τάσεις του γαλλικού εργατικού κινήματος, των αναρχικών, φωτίζει αυτό το σημείο. Γενικά, οι τεχνίτες και μικροβιοτέχνες που αποτελούσαν τη βάση του γαλλικού αναρχισμού, ήταν εξαιρετικά μαχητικοί. (Ωστόσο, ο πνευματι­κός τους πατέρας, ο Προυντόν, ήταν αξιοσημείωτα ειρηνικός). Πολλές φορές πολέμησαν δίχως αναστολές -όπως και οι αντίστοιχοι μ' αυτούς μικρο-μεταλλοτεχνίτες του Sheffield- και προσέλκυσαν εύκολα ριζοσπά­στες διανοούμενους. Παρ' όλα αυτά, οι πολιτικές τους απόΨεις, όπως α­κριβώς και των τρομοκρατών του Sheffield, ήταν εξαιρετικά μετριοπα­θείς,11 κι έτσι οι γάλλοι αναρχικο ί αποτελούσαν ουσιαστικά τη μετριοπα­θή πτέρυγα μέσα στο κίνημά τους. Η μεγαλύτερή τους επιτυχία, η CGT,

πέρασε πολύ γρήγορα απ' το φαινομενικό υπερεπαναστατισμό στη συ­νετή σοσιαλδημοκρατία μετά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πο­λέμου. Επιπλέον, το κομμάτι του γαλλικού σοσιαλισμού που αργότερα θα υποστήριζε με μεγαλύτερο πάθος την πολιτική του κατευνασμού (σε σχέση με τη χιτλερική Γερμανία [Σ.τ. Μ.]) και θα συνεργαζόταν με τον Πεταίν -ο Dumoulin, ο Belin και άλλοι-, άντλησε σε μεγάλο βαθμό τις δυνάμεις του από την αναρχίζουσα πτέρυγα του προ του 1914 κινήμα­τος. Σε γενικές γραμμές, το γαλλικό πολιτικό σύστημα είχε μάθει από παλιά να αντιμετωπίζει αυτές τις παλαιότερες, και συχνά εγγενώς με­τριοπαθείς, μορφές επαναστατισμού. Όταν το 1920 δημιουργήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, αμέσως προσχώρησαν σ' αυτό πολλοί νέοι της αξιοπρεπούς μεσαίας τάξης, μια που ήταν εδραιωμένη η «παρά­δοση ο γιος της οικογένειας να ξεκινάει την καριέρα του από την άκρα Αριστερά, υπό τα συγκαταβατικά βλέμματα της φαμίλιας, και να την τε­λειώνει στις πιο αξιοπρεπείς θέσεις». 12 Μάλιστα, μια ομάδα σιδηροδρο-

10. Α. Zevaes, De l'introduction du marxisme en France, Παρίσι 1947, σ. 1 16 Κ. ε. 1 1 . Για το συνδυασμό άμεσης δράσης και ακραίας μετριοπάθειας στο Sheffield πρβλ.

S. Pollard, Α History ο! Labour in Shejfield, Λίβερπουλ 1959. 1 2 . Α. Rossi, Physiologie du parti communiste fran�ais, Παρίσι 1948, σ. 3 17 .

Page 79: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 79

μικών που έμελλε να δώσει αρκετούς από τους ηγέτες του (Semard, Monmousseau, Midol) αρνήθηκε αρχικά να προσχωρήσει στο νέο κόμμα γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Το κόμμα δεν <<μπολσεβικοποιήθηκε» παρά μερικά χρόνια αργότερα.13

Μια θρησκευτική παράδοση, από την άλλη, μπορεί να ε ίναι πολύ ριζο­σπαστική. Είναι αλήθεια ότι ορισμένες μορφές της θρησκείας λειτουρ­γούν σαν ναρκωτικό για τον πόνο που προκαλούν οι κοινωνικές πιέσεις, και προσφέρουν ένα υποκατάστατο στην εξέγερση. Μερικές μάλιστα, ό­πως ο Μεθοδισμός του Wesley, το κάνουν αυτό συνειδητά. Ωστόσο, στο βαθμό που η θρησκεία αποτελεί τη γλώσσα και το πλαίσιο γενικά κάθε δράσης στις μη ανεπτυγμένες κοινωνίες -και σε μεγάλο βαθμό και μέσα στον απλό κόσμο της προβιομηχανικής Βρετανίας-, είναι επόμενο οι ιδε­ολογίες της εξέγερσης να είναι κι αυτές θρησκευτικής υφής.

Δύο παράγοντες βοήθησαν να διατηρηθεί η θρησκε ία στη Βρετανία ως μια δυνητικά ριζοσπαστική δύναμη κατά το δέκατο ένατο αιώνα. Πρώ­τον, το καθοριστικό πολιτικό γεγονός της ιστορίας μας, η επανάσταση του δέκατου έβδομου αιώνα, διεξήχθη σε μια εποχή που δεν είχε ακόμα υιοθετηθε ί από τον απλό λαό η σύγχρονη κοσμική γλώσσα της πολιτικής. Σε αντ ίθεση λοιπόν με τη Γαλλία, η θρησκεία δεν ταυτίστηκε κατά κύριο λόγο με το status quo. Επιπλέον, οι συνήθειες αργούν να πεθάνουν. Μέ­χρι τη δεκαετία του 1890 βρίσκουμε σχεδόν καθαρά δε ίγματα μιας με­σαιωνικής ή πουριτανικής προσέγγισης: τις Εργατικές Εκκλησίες. Ο John Treνor που τις ίδρυσε, ήταν ένας ιδιόμορφος τύπος, προερχόμενος από αυτές τις μικρές υπερευσεβιστικές ομάδες εργατών ή μικροαστών φανα­τικών πουριτανών που διαρκώς αποσχίζονταν για να φτιάξουν ακόμα πιο θεοσεβούμενες κοινότητες. Όπως και άλλα διανοητικά ρεύματα της μέσης βικτωριανής περιόδου, το σχισματικό ρεύμα άρχισε να ραγίζει σι­γά σιγά κάτω από τις επιδράσεις των πολιτικών και κοινωνικών αλλα­γών μετά το 1870, και στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης ο Treνor, α­φού πέρασε διάφορες κρ ίσεις συνείδησης και μια αρκετά πολυτάραχη πνευματική πορεία, προσέγγισε το εργατικό κίνημα. Αδυνατώντας να συλλάβει ένα νέο πολιτικό κίνημα που να μην έχει και τη θρησκευτική του έκφραση, έκανε το ίδιο το εργατικό κίνημα θρησκεία. Δεν ήταν Χρι­στιανο-σοσιαλιστής πίστευε ότι το εργατικό κίνημα ήταν Θεός, και οικο­δόμησε γύρω απ' αυτό έναν μηχανισμό από εκκλησίες, κυριακάτικα σχο­λεία, ύμνους, κ.ο.κ. Φυσικά, οι αυστηροί σχισματικο ί τεχνίτες του Yorkshire και του Lancashire δεν ακολούθησαν αυτή την παράδοξη θεο­λογία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ίσως σαν ένας πολύ εξα-

13 . Για την κρίση του Γαλλικού Κ.Κ. πρβλ. L. Trotsky, The First Five Years ΟΙ the Comintern. Νέα Υόρκη 1953, τόμο 2 , σχεδ όν passim, αλλά ιδιαίτερα σ. 1 53-155, 28 1 -282, 321 .

Page 80: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

80 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

υλωμένος αντιτριαδισμός. Ωστόσο, ε ίχαν ανατραφεί μέσα σε μια ατμό­σφαιρα όπου το παρεκκλήσι ήταν το κέντρο της κοινωνικής και πνευμα­τικής ζωής. Η Μεγάλη Ύφεση (και γεγονότα όπως η φορολογία McKin­ley το 1891) τους έκαναν να συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τη σύγκρουση συμφερόντων στο εσωτερικό των εκκλησιών, ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργάτη αδελφό ' και τίποτε πιο φυσικό από το να θεω­ρήσουν πως η πολιτική ρήξη θα έπρεπε να πάρει τη μορφή και μιας α­ποσκίρτησης από το παρεκκλήσι, όπως ακριβώς νωρίτερα η ρήξη ανάμε­σα στους Μεθοδιστές του Wesley και τους Πρωτο-μεθοδιστές ήταν μια ρήξη ανάμεσα σε πολιτικά ριζοσπαστικές και συντηρητικές ομάδες. Έτσι οι Εργατικές Εκκλησίες, με όλα τα γνωστά συνοδευτικά -τους ύμνους, τα κυριακάτικα σχολεία, τις μπάντες των χάλκινων και τις χορωδίες, τις λέσχες της Δορκάδος, κλπ.-, εξαπλώθηκαν στο Βορρά. Στην πραγματι­κότητα βρίσκονταν στο ενδιάμεσο ανάμεσα στον ορθόδοξο πολιτικό φι­λελεύθερο ριζοσπαστισμό και στο ILP, με το οποίο σύντομα οι Εκκλησίες συγχωνεύθηκαν.14 Αυτό το φαινόμενο δε θα μπορούσε βέβαια να συμβεί σε μια χώρα, στην οποία οι μη εκκοσμικευμένες πολιτικές παραδόσεις δεν ε ίχαν τόσο βαθιές ρίζες.

Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η μεγάλη Ψυχολογική πίεση που άσκησε η πρώιμη εκβιομηχάνιση πάνω στην πρώτη βιομηχανική χώρα: η ραγδαία μεταμόρφωση μιας παραδοσιακής κοινωνίας που βασιζόταν στο έθιμο' ο τρόμος το ξαφνικό κόΨιμο των ριζών. Αναπόφευκτα, οι μάζες της εκρι­ζωμένης και της νέας εργατικής τάξης έψαξαν να βρουν μια συναισθημα­τική έκφραση της αδυναμίας προσαρμογής τους, κάτι που να υποκαθι­στά το παλαιό πλαίσιο της ζωής. Όπως ακριβώς σήμερα οι εργάτες των ορυχε ίων χαλκού της Βόρειας Ροδεσίας πηγαίνουν στους Μάρτυρες του Ιεχωβά, και όπως στους Μπαντού ο κατακλυσμός των κοινωνικών αλλα­γών βρ ίσκει την έκφρασή του σε μια αναβίωση των μαγικών λατρειών, έτσι και οι αρχές του δέκατου ένατου αιώνα σ' ολόκληρη την Ευρώπη ή­ταν μια εποχή φορτισμένης, έντονης, συχνά αποκαλυπτικής θρησκευτικής ατμόσφαιρας, η οποία εκφραζόταν με αναγεννητικές εκστρατε ίες στις περιοχές των ορυχείων, με τεράστιες υπαίθριες συγκεντρώσεις, με προ­σηλυτισμούς, κ.ο.κ. Εκεί όμως που η οργανωμένη θρησκεία ήταν, σε γε­νικές γραμμές, μια πολύ συντηρητική δύναμη -όπως ήταν η Ρωμαιοκα­θολική Εκκλησία-, το εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε αναγκαστικά ανε­ξάρτητα απ' αυτήν. Στη Γαλλία, επιπλέον, η ισχυρή συγκινησιακή εμπει­ρία της Επανάστασης ε ίχε δημιουργήσει, με καθαρά κοσμικά καύσιμα, τη δική της συγκινησιακή φλόγα για να ζεσταίνει την ψυχρή ζωή των ερ-

14 . Πρβλ. Κ.5. IngIis. «The Labour Church Moνement» , lnternational RevieίO o/ Social History, τχ. 3 ( 1958).

Page 81: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 81

γατών. Θυμόμαστε το γέρο που πέθαινε τη δεκαετία του 1840 λέγοντας: «Ω, ήλιε του 1793, πότε θα σε δω να ανατέλλεις πάλι ;». Η μεγάλη εικό­να της Ιακωβίνικης Δημοκρατίας ανταποκρίθηκε, και γύρω από αυτή την προσωποποιημένη δημοκρατία συσπειρώθηκαν εύκολα τα αισθήματα των αγωνιζόμενων ανδρών και γυναικών, όπως αργότερα στη Γερμανία και την Αυστρία συσπειρώθηκαν γύρω από την προσωποποίηση των δικών τους αγώνων, τα μαρξιστικά κόμματα και τους ηγέτες τους. Στη Βρετα­νία δεν υπήρχε μια τέτοια ζωντανή εμπειρία' υπήρχαν όμως τα σχισμα­τικά τάγματα, ανεξάρτητα από το κράτος, σχετικά δημοκρατικά και ζω­ντανά. Εξ ου και αυτή η εμπειρία, η τόσο χαρακτηριστική στο βρετανικό εργατικό κίνημα, ο νεαρός εργάτης να «βλέπει το φως» συχνά σαν Πρω­το-μεθοδιστής και να μεταφράζει τις πολιτικές του επιδιώξεις με όρους της Νέας Ιερουσαλήμ.15

Αυτό δεν τον καθιστούσε απαραίτητα λιγότερο συνειδητοποιημένο τα­ξικά ή λιγότερο μαχητικό. Υπάρχουν άφθονα ντοκουμέντα της μεγάλης μαχητικότητας των Πρωτο-μεθοδιστών σε ορισμένες περιοχές και σε με­ρικές περιπτώσεις -όπως στο απομακρυσμένο Dorset- ακόμα και οι συ­ντηρητικοί οπαδοί του Wesley μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για τοπικούς εργατικούς ηγέτες. Κι ούτε απέτρεψε αυτή η παράδοση τους ανθρώπους να κάνουν πολιτικές προόδους. Στις μέρες μας, ο Arthur Homer (παιδί ευαγγελιστή) και ο William Gallacher (που είχε την πρώτη πολιτική εμπειρία σ' αυτό το υποπρο'ίόν του σχίσματος, το α­ντιαλκοολικό κίνημα) έγιναν και οι δύο κομμουνιστές.

Θα πρέπει λοιπόν να βλέπουμε αυτές τις δύο παραδόσεις σαν κομμά­τια πλαστελίνη που πλάθονται για να πάρουν το σχήμα των διαθέσεων και των πρακτικών αναγκών των κινημάτων τους ; Καμιά θεωρία δε θα μπορούσε να είναι πιο ακατάλληλη για να μεταλλαχθεί σε ένα δόγμα περί του «αναπόφευκτου της σταδιακής αλλαγής» απ' αυτήν του Μαρξ' κι όμως, αυτό συνέβη σε πολλές χώρες στο διάστημα ανάμεσα στη Με­γάλη Ύφεση και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε σιωπηρά είτε μέ­σα από φοβερά κείμενα ερμηνευτικών ακροβασιών. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέμεινε πιο σταθερά σε κάποια αξιώμ,ατα κοινωνικής πολιτι­κής παρά στην καταδίκη της χωριστής οργάνωσης αφεντικών και εργα­τών' κι όμως, δίχως σημαντικές εξαιρέσεις, οι κορπορατιστικές οργανώ­σεις που πατρονάρισε στις βιομηχανικές χώρες είτε αποβλήθηκαν από το εργατικό κίνημα είτε μεταβλήθηκαν -ύστερα από κάποιες μάχες- σε πραγματικά συνδικάτα.16 Οι ιδέες, είναι αλήθεια, είναι πιο ελαστικές α­πό τα πράγματα. Όμως μια πολιτική και ιδεολογική παράδοση, ειδικά

15. Για αυτήν και τις επόμενες παραγράφους βλ. το κεφάλαιο για τις Εργατικές Σέ­χτες στο βιβλίο μου Primitive Rebels. Manchester 1959.

16. Πρβλ. R. Goetz-Girey, La Ρerιsέe syrιdicale frarιfaise, Παρίσι 1948. σ. 96 Κ. ε.

Page 82: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

αν συνοψίζει αυθεντικές μορφές πρακτικής δράσης του παρελθόντος ή αν ενσαρκώνεται σε σταθερούς θεσμούς, έχει μια δική της ζωή και δύνα­μη και επηρεάζει αναγκαστικά τη συμπεριφορά των πολιτικών κινημά­των. Είναι ολοφάνερο ότι η θεωρία της πλαστελίνης είναι υπεραπλου­στευτική.

Όταν επιχειρούμε να εκτιμήσουμε τον πραγματικό ρόλο που παίζουν οι παραδόσεις, καταπιανόμαστε με ένα από τα πω δύσκολα καθήκοντα του ιστορικού. Μπορούμε, ωστόσο, να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις. Κατά πρώτο λόγο, η σχισματική παράδοση, όντας μάλλον ασαφής πολι­τικά, ήταν πολύ περισσότερο διαχειρίσιμη από την επαναστατική. Δεν είχε πίσω της μια συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία σαν τη Γαλλική Επα­νάσταση, με τα προγράμματά της, τα διδάγματα τακτικής και τα πολιτι­κά της συνθήματα. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ξεφύγει κανείς από το γεγονός, ότι η επαναστατική παράδοση εξυμνούσε την ένοπλη εξέγερση του «λαού» ενάντια στους «πλούσωυς»' ή από τις καθαγιασμένες μεθό­δους μιας τέτοιας εξέγερσης - εξεγερσιακές κομμούνες, επαναστατικές δικτατορίες, κ.ο.κ. Αν έπρεπε να μετατραπεί στο αντίθετό της, για πα­ράδειγμα σε μια θεωρία σταδιακής αλλαγής και ταξικής συνεργασίας, αυτό μπορούσε να γίνει μόνο έμμεσα' ας πούμε, χρησιμοποιώντας τις φιλελεύθερες-ριζοσπαστικές της όψεις ενάντια στους κομμουνιστές, ό­πως επιχείρησαν να κάνουν η μεσοπολεμική CGT και η μεταπολεμική Καθολική Εκκλησία, προβάλλοντας ως πρότυπο τις προυντονικές παρα­δόσεις ενάντια στις μπαμπεφικές και μπλανκικές, ή -όπως έκανε ο Γαμ­βέτταςlΊ- τονίζοντας τα κοινά συμφέροντα όλων των τάξεων του «λαού» ενάντια σε έναν κοινό εξωτερικό εχθρό, όπως η «Αντίδραση» ή ο «Κλη­ρικαλισμός». Αλλά αυτή η ίδια η διαδικασία του στρογγυλέματος των αιχμών της, στην πράξη δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο μέσα από τη θεωρητική εξύμνηση της επανάστασης. Οι γνήσωι συντηρητικοί ήταν α­ναγκασμένοι να έρθουν, αργά ή γρήγορα, σε μια σαφή ρήξη μαζί της. Η σχισματική παράδοση όμως, στο βαθμό που ήταν μια θρησκευτική παρά­δoση, δε συνδεόταν με κάποω συγκεκριμένο πρόγραμμα ή αναφορά, αν και για πολύ καιρό ήταν συνδεδεμένη με ιδιαίτερα πολιτικά αιτήματα. Σ' αυτό ακριβώς έγκειται η σοφιστεία της σύγχρονης θέσης ότι «ο βρε­τανικός σοσιαλισμός κατάγεται από τον Wesley κι όχι από τον Μαρξ». Στο βαθμό που ο σοσιαλισμός (ή στην περίπτωση αυτή ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός) αποτελούσε μια ειδική κριτική ενός συγκεκριμένου οι­κονομικού συστήματος και ένα σύνολο προτάσεων για αλλαγή, πήγαζε από τις ίδιες κοσμικές πηγές με το μαρξισμό. Στο βαθμό που ήταν απλά

1 7 . Πρβλ. ιδιαίτερα «Discours prononce le 12 aout 1881 a la reunion electorale du XXe arrondissement» , στο J . Reinach (επιμ.), Discollrs . . . de Ltion Gambetta, Παρίσι 1895.

Page 83: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤιΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

ένας παθιασμένος τρόπος κατάδειξης της πραγματικότητας της φτώ­χειας, δεν είχε κανέναν εγγενή δεσμό με κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό δόγμα. Εν πάση περιπτώσει, αρκούσε μόνο μια ελαφρά μετατόπιση θεο­λογικής έμφασης για να μετατραπεί ένας σχισματικός, που στην πράξη ήταν επαναστάτης, σε ησυχαστή (αυτό

'έγινε κατά το παρελθόν τόσο με

τους Α ναβαπτιστές όσο και με τους Κουακέρους) ή για να μετατραπεί ο αριστερός αγωνιστής σε μετριοπαθή. Η διαφορά ελαστικότητας των δύο παραδόσεων μπορεί να φανεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις: Η αλλαγή του John Bums από επαναστάτη σε φιλελεύθερο υπουργό σήμαινε απα­ραίτητα μια ρήξη με τις παλαιότερες μαρξιστικές του πεποιθήσεις. Από την άλλη, ο Mr Love, ο ιδιοκτήτης ορυχείου του Brancepeth, συνδικαλι­στής στα νιάτα του, που κατέστρεψε την Ένωση Α νθρακωρύχων του Durham το 1863-1864, μπορούσε κάλλιστα να τερματίσει το βίο του ό­πως τον άρχισε, ως ένας δραστήριος και ευσεβής Πρωτο-μεθοδιστής.18

Μια δεύτερη διαπίστωση έπεται αυτής. Μια επαναστατική παράδοση αποτελεί εξ ορισμού ένα διαρκές κάλεσμα σε δράση, ή σε υποστήριξη της δράσης. Η εξέγερση του Newport το 1839 ήταν, από αριθμητική ά­ποψη, μια πολύ σοβαρότερη, αν και πολύ χειρότερα καθοδηγημένη, υπό­θεση απ' ό,τι η Πασχαλινή Εξέγερση του Δουβλίνου το 1916' όμως οι ε­πιπτώσεις που είχε στην επόμενη δεκαετία ήταν πολύ μικρότερες από ε­κείνες του ιρλανδέζικου εγχειρήματος και οι επιδράσεις της στη βρετανι­κή ή ακόμα και την ουαλλική λα'ίκή παράδοση ήταν ασύγκριτα μικρότε­ρες. Η μία ταίριαζε σε μια εικόνα όπου ο «αντάρτης» κατείχε από πα­λιά μια τιμώμενη θέση' η άλλη, όχι.

Έτσι, η μία αποτέλεσε εύκολα πηγή έμπνευσης του μύθου, ενώ η άλλη απλά ένα σκοτεινό ιστορικό συμβάν. Η διαφορά έχει μεγάλη σημασία, γιατί δεν είναι αυτή καθαυτή η προθυμία χρήσης βίας, αλλά ένας ορι­σμένος τρόπος χρήσης, ή απειλής χρήσης, της βίας που καθιστά τα κινή­ματα επαναστατικά. Καμιά άλλη ευρωπα'ίκή χώρα δεν έχει τόσο ισχυρές παραδόσεις λα'ίκών ταραχών όσο η Αγγλία, μια παράδοση μάλιστα που επιβίωσε και μετά τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Οι λα'ίκές ταρα­χές, ως κανονικό κομμάτι της συλλογικής διαπραγμάτευσης, αποτελούσαν ένα εδραιωμένο φαινόμενο κατά το δέκατο όγδοο αιώνα.19 Ο εξαναγκα­σμός και ο εκφοβισμός ήταν ζωτικής σημασίας στα πρώτα στάδια του συν­δικαλισμού, όταν η ανηθικότητα του απεργοσπαστισμού δεν είχε ακόμα ενσωματωθεί στον ηθικό κώδικα της οργανωμένης εργασίας. Θα ήταν ανό­ητο, βέβαια, να πούμε πως αν η Βρετανία διέθετε μια επαναστατική πα-

18 . Ε. WeJbourne, The Miners' Unions ο/ Northumberland and Durham. Καίμπριτζ 1923, σ. 1 15 .

19. Ε. HaJevy. History ο/ the English ΡεορΙε in the Nineteenth Century. Λονδίνο 1961 . τόμο 1 , σ. 148 Κ.ε. Για τη συλλογική διαπραγμάτευση μέσω ταραχών βλ. εδώ, κεφ. 2.

Page 84: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

84 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ράδοση, θα έκανε και επανάσταση. Μπορούμε, ωστόσο, να πούμε πως επεισόδια σαν τις εξεγέρσεις του Derbyshire και του Newport θα μπο­ρούσαν να ξεσπάνε συχνότερα, και εξαιρετικά τεταμένες καταστάσεις, όπως αυτή στη Γλασκώβη το 1919, δε θα διευθετούνταν τόσο εύκολα.2Ο

Αληθεύει, βέβαια, ότι στον ομαλό καθημερινό βίο του εργατικού κινή­ματος η παρουσία ή η απουσία μιας επαναστατικής παράδοσης δεν έχει άμεση σημασία. Από την άποψη της επίτευξης αυξήσεων και καλύτερων συνθηκών, η προθυμία των λατόμων του Trelaze να κηρύξουν στο πι και φι την κοινωνική δημοκρατία, δεν ήταν τίποτε λιγότερο και τίποτε πε­ρισσότερο από μια ειδική αγωνιστική μορφή μαζικής κινητοποίησης. Ίσως μάλιστα να μην ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να ικανο­ποιηθούν τα άμεσα οικονομικά τους αιτήματα. Ή ίσως να ήταν απλά χρήσιμος, μια που στην οργάνωση των ανίσχυρων και ανοργάνωτων ερ­γατών απέναντι σε μια ισχυρή αντίσταση, οι επιθετικές και φανταχτερές τακτικές είναι πάντοτε πιο αποτελεσματικές. (Γι' αυτό και οι πολιτικοί επαναστάτες έπαιζαν πάντοτε έναν δυσανάλογα σημαντικό ρόλο στην οργάνωση τέτοιων κινητοποιήσεων, είτε στα βρετανικά «νεο-συνδικαλι­στικά» κινήματα του 1889 και 1911, είτε στους εργάτες της βιομηχανίας της σαρδέλας στο Douamenez, είτε στην ελαφρά βρετανική μηχανουργία της δεκαετίας του 1930, είτε ακόμα στα αμερικάνικα και τα καναδέζικα συνδικάτα την ίδια δεκαετία). Σε καιρούς, ωστόσο, ραγδαίων πολιτικών αλλαγών και μεγάλων εντάσεων, η παρουσία ή η απουσία της μπορεί να αποτελέσει έναν σοβαρό ανεξάρτητο παράγοντα' παράδειγμα η Γερμα­νία μετά το 1918.

Η επαναστατική παράδοση ήταν, λοιπόν, από τη φύση της πολιτική, ενώ η σχισματική παράδοση ήταν πολύ πιο έμμεσα. Το κατά πόσον αυ­τό το γεγονός συνέβαλε στον πολύ περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα του γαλλικού εργατικού κινήματος, δεν είναι εύκολο να το πούμε. Τα αδύ­ναμα συνδικαλιστικά κινήματα έχουν γενικά την τάση να στηρίζονται σε πολιτικές καμπάνιες για να αποκτούν πρόσθετη ισχύ, ενώ τα ισχυρά έ­χουν την τάση να μην ενδιαφέρονται για την πολιτική' και τα γαλλικά συνδικάτα καθ' όλη τη διάρκεια του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα ήταν πολύ πιο ανίσχυρα από τα βρετανικά. Το γεγονός αυτό ό­μως δεν εξηγεί πλήρως δύο φαινόμενα που προκαλούν εντύπωση: την πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα με την οποία η γαλλική εργατική τάξη στρά­φηκε προς τους σοσιαλιστές και το πολύ συχνότερο πέρασμα από την πολιτική δράση στη συνδικαλιστική και αντιστρόφως.

Έτσι, στη Γαλλία, το σοσιαλιστικό κίνημα άρχισε να καταλαμβάνει δη-

20. W. Gallacher, Revolt on the C/yde, Λονδίνο 1936, κεφ. 1 0, για μια αυτοκριτική έκθεση ενός από τους «ηγέτες της απεργίας, τίποτε περισσότερο' είχαμε ξεχάσει ότι ήμασταν ε­παναστάτες ηγέτες».

Page 85: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤιΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

μαρχίες περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα από το βρετανικό. Ο πρώτος βρε­τανικός δήμος που είχε μια πλειοψηφία Εργατικών-Ριζοσπαστών-Ιρλαν­δών ήταν το West Ham το 1898, ενώ ήδη από το 1881 το Parti Ouvrier είχε κερδίσει την πρώτη του πλειοψηφία στο Commentry. Το 1892, όταν οι σο­σιαλιστές σύμβουλοι (που συχνά δεν εκλέγονταν καθόλου ως τέτοιοι) ή­ταν ακόμα εξαιρετικά σπάνιοι στη Βρετανία, στη Γαλλία οι επαναστάτες μαρξιστές από μόνοι τους -χωρίς να υπολογίσουμε τους Ποσιμπιλιστές, του Αλεμανιστές και διάφορους άλλους που είχαν σοσιαλιστική ταμπέ­λα- διοικούσαν πάνω από δώδεκα δήμους, και ανάμεσά τους περιοχές σαν τη Μασσαλία, την Τουλόν και το Roubaix. Αυτή η διαφορά είναι α­κόμα πιο έκδηλη στις κοινοβουλευτικές εκλογές.

Εξάλλου, οι πολιτικές δραστηριότητες των βρετανικών συνδικάτων υ­πήρξαν πάντοτε εξαιρετικά περιορισμένες, αν κι αυτό το γεγονός συ­σκοτίστηκε από το ότι εκείνοι που έπαιρναν μέρος σ' αυτές, συχνά ήταν και συνδικαλιστές. Χρηματοδοτούν το Εργατικό Κόμμα, αλλά δεν είναι. καθόλου σαφές (πέρα από κάποιες μάλλον ειδικές περιπτώσεις) κατά πόσον τα μέλη των συνδικάτων Ψηφίζουν τους Εργατικούς επειδή τα συνδικάτα τους υποστηρίζουν το κόμμα ή είναι ταυτόχρονα και συνδικα­λισμένοι και Ψηφοφόροι των Εργατικών επειδή είναι «άνθρωποι της ερ­γατικής τάξης». Το σίγουρο είναι πως καθαροί συνδικαλιστές υποψήφιοι σπάνια είχαν επιτυχία. Στο Λονδίνο τη δεκαετία του 1870 και του 1880, οι υποψήφιοι που υποστήριξε το Λονδρέζικο Συμβούλιο των Επαγγελ­μάτων πήγαν αρκετά χειρότερα από εκείνους που υποστηρίχθηκαν από πολιτικές οργανώσεις σαν την Εθνική Κοσμική Εταιρεία,21 ενώ τη δεκαε­τία του 1950 ο εκλεγμένος κομμουνιστής πρόεδρος των συνδικαλιστικών στελεχών σε μια μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία είχε ένα απογοητευτικό αποτέλεσμα σε μια περιφέρεια γεμάτη από ανθρώπους οι οποίοι στο ερ­γοστάσιό τους τον ψήφιζαν και -το σημαντικότερο- τον ακολουθούσαν. Αυτός ο κάθετος διαχωρισμός είναι ιδιαίτερα σαφής στην περίπτωση ε­νός ανθρώπου σαν τον Arthur Homer, ο οποίος ήταν και πολιτικός και συνδικαλιστής - συνδυασμός πολύ σπάνιος. (Ο Αneuήn Bevan, για πα­ράδειγμα, υπήρξε μια σημαντική πολιτική μορφή, ποτέ όμως δεν έπαιξε κάποιο σημαντικό ρόλο στο συνδικάτο των ανθρακωρύχων). Η καριέρα του Homer χωρίζεται σε δύο διακριτά μέρη: στην πρώτη περίοδο, κατά την οποία ήταν κυρίως πολιτικός ηγέτης, έχοντας μια ισχυρή τοπική βά­ση στο Maerdy, και στην ύστερη, κατά την οποία -μετά την αποπομπή του από τις ηγετικές θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος- αφοσιώθηκε στη συνδικαλιστική δουλειά. Ο Homer όμως, που έγινε ο ικανότερος η-

21. 'Ετσι το 1882 στις εκλογές του London School Board , οι συνδικαλιστές υποψήφιοι (εκτός από έναν που είχε εκλεγεί ήδη μέλος) δεν τα πήγαν καθόλου καλά, ενώ εξελέγησαν οι Helen Taylor και Aveling, που οι σχέσεις τους ήταν κυρίως πολιτικές ή ιδεολογικές.

Page 86: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

86 Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

γέτης που είχαν ποτέ οι βρετανοί ανθρακωρύχοι, παρότι ήταν ένα στολί­δι για το κόμμα του, δεν ήταν με καμία έννοια ηγέτης του.22

Παρομοίως, είναι δύσκολο να σκεφτούμε κάποια πετυχημένη ή έστω

σοβαρή πολιτική απεργία στη Βρετανία, αν και είναι συχνές οι απεργίες . υποστήριξης και αλληλεγγύης (οι οποίες καταγράφονται στο συνδικαλι­σμό υπό τη στενή έννοια). Η Γενική Απεργία του 1926 ανήκει σ' αυτό το είδος. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε ένα βρετανικό αντίστοιχο των γενι­κών απεργιών υπέρ της εκλογικής μεταρρύθμισης που οργάνωσαν τα υ­πό μαρξιστική ηγεσία κινήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης, συχνά με με­γάλη επιτυχία, μεταξύ του 1890 και του 1914 σε χώρες όπως το Βέλγιο ή τη Σουηδία. Οι πολιτικές απεργίες δεν ήταν αδιανόητες στη Βρετανία, ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης και σχεδόν επαναστατικής έξαρσης, ό­πως το 1920 που απειλήθηκε να γίνει μία ενάντια στο ρωσο-πολωνικό πόλεμο. Όμως η ύπαρξη μιας πολιτικής παράδοσης σίγουρα τις ευνοεί περισσότερο, παρότι βέβαια η εμβέλειά τους είναι πιο περιορισμένη απ' όσο συχνά υπέθεσαν οι υποστηρικτές τους (εκτός από τις επαναστατικές περιόδους) .

Τρίτον, και σημαντικότερο, μια επαναστατική παράδοση προσβλέπει εξ ορισμού στη μεταβίβαση της εξουσίας. Μπορεί να το κάνει με τόσο αναποτελεσματικό τρόπο, ώστε να μην την λαμβάνουν σοβαρά υπ' όψιν. Αλλά η πιθανότητα υπάρχει πάντοτε. Ο ιστορικός του Χαρτισμού, για παράδειγμα, είναι δύσκολο να μη μελαγχολήσει με την εξαιρετική πολι­τική αδυναμία του μεγαλύτερου μαζικού κινήματος της βρετανικής εργα­τικής τάξης και ακόμα περισσότερο από την αταραξία με την οποία το παρακολουθούσε η βρετανική άρχουσα τάξη, όταν δεν έτρεμε από την ξένη επανάσταση.23 Η αταραξία αυτή ήταν δικαιολογημένη. Οι Χαρτι­στές δεν είχαν ιδέα για τι θα έκαναν αν η καμπάνια τους για τη συλλο­γή υπογραφών για μια αναφορά αποτύγχανε να πείσει το Κοινοβούλιο, όπως μοιραία θα γινόταν. Γιατί ακόμα και η πρόταση για γενική απερ­γία (<<ιερό μήνα») ήταν, όπως επισήμαναν οι αντίπαλοί της, απλά ένας άλλος τρόπος να εκφράσουν την αμηχανία τους:

«Θα αφήσουμε να πάνε στράφι για την κοινωνία εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένων και πεινασμένων ανθρώπων, μην έχοντας κάποιο συγκε-

22. Αντιθέτως στη Γαλλία, ο Pierre 5emard, με προέλευση συνδικαλιστική, διετέλεσε για ένα διάστημα γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, και ο Leon Mauvais (γραμμα­τέας της CGTU το 1933) έγινε οργανωτικός γραμματέας του Κ.Κ. το 1947. Ο Charles ΤϊΙΙοη, επίσης με συνδικαλιστική κυρίως παρουσία στη Βρετανία -σε συνδυασμό όμως με πολιτι­κή δράση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση-, έγινε ο βασικός στρατιωτικός οργανωτής της κομ­μουνιστικής Αντίστασης και υπουργός στην κυβέρνηση του Ντε Γκωλ' το ίδιο και ο Lucien Midol. Ο κατάλογος θα μπορούσε να μεγαλώσει.

23. Πρβλ. F.C. Mather, PubIic Order in the Age ο/ the Chartists, Manchester 1960.

Page 87: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

κριμένο στόχο ή κάποιο καταστρωμένο πλάνο δράσης και στηριζόμε­νοι σε μια σειρά συμπτώσεων; [ ... ] Θά αντιταχθώ στον προσδιορισμό μιας ημέρας αργίας μέχρις ότου έχουμε περισσότερα στοιχεία, πρώτον σχετικά με το κατά πόσον είναι εφαρμόσιμη, τις πιθανότητες επιτυ­χίας της, και δεύτερον σχετικά με τη μέθοδο που θα χρησιμοποιηθεί».24

Και όταν το καλοκαίρι του 1842 συνέβη κάτι σαν αυθόρμητη γενική α-περγία, οι Χαρτιστές αποδείχθηκαν ανίκανοι να την εκμεταλλευτούν, και ήταν λιγότερο αποτελεσματική από τις αυθόρμητες ταραχές των δουλευ­τών γης το 1830, οι οποίοι, τελικά, πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό τον περιο­ρισμένο στόχο τους, να ανακόψουν τη διαδικασία εκμηχανισμού των α­γροκτημάτων. Και αυτή η αναποτελεσματικότητα του Χαρτισμού οφεί­λεται, ώς έναν βαθμό τουλάχιστον, στη μη εξοικείωση των Εγγλέζων με την ίδια την ιδέα της εξέγερσης, την οργάνωση που απαιτείται για την εξέγερση και τη μεταβίβαση της εξουσίας.

Αντίστροφα, το κίνημα της Γαλλικής Αντίστασης κατά το Δεύτερο Πα­γκόσμιο Πόλεμο συνειδητά δεν ήταν μια απόπειρα κατάληψης της εξου­σίας, τουλάχιστον εκ μέρους των κομμουνιστών οι οποίοι, ως συνήθως, α­ποτελούσαν το σημαντικότερο και πιο δραστήριο πυρήνα του. Η άποψη που λέει ότι πράγματι ήταν, και η οποία προβλήθηκε για προπαγανδι­στικούς λόγους μετά το 1945 και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, εί­ναι Ψέμα και έχει διαΨευστεί οριστικά.25 Κι όμως, μέσα στις συνθήκες του γαλλικού κινήματος χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να μην πάρει η Αντίσταση τη μορφή που θα φαινόταν πιο λογική (αν και όχι απαραίτη­τα και πιο σωστή), μιας απόπειρας κατάληψης της εξουσίας αν οι αντι­στασιακές ομάδες αφήνονταν μόνες τους, ίσως να ακολουθούσαν τις δι­κές τους .διαθέσεις σε τοπικές απόπειρες κατάληψης της εξουσίας.26 Θα ήταν εξαιρετικά απιθανο να κάνει κάτι τέτοιο αυθόρμητα οποιοδήποτε βρετανικό κίνημα, όσο μαχητικό και ριζοσπαστικό κι αν ήταν.

Το πόσο σημαντικές είναι στην πράξη τέτοιες διαφορές παράδοσης είναι κάτι που πρέπει να παραμείνει ζήτημα διερεύνησης σαφώς όμως δεν είναι καθοριστικές. Επηρεάζουν το στυλ των δραστηριοτήτων ενός κινήματος και όχι τη φύση του. Το στυλ όμως μπορεί να μην είναι μόνο επιφανειακό ζήτημα, και μπορεί να υπάρξουν στιγμές όπου το στυλ εί­ναι ο άνθρωπος ή μάλλον το κίνημα. Προφανώς αυτό θα συμβεί σπάνια εκεί όπου, για παράδειγμα, τα κινήματα συμμορφώνονται σε αυστηρά καθορισμένα πρότυπα οργάνωσης, ιδεολογίας και συμπεριφοράς, όπως

24. William Carpenter στο The Charter, 21 Ιουλίου 1839. 25. Το βιβλίο του A.J. Rieber. Sta/in and the French Communist Party. 1941-1947, Νέα

Υόρκη και Λονδίνο 1962, σ. 142-155, εξετάζει εκτενώς το ζήτημα. 26. Στο ίδιο, σ. 150-151.

Page 88: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

88 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

συμβαίνει στα κομμουνιστικά κόμματα. Αλλά όποιος έχει γνώση των κομμουνιστικών κινημάτων, γνωρίζει πως η ακραία διεθνής ομοιομορφία που τους επιβλήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 (η <<μπολσεβικο­ποίηση») δεν απέτρεψε την ύπαρξη πολύ έντονων διαφορών στην εθνική ατμόσφαιρα και στο στυλ των κομμουνιστών, όπως ακριβώς η ομοιομορ­φία του καθολικού κλήρου δεν κάνει την Ιρλανδική Εκκλησία παρόμοια με την Ιταλική ή την Ολλανδική. Όταν οι συνειδητές δυνάμεις διαμόρφω­σης του κινήματος είναι λιγότερο ισχυρές, τα στ υλιστικά αποτελέσματα της παράδοσης μπορεί να είναι ακόμα πιο εμφανή.

Ένα διδακτικό παράδειγμα είναι το «ειρηνιστικό κίνημα», το οποίο υ­πήρξε πάντοτε αφύσικα ισχυρό στη Βρετανία και σχετικά αδύναμο στη Γαλλία. (Δεν πρέπει να το συγχέουμε με το αντιμιλιταριστικό κίνημα, που μερικές φορές κινείται παράλληλα). Από τον καιρό των Ιακωβίνων ρίζω­σε μέσα στη γαλλική άκρα Αριστερά ένας επιθετικός και μερικές φορές μαχητικός πατριωτισμός, και μάλιστα κυριάρχησε, με εξαίρεση ορισμέ­νες περιόδους (για παράδειγμα από το 1880 περίπου μέχρι το 1934) κα­τά τις οποίες άλλα χέρια απέσπασαν την τρίχρωμη σημαία. Θα μπορού­σε ίσως να πει κανείς, ότι οι περίοδοι της μέγιστης ενότητας και δύνα­μης του γαλλικού εργατικού κινήματος ήταν εκείνες που μπορούσε να στιγματίσει την άρχουσα τάξη όχι απλά ως εκμεταλλευτική αλλά και ως προδοτική, όπως έγινε στην Παρισινή Κομμούνα, στη διάρκεια του Λαr.­κού Μετώπου και κυρίως στην Αντίσταση. από μία έννοια αυτό δεν εί­ναι παρά μια ακόμα έκφραση της εγγενούς, σε μια επαναστατική παρά­δοση, προσδοκίας για κατάληψη της εξουσίας οι Ιακωβίνοι και οι διά­δοχοί τους έβλεπαν πάντοτε τους εαυτούς τους σαν μια δυνητική ή ενερ­γή κρατική ή κυβερνητική δύναμη).27 Από την άλλη, το βρετανικό εργα­τικό κίνημα χαρακτηριζόταν πάντοτε από μια ηθική απέχθεια για την ε­πιθετικότητα και τον πόλεμο αυτά καθαυτά, κι αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της φιλελεύθερης-ριζοσπαστικής -και συχνά ειδι­κά της σχισματικής- παράδοσης. Δεν είναι τυχαίο που το 1914 το ILP ή­ταν το μοναδικό μη επαναστατικό σοσιαλιστικό κόμμα σε εμπόλεμη χώ­ρα -και μάλιστα το μοναδικό σοσιαλιστικό κόμμα σε οποιαδήποτε χώ­ρα- που αρνήθηκε συλλογικά να υποστηρίξει τον πόλεμο' αλλά η Βρε­τανία ήταν τότε η μόνη εμπόλεμη χώρα στην οποία δύο υπουργοί -και οι δύο Φιλελεύθεροι- παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση για τον ίδιο λό-

27. Το αποδεικνύει το πιο προφανές αντίθετο παράδειγμα. η υπόθεση Ντρέυφους. Οι επιπτώσεις της μέσα στο εργατικό κίνημα δεν ήταν ενωτικές αλλά διχαστικές. γιατί απέ­ναντι στη «στράτευση των σοσιαλιστών πολιτικών στην υπεράσπιση της απειλούμενης Δη­μοκρατίας και στη rapprochement μεταξύ των περισσότερων σοσιαλιστικών ομάδων» έ­χουμε την ενίσχυση του αντιπολιτικού συνδικαλισμού (G. D . H. Co]e, History o/ Sociαlist Thought, τόμο 3, Λονδίνο 1956, σ. 343).

Page 89: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΕΡΓΑΤιΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 89

γο. Η αντίσταση στην επιθετικότητα ή τον πόλεμο υπήρξε κατ' επανά­ληψη η αποτελεσματικότερη μέθοδος ενοποίησης ή κινητοποίησης της βρετανικής Αριστεράς: στα τέλη της δεκαετίας του 1870, στον Πόλεμο των Μπόερς, στη δεκαετία του 1930 και ξανά στα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Η αντίθεση ανάμεσα στα ειρηνιστικά κινήματα της Γαλλίας και της Βρετανίας μετά το 1945 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, γιατί δεν είναι εύ­κολο να βρούμε άλλους παράγοντες που να την εξηγούν πέρα από την παράδοση. Η Γαλλία δεν είχε αυθόρμητο μαζικό κίνημα ειρήνης, αλλά μόνο μια φάση όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα έβαλε τις δυνάμεις του πίσω από ένα αντιπυρηνικό κάλεσμα και μάζεΨε έτσι πολλές υπογρα­φές. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμιά σημαντική πολιτική οργάνωση που να θέλει ή να μπορεί να κινητοποιήσει τον κόσμο ενάντια στον πυρηνικό πόλεμο. (Η στενή σχέση ανάμεσα στο «Παγκόσμιο Κίνημα Ειρήνης» και στους κομμουνιστές πιθανώς να ανέβαλε την ανάδυση ενός μαζικού κι­νήματος ειρήνης στη Βρετανία μέχρι το τέλος της χειρότερης φάσης της υστερίας του Ψυχρού Πολέμου). Από την άλλη, μια μη κομματική ομάδα ανθρώπων κατάφερε να δημιουργήσει τη ριζοσπαστική ειρηνιστική Κα­μπάνια για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό (CND), που όχι μόνο έγινε το μαζι­κότερο αντιπυρηνικό κίνημα στον κόσμο, ίσως με εξαίρεση το ιαπωνικό, και μοντέλο για (λιγότερο πετυχημένους) ξένους μιμητές, αλλά και μια μείζονα δύναμη στη βρετανική πολιτική, υπό την ευρεία έννοια. Κι αυτό γιατί πάνω στο ζήτημα της «ειρήνης» συσπειρώθηκε μέσα στο εργατικό κίνημα η αριστερή πτέρυγα για να ανατρέψει τη μακρόχρονη κυριαρχία της δεξιάς ηγεσίας.

Page 90: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤιΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

1870-1914

Αυτό το κείμενο δόθηκε αρχικά ως διάλεξη, μια Ford Lecture, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1981, και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1984. Ερευνά τις σχετικά πρόσφατες ιστορικές ρίζες του λεγόμενου «παραδοσιακού» τρόπου ζωής της βρετα­νικής εργατικής τάξης του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα.

Ι

Αν ονομάζω αυτό το κεφάλαιο «Η δΎjμιoυργία ης εργατικής τάξΎjς», δεν είναι γιατί θέλω να πω ότι Ύj διαμόρφωσΎj αυτής ή όποιας άλλΎjς κοινωνι­κής τάξΎjς είναι μια διαδικασία που γίνεται άπαξ και διά παντός, όπως το χτίσιμο ενός σπιτιού, Οι τάξεις ποτέ δεν είναι δΎjμιoυργΎjμένες, με ην έννοια ότι είναι τελειωμένες ή ότι έχουν αποκτήσει το οριστικό τους σχήμα. Βρίσκονται υπό συνεχή διαμόρφωσΎj. Ωστόσο, εφόσον Ύj εργατική τάξΎj ήταν μια ιστορικά νέα τάξΎj -που δεν ήταν αναγνωρισμένΎj ως θε­σμική συλλογικότψα από ην ίδια ή από άλλους πριν από μια συγκεκρι­μένΎj περίοδο--, μπορούμε να ανιχνεύσουμε Τψ ανάδυσή ης ως κοινωνι­κή ομάδα σΤΎj διάρκεια μιας oρισμένΎjς περιόδου. Αυτό ακριβώς επιχεί­ρφε να κάνει ο Ε.Ρ. Thompson σε ένα βιβλίο που έγινε αμέσως, και δι­καίως, κλασικό.! Από ΤΎjν άλλΎj, Ύj εργατική τάξΎj των δεκαετιών του 1820 και του 1830 -μπορεί από τότε να πάρει αυτό το όνομα- ήταν πολύ δια­φορετική από η λεγόμενΎj «παραδοσιακή» εργατική τάξΎj, για ην οποία διάφοροι πολιτισμικοί παραΤΎjρψές, μερικές φορές προλεταριακής κατα­γωγής όπως ο Richard Hoggart, άρχισαν σΤΎj δεκαετία του 1950 να γρά­φουν γλυκόπικρες ελεγείες. Τα περίφΎjμα fustian σακάκια των Χαρτι­στών, πόρρω απείχαν από τον Άντυ Καπ.2 Το θέμα μου λοιπόν εδώ εί­ναι Ύj ανάδυσΎj ΤΎjς εργατικής τάξΎjς του Άντυ Καπ: του βρετανικού προ­λεταριάτου που έγινε αναγνωρίσιμο όχι μόνο από ην τραγιάσκα του, θα πω κάτι και γι' αυτήν, αλλά από το υλικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έ-

1. Ε.Ρ. Thompson, The Making ο/ the Eng/ish Working C/ass, Λονδίνο 1963. 2. Ήρωας μικρών κόμικς δημοσιευμένων σε καθημερινές εφημερίδες. Ο τυπικός βρετα­

νός εργαζόμενος που φοράει ένα μεγάλο κασκέτο και συχνάζει στις παμπ και στα γήπεδα [Σ.τ.Μ.].

Page 91: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔHMΙOTPΓlA ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 91

ζησε, από το στυλ της ζωής του και της διασκέδασής του, από μια ορι­σμένη ταξική συνείδηση που εκφραζόταν όλο και περισσότερο σε μια τάση να οργανωθεί σε συνδικάτα και να ταυτιστεί με ένα ταξικό κόμμα, τους Εργατικούς. Είναι η εργατική τάξη των τελικών του κυπέλλου, του fish-and-chip, των αιθουσών χορού και των Εργατικών με Ε κεφαλαίο. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, αυτή η τάξη συρρικνώθηκε και άλ­λαξε, αν και οι θεωρητικοί τής «αταξικότητας» και της «αστικοποίη­σης» του 1950 έκαναν λάθος όταν προέβλεπαν τη διάλυσή της. Υπάρχει αρκετή ακόμα. Παρ' όλα αυτά, οι μεταμορφώσεις που υπέστη από το 1950 και μετά ήταν βαθιές. Το θέμα μου όμως εδώ δεν είναι αυτές οι πρόσφατες εξελίξεις η φύση τους και οι επιπτώσεις τους αποτελούν α­ντικείμενο μιας άλλης συζήτησης, στην οποία μετέχω μαζί με ανθρώπους του εργατικού κινήματος.3

Ο τ ίτλος του κειμένου μου αυτού αποτελεί έναν φόρο τιμής αλλά και μια κριτική στο σημαντικό βιβλίο του Ε.Ρ. Thornpson. Από μια άποψη, ο Thornpson είχε δίκιο να χρονολογήσει την εμφάνιση της εργατικής τάξης στη βρετανική κοινωνία στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, μια που την εποχή του Χαρτισμού η εικόνα της βρετανικής κοινωνίας όπως εκ­φραζόταν στην «ταξική γλώσσα» του Asa Briggs ήταν ήδη διαμορφωμέ­νη, και ήταν διαμορφωμένη ως ένα τριαδικό σχήμα γαιοκτημόνων, αστι­κής τάξης και εργατικής τάξης. Και η εικόνα αυτή σημαίνει ήδη την εν­νοιολογική ενσωμάτωση στην εργατική τάξη κάθε είδους κοινωνικών στρωμάτων που υπήρχαν ακόμα, αλλά είχαν γίνει κοινωνικά αόρατα. Το μεγάλο σώμα των ανθρώπων που έπαιξαν τόσο μεγάλο, και συχνά τόσο συνειδητό, ρόλο στην κοινωνική σκηνή άλλων χωρών κάτω από ονομα­σίες όπως αγροτιά, μικροαστοί και μικροβιοτέχνες, φα ίνεται να απου­σιάζει στη Βρετανία. Την εποχή του Χαρτισμού, όροι όπως «artisan» [τεχνίτης], «joumeyrnan» [κάλφας] και σχεδόν κάθε όρος που συνδέεται με τον παλαιό κόσμο των ανεξάρτητων μικροπαραγωγών και των οργα­νώσεών τους, δηλώνουν περίπου τον ειδικευμένο μισθωτό και όχι τον α ­νεξάρτητο παραγωγό, ενώ, από την άλλη, ο όρος «rnanufacturer» [βιομή­χανος], που προηγουμένως αναφερόταν αόριστα στην εργατική δύναμη, καταλήγει να μονοπωλείται από τον εργοδότη της βιομηχανίας.4 Η πό­λωση στην ορολογία φανερώνει μια οικονομική αλλαγή. Αν οι λέξεις «trade» και «tradesrnan», χρησιμοποιούμενες από τους εργάτες, έφτα­σαν να σημαίνουν κυρίως τη βιομηχανική ειδίκευση, οι ίδιοι όροι στις με­σαίες και ανώτερες τάξεις έφτασαν να δηλώνουν το λιανικό εμπόριο. Ο

3. Martin Jacques - Francis Mulhern (επψ.) , The Fοrιυard March of Labour Halted? , Λονδί-νο 1982.

4. Και στα ελληνικά συμβαίνει η ίδια ακριβώς νοηματική μετατόπιση του βιομηχάΥου [Σ.τ.Μ.] .

Page 92: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κλασικός Handwerker, artisan ή artigiano, που έφτιαχνε και πουλούσε ταυτόχρονα, είχε στο μεταξύ εξαφανιστεΙ

Αλλά αν η περίοδος που εξετάζει ο Thompson είναι, από αυτήν και κάποιες άλλες απόψεις, κρίσιμη για την ανάδυση, τη «δημιουργία», της αγγλικής εργατικής τάξης, ο Thompson μου φαίνεται ότι κάνει λάθος ό­ταν υποθέτει -γιατί απλά υποθέτει- ότι οι εργατικές τάξεις της περιό­δου πριν ή και κατά τη διάρκεια του Χαρτισμού ήταν η εργατική τάξη όπως θα αναπτυσσόταν αργότερα. Παρά την εντυπωσιακή και εντελώς εξαιρετική, για τα διεθνή μέτρα, συνέχεια του συνδικαλιστικού κινήμα­τος με το προβιομηχανικό βιοτεχνικό παρελθόν, οι περισσότερες μελέτες που έγιναν μετά τον Thompson έδειξαν πόσο επικίνδυνο είναι να μετα­φέρει κανείς το προλεταριάτο, τα εργατικά κινήματα και τις ιδεολογίες του αιώνα μας πίσω στις προ-ναπολεόντειες δεκαετίες. Πράγματι, η α­συνέχεια ανάμεσα στα εργατικά κινήματα πριν και μετά το Χαρτισμό, το γενεακό χάσμα ανάμεσα στο σοσιαλισμό του Owen και στη σοσιαλι­στική αναγέννηση της δεκαετίας του 1880, είναι τόσο εμφανές που οι ι­στορικοί ακόμα προσπαθούν να το εξηγήσουν. Μερικές από τις οργανώ­σεις μας μπορεί να είναι πολύ παλιές και να έχουν μερικές φορές κά­ποια στοιχεία φολκλόρ, αλλά η αλήθεια είναι ότι η συνεχής ιστορία των βρετανικών εργατικών κινημάτων, και μαζί και η ιστορική τους μνήμη, ξεκινά πολύ μετά τους Χαρτιστές. Αν η ζωντανή παράδοση του κινήμα­τος πάει πολύ πιο πίσω, αυτό οφείλεται στο ότι οι ιστορικοί του κινήμα­τος ξέθαΨαν το απόμακρο παρελθόν και το διοχέτευσαν στο κίνημα, ό­που και έγινε κομμάτι του διανοητικού εξοπλισμού των αγωνιστών. Ο Οουενισμός, ο Χαρτισμός και τα λοιπά, οι εργατικές τάξεις αυτής της πρώιμης περιόδου είναι φυσικά οι πρόγονοι της μεταγενέστερης εργατι­κής τάξης και των κινημάτων της, αλλά από πολλές κρίσιμες απόψεις α­ποτελούν διαφορετικά φαινόμενα. Με την έννοια αυτή, η εργατική τάξη «δημιουργήθηκε» πολύ μετά απ ' το σημείο που σταματά το βιβλίο του Thompson.

ΙΙ

Δεν είναι βέβαια παράξενο που η εργατική τάξη της ισχυρής και ευρείας βάσης οικονομίας της ύστερης βικτωριανής εποχής ήταν πολύ διαφορετι­κή από τις εργαζόμενες τάξεις της περιόδου πριν από την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου. Δεν είναι ανάγκη να χρονοτριβούμε για να το αποδείξουμε αυτό. Το 1851 υπήρχαν περισσότεροι παπουτσήδες πα­ρά ανθρακωρύχοι, δυόμισι φορές περισσότεροι ράφτες από σιδηροδρομι­κούς, και περισσότεροι εργάτες μεταξουργίας απ' ότι εμπορικοί υπάλ-

Page 93: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟ11'Γ1Α ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 93

ληλοι.5 Το «εργαστήρι του κόσμου» δεν είχε γίνει ακόμα αυτό που ο Clapham ονόμασε «το βιομηχανικό κράτος», όσον αφορά την κλίμακα, την τεχνολογία και τη βιομηχανική οργάνωση. Αν το Lancashire είχε βρει τη βιομηχανική του μορφή, το Birmingham, το Sheffield, το Tyneside και η Νότια Ουαλία την έψαχναν ακόμα. Το ζήτημα όμως είναι με ποιο τρό­πο η ανάπτυξη της νέας και διευρυμένης βιομηχανικής οικονομίας επη­ρέαζε την εργατική τάξη. Αυτό συνέβαινε με πολλούς τρόπους.

Κατ' αρχάς, η εργατική τάξη αυξήθηκε πολύ τόσο σε απόλυτο μέγε­θος όσο και σε συγκέντρωση. Αν και το συνολικό ποσοστό των απασχο­λούμενων στη βιοτεχνία, στα ορυχεία και τη βιομηχανία δεν αυξήθηκε πολύ μεταξύ 1851 και 1911, και σχεδόν καθόλου μέχρι τη δεκαετία του 1890 -ενώ στις μεταφορές αυξήθηκε-, αποτελούσε τώρα μια πολύ μεγα­λύτερη και πιο συγκεντρωμένη μάζα.6 Το 1911 υπήρχαν στη Βρετανία 36 πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων, ενώ το 1851 μόνο 10, και σ' αυτές ζούσε το 44% του συνολικού πληθυσμού, ενώ το 1851 το 25%. Ανάμεσα στο 1871 και το 1911, το Merseyside μεγάλωσε σχεδόν κατά τα τρία τέ­ταρτα και το Tyneside τριπλασίασε σχεδόν τον πληθυσμό του. Το μέσο μέγεθος των εγκαταστάσεων στις οποίες δούλευαν οι εργαζόμενοι επί­σης μεγάλωσε, παρότι στους βιομηχανικούς κλάδους που είχαν ήδη κα­θιερώσει έναν τύπο, η γενική τάξη μεγέθους δεν άλλαξε. Ανεξάρτητα α­πό το αν οι 400 περίπου ανθρακωρύχοι, που αποτελούσαν τη μέση εργα­τική δύναμη ενός ορυχείου του Yorkshire και του Glamorgan-Monmouth, το 1912 ήταν πολύ περισσότεροι απ' ό,τι πριν, ορυχεία αυτού του μεγέ­θους είχαν γίνει από καιρό συνηθισμένα, και οι 220 εργάτες παραγωγής του μέσου κλωστηρίου βαμβακιού του 1906, αν και είχαν αυξηθεί κατά ένα τέταρτο σε σχέση με το 1871, δε μεταμόρφωσαν πολύ το χαρακτήρα τέτοιων εργοστασίων. 7

Από την άλλη, δεν μπορούμε παρά να εντυπωσιαστούμε από την εμ­φάνιση μεγάλων βιομηχανικών συγκεντρώσεων εκεί που πριν δεν υπήρχε τ ίποτε. Δεν υπάρχει τίποτα πριν το 1850 που να συγκρίνεται με το με­σοβικτωριανό Tyneside, όπου στη δεκαετία του 1860 βρίσκουμε ίσως δώδεκα ναυπηγεία που το καθένα απασχολεί τουλάχιστον 1.500 εργάτες - οι Armstrongs είχαν ήδη 6 με 7 χιλιάδες εργάτες στα ναυπηγεία Elswick. Αλλά το 1914 θα έφταναν τους 20.000, δηλαδή τρεις φορές περισσότε-

5. Ι .Η . Clapham. The Economic History of Modern Britain. τόμο 2. 2η έκδοση. Καίμπριτζ 1930, σ. 24.

6. Phyllis Deane - Alan Cole. British Economic Growth. 1688-1959. Καίμπριτζ 1 967. σ. 1 42-143.

7 . Η .5. Ievons. The British Coal Trade. Λονδίνο 1915 : υπολογισμένο από στοιχεία των σ. 65. 1 1 7 ' Earnings and Hours Enquiry Ι : ΤεχΙίΙε Trades. 80/1 του 1 909. σ. 27 ' Ι .Η. Clapham. The Economic History .. .. ό.π . . σ. 1 15. 1 1 7.

Page 94: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

94 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ροι. Το ίδιο και η Great Westem Railway στο Swindon τριπλασίασε την εργατική δύναμη που είχε το 1875, για να φτάσει στους 14.000 το 1914. Υπάρχει μια ποιοτική και όχι απλά ποσοτική διαφορά ανάμεσα στο Barrow-in-Fumess του 1871-1872, όταν το μεγαλύτερο ναυπηγείο και .μηχανουργείο της πόλης απασχολούσαν από 600 άνδρες το καθένα, και στο Barrow του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Vickers απασχο­λούσε 27.000 μηχανικούς και 6.000 ναυπηγούς.8

Δεύτερον, άλλαξε ριζικά η επαγγελματική σύνθεση των εργατικών τά­ξεων, όπως μαρτυρεί η άνοδος των σιδηροδρομικών από 100.000 το 1871 σε 400.000 το 1911, και των ανθρακωρύχων από μισό εκατομμύριο σε 1,2 μέσα στην ίδια περίοδο, ενώ ο συνολικός ανδρικός πληθυσμός στην Αγγλία, την Ουαλία και τη Σκωτία αυξήθηκε μόνο κατά 60%. Το ίδιο άλλαξε και η σύνθεση κατά φύλο και ηλικία, καθώς η απασχόληση των παιδιών σχολικής ηλικίας από το 30% επί του συνόλου των παιδιών το 1851 έπεσε στο 14% το 1914,9 ενώ είχαμε και μια μικρή, αλλά καινοφα­νή, είσοδο των γυναικών και σε άλλες βιομηχανίες πέραν της υφαντουρ ­γίας. Οι αλλαγές στις χειρωνακτικές δεξιότητες των εργατών είναι λιγό­τερο εμφανείς και αποτελούν ακόμα αντικείμενο μεγάλης συζήτησης. Εί­ναι ωστόσο αδιαμφισβήτητο, ότι το 1875 τα μεγαλύτερα εθνικά συνδικά­τα ήταν μακράν οι Ενωμένοι Μηχανικοί και οι Εργάτες Τέκτονες, ακο­λουθούμενοι, κατά σειρά, από τους Λεβητοποιούς, τους Ενωμένους Ξυ­λουργούς και Επιπλοποιούς, τους Ενωμένους Ράφτες και τους Βαμβακο­νηματουργούς. Μετά το 1895, στην TUC κυριαρχούσαν ως γνωστόν τα μεγάλα τάγματα των ανθρακωρύχων -που ήταν πλέον οργανωμένοι σε εθνικό επίπεδο- και της βαμβακοβιομηχανίας, και το 1914 η Τριπλή Συμμαχία Άνθρακα, Μεταφορών και Σιδηροδρόμων. Επιπλέον, ακόμα και οι πανίσχυρες ομάδες της εργατικής αριστοκρατίας στηρίζονταν όλο και περισσότερο όχι σε αναντικατάστατες χειρωνακτικές δεξιότητες, αλ­λά σε ένα μονοπώλιο του επαγγέλματος, εξασφαλισμένο χάρη στην ισχύ των οργανώσεών τους, που απέκλειε άλλους που εύκολα θα μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους. Γι' αυτό και το βασικό εργατικό ζήτημα στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα ήταν η «dilution» [η πρό­σληψη ανειδίκευτων εργατών].

Τρίτον, η αυξανόμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της εθνικής οικονομίας και των τομέων της, και ο αυξανόμενος ρόλος του κράτους σ' αυτούς, μετέβαλε τις συνθήκες των βιομηχανικών συγκρούσεων . Ας θυμηθούμε μόνο ότι, για πρακτικούς λόγους, η βιομηχανική σύγκρουση

8. John Marshall, The Industrial Revolution in Furness, Barrow 1958, σ. 356' James Hinton. The First Shop Stewards ' MovemeIlt, Λονδίνο 1 973, σ. 28' M . C . Reed (επιμ. ) , Railways in the Victorian Economy: Studies in Finance and Economic Growth, Newton Abbot 1 969, σ. 125.

9. E .D . Hunt, British Labour History, 1815-1914 , 198 1 , σ. 1 7 .

Page 95: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟΥΡΠΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤιΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 95

ως εθνική απεργία ή λοκ-άουτ δεν υφίσταται πριν τη δεκαετία του 1890. Ο Cronin, μάλιστα, έχει δείξει ότι και η ίδια η απεργία δεν αναγνωρίζε­ται ως τέτοια παρά μετά το 1870.10 Η εθνική συλλογική διαπραγμάτευση δεν υπάρχει πριν το 1890, εκτός από κάποιους τομείς της βαμβακουρ­γίας στους οποίους το «έθνος» συνέπιπτε με περιοχές του Lancashire. Το 1910, όπως δείχνουν οι Clegg, Fox και Thornpson,11 υπήρχαν τέτοιες συμφωνίες στη μηχανουργία, στα ναυπηγεία, στην τυπογραφία, στο μέ ­ταλλο και το χάλυβα, και στην υποδηματοποιία, καθώς και ανάλογοι μη­χανισμοί αλλού. Επιπλέον, το άμεσο ενδιαφέρον της κυβέρνησης για τις βιομηχανικές σχέσεις φαίνεται όχι μόνο από την ίδρυση του Τμήματος Εργασίας του Υπουργείου Εμπορίου (1893) και το αυξανόμενο εύρος των δραστηριοτήτων του, αλλά και από την άμεση παρέμβαση επιφανών πολιτικών στις εργατικές διενέξεις, με πρώτο σημαντικό παράδειγμα την επέμβαση του Rosebery στο λοκ-άουτ των ανθρακωρυχείων το 1893.12

Τέταρτον -και εδώ αφήνουμε την οικονομία και ερχόμαστε στην πολι ­τική-, έχουμε τη διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων και της μαζικής πολιτικής. Το τι σκέφτονταν και ήθελαν οι προλετάριοι Ψηφοφόροι θα α­ποτελούσε στο εξής μεγάλη έγνοια των πολιτικών και, αντιστρόφως, το τι θα έκανε η κεντρική κυβέρνηση θα απασχολούσε πολύ πιο άμεσα τους εργάτες, αν και τους πήρε κάποιο χρόνο μέχρι να το συνειδητοποι­ήσουν. Όταν οι πολιτικοί -παραθέτω τον εουδαρδιανό Τσώρτσιλ- σκέ­φτονταν πως το βασικό πρόβλημα ήταν να μην αφήσουν την κομματική πολιτική να εξελιχθεί σε ταξική πολιτική, ήταν και για τους εργάτες πιο εύκολο να εντυπωσιαστούν από τις δυνατότητες μιας εθνικής ταξικής πολιτικής. Το να ανήκεις στους «Εργατικούς», δηλαδή στη χειρωνακτική εργασία, απέκτησε μια τέτοια πολιτική διάσταση που δεν είχε από την εποχή του Χαρτισμού.

Οι εξελίξεις αυτές είναι σημαντικές, γιατί δίχως αυτές είναι δύσκολο να καταλάβουμε το πως το άθροισμα των μικρόκοσμων που συγκροτού­σαν το βρετανικό κόσμο της εργασίας, και οι οποίοι συχνά ήταν αυστη­ρά αυτάρκεις, μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε ένα ενιαίο εθνικό φαινόμε­νο. Ας πάρουμε ένα ύστερο και μάλλον ακραίο παράδειγμα, αυτό του W.P. Richardson (1873-1930). Γεννήθηκε και έζησε όλη του τη ζωή στο Usworth , της Κομητείας του Durharn, δούλεΨε τριάντα χρόνια στο αν-

10. James Ε. Cronin, «5trikes 1 870-1914 » , στο C .J. Wrigley (επιμ. ) , Α History of British Industrial Relations, 1875-1914, Brighton 1982, κεφ. 4 .

1 1 . Η.Α. Clegg - Alan Fox - A.F. Thompson, Α History of British Trade Unions since 1889, Οξφόρδη 1964, σ. 471 .

1 2 . Chris Wrigley, «The Government and Industrial Relations», και Roger Davidson, «Government Administration», στο C .J. Wrigley (επιμ. ) , Α History of British Industrial Relations, ό.π. , κεφ. 7 και 8 αντίστοιχα.

Page 96: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

96 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

θρακωρυχείο του Usworth , παντρεύτηκε την κόρη ενός ντόπιου ανθρα­κωρύχου, έγινε Πρόεδρος του ενοριακού συμβουλίου του Usworth , διηύ­θυνε τη χορωδία του Παρεκκλησίου των Πρωτο-μεθοδιστών του ανθρα­κωρυχείου του Usworth και είχε μια στήλη για τα πουλερικά στην τοπι­κή εφημερίδα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν, φέρ' ειπείν, το Manche­ster εξαφανιζόταν από έναν σεισμό, δε θα είχε πρακτική σημασία γι' αυ­τόν. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, που ήταν ριζωμένος στο χωριό του ό ­πως μια γαλατού του Herefordshire, βοήθησε στην ίδρυση της τοπικής οργάνωσης του ILP, συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή της Daily Herald,

αγωνίστηκε για την εθνικοποίηση όλων των ορυχείων και έμελλε να γίνει εθνικός ταμίας της Ομοσπονδίας των Ανθρακωρύχων. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν τόσο φυσική όσο φαίνεται εκ των υστέρων. Αφ' ενός, για τους αν­θρακωρύχους της γενιάς του Richardson είχε γίνει ευκολότερο, κι από πολλές απόψεις και απαραίτητο, να βλέπουν το Usworth σαν ένα κομ­μάτι όχι μόνο της ανθρακοφόρας ζώνης του Durham αλλά και της βιομη­χανίας άνθρακα όλης της χώρας αφ' ετέρου, το να είναι ανθρακωρύχοι σήμαινε πως ανήκουν σε μια εθνική εργατική τάξη της οποίας οι ειδικές πολιτικές και κοινωνικές προσδοκίες εκφράζονταν από ένα ανεξάρτητο εργατικό κόμμα με τις δικές του εφημερίδες και τα δικά του ειδικά προ­γράμματα. Ένας παλαιότερος, όπως ο Henry Rust (1831-1902), ποτέ του δεν παραδέχτηκε το ότι οι ανθρακωρύχοι του West Bromwich και του Darlaston είχαν κάτι να κερδίσουν αν ενώνονταν με τους υπόλοιπους αν­θρακωρύχους του Midland, για να μην πούμε με την Εθνική Ομοσπονδία Ανθρακωρύχων.13

Δεδομένων όλων αυτών, ήταν αναμενόμενο ότι και η ίδια η εργατική τάξη θα άλλαζε. Πώς όμως, και πότε ; Ας πάρουμε την απλή και φαινο ­μενικά άνευ σημασίας περίπτωση του Άντυ Καπ. Πότε αυτό το συγκε­κριμένο καπέλο -η τραγιάσκα- έγινε χαρακτηριστικό σύμβολο του βρε­τανού προλετάριου; Σίγουρα δεν ήταν στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1870, αφού ο Jules Valles , ο κομμουνάρος πρόσφυγας, διαμαρτυρόταν α­κριβώς για έλλειψη συνείδησης της τοπικής εργατικής τάξης, επειδή, σε αντίθεση με τους παριζιάνους τεχνίτες, δε φόραγαν εκτός της δουλειάς «la blouse et la casquette». 14 Οι εικονογραφήσεις και οι φωτογραφίες των δεκαετιών του 1870 και 1880 δείχνουν μια ποικιλία καπέλων και εξάλ­λου -όπως δείχνει το deerstalker [κυνηγετικό κασκέτο] του Keir Hardie-, ακόμα κι οι τραγιάσκες δεν είχαν τυποποιηθεΙ Το 1914, όμως, σε οποια-

13 . Οι πληροφορίες σχετικά με τους Richardson και Rust έχουν ληφθεί από το Joyce Μ. Bellamy - John Saville (επψ.) , Dictionary ΟΙ Labour Biography, 9 τόμοι, Λονδίνο 1 994, τόμο 2, σ. 320, 326.

1 4 . Paul Martinez, The French Communard RellIgees in Britain, 1871-1880, αδημοσίευτη δι­δακτορική διατριβή, University of Sussex, 198 1 , σ. 341 .

Page 97: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟΤΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 97

δήποτε εικόνα που δείχνει μάζα βρετανών εργατών οπουδήποτε, εντός ή εκτός εργασίας, βλέπουμε τη γνωστή θάλασσα από πλακουτσωτές τρα­γιάσκες. Η λεπτομερής χρονολόγηση αυτής της αλλαγής περιμένει ακό­μα μια έρευνα στο πλούσιο εικονογραφικό υλικό. Είναι όμως προφανές, ότι μέσα σε δύο περίπου δεκαετίες οι βρετανοί άνδρες εργάτες είχαν υι­οθετήσει ένα σήμα κατατεθέν που τους σταμπάριζε αμέσως ως μέλη μιας τάξης. Επιπλέον, είχαν συνείδηση αυτού του γεγονότος. Θέση του άρθρου μου είναι ότι η λεγόμενη «παραδοσιακή» εργατική τάξη με τους συγκεκριμένους τρόπους ζωής και αντιλήψεις δεν εμφανίστηκε πολύ πριν τη δεκαετία του 1880 και ότι διαμορφώθηκε μέσα στις δύο επόμε­νες δεκαετίες. Θα πρέπει ίσως να προσθέσω, ότι αυτή είναι η περίοδος που διαμορφώνεται και η «μεσαία τάξη» όπως τη γνωρίζουμε, η οποία είναι πράγματι πολύ διαφορετική από τους προκατόχους της, της πρώι­μης και μέσης βικτωριανής περιόδου, και από τη μεγαλοαστική τάξη του «Establishrnent». Η ξαφνική εμφάνιση της τραγιάσκας είναι παράλληλη με την εξίσου ταχεία εμφάνιση της κλασικής γραβάτας15 και την ακόμα πιο ξαφνική εμφάνιση του γκολφ-κλαμπ. Είκοσι εννέα γήπεδα γκολφ κατασκευάστηκαν στο Yorkshire το 1890-1895, ενώ πριν το 1890 υπήρ­χαν μόνο δύο.16 Δεν είναι όμως αυτό το αντικείμενό μου εδώ, όσο κι αν η αναδόμηση κάθε μίας από τις δύο κύριες κοινωνικές τάξεις της Βρετα­νίας συνδέεται άμεσα με την αναδόμηση της άλλης .

πΙ

Η δεκαετία του 1880 είναι γνωστή σε όλους τους ιστορικούς της εργατι­κής τάξης ως η δεκαετία της λεγόμενης σοσιαλιστικής αναγέννησης στη Βρετανία, αλλά τα φαινόμενα με τα οποία ασχολούμαι εδώ είναι από στατιστικής άποψης πιο σημαντικά από τις ιδεολογικές αλλαγές που α­φορούν τις λ ίγες εκατοντάδες ανθρώπους που αποτελούσαν, στη δεκαε­τία του 1880, τις βρετανικές σοσιαλιστικές οργανώσεις και τους συμπα­θούντες τους. Είναι πιο μαζικά ακόμα και από τις απαρχές του «νέου» συνδικαλισμού. Ξεχωρίζω τη δεκαετία του 1880 επειδή η βαθιά μετα­μόρφωση των υλικών συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης, καθώς και αυτών που μπορούμε να ονομάσουμε ως κοινωνικά και θεσμικά όρια της διαδρομής της εργατικής τάξης μέσα στην επικράτεια της εθνικής ζωής, δεν ήταν ορατή πιο πριν. Δε λέω ότι δεν υπήρχε καθόλου. Είναι εύκολο να παίξει κανείς το γνωστό παιγνίδι του ιστορικού που πηγαίνει όλο και

15. Πρβλ. E.J. Hobsbawm - Τ. Ranger (επψ.) , The Invention of Tradition, Καίμπριτζ 1 983, σ. 295.

16. Victoria County History of Yorkshire, τόμο 2, Λονδίνο 1914, σ. 543 Κ.ε.

Page 98: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

98 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

πιο πίσω τις απαρχές ενός φαινομένου, ειδικά σε μια περίοδο όπου η εργατική τάξη δεν έχει ένα σαφές προφίλ, όπως είναι οι δεκαετίες μετά το Χαρτισμό, μια περίοδος όπου είναι δύσκολο ακόμα και να αποφασί­σουμε το κατά πόσον η αργία για τους εργαζομένους ήταν το σαββατο­κύριακο -η περίφημη semaine anglaise [αγγλική βδομάδα] που ονειρεύο ­νταν στην ηπειρωτική Ευρώπη- ή η παραδοσιακή Αγία Δευτέρα, Ι7 Έτσι, για να πάρουμε ένα πολύ γνώριμο ορόσημο στο χάρτη της «παραδοσια­κής» εργατικής τάξης, το μαγαζί fish -and-chip γεννήθηκε, κατά πάσα πι­θανότητα, στο Oldham τη δεκαετία του 1860, ενώ μια τοπική επιχείρηση άρχισε να κατασκευάζει μαγειρικές εστίες αποκλειστικά για το τηγάνι­σμα ψαριών στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1870, Το 1876 χαρακτη­ριζόταν ακόμα «μικρο-επάγγελμα», ενώ το 1914 υπήρχαν γύρω στους 25,000 πωλητές τηγανητών Ψαριών, Ι8 Κι άλλες καινοτομίες της δεκαε­τίας του 1880 μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε από τη δεκαετία του 1870, Το ποδόσφαιρο είχε ήδη μια κάποια υπόγεια ζωή σαν προλεταριακό θέ­αμα στα τέλη της δεκαετίας του 1870,19 Οι επαγγελματίες ατζέντηδες και το σε εθνικό επίπεδο μπούκινγκ των καλλιτεχνών των music -hall φαίνεται πως είχαν αναπτυχθεί ήδη σ' αυτή τη δεκαετία, η οποία είδε ε­πίσης τη γέννηση ενός επαγγελματικού εμπορικού τύπου για τις επιχει­ρήσεις της λα'ίκής μουσικής,20 Δε θέλω να διεκδικήσω την πατέντα για την πρωτοκαθεδρία οποιασδήποτε δεκαετίας, αλλά απλά να δείξω πως, ό,τι και αν είχε προηγηθεί κατά τη δεκαετία του 1870, στη δεκαετία του 1880 οι νέες μορφές βγαίνουν στο προσκήνιο σε εθνικό επίπεδο και δεν μπορούν πλέον να παραβλέπονται, αν και για πολύ καιρό τις παρέβλε­παν τόσο οι αστοί παρατηρητές της εποχής όσο και οι μεταγενέστεροι ι­στορικοί.

Τρεις παράγοντες επηρέασαν τις υλικές συνθήκες της ζωής των εργα­τών μετά το 1870: η δραστική πτώση του κόστους διαβίωσης κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Μεγάλης Ύφεσης του 1873-1896' η ανακάλυψη της μαζικής εσωτερικής αγοράς, στην οποία περιλαμβάνονταν οι καλο­πληρωμένοι ή τουλάχιστον κανονικής απασχόλησης εργάτες για τα βιο ­μηχανικά παραγόμενα ή επεξεργαζόμενα προ'ίόντα, και (μετά το 1875) η

1 7. E .D . Hunt, Labour History, ό.π. , σ. 77-79' D.A. Reid, «The Decline of Saint Monday, 1 766-1876», Past and Present, τχ. 7 1 (1976), σ . 76-101 .

18. T.C . Barker - J .C . McKenzie - J. Yudkin (επιμ.) , Our Chan ging Fare: Two Hundred Years οι British Food Habits, Λονδίνο 1966, σ. 1 10' «Chatchip», W. Loftas, The Fish Frier and his Trade: Or How Το Establish and Carry On an Up-to-date Fish Frying Business, Λονδίνο χ.χ. , σ. 15 , 23-24. Από τις δέκα φίρμες που κατασκεύαζαν φριτέζες και αναφέρονται ή διαφημίζο­νται σ' αυτό το εγχειρίδιο, όλες, εκτός από δύο, ήταν στο Lancashire και στο Yorkshire.

19 . Tony Mason, Association Football and English Society, 1863-1915, Brighton 1980. 20. C .D. Stuart - A.J. Park, The Variety Stαge, Λονδίνο 1895' G .J . Mellor, The Northern

Music Hall, Newcastle 1970.

Page 99: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟΤΡΠΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤιΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 99

λεγόμενη «νόμιμη (by-law) στέγαση» (παράγραφος 157 του Νόμου περί Δημόσιας Υγείας), η οποία δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό το περιβάλλον της ζωής της εργατικής τάξης, τις ομοιόμορφες σειρές των διώροφων σπιτιών έξω από τα κέντρα των πόλεων. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες συνδέονται με τη συγκρατημένη και αποσπασματική, αναμφισβήτητη ό­μως, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της πλειονότητας των βρετανών εργατών, για την οποία συμφωνούν ακόμα και οι ιστορικοί. Το κρίσιμο σημείο σ' αυτή τη βελτίωση δεν είναι η απλή αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων και των καταναλωτικών δαπανών, αλλά οι δομικές αλλαγές που μεσολάβησαν γι' αυτές. Οι αλλαγές αυτές είναι πιο εντυπωσιακές στο χώρο της διανομής, δηλαδή στη σχετική παρακμή του λιανικού ε­μπορίου και των μικρών καταστημάτων και στην άνοδο από τη μία των συνεταιρισμών (Co-ops), τα μέλη των οποίων από μισό περίπου εκατομ­μύριο στα τέλη της δεκαετίας του 1870 έφτασαν σε ένα εκατομμύριο γύ­ρω στο 1890 και σε τρία εκατομμύρια το 1914, και από την άλλη η εμ­φάνιση των πολυκαταστημάτων, τα οποία θα έδιναν στους μεγάλους δρόμους των βρετανικών πόλεων τη χαρακτηριστική τους όψη στην πε­ρίοδο που αρχίζει τη δεκαετία του 1890 και τελειώνει με την εμφάνιση του σούπερ -μάρκετ γύρω στη δεκαετία του 1950.21 Και δεν πρέπει να ξεχνάμε και την εμφάνιση και θεσμοποίηση των αγορών με δόσεις, οι ο­ποίες επέτρεψαν τη μεταμόρφωση του εσωτερικού των σπιτιών της ερ­γατικής τάξης. Η ιστορία αυτού του φαινομένου είναι παραμελημένη, αν και έχουν ξεκινήσει κάποιες εργασίες. Και εδώ, οι δεκαετίες του 1880 και 1890 είναι καθοριστικές. Οι χρονιές των υποθέσεων-κλειδιών που α­ποσαφήνισαν τη νομική και οικονομική σύγχυση που περιέβαλε αυτή την επεκτεινόμενη πρακτική είναι το 1893 και το 1895.22 Δεν μπορούμε όμως να διαχωρίσουμε τη διανομή από την παραγωγή. Η μαζική παραγωγή τσαγιού σε τυποποιημένα πακέτα χρονολογείται από το 1884,23 και οι καινούργιες μαρμελάδες και κομπόστες που άλλαξαν το διαιτολόγιο της εργατικής τάξης, παράγονταν στα εργοστάσια που στους ιστορικούς της εργασίας είναι γνωστά κυρίως ως η σκηνή των πρώτων αγώνων των βιο­μηχανικών εργατριών.

Όσον αφορά τη στέγαση, η βασική εξέλιξη δεν ήταν μόνο ότι τώρα χτίζονταν κάπως μεγαλύτερα και καλύτερα σπίτια, αλλά ότι είχαμε την ανάπτυξη χωριστών δρόμων και γειτονιών για την εργατική τάξη, ειδικά μάλιστα μετά τη μαζική ανάπτυξη των φτηνών δημόσιων μεταφορών στη

2 1 . J . B . Jefferys. Retail Tradirιg ίrι Bτίιαίrι , 1850-1950. Καίμπριτζ 1954' W. Hamish Fraser, The Comirιg ΟΙ the Mass Market, 1850-1914, Λονδίνο 1982.

22. Cyril Ehrlich, The Pίαrιo: Α History. Λονδίνο 1976. σ. 102-103. 23. John Burnett. Plerιty arιd Warιt: Α Social History ΟΙ Diet ίrι Erιglarιd Irom 1815 Ιο the

Preserιt, Λονδίνο 1966, σ. 1 1 1 .

Page 100: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 00 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

δεκαετία του 1880, ακόμα και χωριστών εργατικών προαστείων, κυρίως εσωτερικών προαστείων. Θα αναφερθώ πιο κάτω στις συνέπειες αυτού του αυξανόμενου χωροταξικού διαχωρισμού των κατοικιών . Όσον αφορά την προαστειοποίηση της εργατικής τάξης, μπορούμε να επισημάνουμε ότι έτεινε να χαλαρώσει ή να κόψει έναν από τους ισχυρότερους βιωμα­τικούς δεσμούς που συνείχαν την εργατική κοινότητα, δηλαδή το δεσμό ανάμεσα στο χώρο κατοικίας και το χώρο εργασίας, αυτό όμως μάλλον ίσχυε μόνο στο Λονδίνο. Το 1905 το LCC υπολόγιζε ότι 820.000 εργαζό­μενοι έκαναν κάθε μέρα μακρινές διαδρομές για να πάνε να δουλέψουν στο Λονδίνο.

Η πιο θεαματική αλλαγή ήταν, βέβαια, στη μορφή των διακοπών και των αργιών της εργατικής τάξης. Δε χρειάζεται μάλλον να σας θυμίσω σήμερα την ανάδυση του ποδοσφαίρου ως ενός εθνικού, και όλο και πιο προλεταριακού, αθλητικού θεάματος και την ανάπτυξη μιας ανδρικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας που καθαγιάστηκε τελικά από την παρουσία του Βασιλιά στους τελικούς του Κυπέλλου από το 1913 και μετέπειτα. Ούτε ότι η χειραφέτηση του ποδοσφαίρου από το -ή μάλλον, ενάντια στο- πατρονάρισμα της μεσαίας και ανώτερης τάξης έλαβε χώραν τη δε­καετία του 1880 με το θρίαμβο της Blackburn επί της Old Etonians, με την επίσημη επαγγελματοποίηση του αθλήματος το 1885, και με τη δη­μιουργία της League το 1888, που παρεμπιπτόντως ακολουθούσε το μο­ντέλο του συστήματος που είχε καθιερωθεί πρωτύτερα στις ΗΠΑ για το επαγγελματικό μπέιζμπολ. 24 Η δεκαετία του 1880 είναι επίσης αποφασι­στική για την ανάπτυξη των διακοπών της εργατικής τάξης. Ο πρώτος τόμος του Herapath '5 Railway Journal, στο ευρετήριο του οποίου καταγρά­φεται το φαινόμενο της «κίνησης των αργιών» (<<holiday traffic»), είναι του 1884, και αξίζει να παραθέσουμε το σχόλιο του άρθρου:

«Χρονιά με τη χρονιά, η κίνηση των αργιών το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τον Αύγουστο αυξάνεται σε σημασία. Οι διαστάσεις της δεν έχουν ακόμα διογκωθεί τόσο πολύ ώστε να επηρεάζει τις μετοχές, είναι όμως εύκολο να προβλέΨουμε ότι μια μέρα θα γίνει κι αυτό [ . . . ] Ίσως να μην κάνουμε ποτέ το Πάσχα καρναβάλι, αλλά οι σκληρά εργαζόμενες μά­ζες μας μοιάζουν αποφασισμένες να το κάνουν μια σημαντική αργία».25

Η ανάπτυξη των δεσμών των βιομηχανικών πόλεων με το Blackpool μπορεί να ανιχνευτεί μέσα από το Bradshaw. Το 1865 υπήρχαν μόνο δύο τρένα την ημέρα με βαγόνια τρίτης θέσης από το Bolton στο B lack­pool, το 1870 τέσσερα, το 1875 δώδεκα, το 1880 δεκατρία, το 1885 δε-

24. Geoffrey Green, The History ο/ the Football Association, Λονδίνο 1953, σ. 1 25. 25. Herapath 's RaiIway JournaI, 19 Απριλίου 1884, σ. 441 .

Page 101: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟΥΡΠΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 1 0 1

Περίοδος

1863-1865

1866-1870

1871 -1875

1876-1880

1881 -1885

1886-1890

1891 -1895

1896-1899

ΠΙΝΑΚΑΣ

Προτεινόμενες επενδύσεις σε προβλήτες αναψυχής 1 863-1 899

(σε χιλ. λίρες)

Μεσαία τάξη Εργατική τάξη Σύνολο Μέσος όρος ετησίως Σύνολο Μέσος όρος ετησίως

78,0 26.0 30,0 10.0

1 12,5 22,5 25,0 5,0

98,5 19,7 30,0 6,0

184,4 36,9 83,8 16,8

292,0 58,4 70,0 14,0

1 74,5 34,9 75,5 15 , 1

1 72,0 34,4 291 ,5 58,3

158,0 39,5 19 1 ,9 48,0

κατέσσερα και το 1890 είκοσι τρία. Υπάρχει όμως ένας πιο γενικός και λιγότερο κουραστικός τρόπος να υπολογίσουμε το ρυθμό ανάπτυξYjς των επιχεφήσεων των διακοπών : μια ετήσια στατιστική του Υπουργείου Εμπορίου, σύμφωνα με έναν νόμο του 1861, μας επιτρέπει να μετρήσου­με το μέγεθος των προτεινόμενων επενδύσεων σε προβλήτες και λιμενι­κά έργα, πολλά από τα οποία μπορούμε να τα ταυτίσουμε ως προβλή­τες αναψυχής ή περιπάτου, αυτές τις χαραΚΤYjριστικές κατασκευές των διακοπών στις αγγλικές παραλίες.26 Ο πίνακας αναλύει τις προτεινόμε­νες επενδύσεις σ' εκείνες που προορίζονται για θέρετρα ΤYjς μεσαίας τά­ξης και σ' εκείνες που προορίζονται για θέρετρα της εργατικής τάξης, παραλείποντας τις επισφαλείς περιπτώσεις.2 7 Αυτός ο, αναγκαστικά χο-

26. Αυτό έγινε βάσει του General Pier and Harbours Act του 186 1 . Εκθέσεις στο ΡΡ 62, 1 863' 55, 1864 ' 50, 1865' 66, 1866' 63, 1 867-1868' 54, 1 868-1869' 59, 1870' 60, 1871 ' 52, 1872' 58, 1873' 59, 1874' 67, 1 875' 65, 1876' 73, 1877' 67, 1878' 64, 1878-1879' 66, 1880' 82, 1 8 8 1 ' 62, 1 882' 62, 1 883' 7 1 , 1 884' 70, 1 884-1885' 59, 1 886' 74, 1887 ' 90, 1888' 69, 1889' 66, 1890' 76, 1890-1 89 1 ' 7 1 , 1892' 80, 1893-1894' 76, 1894' 87, 1895' 75, 1896' 78, 1 897' 83, 1898' 87, 1899. Βλ. επίσης: Return from the Authorities of Harbours ... Giving descrip­tion of works executed within the last twenty years. distinguishing Piers. Docks . . . etc, (Ρ.Ρ. 62 του 1883).

27. Στα παραλιακά θέρετρα αποδόθηκε ο «κοινωνικός τόνος» τους (για να χρησιμοποι­ήσω την ταιριαστή βικτωριανή φράση του H .J. Perkin) στο φως των γενικών γνώσεων (π.χ. το Torquay ή το Skegness) αλλά και των μελετών πολλών ερευνητών, αρχίζοντας από τους E.W. Gίlbert, «The Growth of Inland and Seaside Health Resorts ίπ England » , Scottish Geo­graphica/ Magazine, τχ. 55 (1939). Για μια βιβλιογραφία βλ. J. Walvin, Leisure and Society, 1830-1950, Λονδίνο 1 978)' πρβλ. επίσης H.J. Perkin, « The "SociaI Tone" of Victorian Seaside Resorts ίπ the Northwest» , The StrlIctured Crowd: Essays in Eng/ish Social History' J. Lowerson - J. Myerscough. Time Ιο Spare in Victorian England, Brighton 1 977, σ. 30-44. Στην

Page 102: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 0 2 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ντρικός, πίνακας δείχνει ΤΎjν ανάπτυξΎj των εργατικών θέρετρων από τα τέλΎj ΤΎjς δεκαετίας του 1870 και μετέπειτα, αλλά κυρίως ην τεράστια έΚΡΎjξΎj των προτεινόμενων επενδύσεων ση δεκαετία του 1890 Ύj οποία, για πρώΤΎj φορά, ώθφε τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις σην αναΨυχ� ΤΎjς εργατικ�ς τάξΎjς να ξεπεράσουν κατά πολύ τις επενδύσεις σε θέρετρα ης μεσαίας τάξΎjς.

Μπορούμε να εικoνoγραφ�σoυμε αυτ� ΤΎjν εξέλιξΎj με το κλασικό πα­ράδειγμα του Blackpool, όπου έχουμε τα πρώτα πραγματικά σΎjμάδια δράσΎjς ση δεκαετία του 1860, με το άνοιγμα ΤΎjς Βόρειας Πρoβλ�τας (κόστισε λ ίγο περισσότερο από το μισό όσων ξοδεύηκαν για ην προ­βλ�τα του Ventnor σΤΎj N�σo του Wight), η δεύτερΎj πρoβλ�τα και το πρώτο θέατρο. Με η δεκαετία του 1870 αρχίζουν οι σΎjμαντικές επιχει­ρ�σεις: Ο Χειμερινός K�πoς (που κόστισε 107.000 λίρες) ξεκίνφε το 1878. Αλλά το Blackpool που γνωρίζουμε καλύτερα είναι αυτό ης δεκα­ετίας του 1890: του Πύργου, του Μεγάλου Τροχού, ΤΎjς Πρoβλ�τας ΤΎjς Βικτωρίας ση Νότια Aκτ�, του μεγάλου περίπατου, ΤΎjς Όπερας (1889), ΤΎjς νέας αγοράς, ης ανoιχτ�ς βιβλιoθ�κης, του ΔΎjμαρχείoυ και, συν τοις άλλοις, ενός ειδικού εΙΡΎjνOδικείoυ και θυρεού.

Σ�μερα όλοι γνωρίζουμε ότι Ύj βρετανικ� εργατικ� τάξΎj, σε αντιθεσΎj με ΤΎJV αγγλικ� μεσαία τάξΎj Ύj οποία μέσα σ' αυτ� ΤΎjν περίοδο ομοιογε­νOΠOι�θΎjκε σε μεγάλο βαθμό -ειδικά στον τρόπο ομιλίας-, δεν έχασε ΤΎjν τoπικ� ης ταυτόητα, τις τοπικές ΤΎjς ιδιομορφίες, γούστα και υπε­ΡΎjφάνεια. Παρ' όλα αυτά είναι επίσΎjς σαφές, ότι ο νέος τρόπος ζω�ς � ­ταν πιο τυΠOΠOΙΎjμένOς από κάθε άλλΎj επoχ�. Στα ορυχεία οι εργάτες μπορεί να επέμεναν να φορούν τα παραδοσιακά τοπικά ρούχα ης δου­λειάς. Ακόμα και στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Ύj απόπειρα του Υ­πoυργείoυ Εμπορίου να τα αντικαταστ�σει με ομοιόμορφες «πρακτικές» φόρμες, προκάλεσε μεγάλΎj αντίδρασΎj από τα συνδικάτα. Εκτός ΤΎjς ερ­γασίας όμως, ο ανθρακωρύχος, όπως και οι περισσότεροι άλλοι άνδρες εργάτες, φοράει τα ίδια ρούχα από το Blyth ώς το Midsomer Norton. Ο εργάης ταυτιζόταν με ην τoπικ� ομάδα ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, και μάλιστα στις πιο μεγάλες πόλεις με ΤΎj μία από τις δύο αντιπάλους -ΤΎj Σ ίτυ � η Γιουνάιτεντ, ΤΎj Φόρεστ � ΤΎJV Κάουντu- που γι' αυτούς ό­ριζε τον ΠOλίΤΎj του Μάντσεστερ � του Νότινχαμ � όποιας άλλΎjς πόλΎjς. Η πoδoσφαιρικ� κουλτούρα όμως �ταν Ύj ίδια παντού -με μια μεγαλύτε­ΡΎj � μικρότεΡΎj δόσΎj πάθους- και �ταν εθνικ�, � για να είμαστε πιο α-

τελευταία περίοδο ίσως οι επενδύσεις για τη μεσαία τάξη να έχουν μεγαλοποιηθεί, εν μέ­ρει επειδή αρκετά μεγάλα σχέδια για δάνεια απορρίφθηκαν, εν μέρει επειδή με τον καιρό πολλά μεσοαστικά θέρετρα αναγνώρισαν, μερικές φορές διστακτικά, τις οικονομικές ευ­καιρίες της μαζικής αγοράς.

Page 103: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔHMΙOTPrιA ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

κριβείς ήταν η κουλτούρα ενός προλεταριακού έθνους, μια που ο χάρτης της ποδοσφαιρικής League σχεδόν συνέπιπτε με το χάρτη της βιομηχανι­κής Αγγλίας. Είχε γίνει εθνική πριν ακόμα αρχίσει η ετήσια συμβολική κατάληψη του δημόσιου χώρου της εθνικής πρωτεύουσας από τους δύο προλεταριακούς στρατούς που εισέβαλαν στο Λονδίνο για τον τελικό του κυπέλλου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1860 υπήρχαν ήδη τοπικές συλλογικές τελετουργίες αυτού του είδους, και κυρίως οι ετήσιες εκδη­λώσεις των ανθρακωρύχων από τις οποίες έχει επιβιώσει το Γκαλά των Ανθρακωρύχων του Durham (ίσως επειδή, σε αντίθεση με άλλες, είχε α­κριβώς αυτό το χαρακτηριστικό της συμβολικής κατάληψης μιας επαρ­χιακής πρωτεύουσας από τους ανθρακωρύχους), δεν υπήρχαν όμως ακό­μα εθνικές.

Υπάρχει ένα ενιαίο, τυποποιημένο, εθνικό στυλ ζωής της εργατικής τά­ξης, που ταυτόχρονα είναι ένα στυλ που χαρακτηρίζει όλο και περισσό­τερο ειδικά την εργατική τάξη. Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ο διαχω­ρισμός του κόσμου της χειρωνακτικής εργασίας.28 Στην αρχή επρόκειτο για έναν εντεινόμενο διαχωρισμό στην κατοικία, που οφειλόταν τόσο στην έξοδο των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων από περιοχές που ήταν ώς τότε μεικτές -η διαδικασία αυτή έχει ανιχνευτεί στο East End του Λονδί­νου- όσο και στην κατασκευή νέων και de facto ταξικών συνοικιών και προαστείων. Μερικές από τις νέες αυτές συνοικίες, κτίρια ή ιδιοκτησίες προορίζονταν ειδικά για την εργατική τάξη, όπως το Queen's Park Estate στο Paddington, οι περισσότερες για τους νέους «μικροαστούς» που, πολύ σωστά, έχουν ταυτιστεί με τη νέα μικρομεσαία τάξη των «λευκών κo�ά­ρων»' άλλες για τους «Τόρυδες της Βίλας»: το είδος εκείνο των ανθρώπων που, όπως υπέθετε το Cornhill Mαgαzine το 1901, θα ζούσαν, αν μπορούσαν, σε ένα από τα «προάστεια υπαλλήλων» του Λονδίνου, το Clapham, το Forest Gate, το Wandsworth, το Walthamstow ή το Kilbum.29 Άλλα προ­άστεια δεν ήταν εξαρχής προορισμένα για ένα ορισμένο κοινωνικό στρώ­μα ή στυλ ζωής, αλλά θα γίνονταν τέτοια είτε επειδή τα ενοίκια απέ­κλειαν τους φτωχότερους ενοικιαστές είτε, το πιθανότερο, επειδή η ζωή των χειρώνακτων εργατών και η ζωή των υπαλλήλων με μαύρο παλτό που είχαν ανάλογα εισοδήματα διέφεραν όλο και πιο πολύ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900 ο χωροταξικός διαχωρισμός των κατοικιών των καλοπληρωμένων εργατών (των «τεχνιτών») και της νέας μικρομεσαίας τάξης κάθε άλλο παρά γενικευμένος ήταν. Στον τύπο της καλής λα'ίκής κατοικίας -σπίτια πέντε ή έξι δωματίων- αναφέρεται ότι κατοικούν ακό­μα αδιακρίτως «τεχνίτες, υπάλληλοι, ασφαλιστές, πωλητές» Κ . Ο . Κ . σε

28. Για εντυπώσεις από ένα εργατικό «γκέτο» βλ. C .F .G . Masterman, The HeαrI oj Ihe Empire, Λονδίνο 1901, σ. 12-13.

29. G.S. Layard, «Family Budgets 1 1», Cornhίll Mαgαzine, τχ. 10 ( 1901), σ. 656 κ.ε.

Page 104: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

104 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

μέρη όπως το Birkenhead, το Bolton, το Chester, το Crewe, το Croydon, το Darlington, το Derby, το Hull, το Newcastle, το Oldham, το Portsmouth, το Preston, το Sheffield, το South Shields και το Wigam' σε άλλα μέρη ό­μως επισημαίνεται η απουσία των εργατών ή κατοικούνται «συχνότερα από υπαλλήλους γραφείων και καταστημάτων παρά από ανθρώπους που συνήθως περιλαμβάνονται στον όρο «εργατικές τάξεις».30 Τέτοια μέρη ή­ταν το Birmingham, το Bradford, το Bristol, το Burton-on-Trent, το Gates­head, το Grimsby, το Halifax, το Hanley, το Huddenrsfield, το Kidder ­minster, το Liνerpool (ή τουλάχιστον το Bootle), το Manchester, το Mid­dlesbrough, το Northampton, το Norwich, το Nottingham, το Plymouth, το Reading, το Southampton, το Stoke οη Trent, το Walsall, το Wolνer ­hampton και το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας του Λονδίνου. Αφού τα καλύτερα σπίτια ήταν συνήθως τα πιο καινούργια, μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι ο διαχωρισμός εντεινόταν.

Ανάλογος, και για τους ίδιους λόγους, ήταν βέβαια και ο διαχωρισμός ανάμεσα στους πιο καλοπληρωμένους τεχνίτες και στους χαμηλόμισθους, παρότι η συνύπαρξή τους αναφέρεται ακόμα σε αρκετές πόλεις -για πα­ράδειγμα στο Norwich, το Nottingham, το Preston, το Stockport- και πα­ρότι η συγκέντρωση της εργατικής τάξης στις εσωτερικές ζώνες των πό­λεων και η απροθυμία της να μετακομίζει πολύ μακριά από τη δουλειά, που παρατηρείται σε διάφορες πόλεις, είχε ως αποτέλεσμα οι εργατικές ζώνες, αν και στρωματοποιημένες, . να αποτελούν μια συμπαγή συνοικία. Τα κτίρια Shaftesbury στο Battersea, προπύργιο των τεχνιτών (και του σοσιαλισμού του Battersea), ήταν, τελικά, ένα κομμάτι της περιοχής ανά­μεσα στο Laνender ΗίΙΙ και στο ποτάμι όπου «κατοικούσε ο κύριος ό­γκος της εργατικής τάξης».3\

Κατά δεύτερο λόγο, οι εργάτες διαχωρίζονταν από τις προσδοκίες τους. Όπως λέει ο Robert Roberts, πριν το 1914 «οι ειδικευμένοι εργάτες γενικά δεν πάσχιζαν να ανέβουν κοινωνικά»,32 στην πραγματικότητα ό­μως οι πιθανότητες ανόδου τους ακόμα και εντός του στρώματος που βρισκόταν κάτω από την αποδεκτή μεσαία τάξη, μειώνονταν από δύο ε­ξελίξεις: την αυξανόμενη χρήση της σχολικής εκπαίδευσης ως ταξικού κριτηρίου, για να μην πούμε ως διόδου εξόδου από τη χειρωνακτική ερ­γατική τάξη, και την παρακμή του εναλλακτικού δρόμου προς τον αυτο­σεβασμό και την υπερηφάνεια, δηλαδή της κατάρτισης και της εμπειρίας του πολύπλευρου τεχνίτη. Οι εργάτες ορίζονταν όλο και περισσότερο ως εκείνοι που δεν είχαν λάβει καμία εκπαίδευση ή που δεν κέρδιζαν τίπο-

30. Board of Trade, Report on Cost ΟΙ Living (Ρ.Ρ. 107, 1908), passim. Το παράθεμα είναι από τη σ. 655.

31 . Στο ίδιο, σ. 406. 32. R . Roberts, The CIassic Slum, Manchester 197 1 , σ. 1 3.

Page 105: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟΊ"ΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 1 05

τε απ' αυτήν' και η αντiθεση ανάμεσα σε όσους είχαν εγκαταλείΨει το σχολέίο και σε όσους το συνέχισαν ή ανάμεσα σ' αυτούς που έβρισκαν δουλειά χάρη στην εκπαίδευσή τους και σ' αυτούς για τους οποίους δεν είχε καμιά σημασία -μια αντίθεση που χώριζε καμιά φορά πατέρα και γιο, αν και όχι τόσο συχνά μητέρα και γιο (βλ. D.H. Lawrence)-, όξυνε τις αισθητές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε χειρώνακτες και μη χειρώνα­κτες εργάτες. Από την άλλη, η εκτεταμένη αποειδίκευση της εργασίας που έλαβε χώραν στις τρεις δεκαετίες πριν το 1914 προξένησε μια απο­γοήτευση την οποία ο Askwith, ο βασικός βιομηχανικός σύμβουλος της κυβέρνησης αυτά τα χρόνια, θεωρούσε πολύ σημαντικό παράγοντα. Ο νέος εργάτης

«δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι δεν έχει καταρτισθεί για να γίνει ένας μηχανικός ή ναυπηγός ή οικοδόμος, αλλά μόνο ένας απλός εργάτης παραγωγής. Γρήγορα όμως έρχεται για τους περισσότερους το τέλος των Ψευδαισθήσεων ' και όταν χάσει κανείς τις ψευδαισθήσεις του, ως φυσικό αποτέλεσμα έρχεται η πικρία και ο ανταγωνισμός με το σύ­στημα το οποίο θεωρεί ως αιτία».33

Έτσι λοιπόν, οι ορίζοντες του ειδικευμένου εργάτη έκλειναν όλο και πε­ρισσότερο μέσα στον κόσμο της χειρωνακτικής εργασίας και για τους λι­γότερο ειδικευμένους γίνονταν ακόμα στενότεροι. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, ο αποκλεισμός τους από την υπόλοιπη κοινωνία τούς πίεζε σε μια ενιαία τάξη.

Κατά τρίτο λόγο, οι εργάτες διαχωρίζονταν από τη διαφορετικότητα του τρόπου ζωής τους, τις διαφορές αυτών «που κάνουν οι εργάτες» απ' αυτά που κάνουν οι άλλες τάξεις. Έτσι είναι σαφές ότι από τη στιγ­μή που το ποδόσφαιρο απέκτησε μαζική απήχηση, εξελίχθηκε σε μια προλεταριακή δραστηριότητα, όσον αφορά τόσο τους παίκτες όσο και τους οπαδούς. Σίγουρα ήταν μια δραστηριότητα που αφορούσε κυρίως τους πιο ειδικευμένους και αξιοπρεπείς εργάτες, αλλά στο βαθμό που η υποστήριξη μιας ομάδας ένωνε όλους όσους ζούσαν στο Blackbum ή στο Bolton ή στο Sunderland, και στο βαθμό που το ποδόσφαιρο έγινε βασι­κό θέμα κοινωνικής συζήτησης μέσα στο μπαρ,34 ένα είδος lingua franca για τις κοινωνικές επαφές μεταξύ των ανδρών, έγινε κομμάτι του κό­σμου όλων των εργατών. Αλλά και τα στοιχήματα στην ειδική για τους εργάτες μορφή τους, που απέκτησαν τεράστια διάδοση από τη δεκαετία του 1880 και μετά, ήταν μια δραστηριότητα εντυπωσιακά προλεταριακή . Ήταν, όπως λέει ο McKibbin, «η πιο πετυχημένη μορφή ατομικής προ-

33. G. Askwith, Industrial Problems and Disputes, Λονδίνο 1920, σ. 10. 34. Β .5. Rowntree, Poverty and Progress: Α Second Social Survey of York, Λονδίνο 194 1 , σ.

359-360.

Page 106: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 06 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

σπάθειας της εργατικής τάξης στη σύγχρονη εποχή»:35 ένα παράνομο, αλλά εντελώς τίμιο δίκτυο οικονομικών συναλλαγών που εκτεινόταν σε κάθε προλεταριακό δρόμο και σε κάθε μαγαζί. Ο ίδιος ταξικός χαρακτή­ρας ξεχώριζε όλο και περισσότερο την κυριακάτικη εφημερίδα (για την οποία τα News Of the World ήταν το πρότυπο μέχρι τη μεταγενέστερη εμ­φάνιση της προλεταριακής καθημερινής εφημερίδας) τόσο από το σοβα­ρό Τύπο όσο και από το νέο Τύπο για τη μικρομεσαία τάξη που εγκαι­νίασε ο Northcliffe. Και, όπως ήδη ανέφερα, έχουμε και την τραγιάσκα.

Τέλος, η εργατική τάξη δε διαχωρίστηκε τόσο όσο αποξενώθηκε από την κυρίαρχη τάξη εξαιτίας δύο εξελίξεων τις οποίες, μαζί με την πτώση των πραγματικών μισθών, ο Askwith θεωρούσε υπεύθυνες για τις εργα­τικές κινητοποιήσεις στα 1910-1914. Κι αυτές ήταν, όπως είπε εμπιστευ­τικά στο υπουργικό συμβούλιο, η επίδειξη πολυτέλειας εκ μέρους των πλουσίων, ιδιαίτερα με τη χρήση του αυτοκινήτου, και η ανάπτυξη των μαζικών μέσων ενημέρωσης, η οποία συνετέλεσε στο μεγαλύτερο εθνικό συντονισμό των ειδήσεων - αλλά και των δραστηριοτήτων.36 Παραθέτω αυτή την άποψη του Askwith όχι τόσο ως απόδειξη πως η πλουτοκρατία -η λέξη ανήκει στο εδουαρδιανό πολιτικό λεξιλόγιο- ήταν πιο επιδεικτι­κή στην Belle Epoque απ' ό,τι στη βικτωριανή εποχή, αν και αυτό είναι πιθανό, αλλά ως ένα τεκμήριο της πεποίθησης πως ο πλούτος ήταν τώρα πιο ορατός και δημιουργούσε μεγαλύτερη αγανάκτηση.

Όλα αυτά οδηγούσαν στην αυξανόμενη αίσθηση μιας ενιαίας εργατι­κής τάξης, δεμένης σε μια κοινή μοίρα, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές της διαφοροποιήσεις. Μιας τάξης με την κοινωνική και όχι μόνο με την ταξινομική έννοια ' ένα σώμα μέσα στο οποίο δε θα είχε πλέον νόημα να μιλάει κανείς για την «τάξη των ανθρακωρύχων» ως κάτι διακριτό από την «τάξη των εργατών βαμβακιού», όπως έκανε ακόμα στις αρχές της δεκαετίας του 1880 ο Keir Hardie.37 Κι αυτό εξηγεί το γιατί μια περίο­δος κατά την οποία υπήρχαν πολλοί λόγοι για να έχουμε έναν εντεινόμε­νο συντεχνιασμό και εσωτερικές διαμάχες μεταξύ ομάδων εργατών -έρ­χεται στο μυαλό μας η ναυπηγική βιομηχανία-, μπορούσε να είναι και μια περίοδος όπου οι εργάτες έβλεπαν όλο και περισσότερο τους εαυ­τούς τους σαν Εργατικούς, με το Ε κεφαλαίο. Η ιστορία αυτού του Ε κεφαλαίου απομένει να γραφεί, όπως και η ιστορία της εργατικής τάξης ως ενός ουσιαστικού στον ενικό και όχι στον πληθυντικό, δεν υπάρχει ό-

35. Ross McKibbin, «Working-Class Gambling ίπ Britain, 1880-1939», Past and Present, τχ. 82 ( 1979), σ. 1 72.

36. Παρατίθεται στο Η. Pelling, Popular Politics and Society ίll Late Victorian Britain, Λονδί­νο 1968, σ. 147 .

37 . Fred Reid, «Keir Hardie's Conversion to Socialism», στο Asa Briggs - John Saville (ε­πιμ.), Essays in Labour History. 1886-1923, Λονδίνο 197 1 , σ. 28.

Page 107: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜ ΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

μως αμφιβολία ότι η αλλαγή γίνεται ορατή στην εικοσιπενταετία που τε­λειώνει το 1914. Αλλά ακόμα και με καθαρά οικονομικούς όρους, μετά το 1900, και ακόμα περισσότερο μετά το 1911, παρατηρείται μάλλον μια σύγκλιση παρά μια απόκλιση των μισθών μεταξύ περιφερειών και μετα­ξύ ειδικευμένων και ανειδίκευτων. Όπως έχει δείξει η Hunt, πριν το 1890 τα συνδικάτα και όλο το πλαίσιο των βιομηχανικών σχέσεων βοη­θούσε στη συντήρηση της μισθολογικής Ψαλίδας, μεταξύ 1890 και 1910 δεν ασκούσε κάποια σαφή επίδραση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, ενώ από το 1911 και μετά ωθούσε προς τη μείωση της Ψαλίδας.

Οι πολιτικοί είχαν επίγνωση αυτής της ταξικής συνείδησης - αυτού που ο Chamber!ain, το 1906, θα ονόμαζε «την πίστη που για πρώτη φο­ρά γεννήθηκε στις εργαζόμενες τάξεις, ότι η κοινωνική τους σωτηρία βρίσκεται στα χέρια τους».38 Α ν δεν ήθελαν να ταυτιστεί η κομματική πολιτική με την ταξική πάλη, θα έπρεπε να προσέχουν τη σημασία που είχε η τάξη όταν απευθύνονταν στους εργάτες ως κόμμα. Το Rhondda, έλεγε τόσο ο βουλευτής του, ο Lib-Lab Mabon, όσο και η τοπική εφημε­ρίδα, ήταν «ολόΨυχα Εργατικό», ο στόχος όμως αυτής της παρατήρησης ήταν βέβαια να υποστηρίξει ότι δεν ήταν μόνο Εργατικό : «Αφού οι άν­θρωποι δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με ψωμί, οι ανθρακωρύχοι εκλογείς του Rhondda είναι εθνικιστές, είναι αντικομφορμιστές», κ.ο.κ. Η εδου­αρδιανή πολιτική ρητορεία «ήταν αναγκασμένη να χρησιμοποιεί μια γλώσσα, και ειδικά τη λέξη ''Εργατικός'', για να προσδέσει τους οπαδούς της στην κατεστημένη μορφή πολιτικής»,39 από την οποία αυτοί απει­λούσαν να δραπετεύσουν. Σε μέρη όπως το O!ster ή το Liverpoo! του Sa!vidge, όπου αρκούσε η επίκληση της θρησκείας και της εθνικότητας, η τάξη δεν ήταν κυρίαρχη στη γλώσσα της τοπικής πολιτικής.40

Παραδόξως, η έννοια της τάξης πρωτομπήκε στην εργατική πολιτική από την πίσω πόρτα. Στο βαθμό που κάποιος εθεωρείτο «αντιπρόσωπος της τάξης», εθεωρείτο και «εκτός του στίβου της "κομματικής πολιτι­κής"», ακόμα κι αν ως άτομο ήταν φιλελεύθερος, τόρυς ή, σπανιότερα, σοσιαλιστής.41 Αυτό δε σήμαινε μονάχα ότι σοσιαλιστές και μη σοσιαλι­στές μπορούσαν να συνεργάζονται μια χαρά μέσα στο νέο Εργατικό Κόμμα, ή ότι οι συμπαγώς φιλελεύθεροι ανθρακωρύχοι μπορούσαν να περάσουν στους Εργατικούς δίχως να αλλάξουν απόψεις, αλλά και ότι οι

38. Julian Amery, στο James L. Garvin, The Life ο/ ]oseph Chamberlain , τόμ ο 6, Λονδίνο 1932-1969, σ. 791 .

39. Ρ. Stead, «The Language of Edwardian Politics», στο D. Smith (επιμ.) , Α People and α

Proletariat, Λονδίνο 1980. σ. 1 50. 40. P.J. Waller, Democracy and Sectarianism: Α Political and Social History ο/ Liverpool, 1868-

1920, Liverpool 1981 , χεφ. 7. 1 3-15. 41. Η. Pelling - F. Bealey, Labour and Politics , 1900-1906, Λονδίνο 1958, σ. 1 58.

Page 108: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

108 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

τόρυδες εργάτες που δε θα ψήφιζαν ποτέ τους Φιλελεύθερους, μπορού­σαν να ψηφίσουν υποψήφιους των Εργατικών. Αυτό ειπώθηκε όταν ο Will Crooks κέρδισε το 1903 την έδρα του Woolwich , μια έδρα τόσο α­πρόσμενη που οι Φιλελεύθεροι δεν την είχαν καν παλέψει το 1900, και έ­παιξε ρόλο στο Lancashire, όπου οι εργάτες ήταν πολιτικά διασπασμέ­νοι, έστω κι αν το «εργοστάσιο πολιτικής» του Joyce βρισκόταν ήδη σε ραγδαία παρακμή κατά τη δεκαετία του 1890. Η ζώνη των ανθρακωρυ­χείων του Lancashire ήταν η περιφέρεια όπου οι Εργατικοί ε ίχαν τη με­γαλύτερη πλειοΨηφία, και το 191342 τα περίφημα για τη μετριοπάθειά τους συνδικάτα της βαμβακουργίας ψήφισαν με μεγάλη πλειοψηφία υ­πέρ της πολιτικής εισφοράς στο Κόμμα, παντού εκτός από το Oldham, προπύργιο της Συντηρητικής εργατικής τάξης.43

Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε αν αυτό θα ήταν δυνατόν να συμβεί ε­φόσον τα κοινά συμφέροντα των εργατών ως τάξη δε φαίνονταν, ακόμα και σε πολιτικό επίπεδο, πιο σημαντικά, ή τουλάχιστον πιο άμεσης ση­μασίας, σε σχέση με άλλες ιδεολογικές στρατεύσεις, πράγμα που σαφώς δε συνέβαινε στο Belfast και στο Liνerpool. Σύντομα, η επιλογή υπέρ των Εργατικών έπρεπε να γίνει μια επιλογή ενάντια στα άλλα κόμματα, και να πάψει να είναι ένας τρόπος παράκαμψης της κομματικής πολιτι­κής. Είναι πολύ πιθανό, ότι η εκλογική στασιμότητα των Εργατικών με­τά το 1906 αντανακλά τη δυσκολία να γίνει αυτό το δεύτερο βήμα. Ο πόλεμος του 1914 θα παραμέριζε κι αυτή τη δυσκολία.

Γιατί το βήμα αυτό σήμαινε την υπερίσχυση της άποψης των σοσιαλι­στών για ένα ανεξάρτητο κόμμα της Εργασίας, το οποίο ήταν κάτι ποιο­τικά διαφορετικό από το προηγούμενο στάδιο της πάλης για μια ανε­ξάρτητη εργατική αντιπροσώπευση στο Κοινοβούλιο. Αυτό στην ουσία ήταν ένα αίτημα, ότι θα έπρεπε να υπάρχουν μερικοί εργάτες στο Κοι­νοβούλιο για να εκφράζουν τα ειδικά συμφέροντα της χειρωνακτικής ερ­γασίας, όπως οι διευθυντές των σιδηροδρόμων μιλούσαν υπέρ των σιδη­ροδρομικών συμφερόντων ή οι εφοπλιστές για τη ναυτιλία. Το πρόβλημα με το Φιλελεύθερο Κόμμα δεν ήταν ότι ως εθνικό κόμμα βρισκόταν σε αντLθεση μ' αυτό -το αντLθετo-, αλλά ότι δεν μπορούσε να καταλάβει ό­τι η νέα αντίληψη των ανεξάρτητων Εργατικών σήμαινε κάτι περισσότε­ρο από μια χούφτα από αξιόπιστους εργάτες ή πρώην εργάτες κοινο­βουλευτικούς : από έναν Joseph Arch , έναν Burt , ακόμα κι από έναν -γιατί όχι;- John Bums, που μίλαγαν εκ μέρους των Εργατών όπως ο Cobden και ο Bright μ ίλαγαν εκ μέρους των βιομηχάνων του Lancashire. Σήμαινε ότι οι εργάτες θα έπρεπε να Ψηφίζουν μόνο υπέρ ταξικών υπο-

42. Ray Gregory, The Miners and British Politics, 1906-1914, Λονδίνο 1968, σ. 185. 43. Joseph L . White, The Limits of Trade Union Mίlitancy, Westport κ α ι Λονδίνο 1978, σ.

1 52-155.

Page 109: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜΙΟΤΡΠΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 109

Ψηφίων. Όπως εξηγούσε ο Ramsay MacDonald το 1903, «από τη στιγμή που υπάρχει ένα πολιτικό Εργατικό κίνημα, η ίδια η έννοια της εργατι­κής αντιπροσώπευσης πρέπει να αλλάξει», γιατί «η εργατική πολιτ ική είναι η έκφραση των αναγκών της εργατικής τάξης». Όχι, πρόσθεσε χα­ρακτηριστικά, «ως μιας τάξης, αλλά ως ενός βασικού συστατικού στοι­χείου του έθνους».44 Αλλά η ταξική πάλη δεν επρόκειτο τόσο εύκολα να εξαλειφθεί από την πολιτ ική της εργατικής τάξης, και σίγουρα όχι σε μια περίοδο κατά την οποία διεξαγόταν με αυξανόμενη βιαιότητα και α­πό τις δύο πλευρές.

Έρχομαι έτσι στο τελευταίο σημείο: την ταξική συνείδηση. Απέφυγα

συνειδητά να ταυτίσω τα αισθήματα και τ ις απόψεις της μάζας των ερ­

γατών, στο βαθμό που τα γνωρίζουμε, με εκείνα της πρωτοπορίας των ακτιβ ιστών και αγωνιστών, μια που σαφώς διέφεραν. Οι ακτιβ ιστές ήταν εμποτισμένοι με ένα αντικομφορμιστικό πνεύμα σε μια εποχή που η αι­

ρετικότητα ήταν σε παρακμή. Δεν έτρεφαν καμιά συμπάθεια γ ια ένα με­γάλο μέρος του τρόπου ζωής της εργατικής τάξης - και ιδιαίτερα γ ια την ποδοσφαιρική κουλτούρα. Θα μπορούσε κανείς να συνθέσει μια με­γάλη ανθολογία από κείμενα σοσιαλιστών της εποχής που εξέφραζαν μί­σος, σαρκασμό και περιφρόνηση για τη βλακεία και τη νωθρότητα των προλεταριακών μαζών. Όποιες κι αν ήταν οι επιδράσεις που είχε η ταξι­κή συνείδηση στους αγωνιστές, οι μάζες δε ζούσαν σύμφωνα με τ ις προσδοκίες τους. Από την άλλη όμως, είναι εξίσου λάθος να βλέπουμε την εργατική τάξη απλά σαν έναν απολιτικό και στωικό υπό-κοσμο, σαν ένα γκέτο που περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του έθνους ή, στην καλύτερη περίπτωση, σαν μια δύναμη που μπορούσε να κινητοποιηθεί για την υπεράσπιση των στενών οικονομικών της συμφερόντων, σαν δυ­νητικούς ή εν ενεργεία συνδικαλισμένους. Είχαν αποκτήσει και τη συνεί­δηση μιας τάξης. Δε θέλω να μεγαλοποιήσω τη σημασία του προσηλυτι­σμού μια μικρής μειοψηφίας εργατών στο σοσιαλισμό, παρότι δεν είναι αμελητέο γεγονός ούτε την εκπληκτική επιτυχία που είχε αυτή η μειο­ψηφία και οι οργανώσεις της στο να γίνε ι αποδεκτή ως φυτώριο των η­γετών και των καθοδηγητών, εγκεφάλων της τάξης από τη δεκαετία του 1890 και μετέπειτα. Τα εργατικά κινήματα χρειάζονται ηγέτες και οι η­γέτες χρειάζονται εκπαίδευση. Από την εποχή της αναγέννησης του σο­σιαλισμού, ο ι οργανώσεις της σοσιαλιστικής Αριστεράς παρείχαν μακράν τους καλύτερους μηχανισμούς για τη συσπείρωση της φυσικής πρωτοπο­ρίας των ικανών, έξυπνων, δυναμικών και επινοητικών εργατών -κυρίως νέων εργατών- και επίσης μακράν τους καλύτερους μηχανισμούς εκπαί­δευσής τους. Στην εποχή που εξετάζουμε, τέτοιοι άνθρωποι ξεκίνησαν

44. Παρατίθεται στο David Marquand, Ramsay MacDona/d, Λονδίνο 1 977, σ, 84.

Page 110: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 1 0 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

τις καριέρες τους ως μέλη του SDF � του ILP � Συνδικαλιστές, ακριβώς όπως στο Μεσοπόλεμο η μελλoντικ� εθνικ� ηγεσία των συνδικάτων ξεκί­νησε από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Έγιναν αποδεκτοί ως ηγέτες από ανθρώπους που δε συμμερίζονταν τις απόψεις τους, επειδ� �ταν οι κα­λύτεροι και είχαν εφαρμόσιμες, όπως και φαινομενικά ανεφάρμοστες, ι­δέες. Όμως, στην πoλιτικ� μεταμόρφωση των Εργατικών υπάρχει σαφώς κάτι περισσότερο. Αυτό που πρέπει να εξηγ�σoυμε είναι η μεταμόρφω­ση των ανθρακωρύχων από ένα σώμα που �ταν διάσημο ως απρόσβλητο στη γοητεία των σοσιαλιστών, σ' αυτό που απoκλ�θηκε «το σώμα των Πραιτωριανών ενός δηλωμένα σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος».45 Αυτό που πρέπει να εξηγ�σoυμε, είναι πώς αυτό συνέβη όχι μόνο σε πε ­ριοχές με οξυμένες ταξικές συγκρούσεις, όπως η Νότια Ουαλία, αλλά και σε περιοχές δίχως ιδιαίτερη βιoμηχανικ� αγωνιστικότητα, όπως το Yorkshire' όχι μόνο σε περιοχές όπου οι ανθρακωρύχοι �ταν πολύ φτω­χοί, όπως το Lancashire, αλλά και σε μερικές που ζούσαν αρκετά καλά.

Σε αντίθεση με την πρόοδο του συνδικαλιστικού κιν�ματoς στην πε­ρίοδο αυτ�, που διπλασιάστηκε αριθμητικά και δύο δεκαετίες αργότερα ξαναδιπλασιάστηκε για να φτάσει το 1914 στα τέσσερα εκατομμύρια, η πρόοδος της ταξικ�ς συνείδησης είναι σχεδόν αδύνατο να χαρτογραφη­θεΙ Η εμφάνιση αυτού που ακόμα και με τα δικά μας κριτ�ρια είναι έ­νας μαζικός συνδικαλισμός -και το 1910-1914 μαζικός ακτιβισμός-, σί­γουρα φανερώνει κάποια αλλαγ�, η ακριβ�ς φύση της είναι ασαφ�ς. Οι εκλογικοί δείκτες μάς παραπλανούν, εν μέρει γιατί άλλες κατηγορίες ερ­γατών δεν είναι τόσο εύκολο να ταυτιστούν όσο οι ανθρακωρύχοι , κυ­ρίως όμως επειδ� οι στατιστικές της ανεξάρτητης εργατικ�ς Ψ�φoυ είναι θολές πριν από το 1906, ενώ από τότε μέχρι το 1914 δεν είναι σημαντι­κές. Μόνο μετά το 1918, όταν ξαφνικά οι Εργατικοί εμφανίζονται με πο­σοστό 24% επί του συνόλου των Ψ�φων, για να ανέβουν στο 37,5% το 1929, η ψ�φoς στους Εργατικούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί θετικά ως δείκτης της πoλιτικ�ς ταξικής συνείδησης. Στο σημείο αυτό μπορούμε να πούμε ότι μεγάλες και αυξανόμενες μάζες βρετανών εργατών βλέπουν την ψήφο στους Εργατικούς ως μια αυτονόητη συνέπεια του γεγονότος πως είναι εργάτες. Πριν από το 1914 δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το 1913, ακόμα και το 43% των ανθρακωρύχων ψήφισε ενάντια στην καταβoλ� της πολιτικής εισφοράς των συνδικάτων στο Εργατικό Κόμμα.46

Αλλά ακόμα κι αν δεν μπορεί να μετρηθεί η διαμόρφωση της συνείδη­σης της εργατικ�ς τάξης πριν το 1914, παρ' όλα αυτά υπάρχει. Το 1915 η Beatrice Webb μπορούσε να πει: «Η ισχύς του κινήματος έγκειται στο μαζικό πείσμα της βάσης, που κάθε μέρα χαρακτηρίζει όλο και περισσό-

45. R. Gregory. The Miners . . . , ό .π. , σ. 1 78. 46. Στο ίδιο, σ. 188.

Page 111: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΔΗΜJOΥ1'ΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤιΚΗΣ ΤΑΞΗΣ 1 1 1

τερο την εργατική τάξη. Οσάκις αυτό το μαζικό κίνημα έχει την ευκαι­ρία να ταχθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου συγκεκριμένου μέτρου, γίνεται σχεδόν ακαταμάχητο. Η κυβερνώσα τάξη της Αγγλίας δε θα τολμούσε να το προκαλέσει ανοιχτά».47 Το 1880 κανένας δε θα έκανε στα σοβαρά μια τέτοια δήλωση. Τα δύο έθνη του Ντισραέλι δεν ήταν πια οι πλούσιοι και οι φτωχοί, αλλά η αστική τάξη και η εργατική τάξη, μια εργατική τάξη που, μέσα στο υλικό της περιβάλλον, στις πρακτικές της και στα ανακλαστικά της, είναι αναγνωρίσιμη, τουλάχιστον στις βιομηχανικές πε­ριοχές, όπως την περιγράφει ο Richard Hoggart από τη μεσοπολεμική περίοδο. Στο βαθμό που δεν ήταν ενδοτική, απολιτική και απαθής, η πο­λιτική της δεν ακολουθούσε πλέον απλά μια γενική πίστη στα δικαιώμα­τα του ανθρώπου, και οι εργάτες δεν ήταν απλά ένα τμήμα ενός ευρύτε­ρου «λαού». Η πολιτική του Χαρτισμού, είτε ως ανεξάρτητου μαζικού κινήματος είτε ως ενός κομματιού του φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού, εί­χε σβήσει. Το τελευταίο κίνημα αυτού του τύπου ιδρύθηκε την ίδια επο­χή με την Επιτροπή Εργατικής Αντιπροσώπευσης. Συγκέντρωνε τη με­σοβικτωριανή Αριστερά της Reyno/ds News, που το καθοδηγούσε, ισχυρές Lib-Lab προσωπικότητες, όπως οι Howell, Fenwick και Sam Woods, και Νέους Συνδικαλιστές της σοσιαλιστικής Αριστεράς: Tom Mann, Bob Smil­lie. Ο John Burns το ευλόγησε. Αλλά αυτή η Εθνική Δημοκρατική Ένωση εξαφανίστηκε το 1906, ύστερα από λίγα χρόνια μιας καθόλου αμελητέας επιρροής. Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποια γενική ιστορία της Βρετανίας αυτής της περιόδου που να αναφέρει τον τίτλο της. Ακόμα και οι ιστο­ρικοί του εργατικού κινήματος της παραχωρούν κάτι περισσότερο από μια υποσημείωση. Το μέλλον ανήκε στην Επιτροπή Εργατικής Αντιπρο­σώπευσης, και η ουσία του προγράμματός της, όποιο κι αν ήταν αυτό, ήταν ότι υπηρετούσε ειδικά τα αιτήματα και τις προσδοκίες της εργατι­κής τάξης.

Επιτρέψτε μου να τελειώσω με έναν ακόμα ανθρακωρύχο. Επέλεξα τον Herbert Smith (1862-1938) επειδή δεν ήταν ούτε ακτιβιστής της ενο­ρίας ούτε ένας άνθρωπος που θα τον συνέδεε κανείς με την ιδεολογία ή, παρά τον ενθουσιασμό του για την παιδεία, με το πολύ διάβασμα. Ήταν μάλλον τόσο κοντά στο μέσο ανθρακωρύχο όσο ήταν κάθε ηγέτης, ακό ­μα και στους ανθρακωρύχους, ακόμα και στο Yorkshire: ένας ήρεμος, σκληρός, αξιόπιστος άνδρας, φανατικότερος για το κρίκετ και την ποδο­σφαιρική ομάδα του Barnsley, τα παιχνίδια της οποία παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια, παρά για τις ιδέες ένας άνδρας που προτι­μούσε να λέει στους αντιπάλους του να φύγουν παρά να τσακώνεται μαζί τους. Ο Herbert Smith από ζυγιστής αναρριχήθηκε σιγά σιγά στην

47. Beatrice Webb, Diαries. 1912-1924, Λονδίνο 1952, σ. 45.

Page 112: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 1 2 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

προεδρία των ανθρακωρύχων του Υ orkshire και τελικά, στη δεκαετία του 1920, στην ηγεσία της Ομοσπονδίας των Ανθρακωρύχων. Το 1897, σε η­λικία τριάντα πέντε ετών, αποφάσισε να υποστηρίξει το ILP. Είναι η ό­Ψιμη ηλικία αυτής της απόφασης που καθιστά τον προσηλυτισμό του ση­μαντικό. Στο εξής παρέμεινε σοσιαλιστής, και παρότι στη δεκαετία του 1920 χτύπησε τους κομμουνιστές, με τα εδουαρδιανά μέτρα ανήκε μάλ­λον στην Αριστερά του ILP. Σίγουρα δεν ήταν η ιδεολογία που τον τρά­βηξε ' ήταν η εμπειρία της πάλης των ανθρακωρύχων και το γεγονός ότι οι σοσιαλιστές ζητούσαν αυτά που πίστευε πως χρειάζονταν οι ανθρα­κωρύχοι, τη θέσπιση του οχτάωρου, έναν εξασφαλισμένο κατώτατο μι ­σθό και μεγαλύτερη ασφάλεια.

Αλλά η επιλογή του εξέφραζε και μια ενστικτώδη, αγωνιστική και βα­θιά ταξική συνείδηση, η οποία βρήκε την ορατή της έκφραση στο ντύσι­μό του. Ο Herbert Smith ήταν διάσημος για την τραγιάσκα του. Υπάρχει μια βLOγραφία του με τίτλο Ο άνθρωπος με την τραγιάσκα.48 Τη φορούσε σαν σημαία. Υπάρχει μια φωτογραφία που τον δείχνει σε μεγάλη ηλικία, ως δήμαρχο του Bamsley, μαζί με τον Λόρδο Harewood, Ψηλόλιγνο και κομΨό, με καπέλο μπόουλερ και διπλωμένη ομπρέλα της δικής του τά­ξης, και το ΔLOικητή της Αστυνομίας με μια «βατραχωτή» στολή. Ο Herbert Smith, ένας μάλλον κοντόχοντρος γέρος, φοράει την αλυσίδα και τα διακριτικά του Δημάρχου, αλλά πάνω απ' αυτά φοράει την τραγιά­σκα του. Πολλά μπορεί κανείς να πει για την καριέρα του, όχι όλα κο­λακευτικά, δεν μπορεί όμως να μη θαυμάσει τον άνθρωπο που το 1926 κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων φορώντας την τραγιάσκα του, αλλά δίχως τη μασέλα του, την οποία ακούμπησε στο τραπέζι για μεγαλύτερη άνεση, και είπε «όχι» εκ μέρους των ανθρακωρύχων στους ιδLOκτήτες των ορυχείων, στην κυβέρνηση και σ' όλο τον κόσμο. Αυτό που θέλω να πω εδώ, είναι ότι τόσο ο Herbert Smith ως εργατικός ηγέ­της όσο και η καριέρα του θα ήταν αδιανόητα σε οποιαδήποτε προγενέ­στερη περίοδο της εργατικής ιστορίας - ίσως και σε οπωαδήποτε μετα­γενέστερη. Είναι δημLOύργημα της νέας εργατικής τάξης, όμως βοήθησε και στο να φτιαχτεί αυτή η τάξη, την ανάδυση της οποίας στις δεκαετίες πριν το 1914 προσπάθησα εδώ να σκιαγραφήσω. Ανάμεσα στα εκατομ­μύρια των ανδρών που φορούσαν τραγιάσκες, ήταν σίγουρα κάτι το ε­ξαιρετικό. Όμως μόνο όπως ένα ιδιαίτερα επιβλητικό δέντρο ξεχωρίζει μέσα σ' ένα μεγάλο δάσος. Υπήρχαν αμέτρητοι άλλοι, λιγότερο επιφα­νείς, λιγότερο πολιτικοποιημένοι, λιγότερο δραστήρLOΙ, που στην εικόνα του αναγνώριζαν τους εαυτούς τους, και τους οποίους θα πρέπει κι ε­μείς να αναγνωρίσουμε.

48. Jack Lawson, The Mαn in the Cαp: The Life ο/ Herbert Smith, Λονδίνο 194 1 .

Page 113: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ

Α υτό το κεφάλαιο είναι. ανάμεσα στ ' άλλα. κι ένας επικήδειος για τον ειδικευμένο χειρώνακτα εργάτη. Αρχικά γράφτηκε για μια διάλεξη. μια Tawney Lecture στην Εται­ρεία Ο ικονομικής Ιστορίας το 1983. Εξ ου και η αναφορά στο τέλος στον R . H . Tawney (1880-1962), μ ι α μορφή πολύ σημαντική για τη βρετανική οικονομική ιστο­

ρία. για το σοσιαλισμό και για τον αγώνα υπέρ της «Ισότητας» και εναντίον της «Κτητικής κοινωνίας». για να αναφέρω τους τίτλους δύο βιβλίων του.

Το κεφάλαιο αυτό αφορά, στην ουσία, τις περιπέτειες και τις μεταμορ­φώσεις του ειδικευμένου χεφώνακτα μισθωτού εργάτη στο πρώτο βιομη­χανικό έθνος του κόσμου. Τα χαρακτηριστικά του, οι αξίες του, τα εν­διαφέροντά του και ιδίως οι μορφές προστασίας που επινόησε, είχαν τις ρίζες τους βαθιά στο προβιομηχανικό παρελθόν των «τεχνών», οι οποίες αποτέλεσαν το πρότυπο ακόμα και για ειδικευμένα επαγγέλματα που δεν ήταν δυνατόν να υπάρξουν πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, όπως για τους Τεχνίτες Κατασκευαστές Ατμομηχανών. Η ειδικευμένη εργασία συνέχισε να φέρει τα σημάδια αυτού του παρελθόντος ακόμα και μέσα στον εικοστό αιώνα' από μερικές απόψεις επιβίωσε μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Είναι πλέον γενικά αποδεκτό, ότι η βρετανική βιομηχανική οικονομία στις απαρχές της στηρίχτηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό, και συχνά θεμελια­κά, πάνω στην ειδικευμένη χεφωνακτική εργασία με ή χωρίς τη βοήθεια μηχανών που χρησιμοποιούν ενέργεια. Αυτό συνέβη για τεχνικούς λό­γους -στο βαθμό που οι χεφωνακτικές δεξιότητες ήταν ακόμα απαραί­τητες-, για λόγους οργάνωσης της παραγωγής -επειδή η ειδικευμένη ερ­γασία συμπλήρωνε και εν μέρει υποκαθιστούσε το σχεδιασμό, την τεχνι­κή γνώση και τη διεύθυνση-, και, πιο θεμελιακά, για λόγους επιχεφημα­τικής ορθολογικότητας. Όσο καφό η ειδικευμένη εργασία δεν εμπόδιζε την επίτευξη ικανοποιητικών κερδών, το βαρύ κόστος της αντικατάστα­σής της, ή το κόστος που θα συνεπαγόταν μια αντικατάστασή της, δε φαινόταν να δικαιολογείται από τα προσδοκώμενα από αυτή την αντι­κατάσταση κέρδη. Αυτό συνέβαινε όχι μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ό­πως η Fleet Street [τα τυπογραφεία του Λονδίνου]. Ο Sir Andrew Noble του Armstrong υποστήριξε, σίγουρα σωστά, ότι περισσότερα χρήματα έ­βγαιναν από την κατασκευή ενός ποταμόπλοιου παρά από την παραγω -

Page 114: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 14 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

γή 6.000 αμαξιών.! Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν υπήρχε έλλειψη προσφοράς ειδικευμένης χειρωνακτικής εργασίας. Και το μεγα­λύτερο κίνητρο για την αντικατάστασή της, δηλαδή η μαζική παραγωγή τυποποιημένων προ'ιόντων, ήταν ασυνήθιστα ισχνή ή ετερόκλητη στην ε­σωτερική βρετανική αγορά, τουλάχιστον μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, ενώ η κυριαρχία των βρετανικών προ'ιόντων μέσα στην πα­γκόσμια αγορά ή, για την ακρίβεια, στις αγορές αυτού που σήμερα θα αποκαλούσαμε Τρίτο Κόσμο και λευκή αυτοκρατορία, συντηρούσε τη βιωσιμότητα των παλαιών μεθόδων παραγωγής. Επιπλέον, μπορούμε να πούμε ότι, με όρους χρηματικών ημερομισθίων, ο βρετανός ειδικευμένος εργάτης μάλλον δεν ήταν ακριβός.

Ο βρετανός ειδικευμένος εργάτης είχε αποκτήσει λοιπόν μια θέση­

κλειδί με σημαντική δύναμη, και όσο μεγαλύτερο διάστημα την κατείχε

και την εκμεταλλευόταν τόσο περισσότερο προβληματικό και δαπανηρό

γινόταν να τον απομακρύνουν απ' αυτήν. Η ειδίκευση μπορούσε βέβαια

να κλονιστεΙ Οι ειδικευμένοι εργάτες ηττήθηκαν σε μετωπικές και φαι­

νομενικά αποφασιστικές μάχες στο διάστημα ανάμεσα στις αρχές της δε­

καετίας του 1830 και τη δεκαετία του 1850, ακόμα και οι πανίσχυροι μη­χανικοΙ Παρά ταύτα, στους περισσότερους βιομηχανικούς κλάδους αυτό που επακολούθησε ήταν ένα σύστημα άτυπων διευθετήσεων και συμβι­βασμών ανάμεσα στα αφεντικά και στην ειδικευμένη εργασία, το οποίο ικανοποιούσε αμφότερα τα μέρη. Η θέση των ειδικευμένων ενισχύθηκε

σε τέτοιο βαθμό, που η επόμενη και πολύ πιο συστηματική απόπειρα να

τους αντικαταστήσουν με μια νέα και πιο εκλεπτυσμένη εκμηχάνιση και «επιστημονική διεύθυνση » απέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Ο τεχνίτης του δέ­κατου ένατου αιώνα ήταν όμως καταδικασμένος. Με εξαίρεση κάποια μι­κρά, αν και αποφασιστικής σημασίας, κομμάτια της β ιομηχανικής οικονο­μίας και την υπόγεια ανάπτυξη της μαύρης οικονομίας, ο τεχνίτης -μια που ακόμα και σήμερα είναι πολύ σπάνια η «τεχνίτρΙα>> - δε μετράει και πολύ. Μαζί μ' αυτόν όμως δε μετράει και η βρετανική βιομηχανία.

Η ιστορία του τεχνίτη εμφανίζεται λοιπόν σαν ένα δράμα σε πέντε πράξεις: η πρώτη πράξη τον δείχνει μέσα στο προβιομηχανικό του περι­βάλλον' η δεύτερη, παρουσιάζει τους αγώνες του στην πρώτη βιομηχανι­κή περίοδο' η τρίτη, τη δόξα του στη μέση βικτωριανή εποχή' η τέταρ­τη, την επιτυχημένη αντίστασή του στη νέα επίθεση, και η τελευταία, τη σταδιακή αλλά κάθε άλλο παρά ανώδυνη παρακμή και πτώση του από το τέλος του πρώτου μεταπολεμικού μπουμ και μετά.

1 . J. Zeitlin, «The Labour Strategies of British Engineering Employers. 1 890-1 922 » , στο H.C. Gospel - C. Littler (επιμ.), Management Strategy and Industrial Relations: An Historical and Comparative Survey, 1 983. Η αναφορά μου είναι από τη σ. 20 της αρχικής ανακοίνωσης στην SSRC Conference οη Business and Labour History, 23 Μαρτίου 1981 .

Page 115: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 1 15

Θα ξεκιν�σω με μια απλ� παρατ�ρηση . Στις περισσότερες ευρωπαϊ ­κές γλώσσες, η λέξη τεχνίτης (artisan) � το αντίστοιχό της, όταν χρησιμο­ποιείται μόνη της, σημαίνει αυτομάτως κάτι σαν ανεξάρτητος βιοτέχνης � μάστορας � κάποιος που ελπίζει να γίνει τέτοιος. Στη Βρετανία του δέκατου ένατου αιώνα σημαίνει έναν ειδικευμένο μισθωτό εργάτη � , α­κόμα, αρχικά (όπως στο Τεχνίτες και Μηχανές του Gaskel!) κάθε μισθω­τό εργάτη . Με δυο λόγια, οι παραδόσεις και οι αξίες του τεχνίτη σ' αυ­τ� τη χώρα πρoλεταριoπoι�θηκαν περισσότερο από oπoυδ�πoτε αλλού. Ο ίδιος ο όρος τεχνίτης είναι παραπλανητικός. Εν πολλοίς αν�κει στον κοινωνικό και πολιτικό λόγο του δέκατου ένατου αιώνα, και πιθανώς να εισ�λθε στο δημόσιο λεξιλόγιο στη διάρκεια των αποτυχημένων εκστρα­τειών, των τελευταίων ίσως συλλογικών προσπαθειών μαστόρων και καλφάδων -οι τελευταίοι αποτελούσαν �δη τη μεγάλη πλειοψηφία-, στα τέλη των Ναπολεόντειων Πολέμων, να γυρίσουν τη ζω� πίσω στον Ελι­σαβετιανό κώδικα εργασίας. Στο δέκατο ένατο αιώνα, ο όρος φαίνεται ότι σπάνια χρησιμοποιείτο για κoινωνικ� περιγραφ� � ταξινόμηση. Η λέ­ξη που χρησιμοποιείται σχεδόν πάντα στους κύκλους της εργατικ�ς τά­ξης είναι «tradesman » [έμπορος-επαγγελματίας]. Μια λέξη που ενώ στη χρ�ση της από τη μεσαία τάξη κατά το δέκατο ένατο αιώνα έφτασε να σημαίνει σχεδόν πάντα έναν, συν�θως μικρό, καταστηματάρχη (κάποιον που «είναι στο εμπόριο»), στη χρ�ση της από την εργατικ� τάξη διατ�­ρησε, ίσως μάλιστα στους πιο ηλικιωμένους να διατηρεί ακόμα, την πα­λιά της σημασία του ανθρώπου που «έχει ένα επάγγελμα»: εδώ η εξέλι­ξη της γλώσσας συμβαδίζει με την εσωτερικ� διαφοροποίηση της τάξης των βιοτεχνών ανάμεσα σ' αυτούς που παράγουν και σ' αυτούς που πουλούν. Μπορούμε να παρατηρ�σoυμε ότι ενώ το να «είσαι στο εμπό­ριο » αναπτύσσει συνδηλώσεις περιφρόνησης � σεβασμού, το να «έχεις έ­να επάγγελμα», τουλάχιστον γι ' αυτούς που το έχουν � γι ' αυτούς που συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους κατόχους του, διατηρεί τις συνδη­λώσεις της ικανοποίησης και της υπερηφάνειας.

Όπως η λέξη «master» [μάστορας-αφεντικό] παρουσιάζει μιαν ανάλο­γη εξέλιξη, για να γίνει μέσα από τη χρ�ση της, στο δέκατο ένατο αιώνα, συνώνυμη με τον «εργοδότη », έτσι κι από την άλλη μεριά ο «joumey­man » [κάλφας] γίνεται συνώνυμος με το μισθωτό επαγγελματία. Μάλι­στα, στην αυγ� της εκβιομηχάνισης η λέξη χρησιμοποιείται μερικές φο­ρές για oπo ιoνδ�πoτε μισθωτό εργάτη. Οι επαγγελματικές ενώσεις και τα σωματεία που κράτησαν τα ονόματα των παλαιών συντεχνιών είναι τώρα όχι μόνο σωματεία παραδοσιακών τεχνών, όπως οι καπελάδες και οι βουρτσοποιοί, αλλά και καινοφανών, όπως οι κατασκευαστές ατμομη ­χανών και οι λεβητοποιοί. Ενώ τα συνδικάτα βαθμιαία θα αφαφέσουν από τους τίτλους τους τη λέξη «joumeyman », η ίδια η λέξη συνέχισε να

Page 116: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 16 Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

χαρακτηρίζει τον ειδικευμένο τεχνίτη, που δεν οριζόταν πια σε αντίθεση με τους «μάστορες» του επαγγέλματος, αλλά μάλλον σε αντίθεση με τους μαθητευόμενους, τους αριθμούς των οποίων προσπαθούσε να ελέγ­ξει, και ειδικά τους «labourers» [δουλευτές] ή «handymen » [παραγιούς, τσιράκια], απέναντι στους οποίους προσπαθούσε να υπερασπιστεί το μονοπώλιο της δουλειάς. Βλέπουμε λοιπόν, ότι η ταξική διαφοροποίηση και διαστρωμάτωση του δέκατου ένατου αιώνα είναι βαθιά ριζωμένη στην ορολογία, και συνεπώς και στις κρυσταλλωμένες μνήμες του προ­βιομηχανικού συντεχνιακού κόσμου.

Ακόμα περισσότερο, ο όρος «the trade» [επάγγελμα] ταυτίζεται ου­σιαστικά με τους ειδικευμένους εργάτες που το ασκούν. «Οι άνθρωποι κάθε επαγγέλματος όταν μιλούν μεταξύ τους αναφέρουν το επάγγελμά τους ως "το επάγγελμα" ».2 «Σε σχέση με τις εργατικές υποθέσεις», λέει ένα εργατικό λεξικό των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα», «ο όρος αυτός υποδηλώνει είτε ( 1 ) μια συγκεκριμένη τέχνη ή δουλειά στο χώρο της χειρωνακτικής απασχόλησης είτε (2) το συλλογικό σώμα των εργα­τών που ασχολείται με μια συγκεκριμένη τέχνη ή δουλειά».3 Πράγματι, το «επάγγελμα» μπορεί να γίνει και συνώνυμο με το σωματείο. Έτσι, α­κόμα και στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο βρίσκουμε έναν μαθητευόμενο βαρελά, ο οποίος έχει οργιστεί βλέποντας έναν δουλευτή να κάνει ειδι­κευμένη εργασία και απειλεί, επιτυχώς, το αφεντικό ότι, αν δεν του πει να σταματήσει, θα φέρει το ζήτημα στο «επάγγελμα».4

Δε θέλω να συνεχίσω τη γλωσσική ανάλυση, αν και το ζήτημα της ο­ρολογίας είναι σημαντικό και μια συστηματική έρευνα μπορεί να απο­δώσει πολλά. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι όχι μόνο το λεξιλό­γιο των θεσμών της προβιομηχανικής συντεχνιακής οργάνωσης πέρασε στην εργατική τάξη σχεδόν en bloc, αλλά και ότι η βασική βικτωριανή κατηγοριοποίηση στο εσωτερικό των εργατικών τάξεων προερχόταν κι αυτή από τη συντεχνιακή παράδοση. Ε ίναι κοινός τόπος, ότι ο βικτωρια­νός διαχωρισμός των εργατών ανάμεσα σε «τεχνίτες» (ή κάποιον ανάλο­γο όρο όπως « μηχανικοί») και σε «δουλευτές» δεν απέδιδε την πραγμα­τικότητα, και υπήρξε πάντοτε περιγραφικά ανεπαρκής. Παρ' όλα αυτά ήταν ευρέως αποδεκτός. Γ ια τους ειδικευμένους εργάτες αντιπροσώπευε μια πραγματική διχοτομία και δεν προκαλούσε μεγάλα προβλήματα τα­ξινόμησης μέχρις ότου να αναπτυχθούν ομάδες που δεν κολλούσαν σε καμιά α.πό αυτές τις κατηγορίες και ούτε μπορούσαν να αγνοηθούν, και που, από τη δεκαετία του 1890 και μετά, θα γίνονταν γνωστές ως «ημι-

2. Ανώνυμος, Warking Men αnd Wamen by α Warking Man, Λονδίνο 1879, σ . 102. 3. Waldo R. Browne, What's What in the Labar MavemenI: Α Dictianary σΙ Labar Affairs and

Lαbar TerminaΙagy, Νέα Υόρκη 1921, σ. 497. 4. Bob Gilding, The ]azιrneymen Caapers σΙ East Landan, Οξφόρδη 1971, σ. 56-57.

Page 117: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 1 1 7

ειδικευμένοι».5 Από τη σκοπιά των μαστόρων, ο διαχωρισμός αυτός α­

ντιπροσώπευε τη διαφορά ανάμεσα σε οποιαδήποτε άλλη εργασία και

στην ειδικευμένη εργασία, δηλαδή «αυτή που χρειάζεται μια μακρά πε­

ρίοδο μαθητείας, είτε σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, βάσει ενός καθο­

ρισμένου συμβολαίου ή συμφωνίας, είτε δίχως τέτοια συμφωνία, με το

μαθητευόμενο να μετακινείται από τη μια επιχείρηση στην άλλη» . 6 Αυ­τός στην ουσία ήταν και ο ορισμός που έδιναν οι ίδιοι.7

Από τη σκοπιά των τεχνιτών αντιπροσώπευε την ποιοτική υπεροχή της ειδίκευσης που έχει αποκτηθεί μ' αυτόν τον τρόπο -τον επαγγελματισμό της τέχνης- και ταυτόχρονα το κοινωνικό της status και τις αποδοχές της. Ο εκπαιδευμένος τεχνίτης ήταν ο ιδεότυπος του αριστοκράτη-εργάτη, όχι μόνο επειδή η δουλειά του απαιτούσε ειδίκευση και κρίση, αλλά και γιατί υπήρχε ένα «επάγγελμα» που παρείχε μια τυπική, στην καλύτερη περί­πτωση θεσμοποιημένη, οροθετική γραμμή, η οποία χώριζε τον προνομιούχο από τον μη προνομιούχο. Δεν έχει μεγάλη σημασία το ότι η τυπική μαθη­τεία πιθανώς να μην ήταν η σημαντικότερη πύλη που οδηγούσε σε πολλά επαγγέλματα. Ο George Howell εκτιμούσε το 1877, ότι λιγότερο από το 1 0% των μελών των σωματείων είχαν περάσει από κανονική μαθητεία. 8 Περιλάμβαναν στέρεους πυλώνες των τεχνών, σαν τον Robert Applegarth , γραμματέα της ASCJ (Amalgamated Society of Carpenters and Joiners). Το βασικό ήταν ότι OL καλοί μονταδόροι, ακόμα και οι καλοί ξυλουργοί και χτίστες που ήταν πολύ πιο ευάλωτοι σε παρεισφρήσεις, δε γίνονταν μέσα

. σε μια μέρα. Όσο καφό ήταν απαραίτητη μια πραγματική ειδίκευση, οι τεχνίτες, το είδος εκείνο που ποτέ δε θα έχαναν την απασχόλησή τους όσο υπήρχαν δουλειές, ήταν λιγότερο ανασφαλείς απ' ό,τι λέγεται μερικές φο­ρές. Δεν απειλούνταν τόσο από δουλευτές ή τσφάκια που μπορούσαν να αναλάβουν αμέσως τις δουλειές όσο από μια μακροπρόθεσμη υπερπρο­σφορά ειδικευμένων επαγγελματιών, καθώς βέβαια και από την ανασφά­λεια τόσο του επαγγελματικού κύκλου όσο και του κύκλου της ζωής. Σε πολλά επαγγέλματα, για παράδειγμα στους μηχανικούς, OL κίνδυνOL μιας ανεξέλεγκτης δημιουργίας ενός εφεδρικού στρατού επαγγελματιών ήταν μικροί, σε μερικά όμως οικοδομικά επαγγέλματα, όπου υπήρχε μεγάλη εισροή ειδικευμένων ανδρών από την ύπαιθρο, ήταν σημαντικοί.

Τέτοιοι λοιπόν ήταν OL τεχνίτες με τους οποίους ασχολούμαστε. Να

5. Ν.Β. Dearle, Industria/ Training: With Specia/ Reference Ιο the Conditions Prevai/ing in London, Λονδίνο 1 914, σ. 31 -32.

6. Στο ίδιο, σ. 31. 7. Roya/ Commission on Labour (Ρ.Ρ. 1892 36/ 1 ) Group Α, Q. 16064. Κατάθεση του J.

Cronin, γραμματέα των Associated Millmen of Scotland. 8. George Howell, «Trade Unions, Apprentices and Technical Education». Contemprorary

Review, τχ. 30 (1877), σ. 854.

Page 118: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 18 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

σημειώσω παρεμπιπτόντως, ότι δεν πρέπει να τους συγχέουμε με το λε­γόμενο «ευφυή τεχνίτη », για τον οποίο γίνεται λόγος στις συζητήσεις για την κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση στη μέση βικτωριανή εποχή ή στον Thornas Wright , αυτόν τον «ήρωα των χιλίων υποσημειώσεων», όπως τον αποκαλεί ο Alastair Reid . Οι τεχνίτες είχαν πράγματι περισσότερες δυ­νατότητες να αποκτήσουν μια επαρκή σχολική εκπαίδευση από τους πε­ρισσότερους μη τεχνίτες και, όπως δείχνει η ιστορία των περισσότερων εργατικών κινημάτων, ήταν πολύ πιο εύκολο γι' αυτούς να καταλάβουν υ­πεύθυνες και ηγετικές θέσεις. Ακόμα και στη δεκαετία του 1950, οι ειδι­κευμένοι εργάτες εξακολουθούσαν να παρέχουν το ίδιο ποσοστό των συν­δικαλιστών πλήρους απασχόλησης -γύρω στο 95%- στα συνδικάτα που κατάγονταν από συντεχνίες και είχαν ένα μεγάλο ποσοστό ημιειδικευμέ­νων, καθώς και στα συνδικάτα που χαρακτηρίζονταν ακόμα ως συνδικά­τα ειδικευμένων.9 Παρ' όλα αυτά, όπως σωστά παρατηρεί ο Thornas Wήght , οι εγγράμματοι τεχνίτες με πνευματικά ενδιαφέροντα -τουλάχι­στον στην Αγγλία- ήταν μειοψηφία μέσα στους συναδέλφους τους, τα γούστα των οποίων δε διέφεραν και πολύ απ' αυτά του υπόλοιπου προ­λεταριάτου.1Ο Μια ανάλυση ενός δείγματος αυτών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι κατ' εξοχήν «ευφυείς τεχνίτες» το επιβεβαιώνει. Στα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας του Ινστιτούτου Μηχανικών του Λονδί­νου, ομάδες όπως οι καπελάδες, οι βαρελάδες και οι ναυπηγοί υποεκ­προσωπούνταν κατάφωρα, παρότι πολύ δύσκολα θα θεωρούσαν τους ε­αυτούς τους λιγότερο ειδικευμένους ή πιο κάτω στην ιεραρχία των τε­χνών από τα ξυλουργικά, ας πούμε, επαγγέλματα, τα οποία άντιπροσω­πεύονται καλύτερα.!! Η αλήθεια, η οποία επιβεβαιώνεται και από μετα­γενέστερες στατιστικές των μαθητών των νυχτερινών σχολείων,! 2 είναι ό­τι ορισμένα επαγγέλματα θεωρούσαν πως είναι επαγγελματικά πιο χρή­σιμο να μπορούν να κάνουν γραπτούς υπολογισμούς και να χρησιμοποι­ούν σχέδια απ' ότι άλλα, και είχαν έτσι την τάση να είναι πιο μελετηρά. Μπορούμε επομένως να αφήσουμε κατά μέρος τον «ευφυή εργάτη ».

Τ ι είχαν αποκομίσει από το προβιομηχανικό συντεχνιακό τους παρελ­θόν; Εμείς οι επιστήμονες δε θα έπρεπε να έχουμε δυσκολία να κατα­νοήσουμε τις παραδοχές που βρίσκονται στη βάση της σκέψης και της δράσης των συντεχνιών, μια που κι εμείς σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουμε

9. Η.Α. CJegg - A.J. Kίllick - Rex Adams, Trade Union Officers, Οξφόρδη 1961, σ. 50. 1 0. Πρβλ. Alastair Reid, «Intelligent Artisans and Aristocrats of Labour: The Essays of

Thomas Wright», στο Jay Winter (επιμ.), The Working CΙass in Modern British History: Essays in Honour of Henry Pe//ing. Καίμπριτζ 1983, σ. 1 75-1 76.

1 1 . Τα αρχεία του Ινστιτούτου φυλάσσονται στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, το οποίο και ευχαριστώ για την πρόσβαση σ' αυτά.

1 2. Ν.Β. Dearle, IndustriaI Training, ό.π., σ. 566-567.

Page 119: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 1 19

να ενεργούμε βάσει των ίδιων παραδοχών. Μία τέχνη αποτελείτο απ' ό­λους εκείνους που είχαν αποκτήσει τις ιδιαίτερες δεξιότητες ενός λιγότερο ή περισσότερο δύσκολου επαγγέλματος, μέσα από μια ειδική διαδικασία εκπαίδευσης, η οποία συμπληρώνεται από δοκιμασίες και αξιολογήσεις που πιστοποιούν ότι κάποιος διαθέτει την απαιτούμενη για το επάγγελ­μα γνώση και επίδοση . Αυτά τα άτομα, από την πλευρά τους, αναμέ­νουν ότι θα έχουν το δικαίωμα να ασκούν το επάγγελμα και να έχουν έ­να ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο που να ανταποκρίνεται στην αξία τους στην κοινωνία και στην κοινωνική τους θέση. Ε ίναι πολύ εύκολο να με­ταφράσουμε αυτή την τελευταία απαίτηση με όρους οικονομίας της αγο­ράς, και πράγματι πολλά από όσα έκαναν οι συντεχνίες γίνονταν με στόχο τον περιορισμό της εισόδου στο επάγγελμα, την αποφυγή του α­νταγωνισμού από παρείσακτους (που είτε είχαν δικό τους επάγγελμα εί­τε όχι), και τον περιορισμό της παραγωγής και της προσφοράς εργασίας, έτσι ώστε να κρατιέται το μέσο εισόδημα στο αναγκαίο επίπεδο. Στις μέρες μας, η θεωρία της οικονομίας της αγοράς έχει βέβαια επικρατή­σει, αλλά οι βασικές συντεχνιακές παραδοχές δεν έχουν μεγάλη σχέση με το λόγο των επιχειρηματικών σχολών. Μιλούσαν την αρχαία γλώσσα μιας αυστηρά δομημένης κοινωνικής τάξης πραγμάτων ή, για να χρησι­μοποιήσω την ορολογία του Ε . Ρ . Thompson, μιας «ηθικής οικονομίας»:

«Η προφανής επιδίωξη των προγόνων μας όταν θέσπιζαν το Καταστατι­κό [των Βιοτεχνών] [ . . . ] ήταν να παραχθεί ένας ικανός αριθμός και μια συνεχής διαδοχή μαστόρων και καλφάδων που να διαθέτουν πρακτική εμπειρία, για να προωθηθεί, να διασφαλιστεί και να διαιωνιστεί η ευ­ημερία των τεχνών του έθνους, οι οποίες έχουν καθιερωθεί με ευσυνει­δησία χάρη στις ικανότητες και τα ταλέντα τους και έχουν εμπεδωθεί μέσα από μια πρακτική εκπαίδευση» (η υπογράμμιση δική μου).

Κι αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως είχαν «ένα αδιαφιλονίκητο δικαίωμα [ . . . ] [στην] ήρεμη και αποκλειστική απόλαυση των διαφόρων αντίστοιχων τεχνών και επαγγελμάτων, τα οποία ο νόμος τους είχε ήδη παραχωρήσει ως περιουσία τους». 13 Η δουλειά ήταν «περιουσία» του εργαζόμενου, και για να χαρακτηρίζεται έτσι, πάει να πει, βέβαια, ότι αυτό ήταν ένας κοινός τόπος του ριζοσπαστικού πολιτικού λόγου της εποχής.

Από την άλλη, γινόταν αποδεκτό το καθήκον της καλής δουλειάς: Οι Εργάτες Τσίγκου του Λονδίνου που άφηναν τη δουλειά τους, ήταν υπο­χρεωμένοι να γυρίσουν και να τελειώσουν τις ημιτελείς εργασίες ή να

13. «Report of the Committee οη the Petition of the Watchmakers, 1817», παρατίθεται στο Α.Ε. Bland - Ρ.Α. Brown - R.H. Tawney (επιμ.), English Economic History: Select Documents, Λονδίνο 1914, σ. 588-590.

Page 120: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

120 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

πληρώσουν γι' αυτές, αλλιώς το Σωματείο τους επέβαλε πρόστιμο. 14 Με

δυο λόγια, το επάγγελμα δεν ήταν απλά ένας τρόπος να βγάζεις χρήμα­

τα. Το εισόδημα που απέδιδε ήταν περισσότερο μια αναγνώριση εκ μέ­

ρους της κοινωνίας και των θεσμικών αρχών της αξίας της σωστής δου­

λειάς που έκαναν ευσυνείδητα σώματα αξιότιμων ανδρών, επαρκώς ειδι­

κευμένων σε καθήκοντα που είχε ανάγκη η κοινωνία. Η ιδεώδης, αλλά

και αναμενόμενη, κατάσταση ήταν οι αρχές να αφήνουν ή να μεταβιβά­

ζουν αυτά τα δικαιώματα σε επαγγελματικά σώματα, και το ίδιο το ε­

πάγγελμα να εξασφαλίζει συλλογικά τους καλύτερους τρόπους με τους

οποίους θα λειτουργούσε και θα προστατευόταν. Στις κλασικές, ή αν προτιμάτε στις ιδεοτυπικές, συντεχνίες της προβιο­

μηχανικής εποχής, αυτή η ρύθμιση και η προστασία βρισκόταν ουσιαστικά

στα χέρια των μαστόρων, οι επιχειρήσεις των οποίων αποτελούσαν τις

βασικές μονάδες της συλλογικότητας καθώς και του συστήματος εκπαί­

δευσης και αναπαραγωγής της. Ε ίναι σαφές, ότι όταν τα συμφέροντα της

τέχνης αντιπροσωπεύονται ουσιαστικά από τους αμειβόμενους εργάτες,

διατυπώνονται αρκετά διαφορετικά. Είναι λιγότερο προφανές, το εάν ένα

«επάγγελμα», οριζόμενο μ' αυτόν τον τρόπο, δε θα ισοδυναμούσε με έ­

να κλειστό στρώμα καλφάδων τεχνιτών μέσα σε μια συντεχνιακή οικονο­

μία, ακόμα κι όταν οργανωνόταν σε ειδικές συντεχνίες, αδελφότητες ή

άλλες ενώσεις καλφάδων. Η διαφορά ανάμεσα σ' αυτή τη δεύτερη μορ­

φή οργάνωσης και στη βρετανική «επαγγελματική εταιρεία», η οποία ο­

δηγεί κατευθείαν στο επαγγελματικό σωματείο, αξίζει περισσότερη ανά­λυση απ' όση της έχει αφιερωθεί, αν και υπάρχουν κάποιες πρόσφατες εργασίες που έχουν προχωρήσει σ' αυτόν τον τομέα. Έχει προταθεί η ά­ποψη, ότι τέτοιες μορφές συλλογικής δράσης των καλφάδων έχουν την τά­ση να τονίζουν την «υπόληψη» και το κοινωνικό κύρος του τεχνίτη πέρα

από τα οικονομικά συμφέροντα, και πολλές φορές σε βάρος τους, συχνά μέσα από ένα είδος υπερτροφίας των συμβολικών πρακτικών, όπως οι γνωστές τελετουργίες, οι συμπλοκές και οι ταραχές των καλφάδων. 15 Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε εδώ, είναι ότι αυτός ο δρόμος της ε­ξέλιξης του κάλφα -ο οποίος δεν έχει βρετανικό ανάλογο απ' όσο γνω­ρίζω- δεν μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στον εργατικό συνδικαλισμό .

Τα οικονομικά συμφέροντα των μισθωτών εργατών ήταν σαφώς θεμε­λιώδη για τις βρετανικές επαγγελματικές οργανώσεις των καλφάδων α­κόμα και πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Απέβλεπαν, δηλαδή, στην

14. Α. Kidd, History of the Tin P/ate Workers and Sheet Meta/ Workers and Braziers Societies, Λονδίνο 1949, σ. 28.

15. Για μια εκτενή διαπραγμάτευση πρβλ. Andreas Griessinger, Das symbo/ische ΚaρίΙa/ der Ehre: Streikbewegungen und kollektives Bewusstsein deutscher Handwerksgesellen im 18. Jahrhundert, Βερολίνο 1 981.

Page 121: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 12 1

προστασία τους από τους βασικούς κινδύνους που απειλούσαν τη χεφω­νακτική εργασία, δηλαδή τα ατυχήματα, την αρρώστια και τα γηρατειά, το χάσιμο χρόνου, την υποαπασχόληση, την περιοδική απασχόληση και τον ανταγωνισμό από την υπερπροσφορά εργασίας. 16 Ενώ ο πυρήνας της γερμανικής και της γαλλικής συλλογικότητας των καλφάδων βρίσκε­ται εκτός του εργαστηρίου -την εποχή της καθιέρωσης των ταξιδιών στο πανδοχείο ή το ενοικιαζόμενο σπίτι όπου στεγάζονταν οι καλφάδες, και όπου και γίνονταν οι τελετουργίες της μύησης-, στη Βρετανία ο βασικός τόπος κοινωνικοποίησης του μαθητευόμενου στον τρόπο συμπεριφοράς του κάλφα ήταν σαφώς ο ίδιος ο χώρος εργασίας. Εκεί «μάθαινε, από τις εντολές και από το παράδειγμα των συναδέλφων του, ότι πρέπει να σέβεται το επάγγελμα και τους γραπτούς και άγραφους νόμους του, και ότι σε κάθε ζήτημα που αφορά γενικά το επάγγελμα, πρέπει να θυσιά­ζει το προσωπικό του συμφέρον ή την προσωπική του γνώμη σ' αυτό που το επάγγελμα έχει, καλώς ή κακώς, ορίσει για το γενικό καλό». 1 7 Δεν υπήρχε λοιπόν κάποια σαφής διάκριση ανάμεσα στα «έθιμα του ε­παγγέλματος» ως παράδοση ή τελετουργικοποιημένη πρακτική και ως λογική της συλλογικής δράσης των εργατών στη δουλειά ή επικύρωση των παραχωρήσεων που είχαν κατακτηθεί χάρη σ' αυτήν. Έτσι, μερικές τυποποιημένες τελετουργίες μπορούσαν να οδηγηθούν σε ατροφία δίχως να εξασθενίσει η δύναμη «των εθίμων του επαγγέλματος».

Οι βασικοί θεσμοί των καλφάδων, όπως έχει δείξει ο Prothero στο Artisan Politics, ήταν η εταφεία αλληλοβοήθειας, το «house of call », το σύστημα των περιοδειών -το οποίο προσέδωσε στους τεχνίτες μια εθνική εμβέ­λεια- και η μαθητεία. Σ ' αυτά πρέπει να προστεθεί, όπως σωστά έχει τονίσει η έρευνα, η ανοργάνωτη, όχι όμως και τελείως άτυπη, ομάδα ερ­γασίας στο εργαστήρι ή στο χώρο εργασίας. 18 Οι θεσμοί αυτοί προστά­τευαν τα συμφέροντα αμειβόμενων ανδρών -αλλά δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι αυτό θεωρείτο πως ήταν «το επάγγελμα», ότι το αποτελού­σαν στην ουσία αμειβόμενοι άνθρωποι, δηλαδή ένα ειδικό σώμα από α­ξιοσέβαστους και έντιμους άνδρες που υπερασπίζονταν την «τέχνη » τους, δηλαδή το δικαίωμά τους στην ανεξαρτησία, στο σεβασμό και σε μια αξιοπρεπή διαβίωση που η κοινωνία τούς όφειλε, σε ανταπόδοση

16. Iorwerth Prothero, Artisans and Politics in Early Nineteenth Century London: John Gast and his Times, Folkestone 1979, σ. 27-28.

1 7. Thomas Wright, $ome Habits of the Working CΙasses, 1 867, σ. 102. Βλ. επίσης την έκ­θεση του F.W. Galton, στο S. και Β. Webb, History of Trade Unionism, 1 894, σ. 431-432, κα­θώς και John Dunlop, Artificial and Compulsory Drinking Usages of the United Kingdom, 7η έκδο­ση, 1 844, passim, σχετικά με τη σημασία των τελετουργιών που έχουν να κάνουν με το χώρο εργασίας.

18. Για αναφορές βλ. R. Price, Masters, Unions αnd Men: Work Control in Building αnd the Rise of Lαbour, Καίμπριτζ 1980, κεφ. 2.

Page 122: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

122 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

για τη σωστ� επιτέλεση των κοινωνικά αναγκαίων καθηκόντων που α­παιτούσαν τη δικ� τους εκπαίδευση και εμπειρία. Το «δικαίωμα σε ένα επάγγελμα» στο αρχικό καταστατικό της ASE (Ενωμένη Εταιρεία Μηχα­νικών) συγκρίνεται με το δικαίωμα του κατόχου ενός ιατρικού διπλώμα­τος. 19 Τα τυπικά προσόντα για μια δουλειά ταυτίζονταν με το δικαίωμα άσκησ�ς της.

Η αίσθηση ανεξαρτησίας του τεχνίτη δε βασιζόταν, βέβαια, μόνο σε μια ηθικ� επιταγ� . Βασιζόταν στη δικαιολογημένη του πεποίθηση πως η δε­ξιότητά του �ταν απαραίτητη για την παραγωγ� , και μάλιστα πως �ταν ο μοναδικός αναγκαίος συντελεστ�ς της παραγωγ�ς. Γι ' αυτό και η αντίθε­ση του τεχνίτη στον καπιταλισμό, ο οποίος στις αρχές του δέκατου ένα­του αιώνα συγκρουόταν όλο και περισσότερο με την ηθικ� οικονομία που έδινε στα επαγγέλματα μια ταπειν� αλλά σεβαστ� θέση, δεν εκφραζόταν τόσο ενάντια στους εργαζόμενους μάστορες-αφεντικά, τους οποίους τους γνώριζαν από παλιά, � αυτές καθαυτές τις μηχανές, τις οποίες μπορού­σαν να τις δουν σαν προεκτάσεις των εργαλείων, αλλά ενάντια στον κα­πιταλιστ�, που τον έβλεπαν σαν έναν αντιπαραγωγικό και παρασιτικό μεσάζοντα. Οι μάστορες-αφεντικά που αν�καν στις «χρ�σιμες τάξεις», στο βαθμό που -για να παραθέσουμε τα λόγια του Hodgskin- �ταν «και οι ίδιοι δουλευτές όσο και οι καλφάδες τους» και στο βαθμό που �ταν απαραίτητοι «για να διευθύνουν και να επιβλέπουν τη δουλειά και να δια­νέμουν τους καρπούς της»,20 �ταν όλα μια χαρά' μόνο που, δυστυχώς, «είναι επίσης», λέει και πάλι ο Hodgskin, «και καπιταλιστές � πράκτο­ρες των καπιταλιστών, και από την άποψη αυτ� τα συμφέροντά τους α­ντιτίθενται άμεσα στα συμφέροντα των εργαζομένων σ' αυτούς». Τ α μι­κροαφεντικά δε δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα, και μπορούσαν μάλι­στα συχνά να γίνονται � να παραμένουν μέλη των σωματείων. Οι θεωρη­τικές βάσεις του πρώιμου σοσιαλισμού, αυτού που εσφαλμένα ονομάζε­ται «ουτοπικός», πρέπει να αναζητηθούν σ' αυτ� τη στάση. Ουσιαστικά επεδίωκε την εξάλειψη του ανταγωνισμού και του καπιταλιστ� μέσα α­πό τη συνεταιριστικ� παραγωγ� των τεχνιτών. Ο Prothero έχει δείξει πως οι τεχνίτες που άρχισαν απλά, προσπαθώντας να υπερασπιστούν � να ε­παναφέρουν την παλαιά «ηθικ� οικονομία», μπορούσαν και οι ίδιοι να οδηγηθούν, κάτω από την πίεση των οικονομικών μετασχηματισμών των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα, στην υιοθέτηση μιας επαναστατικ�ς α-

19. «Είναι καθήκον μας να ασκήσουμε τον ίδιο έλεγχο σ' αυτό που έχουμε ίδιον συμ­φέρον, όπως ένας φυσικός που έχει το δίπλωμά του ή ο συγγραφέας που προστατεύεται από τα πνευματικά δικαιώματα». Πρόλογος στους Κανόνες του Ενωμένου Σωματείου των Μηχανικών, 1851, παρατίθεται στο J.B. Jefferys (επιμ.), Labour's Formative Years, Λονδίνο 1948, σ. 30.

20. Παρατίθεται στο G. Stedman Jones, Languages ο/ CΙass, Καίμπριτζ 1983, σ. 136-137.

Page 123: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ

ντίληψης που στόχευε στην επανεγκαθίδρυση μιας ηθικής κοινωνικής τά­ξης πραγμάτων όπως αυτοί την έβλεπαν, και να γίνουν έτσι κοινωνικοί καινοτόμοι και επαναστάτες. Και ακόμα, ο Prothero σωστά επέστησε την προσοχή στο γεγονός, ότι από την άποψη αυτή η εξέλιξη του βρετα­νoύ κάλφα τεχνίτη είναι παράλληλη με αυτήν του αντίστοιχου της ηπει­ρωτικής Ευρώπης ή, μάλλον, του γάλλου.21 Και οι δυο τους είχαν την τάση να δραστηριοποιηθούν πολιτικά ως τεχνίτες, και με τον τρόπο αυτό να μεταμορφωθούν σε «εργατικές τάξεις» ή σε σημαντικούς τομείς τους.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Ο ουτοπικός σοσιαλισμός, ή μάλ­λον η αλληλοβοήθεια και ο συνεργατισμός των παραγωγών, έγινε και παρέμεινε επί μακρόν ο πυρήνας του γαλλικού σοσιαλισμού. Στη Βρετα­νία, αντίθετα και παρά τα παροδικά κύματα δημοτικότητας που γνώρισε και την έλξη που ασκούσε σε στελέχη των τεχνιτών, ο συνεταιριστικός σοσιαλισμός παρέμεινε πάντοτε ένα περιθωριακό φαινόμενο, που έφθινε ακόμα και την ώρα που η χώρα σαρωνόταν από το Χαρτισμό, το πρώτο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης στο οποίο πήραν μέρος και οι καλ­φάδες τεχνίτες, όπως και όλοι οι άλλοι που βρίσκονταν κάτω από οικο­νομική πίεση. Ο σοσιαλισμός παρήκμαζε στη Βρετανία της δεκαετίας του 1840, την ώρα που αναπτυσσόταν στην ηπειρωτική Ευρώπη. Όποιες κι αν είναι οι αιτίες αυτής της διαφοράς -και απομένει να εξηγηθούν πλή­ρως-, πρέπει σ' έναν βαθμό να αναζητηθούν στις πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα, κυρίως όμως στην ίδια την πρόοδο της βρετα­νικής καπιταλιστικής οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες, η οποία είχε ήδη καταστήσει μάλλον απίθανη ή περιθωριακή μια οικονομία ατομικών ή συλλογικών μικροπαραγωγών. Οι καλφάδες τεχνίτες είχαν γίνει εργά­τες. Ζούσαν σε έναν κόσμο εξαρτημένων εργαζομένων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η μόνη μορφή συνεταιρισμού που αποδείχθηκε πως είχε εξαρχής μια γνήσια έλξη, ήταν αυτή που επεδίωκε να αντικαταστήσει έναν οικο­νομικό τομέα μικρών ανεξάρτητων μονάδων, δηλαδή το συνεταιριστικό (co -op) κατάστημα.

Έτσι λοιπόν, οι επαγγελματίες δεν είχαν καμιά δυσκολία να συμβιβα­στούν με μια οικονομία βιομηχανικού καπιταλισμού, από τη στιγμή που η οικονομία ήταν έτοιμη να αποδεχθεί τις μετριοπαθείς τους απαιτήσεις σε ειδίκευση, σεβασμό και μια σχετικά προνομιούχα θέση, και που τους πρόσφερε σαφώς όλο και περισσότερες ευκαιρίες και καλύτερες υλικές συνθήκες. Κι αυτό σαφώς συνέβαινε στις δεκαετίες του 1850 και 1860. Τη θέση τους συμβολίζει ο διάκοσμος του επετειακού δείπνου του πα­ραρτήματος του Cardiff της Ενωμένης Εταιρείας Επιπλοποιών και Ξυ-

21. Prothero, Arlisans. σ. 337-338. Για μια σαφή έκθεση βλ. Wil\iam Η . Sewel\ Jr, Work and RevoIulion in France: The Language ΟΙ Labour Irom Ihe OId Regime 10 1848, Καίμπριτζ 1980. σ. 283.

Page 124: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

λουργών το 1867, με τους τεκτονικούς θυρεούς «όμορφα διακοσμημέ­νους με φυτικά μοτίβα, κλπ . , ενώ πάνω από το κεφάλι της προεδρικής έδρας υπήρχε ένα σχέδιο που παρίστανε τη φιλία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου με μια θερμή χειραψία» .22 Αυτό το εικονογραφικό μοτίβο

εμφανίζεται συχνά την εποχή αυτή. 23 «Στο φόντο απεικονιζόταν το ε­μπόριo όλων των εθνών και στη γωνία προτομές αρχαίων φιλοσόφων, κλπ. Το σχέδιο αυτό έφερε την εξής επιγραφή: 'Έπιτυχία στον έντιμο α ­νταγωνισμό" και " η ευημερία και ο πλούτος των εθνών οφείλονται στην επιστήμη, στη βιομηχανία και σε μια δίκαιη ισορροπία όλων των συμφε­ρόντων" ». Θα ήταν λάθος να υποθέσει κανείς, ότι αυτού του είδους τα αισθήματα ήταν ασύμβατα με τις απεργίες.

Αξίζει ίσως να σημειώσουμε ότι, όπως μας θυμίζει ο Richard Ρήce, αν κι ο τεχνίτης χρειαζόταν σίγουρα συλλογική οργάνωση, η συλλογική του δύναμη συνήθως δε μετριέται ακόμα από τον αριθμό των συνδικαλισμέ­νων. Η γενική παραδοχή, από τον Mayhew και άλλους, είναι πως οι «ε­ταιρισμένοι» αντιπροσώπευαν περίπου ένα 10% σε όλα τα επαγγέλμα ­τα, εκτός κάποιων εξαιρέσεων. Ισχυρά σωματεία, όπως των οικοδόμων, είχαν οργανώσει περίπου το 1 5% του επαγγέλματος το 187 1 , οι επιπλο­ποιοί και ξυλουργοί γύρω στο 1 1 με 1 2%, οι γυψαδόροι κάτω από το 1 0%.24 Οι Ενωμένοι Μηχανικοί με οργανωμένους γύρω στο 40% το 1861 ήταν μια εντελώς εξαιρετική περίπτωση.25 Το ζήτημα του αν και πότε οι συνδικαλισμένοι λειτούργησαν στα μη οργανωμένα επαγγέλματα ως σκαπανείς της οικονομικής προόδου, έχει σήμερα ξανανοίξει. Όπως και να 'χει όμως, όσον αφορά τις κινήσεις στους μισθούς και τις ώρες εργα­σίας δεν υπήρχε σαφής διάκριση ανάμεσα σε οργανωμένους και ανοργά­νωτους, στο βαθμό που όλοι είχαν το ίδιο συμφέρον του περιορισμού των μη-επαγγελματιών. Έτσι, στους ελάχιστα οργανωμένους οικοδόμους του Portsmouth , όπου δεν υπήρχαν επί συμβάσει μαθητευόμενοι και το 70% απ' αυτούς είχαν «βρεθεί τυχαία » στο επάγγελμα, δεν υπήρχε δου­λειά με το κομμάτι και η, κάποτε συχνή, είσοδος δουλευτών είχε γίνει σπάνια.26 Στη Γλασκώβη, όπου οι Webb δε βρήκαν ούτε σχέσεις με τους εργοδότες, ούτε εργασιακούς κανονισμούς, ούτε όρια στον αριθμό των μαθητευόμενων, ούτε ισχυρά συνδικάτα, δεν είχαν «παρεισφρήσει» δου -

22. Amalgamated Society of Carρenters and Joiners (στο εξής ASCj), Month/y Report, Ια-νουάριος 1868, σ. 25.

23. Βλ. την περιγραφή των λαβάρων στο W.A. Moyes, The Banner Book, Gateshead 1974. 24. R. Price, Masters, Unions and Men, ό.π., σ. 62. 25. Μ. και J.B. Jefferys, «The Wages, Hours and Trade Customs of the Skilled Engineer

ίη 1861 », Economic History Review, τχ. 17 (t 94 7), σ. 29-30' αν περιληφθούν όμως και μέλη άλλων σωματείων ειδικευμένων, το ποσοστό αυτό θα ανέβει.

26. LSE Library, Webb Collection, ColI. ΕΑ 31, σ. 245-249.

Page 125: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 125

λευτές.27 Η αλήθεια είναι ότι η μαστοριά δεν αποτελούσε μόνο κριτήριο της ταυτότητας και του αυτοσεβασμού ενός άνδρα, αλλά και εγγύηση του εισοδήματός του . Οι καλύτεροι άνδρες, λέει ένας μελετητής της α ­νεργίας στους οικοδόμους του Λονδίνου, είχαν πάντοτε δουλειά. 28 Στους Ενωμένους Επιπλοποιούς και Ξυλουργούς εθεωρείτο δεδομένο πως «η επιτυχία του σωματείου εξαρτάται από το να είναι όλα τα μέλη της εξί­σου ικανοί εργάτες»,29 και γι' αυτό στρατολογούνταν αναλόγως μάλι­στα ελέγχονταν αν εξακολουθούν να ανταποκρίνονται στα κριτήρια . «Αν κάποιος δεν αξίζει τα 36 σελίνια βδομαδιάτικο», έλεγε το Monthly Record της ASE, αν και ίσως όχι τόσο ειλικρινώς το 19 1 1 , «το σωματείο έχει κα ­νόνες να αντιμετωπίσει την ανικανότητά του ».30 Όπως παρατηρούσε ο James Hopkinson τη δεκαετία του 1830: «Το μαγαζί μας ήταν ένα δυνα ­τό συνδικαλισμένο μαγαζί και οι καλύτεροι εργάτες της πόλης δούλευαν εκεί».31 Τα πυρά των ελαφρών οπλών με τα οποία οι τεχνίτες πολεμού­σαν τα μεγάλα κανόνια των εργοδοτών, γίνονταν αποτελεσματικά χάρη στους προμαχώνες της ειδίκευσης που τα προστάτευαν καθώς και στην αλληλεγγύη μεταξύ των σκοπευτών.

Η ειδίκευση και η ανεξαρτησία του τεχνίτη συμβολίζονταν από την κατοχή των προσωπικών εργαλείων,32 αυτών των μικρών, αλλά ζωτικής σημασίας, μέσων παραγωγής που του επέτρεπαν να ασκεί οπουδήποτε το επάγγελμά του . Ο Broadhurst, συνδικαλιστής ηγέτης και βουλευτής των Lib-Lab , φύλαγε τα οικοδομικά του εργαλεία πακεταρισμένα και έ­τοιμα καθ ' όλη τη διάρκεια της πολιτικής του καριέρας: ήταν η ασφά­λειά του . 33 Πολλά χρόνια αργότερα, το 1939, όταν ο λεβητοποιός Harry Pollitt απομακρύνθηκε από την ηγετική του θέση στο Κομμουνιστικό Κόμμα, η μητέρα του του έγραψε με καμάρι: «Τα εργαλεία σου είναι ε-

27. Στο ίδιο, σ. 311-322. 28. Ν.Β. Dearle, Problems of Unemployment in the London Building Trade, Λονδίνο 1908, σ.

93. 29. ASCJ, Monthly Report, Φεβρουάριος 1868, σ. 63. 30. Amalgamated Society of Engineers (στο εξής ASE), Monthly Record, Ιούνιος 1911, πα­

ρατίθεται στο Μ. Holbrook-Jones, Supremacy and Subordination of Labour, Λονδίνο 1982, σ. 78. 31. J.B. Goodman (επιμ.), Victorian Cabinet Maker: The Memoirs of James Hopkinson, 1819-

1894, Λονδίνο 1968, σ. 24. 32. « Αν η Κεντρική Ένωση των Εργοδοτών πραγματοποιήσει την απειλή και προχωρή­

σει σε μια απεργία των αφεντικών [ ... ] το καθήκον των εργαζομένων είναι να [ ... ] αρχί­σουν να εργάζονται για τον κόσμο [ ... ] Στο βαθμό που πολλά από τα μέλη μας έχουν στην κατοχή τους τόρνους και άλλα εργαλεία [ ... ] μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα [ ... ] κάνουν γνωστή την πρόθεσή τους να δανείσουν τέτοια εργαλεία προς όφελος εκείνων που μπορεί να πεταχτούν έξω από τη δουλειά από την απεργία των αφεντικών». Ανακοίνωση του Συμβουλίου της ASE στον The Operative, 23 Δεκεμβρίου 1851.

33. Henry Broadhurst, The Story of his Life from Stone-mason's Bench Ιο the Treasury Bench, Λονδίνο 1901, σ. 2.

Page 126: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 26 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

δώ, κω τα έχω κρατήσει στη βαζελίνη, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν ανά πάσα στιγμή ».34 Σε ένα πιο ταπεινό επίπεδο, όταν ο Jess Oakroyd, στο Good Companions του J . Β . P riestley, έχασε τη δουλειά του κω άρχισε την περιπλάνηση, το πιο σημαντικό πράγμα που πήρε μαζί του ήταν η βαλί­τσα με τα εργαλεία .

Οι καλύτερες ειδικότητες δεν απωτούσαν απαραίτητα και τις πιο α ­κριβές ή περίτεχνες βαλίτσες εργαλείων, αλλά οι περήφανοι επαγγελμα ­τίες -και ιδιαίτερα στην επεξεργασία του ξύλοu- ξόδευαν πολλά χρήμα ­τα σε εργαλεία κω σε πολυτελή μπαούλα ως σύμβολα κύρους. Η ASCJ

μείωσε το 1886 την αποζημίωση που έδινε για απώλεια της εργαλειοθή­κης, με το σκεπτικό ότι «αν ένα μέλος παίρνει μια πιο πολύτιμη κασέλα για να δουλέψει [απ' όσο, δηλαδή, είναι αναγκαίο], θα πρέπει να ανα ­λαμβάνει ο ίδιος το ρίσκο».35 Η ασφάλιση των εργαλείων από το σωμα ­τείο ήταν κοινή στους εργαζόμενους στο ξύλο, λιγότερο όμως στους με­ταλλοτεχνίτες, μάλλον γιατί τα προσωπικά τους εργαλεία ήταν συμπλη­ρωματικά στον εξοπλισμό του εργαστηρίου.36 Η «αποζημίωση εργαλεί­ων» της ASCJ είχε σαφώς στόχο να χρησιμεύσει σαν κράχτης για το σω­ματείο -ασφάλιζε από κλοπή κι όχι μόνο από φωτιά κω ναυάγιο- και η σημασία της καταδεικνύεται από τη συχνότητα των σχετικών αποφάσε­ων και ανακοινώσεων.37 Μάλιστα, στα πρώτα τριάντα χρόνια του σωμα ­τείου, το ποσό της αποζημίωσης εργαλείων που πληρωνόταν ανά μέλος ήταν σχεδόν το ίδιο με την αποζημίωση για ατύχημα, και ανερχόταν στο 55% της αποζημίωσης για κηδεία . 38

Η αξία πάντως των εργαλείων δεν ήταν τόσο σημαντική όσο η συμβο­λική τους σημασία . Οι λονδρέζοι ναυπηγοί, που ήταν από τους πιο ειδι­κευμένους τεχνίτες, είχαν, σύμφωνα με τον Mayhew,39 εργαλεία αξίας 50 σελινιών το 1849, κω στη δεκαετία του 1880 το σωματείο κατέβαλε το

34. Harry ΡοlΙίΙΙ, Serving Iny Time, Λονδίνο, έκδοση του 1941. σ. 14. 35. ASCJ, Monthly Report, Ιούλιος 1886, σ. 137-138. 36. Οι λεβητοποιοί εμφανίζονται να μην έχουν κανένα: D.C. Cummings, History oj the

United Society oj Boilermakers and Iron & Steel Shίp Builders, Newcastle 1905, σ. 36-37, 52. Οι Ετήσιες Εκθέσεις της ASE περιλαμβάνουν τις δαπάνες για «απώλειες εργαλείων από φω­τιά» σε μια στήλη των λογαριασμών που καλύπτουν διάφορες δωρεές, από τους οποίους μπορούμε να συμπεράνουμε τη σχετικά μεικτή τους σημασία.

37. Μετά από πιέσεις του κλάδου, κατάλογοι των κλεμμένων εργαλείων δημοσιεύονταν στη Monthly Report από τον Οκτώβριο του 1889 και εξής.

38. Συνολική αποζημίωση ανά μέλος της ASCJ 1860-1889: Κηδεία 3 λίρες, 2 σελίνια, 8 πένες Ατύχημα 1 λίρα, 15 σελίνια, 10,5 πένες Εργαλεία 1 λίρα, 14 σελίνια, 6,5 πένες - G. Howell, The Conflicts oj Capital and Labour historical/y and economically considered, being α history and review oj the trade IInions oj Great Britain etc., 2η έκδοση, 1890, σ. 519.

39. Henry Mayhew, The Morning Chronicle Survey oj Labour and the Poor: The Metropo/itan Districts, τόμο 5, Horsham 1982, σ. 225.

Page 127: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ

50% του κόστους αντικατάστασής τους μέχρι ένα ανώτατο όριο 5 στερλι­νών.4Ο Ο Mayhew υπολογίζει την αξία των εργαλείων των επιπλοποιών σε 30 με 40 στερλίνες, των ξυλουργών μέχρι 30 στερλίνες, των βαρελά­δων σε 1 2 στερλίνες. Αυτοί οι αριθμοί, με εξαίρεση τους μαραγκούς και ξυλουργούς, είναι μάλλον μεγαλύτεροι από αυτούς που αναφέρει η Βα ­σιλική Επιτροπή Εργασίας ή εκείνους που προκύπτουν από τους κατα ­λόγους κλεμμένων εργαλείων στις αναφορές των ξυλουργώνο ενώ, σύμ­φωνα τόσο με τον Mayhew όσο και με τη λογική, τα εργαλεία αγοράζο­νταν κομμάτι-κομμάτι κατά τα τελευταία χρόνια της μαθητείας, και στην αρχή συνήθως από δεύτερο χέρι.41 Συμβόλιζαν όμως την ανεξαρτη­σία . Εξ ου και οι διενέξεις σχετικά με το «χρόνο του τροχίσματος». Αφού ο επαγγελματίας έφερνε στη δουλειά τις δεξιότητες και τα εργα ­λεία του, και τα δύο έπρεπε να είναι πανέτοιμα για δράση . Αυτός, και μόνον αυτός, έπρεπε να τα λειαίνει, αφιερώνοντας κάθε εβδομάδα έναν χρόνο που δεν ήταν αμελητέος.42 Λογικά, η δουλειά αυτή γινόταν όταν τελείωνε η τελευταία εργασία και σε χρόνο (ή χρήματα αντί για χρόνο) που παρείχε ο εργοδότης.43 Ακόμα και σήμερα, όπως δείχνει ο Beynon για τη Φορντ, τα εργαλεία εξακολουθούν να σημαίνουν κάποια ανεξαρ­τησία για τον επαγγελματία σε σχέση με τους εργάτες παραγωγής.44

Α ν όμως τα προσωπικά εργαλεία συμβόλιζαν για τους τεχνίτες την α ­νεξαρτησία

' από την άλλη, ο έλεγχος των εργαλείων συμβόλιζε την κυ­

ριαρχία της διεύθυνσης. Γνωρίζουμε ότι η διεύθυνση ήθελε να αλλάξει την οργάνωση της παραγωγής όταν οι σμυριδοτροχοί απομακρύνονταν από το β ιομηχανοστάσιο και οι εργάτες δεν μπορούσαν πια να λειαίνουν τα εργαλεία με το δικό τους τρόπο και σύμφωνα με τις δικές τους προ­διαγραφές, αλλά αυτό έπρεπε να γίνεται σε γωνίες καθορισμένες από άλλους, σε έναν ειδικό χώρο εργαλείων.45 Και είναι χαρακτηριστικό, ότι

40. David Dougan, The Shipwrights: The Histary σΙ the Shipcanstructars and Shipwrights As­saciatian. 1882-1963, 1968, σ. 19, 30. Βλ. επίσης Rayal Cammissian an Labaur (Ρ.Ρ. 1893-4, 34) Group Α, Q 20,413, 21,398.

41. Η. Mayhew, The Marning Chranicle Survey σΙ Labaur ... , ό. π., τόμο 5, σ. 193. Για στοι­χεία σχετικά με το κόστος των εργαλείων από τη Rayal Cammissian an Labaur, Group Α, βλ. Ρ.Ρ. 1892 36/2, Q 16,848, 19.466, 19,812-813, 20,367-369.

42. Ο Η. Mayhew, The Marning Chranicle Survey σΙ Labaur ... , ό.π., σ. 94, 96, 155, 167, 214, εκτιμά το εβδομαδιαίο κόστος περίπου σε 6 πένες και 2 σελίνια.

43. S. και Β. Webb, Industrial Demacracy, 1913, σ. 313. 44. Huw Beynon, Warkinglar Fard, Harmondsworth 1973, σ. 145: «Στη γραμμή συναρ­

μολόγησης ένας άνδρας είναι το ίδιο καλός με τον επόμενο [ ... ] σε μια κατάσταση ειδι­κευμένης εργασίας τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά [ ... ] λόγω του ότι [οι άνδρες] ε­λέγχουν τα εργαλεία, ή τη γνώση, που είναι ζωτικής σημασίας για την εκπλήρωση της δουλειάς. Ο αρχιεργάτης πρέπει να τους ρωτάει».

45. J. Zeitlin, «The Labour Strategies . .. », ό. π., σ. 21, 26.

Page 128: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ο χώρος εργαλείων θα παρέμενε το τελευταίο οχυρό των τεχνιτών μέσα σην ημιειδικευμένη μαζική παραγωγή των μηχανοκατασκευών κατά τον εικοστό αιώνα. Ακόμα και στη ανοργάνωτη συνδικαλιστικά αυτοκινητο­βιομηχανία του Μεσοπολέμου, η διεύθυνση θα ήταν προσεκτική με τις ευαισθησίες σχετικά με το χώρο εργαλείων και θα έκανε τα στραβά μά­τια στο συνδικαλισμό των εργαλειοκατασκευαστών. Στο δέκατο ένατο α ιώνα αυτός ο έλεγχος ήταν πιο ορατός στις τεράστιες σιδηροδρομικές εταιρείες, επιχειρήσεις που απασχολούσαν και κατάρτιζαν πάρα πολλούς τεχνίτες και οι οποίες, παρότι αναγνώριζαν πως οι εργοδηγοί τους προέρ­χονταν στην ουσία απ' αυτούς και ήταν επομένως αναμενόμενο να έχουν την άποψη του τεχνίτη,46 δε θεωρούσαν ότι υπήρχε καμία ανάγκη να συμβιώνουν με μια εν μέρει αυτόνομη εργασία . Έτσι, η Μεγάλη Δυτική και η Μεγάλη Ανατολική μετέτρεψαν την περηφάνια του τεχνίτη σε υπο­χρέωση, αναγκάζοντας τους εργαζομένους, σύμφωνα με τους μονομερώς επιβληθέντες Κανονισμούς Εργασίας, να αγοράζουν και να ασφαλίζουν τα προσωπικά τους εργαλεία . Οι εργοδηγοί στο Statford έπρεπε να ελέγ­χουν την εργαλειοθήκη των ανδρών πριν αυτοί την πάρουν έξω από τη δουλειά και στο Derby χρειαζόταν ένα ειδικό πάσο για να το κάνουν αυ ­τό. 47 Οι πολιτικές εργασίας στις σιδηροδρομικές εταιρείες, που αξίζουν περισσότερη μελέτη απ' όση τους έχει αφιερωθεί στη Βρετανία , μοιά­ζουν μερικές φορές να έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να αντικαταστήσουν την αυτονομία και τον αποκλειστικό έλεγχο του τεχνίτη με έναν έλεγχο της διεύθυνσης πάνω στην πρόσληψη, την κατάρτιση και την προαγωγή σε' ανώτερες βαθμίδες ειδίκευσης και λειτουργιών μέσα στο εργαστήριο.

Κι αυτό επειδή τα εργαλεία δε συμβόλιζαν μόνο τη σχετική ανεξαρτη­σία του τεχνίτη από τη διεύθυνση, αλλά ακόμα περισσότερο το μονοπώ­λιό του στην ειδικευμένη εργασία . Η τυπική έκφραση γι' αυτό που πρέ­πει πάση θυσία να αποτραπεί να κάνουν οι ανειδίκευτοι ή οι μη ειδικά καταρτισμένοι εργάτες, δηλαδή να «παρεισφρήσουν» ή να « μπουν στο επάγγελμα », είναι κάποια παραλλαγή της φράσης: «έπιασε τα σύνερ­γα » ή «δουλεύει τα σύνεργα του επαγγελματία » ή «γράπωσε τα σύνερ­γα για λογαριασμό του ».48 Υπάρχουν διάφοροι εργασιακοί κανονισμοί που απαγορεύουν ειδικά στους χτίστες δουλευτές «να χρησιμοποιούν το

46. «Οι αρχιεργάτες θα είναι άνδρες που είναι ειδικευμένοι στη δουλειά των αντίστοι­χων εργαστηρίων. Ίσως ως εργάτες να επέδειξαν ιδιαίτερη ικανότητα και δεξιότητα, που οδήγησε στην προαγωγή τους»: James Clayton, «The Organization of the Locomotive Department», στο John Macauley (επιμ.), Modern Railway Working: Α PracticaI Treatise by Engineering Experts, τόμο 2, 1912-1914, σ. 57.

47. Kenneth Hudson, Working Ιο Rule: Railway Working Rules: Α Study oj IndIIstriaI Discipline, Bath 1970.

48. Ανώνυμος, Working Men and Women, σ. 66' ASE, Quarterly Report, Δεκέμβριος 1 893, σ. 48, 59' Ν.Β. Dearle, IndustriaI Training, ό.π., σ. 25.

Page 129: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 129

μυστρί». 49 Στους βαρελάδες δουλευτές επιτρεπόταν η χρήση συγκεκρι­μένων μόνο εργαλείων, όπως σφυριών. 50 Αντιστρόφως, οι τεχνίτες ανα ­γνώριζαν ο ένας τη θέση του άλλου δανείζοντας τα εργαλεία τους. 51 Με δυο λόγια , θα μπορούσαμε να τους ορίσουμε τελικά σαν όντα που χρη­σιμοποιούν και μονοπωλούν εργαλεία .

Το δικαίωμα σε ένα επάγγελμα δεν ήταν μόνο ένα δικαίωμα του αρ­κούντως καταρτισμένου επαγγελματία, αλλά και μια οικογενειακή κλη­ρονομιά.52 Οι γιοι και οι συγγενείς του επαγγελματία δε γίνονταν επαγ­γελματίες απλά και μόνο επειδή, όπως συνέβαινε στις επαγγελματικές μεσαίες τάξεις, είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες γι' αυτό απ' ό,τι οι υπό­λοιποι, αλλά και επειδή οι πατεράδες τους, που δεν ήθελαν τίποτε καλύ­τερο για τα παιδιά τους, επέμεναν να τους δίνεται μια προνομιακή πρό­σβαση. Δωρεάν μαθητεία για ένα τουλάχιστον παιδί προβλεπόταν σε πολλούς Εργασιακούς Κανονισμούς Οικοδόμων.53 Η φοβερή Εταιρεία των Λεβητοποιών στρατολογούσε τα μέλη της σε μεγάλο βαθμό από γιους και συγγενείς,54 και στο εδουαρδιανό Λονδίνό η κληρονομική διαδοχή ε­θεωρείτο σύνηθες φαινόμενο στους λεβητοποιούς και στους μηχανικούς, σε μερικά τυπογραφικά επαγγέλματα, αν και από τις οικοδομικές ειδι­κότητες μόνο στους προνομιούχους τέκτονες, στους γυΨαδόρους και ί­σως στους υδραυλικούς. Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι τους γιους των ε­παγγελματιών δεν τους τραβούσαν πολύ οι δουλειές γραφείου . 55 Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση 200 περίπου βιογραφιών από το

49. Πρβλ. τη συλλογή των « εργασιακών κανονισμών» των οικοδόμων, στη συλλογή Webb (LSE Library, Coll ΕΒ XXXI-XXXVI και Coll EC VI-XVIII)' για παράδειγμα, Bridgnorth 1863, Loughborough 1892, Worcester 1891, CoH ΕΒ ΧΧΧΙΥ' Shrewsbury, Coll EC VII.

50. Β. Gilding, The Journeymen Coopers ... , ό.π., σ. 56. 51. Thomas Wright, The Great Unwashed, 1868, σ. 282: οι συνάδελφοι θα δανείσουν σε έ­

ναν τεχνίτη που περιοδεύει για μεγάλο διάστημα, «τα καλύτερά τους εργαλεία». Charity Organization Society, SpeciaI Committee on UnskίlIed Labour: Report and MinlItes ο/ Evidence, June 1908, σ. 98: « Στην περίπτωση των μηχανικών που βρέθηκαν εκτός δουλειάς για κάποιο χρόνο, πόσο στερούνται εργαλείων [ ... ] ; [ ... ] Υπάρχει πολύ μασονία μεταξύ τους, και δα­νείζουν ο ένας του άλλου εργαλεία. Αν κοίταζες στα καλάθια τους, θα έβρισκες ότι λεί­πουν το 10% των εργαλείων». Ας σημειωθεί ότι αυτός ο μάρτυρας, ένας οικοδόμος αρ­χιεργάτης, ισχυρίζεται ό.τι απλά υποθέτει. Δεν ψάχνει στα καλάθια των τεχνιτών. Για την ποινή από την απώλεια εργαλείων, δηλαδή την ολίσθηση στην ανειδίκευτη εργασία, βλ. Η. Mayhew. The Morning Chronicle Sllrυey ο/ Labour ... , ό.π .. τόμο 5, σ. 130.

52. } .Β. }efferys. The Story ο/ the Engineers, Λονδίνο 1945. σ. 58. για το δεύτερο και το τρίτο παιδί και για γιους πατεράδων εκτός του επαγγέλματος που μπαίνουν στο επάγ­γελμα.

53. Coll ΕΒ XXXIV: Hull, Redditch, Wakefield' Coll EC ΥΙΙ: Bristol, Dudley. Gomal, Kid­derminster, Leicester. Rotherham, Stourbridge. Wigan.

54. Keith McLelland - Alastair Reid, The ShipbuiIding Workers, 1840-1914. αδημοσίευτη εργασία, σ. 18.

55. Ν.Β. Dearle. IndustriaI Training. ό.π .• σ. 241.

Page 130: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

λεξικό της Εργατικής Βιογραφίας56 (κυρίως αυτών που γεννήθηκαν με­ταξύ 1850 και 1900), η οποία δείχνει ότι, αν και ο αριθμός των γιων μη επαγγελματιών ήταν μόνο γύρω στο 75% του αριθμού των γιων των ε­παγγελματιών, ο αριθμός των γιων των επαγγελματιών που κατευθύνο­νταν σε δουλειές λευκών κολάρων ή ανάλογες, ήταν σχεδόν το μισό αυ­τού των γιων των μη επαγγελματιών. Με δυο λόγια, για το βικτωριανό τεχνίτη αυτό που μετρούσε ακόμα ήταν η μαθητεία στο εργαστήρι κι όχι το σχολείο, και ένα επάγγελμα εθεωρείτο τουλάχιστον το ίδιο καλό ή και καλύτερο από οτιδήποτε άλλο του προσφερόταν. Πράγματι, η μεγα­λύτερη ομάδα στο δείγμα του λεξικού (από το οποίο απέκλεισα τους σε συντριπτικό ποσοστό αυτοαναπαραγόμενους ανθρακωρύχους) αποτελεί­ται από τους εβδομήντα περίπου γιους επαγγελματιών που ακολούθη­σαν κάποιο επάγγελμα, στις μισές περίπου περιπτώσεις αυτό του πατέ­ρα τους. Και γνωρίζουμε ότι στο Kentish London του Crossick 0873 -1875), το 43% των μηχανικών τεχνιτών ήταν γιοι τεχνιτών της ίδιας τέχνης, και το 64% είχε γενικότερα ειδικευμένους πατεράδες το 64% και το 76% των τεχνιτών στα ναυπηγεία προέρχονταν αντίστοιχα από οικογένειες ναυπηγών και ειδικευμένων τεχνιτών' το ίδιο και το 46% και το 69% α­ντίστοιχα των επαγγελματιών οικοδόμων. Αφήνω ανοιχτό το ερώτημα ε­άν οι δεσμοί που ένωναν μεταξύ τους τους τεχνίτες και τους χώριζαν α­πό τους ανειδίκευτους, ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια της μέσης βικτω­ριανής εποχής, όπως υποθέτει ο Crossick.57

Αυτό δε σημαίνει, ότι η είσοδος στα επαγγέλματα ήταν κλειστή. Δύ­σκολα θα μπορούσε να γίνει αυτό, δεδομένων των ρυθμών αύξησης της εργατικής δύναμης, για να μην αναφέρουμε τις πανίσχυρες επιχειρήσεις, όπως οι σιδηρόδρομοι, που φρόντιζαν βάσει σχεδίου για την κατάρτιση και προαγωγή της ανειδίκευτης εργασίας, και πρόσφεραν έναν σημαντι­κό δρόμο για την αναβάθμισή της στο δείγμα του λεξικού αυτό είναι ι­διαίτερα ευδιάκριτο. Φαίνεται όμως και το σχετικό πλεονέκτημα που εί­χε το στρώμα των επαγγελματιών στην αναπαραγωγή του και ο σημα­ντικός ρόλος που έπαιζε μέσα στην ειδικευμένη εργατική δύναμη αυτό το μπλοκ των αυτοαναπαραγόμενων τεχνιτών' αλλά επίσης και η ικανό­τητά τους να ενσωματώνουν μη τεχνίτες που κατάφερναν να μπουν στις τάξεις τους, όσο καιρό η θέση του τεχνίτη σήμαινε μια ειδική και μα­κρόχρονη πρακτική εκπαίδευση, που στην ουσία γινόταν από τεχνίτες μέσα στο εργαστήρι. Το 1906, σύμφωνα με μια εκτίμηση, γύρω στο 18% των απασχολούμενων ανδρών ηλικίας από δεκαπέντε έως δεκαεννέα ε-

56. Joyce Μ. Bellamy - John Saνille (επιμ.), Dictionary ο/ Labour Biography, 9 τόμοι, Λον­δίνο 1994, τόμο 1-6.

57. Geoffrey Crossick, An Artisan E/ite in Victorian Society: Kentish London, 1840- 1880, Λονδίνο 1978, σ. 116.

Page 131: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ

τών ταξινομούνταν ακόμα ως μαθητευόμενοι και αρχάριοι. 58 Στις βιομη­χανίες και στις περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι τεχνίτες -έρχεται στο νου μας αμέσως η βορειοανατολική ακτή-, η ικανότητά τους να αφομοι­ώνουν νεοεισερχόμενους ήταν σαφέστατα πολύ μεγάλη. Κάποιος θυμά­ται ότι το 1914, και παρά τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλλο­νταν, το 60% των απασχολούμενων από την Ομοσπονδία Εργοδοτών Μηχανικής ταξινομούνταν ακόμα ως ειδικευμένοι. 59 Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι τεχνίτες ή η πλειονότητά τους ήταν προνομιούχοι και σχετι­κά ασφαλείς.

Το κομβικό σημείο της θέσης τους έγκειται στο ότι η οικονομία στηρι­ζόταν σε χειρωνακτικές δεξιότητες, δηλαδή σε ειδικότητες που κατείχαν εργάτες-μπλε κολάρα. Η πραγματική κρίση του τεχνίτη αρχίζει από τη στιγμή που ο επαγγελματίας μπορεί να αντικατασταθεί από ημιειδικευ­μένους χειριστές μηχανών ή από κάποιον άλλον καταμερισμό εργασίας εξειδικευμένων και εύκολα διδάξιμων καθηκόντων' μια διαδικασία που σε γενικές γραμμές τοποθετείται στις δύο τελευταίες δεκαετίες του δέ­κατου ένατου αιώνα. Αυτή η φάση της ιστορίας του τεχνίτη έχει ερευνη­θεί αρκετά, τουλάχιστον για ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους,60 και ε­δώ είναι που επικεντρώθηκε η κύρια επίθεση στην αντίληψη μιας «εργα­τικής αριστοκρατίας». Αν εξαιρέσουμε μια φθίνουσα μειονότητα, η θέση του τεχνίτη δεν προστατευόταν πλέον από το μάκρος της εκπαίδευσης και της πρακτικής, από την ειδίκευση και από την πρόθυμη ανοχή των εργοδοτών. Προστατευόταν κυρίως από ένα μονοπώλιο στις θέσεις ερ­γασίας που εξασφάλιζαν τα συνδικάτα και ο έλεγχος του εργαστηρίου. Αλλά αυτές οι θέσεις εργασίας που τώρα μονοπωλούνταν και προστα­τεύονταν, δεν ήταν πια οι ειδικευμένες δουλειές με την παλαιά έννοια, αν και εκείνοι που μπορούσαν καλύτερα να τις προστατεύσουν ήταν συ­νήθως τα πρώην ειδικευμένα επαγγέλματα, όπως οι στοιχειοθέτες και οι λεβητοποιοί, που επέμεναν να διατηρούν τα μέλη τους το μονοπώλιο στις νέες αποειδικευμένες θέσεις εργασίας. Αλλά ακόμα και αυτό υπο­νόμευε την ειδική θέση του τεχνίτη. Γιατί, όπως όλοι γνωρίζουν από το παράδειγμα των τυπογράφων της Fleet Street, όταν η ειδίκευση δεν αντι­στοιχεί πλέον στα προνόμια ή στους υΨηλούς μισθούς, οι τεχνίτες είναι απλά ένα σύνολο εργατών μεταξύ πολλών άλλων που μπορούν, υπό τις

58. CharJes More, Skill and the English Working CΙass, Λονδίνο 1980, σ. 103, πίν. 5. 1 3. 59. M.L. Yates, Wages and Labour Conditions in British Engineering, Λονδίνο 1 937, σ. 31 ,

πίν. 6. 60. Π.χ. Α. Reid, The Division of Labour in the British Shipbuilding Industry, 1880-1920, α­

δ'l]μοσίευτ'l] διδακτορική διατριβή, Cambridge University, 1980' J. Zeitlίn, Craft Regulation and the Division ο! Labour: Engineers and Compositors in Britain, 1890-1914, αδ'l]μοσίευτ'l] διδα­κτορική διατριβή, Warwick University, 1981.

Page 132: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κατάλληλες συνθήκες -συνήθως τον έλεγχο ενός στρατηγικού σημείου στη διαδικασία παραγωγής- να εγκαθιδρύουν τέτοιες ισχυρές διαπραγ­ματευτικές θέσεις.

Σε γενικές γραμμές, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, και για πρώτη φορά μετά τις δεκαετίες του 1830 και 1840, τα επαγγέλματα βρέθηκαν να απειλούνται από το βιομηχανικό καπιταλισμό, δίχως όμως τώρα να έχουν ελπίδα να τον παρακάμψουν. Απειλείτο η ίδια η ύπαρξή τους ως προνομLOύχο στρώμα. Επιπλέον, η βασική επLθεση των εργοδο­τών αφορούσε τώρα τα συντεχνιακά προνόμια. Γι' αυτό και, για πρώτη φορά, βασικοί τομείς τους στράφηκαν εναντίον του καπιταλισμού. Έτσι, σε αντLθεση με μερικά παραδοσιακά επαγγέλματα, οι νέες μεταλλοτε­χνικές ειδικότητες της βLOμηχανικής OLκονομίας δεν έβγαζαν πολιτικούς ακτιβιστές. Υπάρχουν λίγOL ή και καθόλου μηχανικοί και μεταλλο-ναυπη­γοί μεταξύ των γνωστών Lib-Lab πολιτικών πριν από τη δεκαετία του 1890. Εξαρχής, όμως, OL μηχανικοί κατείχαν επιφανή θέση μεταξύ των σοσιαλιστών. Στο ΣυνέδρLO της Α5Ε το 1912 , περισσότεροι από τους μι­σούς παρόντες αντιπροσώπους φαίνεται να ήταν υπέρ ενός «κολεκτιβι­σμού » ο οποίος θα επιτυγχάνονταν με ταξικό πόλεμο.61 Οι μικρές ριζο­σπαστικές μαρξιστικές σέχτες όπως το 5LP (Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμ­μα) ήταν γεμάτες από δαύτους. Τα συνδικαλιστικά στελέχη των μηχανι­κών και ο επαναστατικός ριζοσπαστισμός κατά τον Πρώτο ΠαγκόσμLO Πόλεμο πηγαίνανε μαζί, σαν ψωμί με τυρί, και οι μεταλλεργάτες -που γενικά ήταν πολύ ειδικευμένοι άνδρες- θα γίνονταν αργότερα παΡOLμιώ­δεις, κυριαρχώντας στο προλεταριακό στοιχείο του Κομμουνιστικού Κόμματος, με τους οικοδόμους και τους ανθρακωρύχους να ακολουθούν σε μεγάλη απόσταση.62 Η Αριστερά τους προσέλκυε για δύο λόγους: Πρώτον, μια ανάλυση ταξικής πάλης είχε νόημα για ανθρώπους που εί­χαν εμπλακεί σε μια πάλη με οργανωμένους εργοδότες σ' έναν, κατά τα φαινόμενα, αποφασιστικό τομέα του μετώπου της ταξικής σύγκρουσης ως εκ τούτου, η αντίληψη ότι ο καπιταλισμός ήθελε «μία δίκαιη ισορρο­πία όλων των συμφερόντων», δεν μπορούσε πλέον να ευσταθεΙ Δεύτε­ρον, η ριζοσπαστική Αριστερά στα συνδικάτα, από τη δεκαετία του 1880 και μετέπειτα, είχε ειδικευτεί στην επινόηση στρατηγικών και τακτικών που είχαν σκοπό να ανταποκριθούν επακριβώς στις καταστάσεις στις ο­ποίες OL παραδοσιακές συντεχνιακές μέθοδOL εμφανίζονταν ανεπαρκείς.

61. B. C.M. Weekes, The Amalgamated Society of Engineers, 1880-19 1 4 : Α Study of Trade Union Government, Politics and Industrial Policy, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Warwick University, 1970, σ. 318-320, 322. Ήδη το 1 895 τέσσερα μέλη του ASE ήταν υποψήφιοι για το κοινοβούλιο υπό την αιγίδα των ΙΙΡ: David Howell, British Workers and the Independent Labour Party 1888-1906, Manchester 1983, σ. 88.

62. Kenneth Newton, The Sociology of British Communism, Λονδίνο 1969, παραρτ. [[, [[Ι.

Page 133: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 1 33

Δε θέλω να υποβαθμίσω αυτή τη στροφή προς τα αριστερά, η οποία έδινε τώρα στο βρετανικό εργατικό κίνημα μια πολιτική όψη θεμελιακά διαφορετική από εκείνην της Χαρτιστικής δημοκρατίας που κυριαρχούσε ακόμα στις μετριοπαθείς αιτήσεις του φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού, μια νέα πολιτική όψη που θα 'λεγε κανείς ότι στην πράξη ήταν πιο ριζοσπα­στική από πολλά σοσιαλιστικά κινήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα, αυτή η στροφή δε θα πρέπει να ταυτίζεται με τις διάφορες εκδοχές σοσιαλιστικής ιδεολογίας που ξεπήδησαν και, όπως ήταν φυσι­κό, προσέλκυαν νεαρούς τεχνίτες που είχαν συνείδηση της νέας κατά­στασης: στη δεκαετία του 1880 άνδρες γύρω στα 25 με 30, από την ε­δουαρδιανή εποχή ίσως άνδρες που πλησίαζαν τα είκοσι. Για τους πε­ρισσότερους επαγγελματίες, η στροφή προς τον αντικαπιταλισμό ξεκίνη­σε απλά σαν μια προέκταση της εμπειρίας τους μέσα στο επάγγελμα. Σήμαινε να κάνουν αυτό που πάντα έκαναν: να υπερασπίζονται τα δι­καιώματά τους, τους μισθούς τους και τις απειλούμενες τώρα συνθήκες τους, να μην αφήνουν τη διεύθυνση να λέει στα παιδιά το πως να κά­νουν τη δουλειά τους, και να στηρίζονται σε μια δημοκρατία της βάσης μέσα στο χώρο δουλειάς και ενάντια σε όλους τους άλλους, εν ανάγκη ακόμα και στις ηγεσίες των συνδικάτων τους. Μόνο που τώρα έπρεπε να πολεμούν με τη διεύθυνση συνεχώς, γιατί η διεύθυνση απειλούσε διαρκώς να τους υποβαθμίσει σε «δουλευτές» και τώρα πλέον διέθετε και τα τεχνικά μέσα να το κάνει.

Δεν ήταν επαναστάτες, αλλά πόσο άραγε διέφερε αυτή η διαρκής α­ντιπαράθεση από την ταξική πάλη που κήρυσσαν οι επαναστάτες ; Αν τα αφεντικά δεν αναγνώριζαν πια τα συμφέροντα των ειδικευμένων αν­δρών, γιατί κι αυτοί να αναγνωρίσουν τα συμφέροντα των αφεντικών ; Δεν πιστεύω πως υπήρχαν πολλοί επαγγελματίες επηρεασμένοι ακόμα από τη ριζική απάρνηση των παλαιών συντεχνιακών παραδοχών που κή­ρυσσαν κάποιοι υπερ-αριστεροί, οι οποίοι έλεγαν ότι ο καπιταλισμός πρέπει να πολεμηθεί με τις δικές του αγοραίες μεθόδους, με το να δου­λεύουν όσο λιγότερο ή όσο χειρότερα γινόταν, για όσο περισσότερα χρή­ματα μπορούσε να φέρει η συναλλαγή. Τέτοιες ιδέες άρχισαν να εμφανί­ζονται στην εποχή των συνδικάτων. Ωστόσο, σ' αυτή τη φάση δεν υπάρ­χει καμιά ένδειξη πως οι επαγγελματίες -οι οποίοι ήταν ακόμα συχνά καχύποπτοι απέναντι στην πληρωμή σύμφωνα με την απόδοση, αν και πιέζονταν όλο και περισσότερο για κάτι τέτοιο- σκέφτονταν με τέτοιους όρους όρους που, όπως παρατηρούσαν οι Webb, υπονόμευαν τη βασική τους αρχή για μια αξιοπρεπή δουλειά που να αμείβεται με έναν μισθό που να αναγνωρίζει την αξία τους.

Αλλά η περίοδος μεταξύ 1889 και 19 1 4 μας εισάγει σε μια δύσκολη κατάσταση για τους τεχνίτες, ανάλογη με την κατάσταση της βρετανικής

Page 134: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

οικονομίας στο σύνολό της, εφόσον αποτελεί μία από τις όψεις της. Όπως ακριβώς στο χώρο των επιχειρηματιών υπήρχαν άνθρωποι που α­ναγνώριζαν ότι χρειαζόταν ένας θεμελιώδης εκσυγχρονισμός του βρετα­νικού παραγωγικού συστήματος, αλλά δεν κατόρθωναν να επιστρατεύ­σουν αρκετή υποστήριξη για να το επιτύχουν, το ίδιο υπήρχαν και στο χώρο της εργασίας. Η Αριστερά, ακόμα και η Αριστερά των τεχνιτών, γνώριζε ότι ο συντεχνιακός συνδικαλισμός της ύστερης βικτωριανής επο­χής ήταν καταδικασμένος. Βρισκόταν στο στόχαστρο όλων των κριτικών. Στην πλειοψηφία τους, οι προτάσεις συνδικαλιστικής μεταρρύθμισης α­νάμεσα στο 1889 και το 1927, που ξεκινούσαν από την ομοσπονδιοποίη­ση και τη συγχώνευση και έφταναν μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση του συνδικαλιστικού κινήματος πάνω σε βιομηχανικές αρχές,63 καταδίκαζαν μια θέση που θεωρητικά δεν υπερασπιζόταν σχεδόν κανείς, ακόμα και μεταξύ των ηγετών των παλαιών συντεχνιακών σωματείων. Κι όμως, κα­μιά συστηματική γενική μεταρρύθμιση των συνδικάτων δεν πραγματο­ποιήθηκε, παρότι τα συντεχνιακά σωματεία αναγνώριζαν πως υπήρχε κάποια ανάγκη να ανοιχτούν, να ομοσπονδιοποιηθούν και να συγχωνευ­τούν, και παρότι δέχονταν πως η οργάνωση της ελίτ έπρεπε στο εξής να αποτελεί μέρος του μαζικού συνδικαλισμού όλων των εργατών και πως σε έναν τέτοιο μαζικό συνδικαλισμό τα συντεχνιακά σωματεία αναπό­φευκτα δε θα είχαν την ίδια ηγεμονία, τόσο αριθμητικά όσο και στρατη­γικά. Παρά ταύτα, οι απόπειρες για μια γενική μεταρρύθμιση οδηγήθη­καν σε μια τόσο σαφή αποτυχία, ώστε μετά το 1926 στην πράξη εγκα­ταλείφθηκαν.

Οι σιδηροδρομικοί και οι μηχανικοί είναι δύο προφανή παραδείγματα αυτής της αποτυχίας. Το νέο Εθνικό Σωματείο των Σιδηροδρομικών, που σχεδιάστηκε ως το μοντέλο ενός βιομηχανικού σωματείου που θα περιε­λάμβανε τους πάντες, δεν κατάφερε ποτέ να ενσωματώσει τους περισ­σότερους από τους ειδικευμένους μηχανοδηγούς, ενώ τους μηχανικούς ούτε καν το επιχείρησε, παρότι η αριστερή ηγεσία του προσπάθησε επα­νειλημμένα να διευρύνει τη στρατολόγηση: το 1892, το 1901 και πάλι το 1926. Αλλά μέχρι και το 193 1 , το Ενωμένο Σωματείο των Μηχανικών (ΑΕυ) έλεγε στους Εργάτες Μεταφορών και στους Γενικούς Εργάτες:

«Σε σχέση με τις οργανωτικές δραστηριότητες του AEU, παρότι είναι αλήθεια ότι το καταστατικό του σωματείου είχε διορθωθεί για να επι­τρέψει σε όλες τις κατηγορίες των εργατών να οργανωθούν στο σωμα­τείο, αυτό δεν επιτεύχθηκε και το ΑΕυ περιόρισε τις οργανωτικές του

63. Πρβλ. την Resolution of the Hull TUC, 1924, στο W. Milne-Bailey (επιμ.), Trade υl1ίοl1 Docllmel1Is, Λονδίνο 1 929, σ. 1 29' για την εγκατάλειψη της συστηματικής μεταρρύθμισης βλ. στο ίδιο, σ. 133-134.

Page 135: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 13 5

δραστηριότητες αυστηρά στους τομείς εκείνους της βιομηχανίας που πάντοτε οργάνωνε. Δεν ήταν πρόθεση του ΑΕυ να εγκαταλείΨει αυτή την πολιτική ».64

Γιατί, όπως ακριβώς η βρετανική βιομηχανική οικονομία έτσι και οι τεχνίτες έμοιαζαν να απολαμβάνουν τις αλκυονίδες μέρες τους. Μια λυσσασμένη αντίσταση μέσα στα εργοστάσια ανέτρεΨε την ολοκληρωτι­κή νίκη που είχε πετύχει η Ομοσπονδία Εργοδοτών Μηχανικής με το λοκ-άουτ του 1897-1898, και εξαιτίας της οποίας είχε χάσει τη θέση του ο σοσιαλιστής γενικός γραμματέας του συνδικάτου George Bames.65 Η θέση τους είχε σε τέτοιο βαθμό αποκατασταθεί, ώστε ο προσεταιρισμός των τεχνιτών έγινε το μείζον καθήκον της πολεμικής οικονομίας του 1914 . Στην πραγματικότητα, η θέση τους είχε ενισχυθεί, επειδή το σύ­στημα της πληρωμής σύμφωνα με την απόδοση, που οι εργοδότες προτι­μούσαν από τις τεϋλορικές και φορντικές στρατηγικές, δημιουργούσε τη βάση για ατέρμονες συγκρούσεις μέσα στο βιομηχανοστάσιο και, κατά συνέπεια, για τη δύναμη των συνδικαλιστών. Επιπλέον, στη διάρκεια του Πολέμου, η βιομηχανία κατακλύστηκε όχι από άνδρες ημιειδικευμέ­νους χειριστές μηχανών που είχαν τη δυνατότητα να προαχθούν, αλλά α­πό 650.000 γυναίκες, που σχεδόν όλες τους αποσύρθηκαν από την αγο­ρά εργασίας μετά το 19 19 . Το συνδικάτο υποχρεώθηκε σε νέα ήττα στην κατά μέτωπον μάχη του 1922. Μετά απ' αυτό, τα συνδικάτα σχεδόν α­ποκλείστηκαν από νέους κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα ηλεκτρικά προ'ίόντα, έστω κι αν οι εργοδότες θεώρησαν και πάλι το κό­στος του συστηματικού παραγωγικού εξορθολογισμού πολύ υΨηλό και τα προσδοκώμενα κέρδη ανεπαρκώς ελκυστικά για να δικαιολογήσουν τέτοιες μεγάλες δαπάνες.

Οι τεχνίτες είχαν μια ακόμα ευκαιρία στη δεκαετία του 1930, καθώς η ανάκαμψη, ο επανεξοπλισμός και ο πόλεμος έκαναν την εποχή πιο ευ­νο'ίκή για την οργάνωση των εργατών. Αυτός ήταν και ο τελευταίος θρίαμβος των βικτωριανών επαγγελμάτων. Οι άνθρωποι που ξανάφεραν τα νερά του συνδικαλισμού στην έρημο των ασυνδικάλιστων εργαστη­ρίων, ήταν σε μεγάλο βαθμό, ίσως κατά κύριο λόγο, τεχνίτες, όπ�ς οι κατασκευαστές των εργαλείων και αυτοί που έφτιαχναν τα αεροπλάνα στις δεκαετίες του 1930 και 1940, που ο ρόλος τους στην ανάπτυξη του μαζικού συνδικαλισμού των μεταλλεργατών ήταν κρίσιμος. Ήταν ο πρώ­τος πυρήνας ενός αναγεννημένου κινήματος των συνδικαλιστών. Αυτοί οι άνδρες ήταν τεχνίτες ή, έστω, ακόμα κι όταν έκαναν μια ημιειδικευμένη

64. J. Zeitlin, « The Emergence of Shop Steward Organisation and Job Control in the British Car Industry», History Workshop JournaJ, τχ. 10 ( 1980), σ. 1 29.

65. J. Zeitlin, <<The Labour Strategies . . . » , 6.π. , σ. 30-32.

Page 136: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

εργασία, ήταν τεχνίτες λόγω προέλευσης και κατάρτισης. Πολλοί απ' αυτούς ήταν επίσης κομμουνιστές ή έγιναν κομμουνιστές.66

Παρ' όλα αυτά, ηθελημένα ή αθέλητα, προωθούσαν την ίδια τους τη διάλυση ως ειδικού στρώματος της εργατικής τάξης. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στο ότι οι εκμηχανισμένες βιομηχανίες που οργάνωναν, δε βασίζονταν πλέον στην ειδίκευση των τεχνιτών, αν και τη χρειάζονταν ακόμα. Αλλά σ' έναν βαθμό οφειλόταν και στο ότι η Αριστερά δε διέθε­τε πια μια συνεπή συνδικαλιστική πολιτική . Δεδομένης της αποτυχίας μιας γενικής συνδικαλιστικής μεταρρύθμισης, δεν είχε πλέον ένα υλοποι­ήσιμο «νέο μοντέλο» συνδικαλιστικής οργάνωσης. Επωφελείτο από την κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα μετά το 1940 όταν ανέλαβε το Υπουρ­γείο Εργασίας ο Emest Beνin που ευνοούσε το συνδικαλισμό. Όμως δεν την ήλεγχε, συχνά δεν την κατανοούσε και συνήθως ούτε την ενέκρινε. Το μεγαλύτερο όπλο της (αν αφήσουμε κατά μέρος τον, παραγωγικού προσανατολισμού, συνδικαλισμό των κομμουνιστών το 1941 -1945) ήταν σχεδόν το ίδιο με αυτό του 1889 -192 1 : μια τυφλή, πεισματική υπεράσπι­ση των «εθίμων του επαγγέλματος» μέσα στα εργαστήρια. Δεν έχει ση ­μασία αν ένα κομμάτι της Αριστεράς ταύτισε με κάποιον τρόπο αυτή την αντίσταση με το δρόμο προς την επανάσταση ή, έστω, προς την πο­λιτική ριζοσπαστικοποίηση. Η Αριστερά, εκ των πραγμάτων, δεν είχε μια συγκεκριμένη συνδικαλιστική στρατηγική, αλλά ακολουθούσε απλά τις παλαιές τακτικές με ευφυΤα, δυναμισμό και αποτελεσματικότητα, μέσα σε μια συγκυρία τελείως διαφορετική από εκείνην του 1889 -192 1 . Αυτό που πέτυχαν ήταν η γενίκευση των παλαιών συντεχνιακών-μονοπωλια­κών μεθόδων σε όλους τους τομείς του συνδικαλιστικού κινήματος, και σε βιομηχανικούς κλάδους όπου οι επαγγελματίες αποτελούσαν μια φθί­νουσα μειονότητα μέσα στη μάζα των ημιειδικευμένων χειριστών. Έτσι οι τεχνίτες έγιναν απλά μια ομάδα εργατών μεταξύ πολλών άλλων που είχαν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τέτοιες μεθόδους, και όχι απαραί­τητα αυτή που μπορούσε να πετύχει τα καλύτερα παζάρια. Τη δεκαετία του 1970 στη Fleet Street, όχι μόνο είχε εξαλειφθεί η ποιοτική διαφορο­ποίηση ανάμεσα σε στοιχειοθέτες και δουλευτές «τυπογράφους», αλλά και το σωματείο της Εθνικής Ένωσης Γραφικών Τεχνών δεν ήταν πια α­παραίτητα ισχυρότερος διαπραγματευτής από το SOGAT '82 . Δε σήμαινε πλέον τίποτε το ιδιαίτερο να είναι κανείς επαγγελματίας.

Μερικοί οδεύουν σαφώς προς την εξαφάνιση, όπως οι μηχανοδηγοί

66. Γι' αυτό το κομμάτι του άρθρου οφείλω πολλά στο Nina Fishman, The British Com­munist Party and the Trade Unions 1933- 1945, Aldershot, 1995. Βλ., επίσης, R. Croucher, Engineers aΙ War, 1939-1945, Λονδίνο 1982, ιδιαίτερα σ. 168-1 74, και James Hinton, «Coventry Communism: Α Study of Factory Politics ίη the Second World Waf», History Workshop ]ourna/, τχ. 10 ( 1980).

Page 137: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΕΣ ΑΞΙΕΣ 1 37

του παλαιού συντεχνιακού σωματείου ASLEF. Μερικοί επιβιώνουν ακόμα, αλλά σ' έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνουν πια καλά. Δουλεύει για όσο περισσότερα χρήματα μπορεί, και τίποτε περισσότερο.67 Αυτό είναι μια θεμελιακή ρήξη στη συντεχνιακή παράδοση, η οποία, όπως είπαμε, στόχευε σε ένα εισόδημα που να ανταποκρίνεται στο κοινωνικό status των τεχνιτών ως ομάδας, όπως συμβαίνει ακόμα με τους καθηγητές.68 Εξ ου και η πεισματική ιστορική δυσπιστία απέναντι στην πληρωμή με το κομμάτι. Ένας κομμουνιστής μηχανικός, σε μια συνέντευξή του σε έ­ναν ερευνητή, θυμάται την κατάπληξή του όταν ανακάλυΨε, στη διάρ­κεια του πολέμου στο Coventry, ότι οι εργάτες όχι μόνο μπορούσαν αλ­λά και ήταν αναμενόμενο από αυτούς να ανεβάζουν τις αποδοχές τους μέχρι ύψη που του φαίνονταν απίστευτα. Και πράγματι, η Coventry Tool­room Agreement του 1941 αντανακλά αυτό το παράξενο μείγμα παλαιών και νέων αρχών, μέχρι που καταργήθηκε στη δεκαετία του 1970. Ενώ κατά το παρελθόν οι αποδοχές των κατασκευαστών εργαλείων ήταν αυ­τές που παρείχαν το μέτρο της μισθολογικής «Ψαλίδας» από τις λιγότε­ρο ευνοούμενες ομάδες, στο εξής αυτή η Ψαλίδα καθοριζόταν με βάση το ολότελα ακαθόριστο επίπεδο αυτών που μπορούσαν να κερδίσουν οι μη-κατασκευαστές εργαλείων με δουλειά με το κομμάτι. Η μαστοριά, η καλή δουλειά, δεν ήταν πια η απαραίτητη βάση για τις καλές αποδοχές. Αποτελούσε μάλιστα ένα εμπόδιο για τους υπέρογκους μισθούς που μπορούσαν να πάρουν αυτοί που συνειδητά και σκόπιμα έβαζαν την τα­χύτητα και την τσιγκουνιά πάνω από τη σωστή δουλειά. Από οικονομική άποΨη, ο «καουμπόης» -η προέλευση του όρου είναι αβέβαιη, αλλά φαί­νεται ότι εμφανίστηκε στους οικοδόμους στο απόγειο του «φουσκώμα­τος» της δεκαετίας του 1960- μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα από το σωστό επαγγελματία.

67. Η. Beynon, Workinglor Ford, ό.π., σ. 1 45. 68. « Ισως το πιο ενδιαφέρον σε σχέση με τις εξουσίες που είχαν οι ναυπηγοί στον έ­

λεγχο της εργασίας, ήταν ότι δεν τις χρησιμοποιούσαν για να μεγιστοποιήσουν τις απολα­βές τους ή για να δημιουργήσουν Ψαλίδες. Οι ναυπηγοί ήταν πρόθυμοι να αποδεχτούν μι­σθούς που δε συνδέονταν με την ατομική προσπάθεια ή ειδίκευση και έτειναν σε ένα ενι­αίο μισθολόγιο» : David Wilson, Α Social History ΟΙ Workers in Η.Μ. Dockyard during the Industrial Revolution, Particu/arly 1 793- 1815, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Warwick University, 1 975, σ. 1 88. Για την επιμονή των εδουαρδιανών ναυπηγών σε καθορισμένους μισθούς για καθορισμένη παραγωγή βλ. Charity Organisation Society, Report 0/1 Unskilled Labour, Q 251 -272, σ. 104-105. Οι Webb υποστηρίζουν (IlIdIIstrial Democracy, σ. 719), επιση­μαίνοντας ως κάτι το θετικό το παράλληλο με τον επαγγελματικό κερπορατισμό των με­σαίων στρωμάτων, ότι «η σταδιακή επικράτηση του κοινού κανόνα, προωθώντας διαρκώς την "επιλογή του ικανότερου", επιφέρει την εξειδίκευση των ρόλων, δημιουργώντας μια διακριτή ομάδα, που έχει ένα δικό της βιοτικό επίπεδο και τις δικές της συλλογικές πα­ραδόσεις, τις οποίες ο κάθε στρατολογούμενος υιοθετεί με χαρά».

Page 138: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Τέλος, μειώθηκαν οι δυνατότητες που είχε να καταρτιστεί κανείς ως τεχνίτης. Το 1966 ο αριθμός των μαθητευόμενων ήταν μόνο τα τρία τέ­ταρτα αυτού που ήταν εξήντα χρόνια νωρίτερα ή ακόμα και το 1925, και το 1973 ο αριθμός αυτός είχε πέσει στο 25% σε σχέση με το 1966.69 Αναλόγως μειώθηκαν και τα κίνητρα να ακολουθήσει κανείς το επάγγελ­μα του πατέρα του. Η εκπαίδευση μέσα από τα βιβλία και όχι πια η ει­δίκευση ήταν τώρα ο δρόμος για το κοινωνικό status, ενώ και η ίδια η ει­δίκευση, με όλο και λιγότερες εξαιρέσεις, περνάει πια στο χώρο των δι­πλωμάτων. Υπήρξε μια εποχή που οι ανθρακωρύχοι ήθελαν πάση θυσία τα παιδιά τους να μείνουν έξω από τις στοές, οι μηχανικοί όμως ήταν ι­κανοποιημένοι αν τους πρόσφεραν μια κάπως βελτιωμένη εκδοχή των δι­κών τους προοπτικών. Άραγε, πόσα παιδιά κατασκευαστών εργαλείων θέλουν σήμερα να γίνουν κατασκευαστές εργαλείων ;

Οι τεχνίτες δεν αναπαράγουν πια τους εαυτούς τους ή το είδος τους. Η γενιά των ανθρώπων που μεγάλωσε με τις εμπειρίες και τις αξίες του τεχνίτη στις δεκαετίες του 1930 και 1940, βρίσκεται ακόμα στη ζωή, αλ­λά γερνάει. Όταν αποσυρθεί και ο τελευταίος άνθρωπος που οδήγησε και φρόντισε τις σιδηροδρομικές ατμομηχανές -κι αυτό δε θα αργήσει πολύ να γίνει- κι όταν οι μηχανοδηγοί θα έχουν σχεδόν εξομοιωθεί με τους οδηγούς των τραμ, και σε ορισμένες περιπτώσεις θα έχουν γίνει ε­ντελώς περιττοί, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα ; Πώς θα είναι η κοινωνία μας δίχως αυτό το πλατύ σώμα ανθρώπων που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είχαν μια αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού για τη δύσκο­λη, καλή και κοινωνικά χρήσιμη χειρωνακτική εργασία, η οποία είναι ταυτόχρονα και μια αίσθηση μιας κοινωνίας που δεν κυβερνάται από τις τιμές της αγοράς και το χρήμα: μιας κοινωνίας διαφορετικής από τη δι­κή μας και δυνητικά καλύτερης; Πώς θα μοιάζει μια χώρα δίχως το δρό­μο προς τον αυτοσεβασμό που πρόσφερε η δεξιότητα του χεριού, του ματιού και του μυαλού στους άνδρες -και θα προσθέταμε και στις γυ­ναίκες- που τυχαίνει να μην είναι τόσο καλοί στο να δίνουν εξετάσεις ; Ο Tawney έχει θέσει αυτά τα ερωτήματα, κι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίπο­τε καλύτερο από το να κλείσω εδώ αφήνοντάς τα μαζί σας.

69. Σε απόλυτους αριθμούς: 1906: 343.200, (C. More, Skill ... , ό.π., σ. 103)' 1 966: 27 1 .650 (Ministry ΟΙ LaboIlr Gαzette, Ιανουάριος 1 967)' 1974: 66.000 (Ministry ΟΙ LαboIlr Gαzette, Μάιος 1974). Η επιτρεπόμενη ηλικία που μπορεί να εγκαταλείΨει ένα παιδί το σχολείο ανέβηκε στα δεκαέξι από το Σεπτέμβριο του 1972. Οι αριθμοί αφορούν μόνο τους άνδρες, δεδομένου του πολύ μικρού αριθμού γυναικών μαθητευομένων.

Page 139: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ :

ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Η σημασία της εικονογραφίας για τη μελέτη του κόσμου της εργασίας ανακαλύφθηκε

τη δεκαετία του 19 70. Αυτή εδώ η περιδιάβασή μου στο χώρο της εικονογραφίας.

που εν πολλοίς έγινε εφικτή χάρη στη βοήθεια φίλων ιστορικών τέχνης και στον απί­

στευτο πλούτο της βιβλιοθήκης του Ι νστιτούτου Wαrburg. πρωτοδημοσιεύτηκε στο

History Workshop Journal το 19 78. Την εποχή εκείνη δέχτηκε κριτική από ορισμένες

φεμινίστριες καθώς και κάποιες, λιγότερο εμπαθείς, κριτικές που είχαν να κάνουν με

πιθανές εικονογραφικές παρανοήσεις. Το άρθρο μου θέτει δύο ερωτήματα. ένα πιο

ανάλαφρου χαρακτήρα κι ένα πιο σοβαρό: Πώς εξηγείται ότι. στη διάρκεια ενός αιώ­

να εργατικής ιστορίας, η γυναικεία φιγούρα εμφανίζεται όλο και πιο ντυμένη, ενώ η

ανδρική όλο και πιο ημίγυμνη ; Τι μπορούν να μας πουν οι εικόνες, είτε ρεαλιστικές

είτε συμβολικές, για τις πραγματικές σχέσεις των ανδρών και των γυναικών μέσα στα εργατικά κι νήματα;

Οι γυναίκες έχουν συχνά επισημάνει ότι στο παρελθόν οι άνδρες ιστορι­κοί, ακόμα και οι μαρξιστές, αγνόησαν κατάφωρα το γυναικείο ήμισυ του ανθρωπίνου γένους. Η κριτική είναι δίκαιη' ο υποφαινόμενος παρα­δέχεται ότι αφορά και τη δική του δουλειά. Αν όμως θέλουμε να θερα­πεύσουμε αυτή την ανεπάρκεια, δεν αρκεί να αναπτύξουμε έναν εξειδι­κευμένο κλάδο της ιστορίας που να ασχολείται αποκλειστικά με τις γυ­ναίκες, γιατί μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία τα δύο φύλα είναι αδιαχώ­ριστα. 1 Πρέπει να μελετήσουμε και τις αλλαγές στη μορφή των σχέσεων των δύο φύλων, τόσο μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα όσο και στην εικόνα που έχει το κάθε φύλο για το άλλο. Το άρθρο αυτό αποτε­λεί μια προκαταρκτική προσπάθεια να γίνει κάτι τέτοιο σε σχέση με τα επαναστατικά και σοσιαλιστικά κινήματα του δέκατου ένατου αιώνα και των αρχών του εικοστού, μέσα από την ιδεολογία που εκφράζεται στις εικόνες και τα εμβλήματα που συνδέονται με αυτά τα κινήματα. Στο βαθμό βέβαια που αυτές τις εικόνες, στη συντριπτική τους πλειονότητα,

1 . Αυτό το άρθρο προέκυΨε από μια συζήτηση με τον Peter Hanak του Ινστιτούτου Ιστορίας της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών. σχετικά με ένα άρθρο του Efim Etkind (καθηγητή παλιά στο Λένινγκραντ, τώρα στη Nanterre) για την «Ευρωπα'ίκή ποίηση του 1 830" . Από πλευράς ιστορίας της τέχνης είχα στη συνέχεια πολύ σημαντική βοήθεια από τους Georg Eisler, Francis και Larissa Haskell και Nick Penny. Υπό μία έννοια πρόκειται για μια συλλογική δουλειά. αν και οι ερμηνείες και τα λάθη είναι όλα δικά μου.

Page 140: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

τις φιλοτεχνούσαν άνδρες, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως οι έμφυλοι

ρόλοι που αναπαριστούν εκφράζουν τις απόψεις των περισσοτέρων γυ­

ναικών. Μπορούμε, ωστόσο, να παραβάλουμε αυτές τις απεικονίσεις ρό­

λων και σχέσεων με ης κοινωνικές πραγμαηκότητες της περιόδου, κα­

θώς και με ης πω ρητά διατυπωμένες ιδεολογίες των επαναστατικών

και σοσιαλισηκών κινημάτων. Αυτό το άρθρο βασίζεται στην παραδοχή, ότι μια τέτοια σύγκριση εί­

ναι δυνατή . Δε θέλω να πω ότι οι εικόνες που αναλύονται εδώ αντανα­

κλούν άμεσα κοινωνικές πραγματικότητες, εκτός από τις περιπτώσεις ε­

κείνες όπου σχεδιάστηκαν ειδικά για κάτι τέτοω, όπως, Π.χ. , εικόνες

που θέλουν να έχουν την αξία ντοκουμέντου. Η υπόθεση που κάνω είναι

απλά όη στις εικόνες που έχουν φτιαχτεί για να ης δει ένα ευρύ κοινό,

ας πούμε οι εργάτες, και οι οποίες έχουν μια επίδραση πάνω του, η ε­

μπεφία της πραγματικότητας που έχει αυτό το κοινό θέτει όρια στο

βαθμό απόκλισής τους από αυτή την εμπεφία. Α ν ο καπιταλιστής στα

σοσιαλιστικά καρτούν της Belle Epoque δεν παρουσιαζόταν συνήθως σαν

ένας χοντρός με πούρο και ψηλό καπέλο, αλλά σαν μια χοντρή κυρία,

αυτά τα ανεκτά όρια θα είχαν παραβιασθεί και τα καρτούν δε θα ήταν

τόσο αποτελεσματικά' κι αυτό συμβαίνει επειδή τα περισσότερα αφενη­

κά δε νοούνταν μόνο ως άνδρες, ήταν άνδρες. Αυτό δε σημαίνει ότι όλοι

οι καπιταλιστές ήταν χοντροί, με Ψηλά καπέλα και πούρα, αν και αυτά

τα χαρακτηριστικά γίνονταν αμέσως αντιληπτά ως προσιδιάζοντα σε μια

συγκεκριμένη μορφή πλούτου και προνομίων, σε αντίθεση με άλλα, για

παράδειγμα του αριστοκράτη. Αυτή η αντιστοιχία με την πραγματικότη­

τα προφανώς ήταν λιγότερο απαραίτητη σης καθαρά συμβολικές και αλληγορικές εικόνες, παρότι ακόμα κι εκεί δεν απουσιάζει τελείως. Αν ο

θεός του πολέμου παριστάνετο ως γυναίκα, αυτό θα γινόταν για να προ­καλέσει ένα σοκ. Αυτού του είδους η ερμηνεία της εικονογραφίας δεν α­ποβλέπει, φυσικά, σε μια σοβαρή εικονολογική και συμβολική ανάλυση . Ο στόχος μου είναι πω ταπεινός.

Ας ξεκινήσουμε με το διασημότερο, ίσως, επαναστατικό πίνακα, πα­ρόη δεν τον έφηαξε κάποιος επαναστάτης: Την Ελευθερία στα Οδο­φράγματα του Ντελακρουά, του 1830.2 Η εικόνα πρέπει να είναι οικεία σε πολλούς: μια γυμνόστηθη κοπέλα που φορά το φρυγικό σκούφο και κρατά μια σημαία, πατάει πάνω στους πεσόντες ακολουθούμενη από ο­πλισμένους άνδρες με χαρακτηριστικές ενδυμασίες. Το ζήτημα των εικο­νογραφικών πηγών του πίνακα έχει ερευνηθεί εκτενώς.3 Όποιες κι αν εί-

2. Συνήθως αναφέρεται με τον τίτλο Η Ελευθερία οδηγεί το λαό [Σ .τ.Μ.]. 3. Πρβλ. τον κατάλογο της έκθεσης La Libertti guidant /e peup/e de De/acroix, catalogue

etabli et redige par Helene Toussaint, Etude au laboratoire de la recherche des musees de France par Lola Faillant-Dumas et Jean-Paul Rioux, Παρίσι 1982, για μια πλήρη οιαπραγμά-

Page 141: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

ναι όμως οι ΠΎjγές του, Ύj ερμψεία του δε χωρά αμφισβΎjτήσεις. Η Ελευ­θερία δεν είναι εδώ μια αλλΎjγoρική φιγούρα, αλλά μια πραγματική γυ­ναίκα (εμπνευσμένΎj αναμφίβολα από ΤΎjν Ύjρωική Marie Deschamps, τα κατορθώματα ΤΎjς οποίας υπονοούνται στον πίνακα). Είναι μια γυναίκα του λαού, που ανήκει στο λαό, που αισθάνεται άνετα μέσα στο λαό:

C 'est une forte femme aux puissantes mamelIes, α Ιa υοίΧ rauque, aux durs appas qui . . . Agile e t marchant α grands pas Se ρΙaΗ aux cris du peuple . . .

Barbier, La Curee

(Είναι μια γυναίκα δυνατή, με γερούς μαστούς, με βραχνή φωνή και αδρά κάλλη . . . που ... Προχωρά γοργή με μεγάλες δρασκελιές Και χαίρεται με τις κραυγές του λαού

Barbier, Τα λάφυρα)

Για τον Μπαλζάκ ήταν από χωριάΤΙΚΎj γενιά: «μελαψή και παθιασμέ­νΎj, ίδια Ύj εικόνα του λαού».4 Ήταν περήφανΎj, ίσως και αναιδής (λόγια του Μπαλζάκ), και επομένως το ακριβώς αντίθετο ης γυναικείας εικό­νας στψ αστική κοινωνία. Και όπως τονίζουν οι σύγχρονοι, ήταν και σε­ξουαλικά απελευθερωμένΎj. Ο Barbier, το πoίΎjμα του οποίου, La Curee, υπήρξε σίγουρα μία από τις ΠΎjγές έμπνευσΎjς του Ντελακρουά, φτιάχνει γι' αυτήν μια oλόκλΎjΡΎj ιστορία σεξουαλικής χεφαφέΤ'Y]σΎjς και μ ύ'Y]σΎj ς:

qui ne prend ses amours que dans Ιa populace, qui ne prete son large flanc qu 'α des gens forts comme elIe

(που διαλέγει τους εραστές της μόνο από το φτωχό λαό, που δεν προσφέρει το ρωμαλέο κορμί της παρά μόνο σε άνδρες δυνατούς σαν την ίδια)

αφού άπλωσε γύρω ης, ως enfant de Ιa Bastille (<<παιδί ΤΎjς BαστίλΎjς»),

τεuση και βιβλιογραφία, στην οποία θα πρέπει να προστεθούν και τα: Η. Lίidecke, Eugene Delacroix und die Pariser Julirevolution, Βερολίνο 1965 , και Efim Etkind, «1830 in der europiiischen Dichtung», στο R. Urbach (επψ.), Wien und Europa zwischen den RevoluIionen (1789-1848), Βιέννη-Μόναχο 1978.

4 . T .J . Clark, The Absolute Bourgeois, Λονδίνο 1973, σ. 19.

Page 142: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

μια γενική σεξουαλική διέγερση, κουράστηκε από τους πρώτους της ε­ραστές και ακολούθησε τα λάβαρα του Ναπολέοντα κι έναν capitaine de vingt ans (<<εικοσάχρονο λοχαγό »). Τώρα επέστρεψε,

toujours belle et nue Avec l 'echarpe aux trois couleurs

(πάντοτε όμορφη χαι γυμνή με την τρίχρωμη εσάρπα [η υπογράμμιση δική μου])

για να κερδίσει τις «Trois GΙοήeuses» (την Ιουλιανή Επανάσταση) για το λαό της. 5

Ο Heine, σχολιάζοντας τον ίδιο τον πίνακα, ωθεί την εικόνα ακόμα περισσότερο προς την κατεύθυνση ενός άλλου, διφορούμενου, στερεότυ­που της ανεξάρτητης και σεξουαλικά χειραφετημένης γυναίκας, αυτό της εταίρας: «ένα παράξενο μείγμα Φρύνης, γυναίκας της αγοράς και θεάς της ελευθερίας».6 Το μοτίβο είναι αναγνωρίσιμο: ο Φλωμπέρ στην Education sentimentale το επαναφέρει μέσα στο πλαίσιο του 1848, με την εικόνα της Ελευθερίας σαν κοινής γυναίκας μέσα στο λεηλατημένο Κε­ραμεικό (αν και κάνει το συνηθισμένο αστικό πέρασμα από την εξίσωση ελευθερία = καλό στην εξίσωση η κατάχρηση της ελευθερίας = κακό): «Μέσα στον προθάλαμο, όρθια πάνω σ' ένα σωρό ρούχων, στεκόταν μια γυναίκα του δρόμου, παριστάνοντας το άγαλμα της Ελευθερίας».7 Στο ίδιο μοτίβο παραπέμπει και ο αντιδραστικός Felicien Rops, ο οποίος πα­ρουσίασε «την Κομμούνα προσωΠΟΠOLημένη σε μια γυμνή γυναίκα, με έ­να στρατιωτικό κασκέτο στο κεφάλι και ένα σπαθί στο χέρι»,8 μια εικό­να που δεν πέρασε μόνο από το δικό του μυαλό. Ο πανίσχυρος Peuple του είναι μια γυμνή κοπέλα, που έχει την εμφάνιση μιας πόρνης που φο­ράει μονάχα κάλτσες και έναν νυχτικό σκούφο, που ίσως παραπέμπει στο φρυγικό σκούφο, και με τα πόδια της να ανοίγουν για να φανεί το αι­δοίο της. 9

5. Ε. Etkind, «1830 iη der eurΟΡaϊschen Dichtung», ό.π., σ. 150-151. 6. Heinrich Heine, GesammeIte Werke, τόμο 4, Βερολίνο 1956-1957, σ. 19. 7. Γκυστάβ Φλωμπέρ, Η Αισθηματική αγωγή (μετάφραση Π. Μουλλάς), Αθήνα 1981, σ.

328 [Σ .τ.Μ.]. 8 . Ε . Ramiro, Felicien Rops, Παρίσι 1905, σ. 80-81. 9. Eduard Fuchs, Die Frau in der Karikatur, Μόναχο 1906, σ. 484 . Ο Fuchs περιέγραψε

τον Peuple ως «Megare Volk» ή «Τον Λαό ως Μέγαιρα»: Ε. Ramiro, Felicien Rops, ό.π., σ. 188. Μια λιγότερο σαφής εκδοχή της ίδιας φιγούρας, επειδή παραλείπει το κάτω μέρος του γυναικείου σώματος, βρίσκεται σε μια μη αριθμημένη εικόνα του Franz Blei, Fέlicien -Ρ"rιι:: 'RCl"\n){,,,', 1QIJ1

Page 143: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ 143

Η καινοτομία της Ελευθερίας του Ντελακρουά έγκειται λοιπόν στην ταύτιση της γυμνής γυναικείας μορφής με μια πραγματική γυναίκα τομ λαού, μια χειραφετημένη γυναίκα, μια γυναίκα που παίζει ενεργό -και μάλιστα ηγετικό- ρόλο σε ένα κίνημα ανδρών. Το πόσο πίσω μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτή την επαναστατική εικόνα, είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αφήσουμε να το απαντήσουν οι ιστορικοί της τέχνης.lΟ Εδώ μπορούμε μόνο να παρατηρήσουμε δύο πράγματα. Πρώτον, ο ρεαλισμός της την απομακρύνει από το συνηθισμένο αλληγορικό ρόλο των γυναι­κείων μορφών, αν και διατηρεί τη γυμνότητα τέτοιων φιγούρων, και αυ­τή η γυμνότητα τονίζεται μάλιστα τόσο από το ζωγράφο όσο και από τους παρατηρητές. Δεν εμπνέει και δεν αναπαριστά: δρα. Δεύτερον, μοιάζει πολύ διαφορετική από το παραδοσιακό εικονογραφικό μοτίβο της γυναίκας-αγωνίστριας της ελευθερίας, ειδικά της Ιουδήθ, η οποία, με τον Νταβίντ, αναπαριστά συχνά τη νικηφόρα πάλη του αδύνατου ενα­ντίον του ισχυρού. Σε αντίθεση με την Ιουδήθ του Νταβίντ, η Ελευθερία του Ντελακρουά δεν είναι μόνη, και δεν αναπαριστά την αδυναμία. Αντιθέτως, αναπαριστά τη συμπυκνωμένη δύναμη του ανίκητου λαού. Αφού «ο λαός» αποτελείται από ένα σύνολο διαφορετικών τάξεων και επαγγελμάτων, και έτσι απεικονίζεται, χρειάζεται ένα γενικό σύμβολο που δε θα ταυτίζεται με καμιά συγκεκριμένη ομάδα. Για παραδοσια­κούς εικονογραφικούς λόγους, αυτό το σύμβολο ήταν αναμενόμενο να είναι γυναίκα. Αλλά η γυναίκα που επιλέχθηκε αναπαριστά «το λαό».

Η Επανάσταση του 1830 φαίνεται πως αντιπροσωπεύει το απόγειο αυ­τής της εικόνας της Ελευθερίας ως μιας δραστήριας, απελευθερωμένης κο-

10. Μ. Agulhon. «Esquisse pour une archeologie de la Republique : l 'allegorie civique feminine», Annales, τόμο 28 (1973), σ. 5-34. Μια μη επαναστατική ηρωίδα παρουσιάζεται με τρόπο αντίθετο μ' αυτόν του Ντελακρουά στο David Wilkie, Defence of Sαragossα. 1828, Wilkie Exhibition, Royal Academy, 1958. Η πραγματική ισπανίδα ηρωίδα παρουσιάζεται ε­ντελώς ντυμένη, αλλά σε αλληγορική πόζα, ενώ ένας παρτιζάνος είναι μαζεμένος πίσω της. γυμνός μέχρι τη μέση (οφείλω αυτή την αναφορά στον Δρ Ν. Penny). Ο Βύρωνας, που διαπραγματεύεται επί μακρόν το ρόλο των θηλυκών μαχητών της ελευθερίας και της Κό­ρης της Σαραγόσσας, τονίζει θαυμαστικά (Childe Hαrold, 1, 54 κ.ε.) το φαινομενικά ανδρι­κό ηρωισμό τους: «Her lover sinks - she sheds no ill-timed tear; / Her chief is slain - she fills his fatal post; / Her fellows flee - she checks their base career; / The foe retires - she heads the sallying host». [«Πέφτει ο εραστής της. / Μάταια δάκρυα δεν χύνει αυτή / Ο αρχηγός της έχει σφαγεί. / Την επικίνδυνη παίρνει θέση του στη στιγμή. / Οι στρατιές 0-

πισθοχωρούνε. / Θ' αντισταθεί στην άνανδρη φυγή τους», Βύρωνας, Τσάιλντ Χάρολντ,

μτφρ.: Μ. Ι Κεσίση, Αθήνα 1977, σ. 110 - [Σ.τ.Μ.]. Τονίζει όμως ότι παραμένει εντός του φάσματος αυτού που η ανδρική υπεροχή βλέπει ως επιθυμητό στις γυναίκες: «Yet are Spain's maids no race of Amazons / ΒυΙ formed for all the witching arts of love». [«Μα της Ισπανίας οι κόρες / δε γεννιούνται γι' Αμαζόνες. / Για του έρωτα την τέχνη / πλάσθηκαν τη μαγική ... ». Βύρωνας, 6 .π., σ. 57] . Σε αντίθεση με την Ελευθερία, «πολεμόχαρη η ορμή τους. Όμως μοιάζει περιστέρας».

Page 144: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

πέλας, που γίνεται απoδεκτ� ως αρχηγός των ανδρών, αν και το μοτίβο εξακολουθεί να είναι δημοφιλές και το 1848, σίγουρα εξαιτίας της επί­δρασης του Ντελακρουά και άλλων ζωγράφων. Εξακολουθεί να είναι γυ­μν� και να φορά το φρυγικό σκούφο στην Ελευθερία πάνω στα Οδοφράγ­ματα του Μιλλέ, τώρα όμως το περιβάλλον της είναι πιο ασαφές. Παρα­μένει μια ηγετικ� μoρφ� στο προσχέδιο της ΕξέΥερσηςτου Ντωμιέ, και πά­λι όμως το πλαίσιο είναι θολό. Από την άλλη, αν και δεν υπάρχουν πολ­λές αναπαραστάσεις της Κομμούνας και της Ελευθερίας το 1871, είχαν την τάση να είναι γυμνές (όπως στο σχέδιο του Rops που αναφέραμε πιο πάνω) � γυμνόστηθες.11 Ίσως ο αξιοσημείωτα ενεργός ρόλος που έπαι­ξαν οι γυναίκες στην Κομμούνα, να εξηγεί τη συμβoλικ� αναπαράσταση αυτ�ς της επανάστασης από μια μη-αλληγoρικ� (δηλ. ντυμένη) και εμ­φανώς αγωνίστρια γυναίκα σε μία τουλάχιστον ξένη εικονογράφηση . 12

Η επαναστατικ� αντίληψη της δημοκρατίας ή της ελευθερίας είχε λοι­πόν ακόμα την τάση να εικονίζεται ως μια γυμν� �, συνηθέστερα, γυμνό­στηθη γυναικεία μoρφ�. Το περίφημο άγαλμα της Δημοκρατίας από τον κομμουνάρο Dalou στην Place de la Nation έχει ακόμα το ένα τουλάχι­στον στ�θoς ακάλυπτο. Μόνο η έρευνα μπορεί να δείξει το κατά πόσον η αποκάλυψη του στ�θoυς διατηρεί αυτ� την εξεγερσιακ� � τουλάχιστον πoλεμικ� σύνδεση, όπως συμβαίνει ίσως σε ένα σκίτσο από την επoχ� της υπόθεσης Ντρέυφους (Ιανουάριος 1898) στο οποίο μια σεβάσμια και οπλισμένη Δικαιοσύνη προστατεύει μια νεαρή και παρθενικ� Μαριάν, που έχει το ένα στ�θoς ακάλυπτο, από ένα τέρας, με τη λεζάντα: «Δι­καιοσύνη: Μη φοβάσαι το τέρας! Εγώ είμαι εδώ».13 Από την άλλη, η θε­σμοποιημένη μορφή της Δημοκρατίας, η �αριάν, παρά τις επαναστατι­κές της καταβολές, είναι τώρα κανονικά, αν και ελαφρά, ντυμένη. Η βα­σιλεία της κοσμιότητας έχει παλινορθωθεί. Ίσως και η βασιλεία των ψε­μάτων, μια που ένα χαρακτηριστικό της αλληγορικής γυναικείας μoρφ�ς της Aλ�θειας -εξακολουθεί να εμφανίζεται συχνά, ειδικά σε καρικατού­ρες της περιόδου της υπόθεσης Ντρέυφους- είναι ότι θα πρέπει να είναι γυμν�.14 Και πραγματικά, ακόμα και στην εικονογραφία του αξιοπρε­πούς βρετανικού εργατικού κιν�ματoς της βικτωριαν�ς Αγγλίας εξακο­λουθεί να είναι γυμν�, όπως στο έμβλημα του Ενωμένου Σωματείου Επι­πλοποιών και Ξυλουργών, το 1860,15 μέχρι να επικρατ�σει η ηθικ� της

11. Βλ. Jean Duchέ, 1760-1960: deux siecles d 'hisIoire de France par Ια caricature, Παρίσι 1961, σ. 142, 143, 145.

12. J . Bruhat - Jean Dautry - Emile Tersen, La Commune de 1871, Παρίσι 1971, σ. 190 -πρόκειται για μια αγγλική εικόνα.

13. Jean Grand-Carteret, L Ά!faίre Dreyfus et l'image, Παρίσι 1898, σ. 150. 14. Στο {δια, εικόνες 61, 67, 106,251. 15. R .A . Leeson, UniIed We Stand: Απ I/lustrated AccounI oj Trade υπίοπ Emblems, Λονδίνο

1971, σ. 26.

Page 145: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ 145

ύστερης βικτωριανής εποχής. Γενικά, ο ρόλος της γυναικείας φιγούρας, γυμνής ή ντυμένης, μειώνεται απότομα με το πέρασμα από τις δημοκρα­τικές-πληβειακές επαναστάσεις του δέκατου ένατου αιώνα στα προλε­ταριακά και σοσιαλιστικά κινήματα του εικοστού. Από μια άποψη, το βασικό πρόβλημα αυτού του άρθρου είναι η αρσενικοποίηση της εικόνας του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος.

Για προφανείς λόγους, η εργαζόμενη προλετάρια γυναίκα δεν παρι­στάνεται συχνά από τους καλλιτέχνες, με εξαίρεση μερικούς βιομηχανι­κούς κλάδους όπου η γυναικεία εργασία κυριαρχούσε. Αυτό σίγουρα δεν οφείλεται σε προκατάληψη. Ο Constantin Meunier, ο βέλγος καλλιτέχνης που εισήγαγε την τυπική ιδεατή εικόνα του άνδρα εργάτη, ζωγράφιζε -και σε μικρότερο βαθμό λάξευε- γυναίκες εργάτριες το ίδιο πρόθυμα όσο και άνδρες. Μερικές φορές, όπως στον πίνακα Le Retour des mines (Επιστροφή από τα ορυχεία) (1905), τις παριστάνει να δουλεύουν μαζί με τους άνδρες, όπως συνέβαινε ακόμα στα βελγικά ανθρακωρυχεία. 16 Ωστόσο, είναι πιθανό, η εικόνα της γυναίκας ως μισθωτού εργάτη και ως ενεργώς μετέχουσας μαζί με τους άνδρες στην πολιτική δράση1? να οφεί­λεται σε μεγάλο βαθμό στην επίδραση του σοσιαλισμού. Στη Βρετανία, η γυναίκα αρχίζει να γίνεται ευδιάκριτη στη συνδικαλιστική εικονογρα­φία, μόνον όταν γίνεται αισθητή αυτή η επίδραση. 18 Στα εμβλήματα των προ-σοσιαλιστικών βρετανικών επαγγελματικών σωματείων, όπου δεν υ­πάρχει επίδραση των διανοουμένων, πραγματικές γυναίκες εμφανίζονται κυρίως σ' αυτές τις μικρές εικόνες με τις οποίες τα σωματεία διαφήμι­ζαν τη συναδελφική βοήθεια που προσέφεραν στα αναξιοπαθούντα μέλη τους: επιδόματα για ασθένειες, ατυχήματα και κηδείες. Οι γυναίκες στέ­κονται στο προσκέφαλο του συζύγου, καθώς οι συνάδελφοί του έρχονται να τον επισκεφθούν φορώντας τα εμβλήματα του σωματείου. Περιτριγυ­ρισμένες από παιδιά, σφίγγουν τα χέρια των εκπροσώπων του σωματεί­ου που τους παραδίδουν χρήματα μετά το θάνατο του κουβαλητή.

Φυσικά, οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι παρούσες υπό τη μορφή συμβόλων και αλληγοριών, αν και προς το τέλος του αιώνα μπορούμε να συναντήσουμε βρετανικά συνδικαλιστικά εμβλήματα δίχως καμιά γυναι­κεία φιγούρα, και ιδιαίτερα σε καθαρά ανδρικούς βιομηχανικούς κλά­δους όπως τα ανθρακωρυχεία, η χαλυβουργία, κ .ο .κ . 19 Επίσης, οι αλλη­γορίες της φιλελεύθερης ατομικής επιτυχίας εξακολουθούν να είναι σε μεγάλο βαθμό γυναικείες, όπως ήταν πάντοτε. Η Σωφροσύνη, η Β ιομη-

1β. Lucien Christophe, Constantin Meunier, Antwerp 1947, εικόνες β, 7, 8, 9 , 2 1 . 17. Frans Masereel, Die Stadt, Μόναχο 1925. 18 . John Gorrnan, Banner Bright: An I/lustrated History ο/ the Banners ο/ the British Trade

Union Movement, Λονδίνο 1973, σ. 12β. 19. R.A. Leeson, United We Stand, ό.π., σ. βΟ-70.

Page 146: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

146 Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

χανία (= εργατικότητα), η Καρτερία, η Εγκράτεια, η Αλήθεια και η Δι­καιοσύνη προήδρευαν πάνω από τη Φιλική Εταιρεία των Τεκτόνων το 1868. Η Τέχνη, η Βιομηχανία, η Αλήθεια και η Δικαιοσύνη πάνω από το Ενωμένο Σωματείο των Επιπλοποιών και Ξυλουργών. Από τη δεκαετία του 1880 και μετέπειτα έχει κανείς την εντύπωση, ότι μόνο η Δικαιοσύ­νη, και η Αλήθεια, με την πιθανή προσθήκη της Πίστης και της Ελπίδας, επιβιώνουν απ' αυτές τις παραδοσιακές φιγούρες. Ωστόσο, καθώς ανα­πτύσσεται ο σοσιαλισμός, κι άλλες γυναικείες φιγούρες κάνουν την εμ­φάνισή τους στην εικονογραφία της Αριστεράς, αν και κατ' ουδένα τρό­πο δεν υποτίθεται ότι παριστάνουν πραγματικές γυναίκες. Πρόκειται για θεές ή μούσες.

Έτσι, σε ένα λάβαρο του (αριστεροίι) Σωματείου των Εργατών ( 1898-1929), μια γλυκιά νεαρή κυρία με λευκό χιτώνα και σανδάλια δείχνει έ­ναν ανατέλλοντα ήλιο, που φέρει την επιγραφή «Μια καλύτερη ζωή», σε κάποιους ρεαλιστικά ζωγραφισμένους εργάτες με εργατικές ενδυμασίες. Πρόκειται για την Πίστη, όπως διασαφηνίζει το κείμενο κάτω από την εικό­να. Μια μαχητική φιγούρα που φορά επίσης λευκό χιτώνα και σανδάλια, αλλά κρατάει και ένα ξίφος και μια ασπίδα που γράφει «Δικαιοσύνη και Ισότητα» και έχει τα μαλλιά της άψογα χτενισμένα στο όμορφο κεφάλι της, στέκεται μπροστά από έναν μυώδη εργάτη με ανοιχτό πουκάμισο, ο οποί­ος καθώς φαίνεται έχει μόλις κατατροπώσει ένα τέρας που φέρει την ε­πιγραφή «καπιταλισμός» και το οποίο κείτεται άψυχο εμπρός του. Το λάβαρο φέρει την επιγραφή «ο Θρίαμβος της Εργασίας», και αναπαρι­στά το παράρτημα του Southend-on-Sea του Εθνικού Σωματείου Γενικών Εργατών, ενός ακόμη σοσιαλιστικού σωματείου. Το παράρτημα του Tot­tenham του ίδιου σωματείου έχει την ίδια νεαρή κυρία, αυτή τη φορά με τα μαλλιά να ανεμίζουν και με το φόρεμά της να γράφει «Φωτισμός, Εκπαίδευση, Βιομηχανική Οργάνωση, Πολιτική Δράση και Πραγματική Διεθνής», η οποία δείχνει στη συνηθισμένη ομάδα των εργατών τη Γη της επαγγελίας που έχει τη μορφή μιας παιδικής χαράς. Η Γη της επαγ­γελίας φέρει την επιγραφή «κατάκτησε τη Συνεργατική Πολιτεία», και ολόκληρο το λάβαρο εικονογραφεί το σύνθημα «Παραγωγοί του Πλούτου του Έθνους, Ενωθείτε! Και θα έχετε το μερτικό σας στον κόσμο».20

Αυτές οι εικόνες έχουν ακόμα μεγαλύτερη σημασία γιατί είναι σαφές, ότι συνδέονται με το νέο σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο αναπτύσσει τη δική του εικονογραφία, και γιατί (σε αντίθεση με το παλιό αλληγορικό λεξιλόγιο) αυτή η νέα εικονογραφία εμπνέεται εν μέρει από τη γαλλική επαναστατική εικαστική φαντασία, από την οποία κατάγεται και η Ελευθερία του Ντελακρουά. Στυλιστικά, τουλάχιστο στη Βρετανία, ανή-

20. J. Gorman, Banner Bright, ό.π. , σ. 122-123.

Page 147: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

κει στο προοδευτικό κίνημα arts-and -crafts και στο παρακλάδι του, την αρ νουβό, που έδωσαν στο βρετανικό σοσιαλισμό τους κυριότερους καλ­λιτέχνες και εικονογράφους του: τον William Morris και τον Walter Crane. Αλλά η ευρέως γνωστή εικόνα του Walter Crane που παριστάνει την ανθρωπότητα να βαδίζει προς το σοσιαλισμό -ένα ζευγάρι με άνετα ρούχα κι ένα παιδί στους ώμους-, όπως και τόσα άλλα σχέδια του ίδιου ζωγράφου, αντανακλά ακόμα τις οφειλές στο 1789 με την παρουσία του φρυγικού σκούφου.21 Η πιο παλιές από τις πρωτομαγιάτικες κονκάρδες των αυστριακών σοσιαλδημοκρατών κάνουν τη σύνδεση ακόμα πιο προ­φανή. Παριστάνουν μια γυναικεία φιγούρα με το μότο: Αδελφότητα, Ισότητα, Ελευθερία και Οχτάωρο.22

Τι ρόλο παίζουν όμως οι γυναίκες σ' αυτή τη νέα σοσιαλιστική εικο­νογραφία; Εμπνέουν. Η προμετωπίδα του Labour Annual,23 που κυκλοφο­ρεί από το 1895, είναι το έργο του Τ.Α. West, Light and Life (Φως και Ζωή). Μια κυρία με ρούχα που ανεμίζουν, η οποία διακρίνεται πίσω από έναν θυρεό, φυσάει μια τελετουργική τρομπέτα για ένα όμορφο αγόρι που φοράει ένα πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό και με τα μανίκια σηκω­μένα πάνω από τους αγκώνες, και κουβαλάει ένα καλάθι από το οποίο, όπως υποθέτουμε, σπέρνει το σπόρο της σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Ακτίνες, αστέρια και κύματα αποτελούν το φόντο του σχεδίου . Στο βαθ­μό που εμφανίζονται θνητές γυναίκες σ' αυτή την εικονογραφία, αυτές αποτελούν το ένα μέρος ενός εξιδανικευμένου ζευγαριού, με ή χωρίς παιδιά. Στο βαθμό που οι δυο τους ταυτίζονται συμβολικά με κάποια δραστηριότητα, ο άνδρας είναι αυτός που αναπαριστά τη βιομηχανική εργασία. Στο ζευγάρι του Crane, αυτός έχει πίσω του μια σκαπάνη και ένα φτυάρι, ενώ εκείνη κουβαλάει ένα καλάθι με καλαμπόκι και έχει μια τσουγκράνα στο πλάι, αναπαριστώντας τη φύση ή, έστω, τη γεωργία. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος καταμερισμός εργασίας εμφανίζεται και στο περίφημο γλυπτό της Μούκινα με τον εργάτη και την αγρότισσα του κολχόζ που εκτέθηκε στο σοβιετικό περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1937: αυτός κρατά το σφυρί, εκείνη το δρεπάνι.

Βέβαια, στη σοσιαλιστική εικονογραφία εμφανίζονται και πραγματικές γυναίκες των εργατικών τάξεων, που ενσαρκώνουν ένα συμβολικό νόη­μα, τουλάχιστον έμμεσα. Είναι όμως πολύ διαφορετικές από τα μαχητι-

21. W. Crane, Cartoons for the Cause: Α Souvenir of the International Socialist Workers and Trade υηίοη Congress. 1886-96, Λονδίνο 1896 .

22. Από τη συλλογή του Δρ Herbert Steiner της Βιέννης. Για την επιβίωση του τριπλού συνθήματος της Γαλλικής Επανάστασης βλ. Udo Achten (επιμ.) , Zum Lichte Empor: Μaί­Festzeitungel1 der Sozialdemokratie. 1891-1914, Βερολίνο-Βόννη 1980, σ. 12-14' D. Fricke, Kleine Geschichte des Ersten Μaί, Φρανκφούρτη 1980, σ. 61.

23. Joseph Edwards (επιμ.), Labour Annual 1895, Manchester .

Page 148: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κά κορίτσια ης παρισινής Κομμούνας. Είναι φιγούρες πόνου και καρτε­ρικότητας. Ο Meunier, αυτός ο μεγάλος πρωτοπόρος της προλεταριακής τέχνης και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού -όσον αφορά τόσο το ρεαλισμό όσο και την εξιδανίκευση- ως συνήθως τις προαναγγέλλει. Ο πίνακάς του Femme du peup/e (Γυναίκα του Λαού) ( 1893) παριστάνει μια ηλικιω­μένη, λιγνή γυναίκα, με τα μαλλιά της να πέφτουν πίσω τόσο σφιχτά, που να δείχνουν ένα σχεδόν γυμνό κρανίο, με το μαραμένο επίπεδο στή­θος της να τονίζεται από την (ασυνήθιστη) γυμνότητα των ώμων της. 24 Ο ακόμα πιο γνωστός πίνακας Le Grisou (Το εύφλεκτο αέριο) δείχνει μια γυναικεία φιγούρα, τυλιγμένη με μαντίλες, να θρηνεί πάνω από το σώμα του νεκρού ανθρακωρύχου. Είναι οι βασανισμένες προλετάρισσες μάνες που τις γνωρίζουμε καλύτερα από το μυθιστόρημα του Γκόρκι κι από τα τραγικά σχέδια της Kaethe Kollwitz. 25 Και δεν είναι ίσως τυχαίο, ότι τα σώματά τους γίνονται αόρατα κάτω από μαντίλες και σάλια. Η τυπική εικόνα της προλετάρισσας γυναίκας είναι αποσεξουαλοποιημένη και κρυμμένη πίσω από τα ρούχα της φτώχειας. Είναι πνεύμα, όχι σώμα. (Στην πραγματική ζωή, αυτή την εικόνα της βασανισμένης συζύγου και μάνας που γίνεται αγωνίστρια, την προσωποποιεί ίσως η μαυροφορούσα ευφράδεια της Πασιονάρια στις μέρες του Ισπανικού Εμφύλιου).

Καθώς όμως το γυναικείο σώμα στη σοσιαλιστική εικονογραφία στα­διακά ντύνεται, αν όχι κρύβεται, με το ανδρικό συμβαίνει ένα παράξενο πράγμα: αποκαλύπτεται όλο και περισσότερο για συμβολικούς λόγους. Η εικόνα που αρχίζει όλο και περισσότερο να συμβολίζει την εργατική τάξη, είναι το αντίστοιχο της Ελευθερίας του Ντελακρουά, δηλαδή ένας ημίγυμνος νεαρός άνδρας: μια δυνατή μορφή ενός μυώδους δουλευτή που κραδαίνει σφυρί ή δρεπάνι και είναι γυμνός από τη μέση και πά­νω.26 Αυτή η εικόνα είναι διπλά αντφεαλιστική. Κατά πρώτο λόγο, δεν ήταν καθόλου εύκολο να συναντήσει κανείς το δέκατο ένατο αιώνα σε χώρες με ισχυρό εργατικό κίνημα πολλούς εργάτες που να δουλεύουν έ­τσι, με γυμνό τον κορμό. Κι αυτή, όπως αναγνώρισε ο Βαν Γκογκ, ήταν μία από τις δυσκολίες τις εποχής του ρεαλισμού. Θα ήθελε να ζωγραφί­ζει τα γυμνά κορμιά των χωρικών, στην πραγματική ζωή όμως δεν κυ­κλοφορούσαν γυμνοί. 27 Οι πολλές εικόνες που παριστάνουν βιομηχανική

24. L. Christophe, Constantin Meunier, ό.π., εικόνα 12. 25. Βλ. Ε. και Μ. Dixmier. LΆssίeΙΙe au beurre, Παρίσι 1974, εικόνα ίχ.

26. Η αντικατάσταση της γυναικείας αλληγορ ίας από τη γυμνή ανδρική φιγούρα στη γερμανική σοσιαλιστική εικονογραφία γύρω στο 1900 έχει επισημανθεί επίσης από τους Detlev Hoffman - Ursula Schmidt-Linsenhoff, Un�ere Welt trotz alledem, Φρανκφούρτη 1978, σ. 375.

27. «Να σχεδιάσω μια φιγούρα αγρότη εν δράσει, αυτό δηλαδή που είναι ουσιαστικά μια σύγχρονη φιγούρα, η ίδια η καρδιά της σύγχρονης τέχνης, που μήτε οι Έλληνες μήτε η Αναγέννηση μήτε οι παλιοί Ολλανδοί έκαναν [ ... ] Ανθρώπους σαν τον Daumier πρέπει να

Page 149: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

εργασία, ακόμα και κάτω από συνθήκες που σήμερα θα φαινόταν λογικό να βγάλει κανείς το πουκάμισό του, όπως μέσα στη ζέστη και τη φωτιά του χυτηρίου, τους δείχνουν σχεδόν πάντοτε ντυμένους, έστω ελαφρά. Κι αυτό δεν αφορά μόνο γενικές παραστάσεις του κόσμου της εργασίας, όπως το Work του Madox Brown ή το Le Trαvαil του Alfred Roll ( 1881) -μια σκηνή οικοδομικής εργασίας σε ανοιχτό χώρο-, αλλά και ρεαλιστι­κούς πίνακες ή εικονογραφήσεις.28 Φυσικά, μπορούσε κανείς να δει ερ­γάτες με γυμνά κορμιά, για παράδειγμα κάποιους, όχι βέβαια όλους, βρετανούς ανθρακωρύχους στις στοές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι εργά­τες θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ρεαλιστικά ημίγυμνοι, όπως στους Rαboteurs de pαrquet (Γυαλιστές πατώματος) του G. Caillebotte29 ή στη μορφή του εργάτη που σπάζει το κάρβουνο στο έμβλημα του Σωματείου των Εργατών Χυτηρίων ( 1857) . 30 Στην πραγματική ζωή, ωστόσο, αυτές ήταν ειδικές περιπτώσεις. Κατά δεύτερο λόγο, η εικόνα του γυμνού εί­ναι αντιρεαλιστική, επειδή απέκλειε το ευρύ σώμα των ειδικευμένων και εργοστασιακών εργατών, στους οποίους ποτέ δε θα περνούσε απ' το μυαλό να δουλέψουν δίχως να φοράνε πουκάμισο και οι οποίοι αποτε­λούσαν τις περισσότερες φορές τον κορμό του οργανωμένου εργατικού κινήματος.

Δεν είναι βέβαιο το πότε ακριβώς κάνει την εμφάνισή του ο ημίγυ­μνος εργάτης. Το σίγουρο είναι ότι ένα από τα πρώτα γλυπτά που πα­ριστάνουν προλετάριους, ο λατόμος του Westmacott στο μνημείο του Penrhyn, στο Bangor ( 1821),31 είναι ντυμένος, ενώ η, ίσως ημιαλληγορική, χωριατοπούλα που είναι δίπλα του, έχει μάλλον γυμνό το ντεκολτέ. Εν πάση περιπτώσει, από τη δεκαετία του 1880 και μετά είναι συνηθισμέ­νος στη γλυπτική στο έργο του Βέλγου Constantin Meunier, του πρώτου ίσως καλλιτέχνη που αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην αναπαράσταση του χειρώνακτα εργάτη. Ίσως και στο έργο του κομμουνάρου Dalou, του

τους σεβόμαστε, γιατί ανήκουν στους πρωτοπόρους. Η απλή, γυμνή αλλά μοντέρνα μορ­φή, όπως την ανανέωσαν οι Hennor και Lefevre, στέκει ψηλά [ ... ] Αλλά οι αγρότες και οι δουλευτές, στο κάτω κάτω, δεν είναι γυμνοί και δεν είναι απαραίτητο να τους φανταζό­μαστε γυμνούς. Όσο περισσότερο οι ζωγράφοι αρχίζουν να ζωγραφίζουν μορφές εργατών και αγροτών τόσο πιο πολύ μ' αρέσουν . . . » , Vincent van Gogh, The CompIete Letters ο/ Vincent van Gogh, τόμο 2, Λονδίνο 1958, σ. 400, 402. Οφείλω αυτή την αναφορά στον Francis Haskell.

28. F.D. K1ingender, ΑτΙ and the IndustriaI RevoIution, Λονδίνο 1947, εικόνες 10, 47, 57 , 90, 92, 103' Paul Brandt, Schaffende Arbeit und biIdende Kunst, τόμο 2, Λειψία 1927-1928, σ. 240 Κ.ε.

29. Ρ. Brandt, Schaffende Arbeit . . . , ό.π., σ. 243, εικόνα 314. 30. R .A. Leeson, United We Stand, ό.π., σ. 23. 31. Nicholas Penny, Church Monuments in Romαntic EngIand, New Ηaven-Λονδίνο 1977, ει­

κόνα 138.

Page 150: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

οποίου το ημιτελές μνημείο για την εργασία περιέχει παρόμοια μοτίβα. Προφανώς κυριαρχούσε πολύ περισσότερο στη γλυπτική, η οποία, λόγω μακράς παράδοσης, είχε μια πολύ ισχυρότερη τάση να παρουσιάζει την ανθρώπινη μορφή γυμνή απ' ό,τι η ζωγραφική. Πράγματι, οι μορφές στα σχέδια και τους πίνακες του Meunier είναι πολύ πιο συχνά ρεαλιστικά ντυμένες, και όπως έχει δειχθεί για ένα τουλάχιστον από τα θέματά του, τους λιμενεργάτες που ξεφορτώνουν ένα πλοίο, ήταν γυμνοί μόνο στο τρισδιάστατο πρόπλασμα για ένα μνημείο της εργασίας. 32 Ίσως αυτός να είναι ένας λόγος για τον οποίο η ημίγυμνη μορφή κυριαρχεί λιγότερο στην περίοδο της Δεύτερης Διεθνούς, όταν το σοσιαλιστικό κίνημα δεν ή ­ταν σε θέση ακόμα ν α παραγγέλνει πολλά δημόσια μνημεία, σ ε αντίθεση με τη μετά το 1917 Σοβιετική Ρωσία. Παρότι όμως η σύγκριση ζωγραφι­κών εικόνων και γλυπτών είναι παραπλανητική, μπορούμε να συναντή­σουμε το γυμνό ανδρικό κορμό εδώ κι εκεί και σε δυσδιάστατα εμβλή­ματα, λάβαρα και άλλες εικόνες του εργατικού κινήματος ακόμα και το δέκατο ένατο αιώνα. Στη γλυπτική, βέβαια, θριάμβευσε μετά το 1917 στη Σοβιετική Ρωσία, με τίτλους όπως Εργάτης, Τα όπλα του προλετα­ριάτου και Μνημείο για τη Ματωμένη Κυριακή του 1905. 33 Άλλωστε, αυ­τό το εικαστικό μοτίβο δεν έχει ακόμα εξαντληθεί, αφού ένα άγαλμα της δεκαετίας του 1970 που ονομάζεται Η Φιλία των λαών, παριστάνει το γνωστό μας ημίγυμνο Ηρακλή να κραδαίνει ένα σφυρΙ 34

Για τη ζωγραφική και τη χαρακτική ήταν πιο δύσκολο να κόψουν τους δεσμούς με το ρεαλισμό. Δεν είναι εύκολο να βρούμε ημίγυμνους εργά­τες στην ηρωική εποχή της ρωσικής επαναστατικής αφίσας. Ακόμα και ο συμβολικός πίνακας Τρουντ (Δουλευτής) παρουσιάζει έναν εξιδανικευμέ­νο νέο άνδρα που είναι ντυμένος με τα ρούχα της δουλειάς, και περι­βάλλεται από τα εργαλεία ενός ειδικευμένου τεχνίτη,35 και όχι το γνω­στό, υπερβολικά μυώδη και βασικά ανειδίκευτο Τιτάνα. Ο πανίσχυρος άνδρας που σπάζει με το σφυρί τις αλυσίδες που δένουν την υφήλιο, και συμβολίζει την Κομμουνιστική Διεθνή στα εξώφυλλα του περιοδικού της από το 1920, έχει ντυμένο, έστω πολύ στοιχειωδώς, το πάνω μέρος του σώματος. Οι συμβολικές διακοσμήσεις του περιοδικού στα πρώτα του τεύχη δεν είχαν ανθρώπινες μορφές: αστέρια, ακτίνες, σφυριά, δρεπάνια, στάχυα, κυΨέλες, κέρατα της αφθονίας, τριαντάφυλλα, αγκάθια, σταυ­ρωτοί δαυλοί και αλυσίδες. Υπήρχαν και πιο μοντέρνες εικόνες, όπως

32. Ρ . Brandt, Schaffel1de Arbeit . . . , ό.π., σ. 270. 33. Ι.Ε. Grabar - ν.Ν. Lazarev - F.S. Kamenov. Istoriya Russkogo Isskusstva, Μόσχα 1957,

τόμο 11, σ. 33, 83, 359. 381, 431. 34. Tsigal - Burganov - Svetlov - Chemov (επιμ. ), Sovietskaya Sku/ptura 74, Μόσχα 1976,

σ. 52. 35. Ι .Ε. Grabar, χ.ά., Istoriya RI/sskogo Isskusstva, ό.π., σ. 150.

Page 151: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

στυλιζαρισμένες τσιμινιέρες σε στυλ αρ νουβό36 και ιμάντες μεταβίβα­σης, δεν υπήρχαν όμως ημίγυμνοι εργάτες. Οι προπαγανδιστικές φωτο­γραφίες τέτοιων ανδρών, αν υπάρχουν καθόλου, δεν πληθαίνουν πριν το πρώτο Πενταετές Πλάνο. 37 Ωστόσο, αν και η πρόοδος του δυσδιάστατου γυμνού κορμού ήταν πιο αργή απ' όσο θα περίμενε κανείς, η εικόνα ή­ταν οικεία. Έτσι, είναι το σύμβολο που διακοσμεί το εξώφυλλο της γαλ­λικής έκδοσης του Compte rendu analytique του 50υ Συνεδρίου της Κομι­ντέρν (Παρίσι 1924).

Γιατί ο γυμνός κορμός ; Το ερώτημα αυτό μπορούμε εν συντομία μόνο να το εξετάσουμε, μας οδηγεί όμως πίσω στη γλώσσα της εξιδανικευμέ­νης και συμβολικής αναπαράστασης καθώς και στην ανάγκη να αναπτυ­χθεί μια τέτοια γλώσσα για το σοσιαλιστικό επαναστατικό κίνημα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι η αισθητική θεωρία του δέκατου όγδοου αιώνα συνέδεε το γυμνό κορμί με την εξιδανίκευση του ανθρώπου, συ­χνά εντελώς συνειδητά όπως συμβαίνει στον Βίνκελμαν. Ένα εξιδανικευ­μένο πρόσωπο (που δεν είναι το ίδιο με μια αλληγορική φιγούρα) δεν μπορεί να ντύνεται με τα ρούχα της πραγματικής ζωής και, ει δυνατόν, θα πρέπει να παρουσιάζεται δίχως ρούχα, όπως π.χ. οι γυμνοί ανδριά­ντες του Ναπολέοντα. Ο ρεαλισμός δεν είχε θέση σε μια τέτοια αναπα­ράσταση. Όταν ο Σταντάλ ασκούσε κριτική στον Νταβίντ, με το επιχεί­ρημα ότι θα ήταν αυτοκτονικό αν οι πολεμιστές της αρχαιότητας πήγαι­ναν στη μάχη γυμνοί, φορώντας μόνο κράνος, ξίφος κι ασπίδα, πολύ α­πλά επεσήμαινε, με το συνήθη προβοκατόρικο τρόπο του, το ασυμβίβα­στο ανάμεσα στις ρεαλιστικές και τις συμβολικές αξιώσεις της τέχνης. Το σοσιαλιστικό κίνημα όμως, παρά τη βαθιά του προσήλωση στην καλ­λιτεχνική αρχή του ρεαλισμού -μια προσήλωση που ανάγεται στην εποχή των Σαινσιμονιστών-, είχε ανάγκη από μια συμβολική γλώσσα, με την ο­ποία να προβάλει τα ιδεώδη του. Όπως είδαμε, τα εμβλήματα και τα λάβαρα των βρετανικών συνδικάτων -που σωστά έχουν χαρακτηριστεί από τον Klingender ως η «αληθινή λα'ίκή τέχνη της Βρετανίας του δέκα­του ένατου αιώνα»38- είναι ένας συνδυασμός ρεαλισμού, αλληγορίας και συμβολισμού. Είναι ίσως η τελευταία γόνιμη μορφή αλληγορικής και συμβολικής γλώσσας, πέρα από τη δημόσια μνημειακή γλυπτική. Μια ε­ξιδανικευμένη παρουσίαση του θέματος του κινήματος της ίδιας της μα­χόμενης εργατικής τάξης θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να εμπλέξει τη

36. Στη Ρωσία αυτό το μοτίβο εμφανίζεται ήδη το 1905-1907. 37. Την πρώτη φωτογραφία αυτού του είδους «<ο σοσιαλιστικός άνθρωπος και ο εν­

θουσιασμός του είναι ο κινητήρας της οικοδόμησης») την έχουμε το 1932, σε ένα έργο που υμνεί τα δεκαπεντάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Fiirιjzehrι Eiserrιe Schritte. Eίrιε Buch der Tatsacherι aus der Sowjeturιiorι, Βερολίνο 1932.

38. F.D. K]jngender, Art and the Irιdustrial Revolution, ό.π., εικόνα χν.

Page 152: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

χρήση του γυμνού - όπως βλέπουμε στο λάβαρο του Εξαγωγικού Πα­ραρτήματος του Σωματείου Λιμενεργατών στη δεκαετία του 1890, όπου μια γυμνή μυώδης μορφή, με ελαφρά ντυμένους τους λαγόνες της, γονα­τίζει πάνω σε έναν βράχο παλεύοντας με ένα μεγάλο πράσινο ερπετό και περιβαλλόμενη από ταφιαστά μότο.39 Με δυο λόγια, αν και η έντα­ση μεταξύ ρεαλισμού και συμβολισμού παρέμενε, ήταν ακόμα δύσκολο να επινοηθεί ένα πλήρες συμβολικό λεξιλόγιο δίχως το γυμνό. Από την άλλη, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το τελείως γυμνό δεν ήταν πια απο­δεκτό. Δε θα μπορούσε εύκολα να παραβλεφθεί το παράλογο του πίνα­κα του 1927 Ομάδα: Οκτώβρης,40 στον οποίο αναπαρίστανται τρεις μυώ­δεις άνδρες, που δε φορούν τίποτα, εκτός από ένα καπέλο του Κόκκινου Στρατού που φοράει ο ένας απ' αυτούς, και φέρουν σφυριά και λοιπό κατάλληλο εξοπλισμό. Μπορούμε να εικάσουμε πως η εικόνα του γυ­μνού μπούστου εκφράζει λοιπόν έναν συμβιβασμό μεταξύ συμβολισμού και ρεαλισμού. Στο κάτω κάτω υπήρχαν και κάποιοι πραγματικοί εργά­τες που μπορούσαν να παρουσιαστούν έτσι.

Μας έχει μείνει ένα τελευταίο, αλλά κρίσιμο, ερώτημα. Γιατί η μαχό­μενη εργατική τάξη να συμβολίζεται αποκλειστικά από έναν αρσενικό κορμό; Εδώ μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις. Μπορούμε να προ­τείνουμε δύο γραμμές υποθέσεων.

Η πρώτη έχει να κάνει με τις αλλαγές στον πραγματικό έμφυλο κατα­μερισμό εργασίας στην καπιταλιστική εποχή, τόσο τον παραγωγικό όσο και τον πολιτικό. Ένα παράδοξο της εκβιομηχάνισης του δέκατου ένα­του αιώνα είναι ότι, στερώντας τον παραγωγό από τα μέσα παραγωγής, επιτείνει τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στην (απλήρωτη) δουλειά του νοικοκυριού και την (πληρωμένη) δουλειά έξω απ' αυτό. Στην προβιομηχανική ή την πρωτοβιομηχανική οικονομία (γεωργία, βιο­τεχνική παραγωγή, μικρά εργαστήρια, οικοτεχνία, κ.ο.κ.), το νοικοκυριό και η παραγωγή αποτελούσαν γενικά μια ενιαία ή συνδυασμένη μονάδα, και παρότι αυτό σήμαινε συνήθως ότι οι γυναίκες δούλευαν πολύ περισ­σότερο -μια που έκαναν το μεγαλύτερο μέρος του νοικοκυριού και μοι­ράζονταν και την υπόλοιπη δουλειά-, δεν περιορίζονταν σε μια μορφή ερ­γασίας. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της μεγάλης εξάπλωσης του «πρω­το-βιομηχανισμού» (της οικοτεχνίας) -η οποία μελετήθηκε τα τελευταία χρόνια-, οι παραγωγικές διαδικασίες που επικράτησαν, μείωσαν ή ακό­μα και εξάλειψαν τις διαφορές ανάμεσα στην εργασία ανδρών και γυ-

39. (,Ενα πλήγμα για έναν είναι πλήγμα για όλους». «Θα πολεμήσουμε και ίσως πεθά­νουμε, ποτέ όμως δε θα παραδοθούμε». «Αυτός ο πόλεμος είναι ιερός / και δε θα πάψου­με / μέχρι που όλη η φτώχεια / η πορνεία και η εκμετάλλευση / να σαρωθεί». J. Gorman, Banner Bright, ό.π., σ. 130.

40. Ι .Ε. Grabar, κ.ά., Istoriya Russkogo Isskusstva, ό.π., εικόνα χι, σ. 431.

Page 153: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ 153

ναικών, γεγονός που είχε βαθιές επιπτώσεις στους κοινωνικούς και έμ­φυλους ρόλους και τις συμβάσεις των δύο φύλων.41

Από την άλλη, στην όλο και πιο συνηθισμένη κατάσταση του εργάτη

που δουλεύει για λογαριασμό ενός εργοδότη μέσα σε έναν χώρο εργα­

σίας που ανήκει στον εργοδότη, σπίτι και δουλειά είναι διαχωρισμένα.

Κανονικά, ο άνδρας ήταν αυτός που έπρεπε να φύγει κάθε μέρα για το

μεροκάματο, και η γυναίκα αυτή που έμενε σπίτι. Κανονικά, οι γυναί­

κες, αν εργάζονταν ποτέ εκτός σπιτιού, το έκαναν μόνο πριν από το γά­

μο ή μετά απ' αυτόν, ως χήρες ή χωρισμένες, ή όταν ο σύζυγος ήταν ανί­

κανος να κερδίσει αρκετά για να συντηρήσει γυναίκα και οικογένεια, και

στην περίπτωση αυτή μάλλον μόνο για όσο διάστημα ήταν ανίκανος.

Και αντιστρόφως, μια απασχόληση στην οποία ένας ενήλικος άνδρας δεν

μπορούσε να κερδίσει ένα οικογενειακό εισόδημα, εθεωρείτο -αυτονόη­

τα- κακοπληρωμένη . Ήταν λοιπόν φυσικό το εργατικό κίνημα να έχει την

τάση να υπολογίζει τον επιθυμητό κατώτατο μισθό βάσει ενός μόνο (στην

πράξη αρσενικού) «κουβαλητή» της οικογένειας, και να θεωρεί την ερ­

γαζόμενη σύζυγο ως σύμπτωμα μιας ανεπιθύμητης οικονομικής κατάστα­

σης. Και πράγματι, η κατάσταση ήταν συχνά ανεπιθύμητη, και πάρα

πολλές παντρεμένες γυναίκες αναγκάζονταν να δουλεύουν για κάποιο

μισθό ή το αντίστοιχό του, αν κι ένα μεγάλο ποσοστό απ' αυτές το έκα­ναν μέσα στο σπίτι, δηλαδή έξω από την ακτίνα δράσης των εργατικών κινημάτων. 42 Επιπλέον, ακόμα και σε βιομηχανικούς κλάδους στους ο­

ποίους ήταν καθιερωμένο να δουλεύουν παντρεμένες γυναίκες -όπως στην υφαντουργία του Lancashire-, η έκταση του φαινομένου ίσως να μεγαλοποιείται. Στο Blackbum το 38% των παντρεμένων και χήρων γυ­ναικών εργαζόταν έμμισθα το 1938, όμως στο Bolton μόνο το 15%. 43

Με δυο λόγια, οι συνηθισμένες γυναίκες από τη στιγμή που παντρεύ­ονταν προτιμούσαν να σταματούν να εργάζονται έμμισθα εκτός σπιτιού . Η Βρετανία, όπου το 1911 μόνο το 11% των έμμισθα εργαζομένων γυ­ναικών είχαν συζύγους και μόνο το 10% των παντρεμένων γυναικών ερ­γάζονταν, αποτελούσε ίσως μια ακραία περίπτωση' αλλά ακόμα και στη Γερμανία (1907), όπου το 30% των έμμισθα εργαζομένων γυναικών είχαν συζύγους, η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα ήταν έκδηλη. Για κάθε μία

41. Peter Kriedte - Hans Medick - Jίirgen Schlumbohm, Industrialisierung υοτ der Industrialiserung, Gottingen 1977, κεφ. 2-3.

42. Έτσι στη Γαλλία, το 56% όλων των γυναικών που απασχολούνταν στη βιομηχανία το 1906 δούλευαν στην υφαντουργία, η οποία επίσης απασχολούσε το 50% των γυναικών στη βελγική βιομηχανία (1890), το 25% στη γερμανική (1907), και το 36% στη βρετανική βιομηχανία ( 1891). Peter Ν. Stearns, Lives ο/ Labour: Work ίπ α Maturing Industrial Society, Λονδίνο 1975, παράρτημα 111, σ. 365.

43. D.C. Marsh, The Changing Social Structure ο/ England and Wales, 1871-1961, αναθεωρη­μένη έκδοση, Λονδίνο 1965, σ. 129.

Page 154: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 54 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

σύζυγο που δούλευε έμμισθα στις ηλικίες ανάμεσα στα είκοσι πέντε και στα σαράντα, υπήρχαν τέσσερις εργαζόμενοι σύζυγοι.44 Η θέση της πα­ντρεμένης γυναίκας δεν είχε ακόμα μεταβληθεί ουσιαστικά από την τά­ση -που παρατηρείται μάλλον μετά το 1900- των γυναικών να μπαίνουν στη βιομηχανία σε μεγαλύτερους αριθμούς, και από την αυξανόμενη ποικιλία απασχολήσεων και Ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων για τα ανύ­παντρα κορίτσια.45 «Η τάση να αποκτήσει ένας μεγαλύτερος αριθμός γυναικών μια συγκεκριμένη απασχόληση, δεν είχε ακόμα σταθεροποιηθεί στο γύρισμα του αιώνα». 46 Αυτό αξίζει να το τονίσουμε, μια που μερι­κές φεμινίστριες ιστορικοί επιχείρησαν, για λόγους δύσκολο να κατανοη ­θούν, να το αρνηθούν. Η εκβιομηχάνιση του δέκατου ένατου αιώνα (σε αντίθεση με την εκβιομηχάνιση του εικοστού αιώνα) έτεινε να καταστή­σει το γάμο και την οικογένεια ως τη βασική σταδιοδρομία για τη γυναί­κα της εργατικής τάξης που δεν ήταν υποχρεωμένη, λόγω απόλυτης φτώχειας, να κάνει κι άλλη δουλειά.47 Στο βαθμό που η γυναίκα δούλευε έμμισθα πριν το γάμο, έβλεπε τη μισθωτή εργασία σαν μια προσωρινή, αν και σίγουρα επιθυμητή, φάση της ζωής της. Από τη στιγμή που πα­ντρευόταν, ανήκε πλέον στο προλεταριάτο όχι σαν εργάτρια αλλά σαν σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά εργατών.

Πολιτικά, η προβιομηχανική πάλη των φτωχών όχι μόνο πρόσφερε στις γυναίκες έναν ευρύ χώρο συμμετοχής δίπλα στους άνδρες -κανένα φύλο δεν είχε πολιτικά δικαιώματα, όπως δικαίωμα Ψήφου-, αλλά από μερι­κές απόψεις τους έδινε και έναν ειδικό και ηγετικό ρόλο. Η πιο συνηθι­σμένη μορφή πάλης ήταν η διεκδίκηση κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή η υπεράσπιση αυτού που ο Ε . Ρ. Thompson έχει ονομάσει «ηθική οικονο­μία του πλήθους», μέσα από την άμεση δράση για έλεγχο των τιμών. 48 Σ' αυτή τη μορφή δράσης, που μπορούσε να είναι πολιτικά αποφασιστική

44. W. Woytinsky, Die WeJt in ZαhJen, τόμο 2, Βερολίνο 1926. σ. 76' Gertraud Wolf, Der Frαuenerwerb in den HαuptkuJturstααten, Μόναχο 1916, σ. 251.

45. Peter Ν. Stearns στο Martha J. Vicinus (επιμ.), Suffer αnd Βε StiJ: Women in the Victorian Age, ΒΙοοmίngtοn-Λονδίνο 1973. σ. 118.

46. D.C. Marsh. The Chαnging SociaJ Structure . . . , ό.π., σ. 129. 47. Το πρόβλημα που θίγεται εδώ παρουσιάζεται θαυμάσια στο Louise Α. ΤίΙΙΥ - Joan

W. Scott. Women, Work and FαmiJy. Νέα Υόρκη 1978, ιδίως κεφ. 8 και σ. 228-229. Αυτή η ε­ξαιρετική διαπραγμάτευση επιβεβαιώνει την παρούσα ανάλυση. ειδικά στο βαθμό που το­ποθετεί την εμφάνιση αυτής της φάσης της οικονομίας, όταν «η νέα οργάνωση της βιο­μηχανίας απαιτούσε κυρίως μια ανδρική εργατική δύναμη» και όταν «στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της συζυγικής της ζωής μια γυναίκα υπηρετούσε την οικογένειά της ως ειδική στην ανατροφή των παιδιών και στις καταναλωτικές δραστηριότητες», στην πε­ρίοδο ακριβώς που το μαζικό εργατικό κίνημα αναδυόταν στις βιομηχανικά προηγμένες χώρες.

48. Ε.Ρ. Thompson. «The Moral Economy of the English Crowd ίπ the Eighteenth Century», Past and Present, τχ. 50 (1971).

Page 155: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ 155

-ας θυμΎJθOύμε ΤΎJν πορεία των γυναικών στις Βερσαλλίες το 1789-, οι γυναίκες όχι μόνο έμπαιναν μπροστά, αλλά και ήταν αναμενόμενο να το κάνουν. Όπως σωστά αναφέρει ΎJ Luisa Accati : «σε πολλές περιπτώσεις (θα έλεγα μάλιστα σχεδόν σε όλες) οι γυναίκες έχουν τον αποφασιστικό ρόλο, είτε γιατί αυτές είναι που θα πάρουν ην πρωτοβουλία είτε γιατί αποτελούν ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλήθους».49 Δεν είναι ανάγΚΎJ να αναφερθούμε εδώ σΤΎJ γνωστή ΠΡOβΙOμΎJχανική πρακτική κατά ΤΎJν οποία οι εξεγερθέντες άνδρες αναλαμβάνουν δράσΎJ μεταμφιεσμένοι σε γυναί­κες, όπως στις λεγόμενες ταραχές ης Ρεβέκκας σην Ουαλλία (1843).

Ακόμα περισσότερο, ΎJ τυπική επανάστασΎJ των πόλεων κατά ΤΎJV προ­βιoμΎJχανική εποχή δεν ήταν προλεταριακή, αλλά πλΎJβειακή. Μέσα στον menu peuple, ένα κοινωνικά ετερόκλψο σύνολο που το συνέδεε ΎJ κοινή ταπεινή του θέσΎJ και όχι επαγγελματικά ή ταξικά κριτήρια, οι γυναίκες μπορούσαν να διαδραματίσουν πολιτικό ρόλο, αρκεί μόνο να έβγαιναν στο δρόμο. Μπορούσαν να βOΎJθήσoυν στο στήσιμο οδοφραγμάτων, και το έκαναν. Μπορούσαν να παρασταθούν σ' αυτούς που πολεμούσαν στα οδοφράγματα. Μπορούσαν ακόμα να πολεμήσουν και οι ίδιες ή να φέ­ρουν όπλα. Οι γυναίκες υπάρχουν επίσΎJς και σην εικόνα ης σύγχρoνΎJς «λαϊκής επανάστασΎJς» σε μια μεγάλΎJ μΎJ-βιoμΎJχανική μψρόπoλΎJ, όπως μπορεί να βεβαιώσει όποιος θυμάται τις σΚΎJνές στους δρόμους ΤΎJς Αβά­νας μετά το θρίαμβο του Φιντέλ Κάστρο.

Από ην άλλΎJ, οι ειδικές μορφές πάλΎJς του προλεταριάτου, το σωμα­τείο και ΎJ απεργία, σε μεγάλο βαθμό τις απέκλειαν ή μείωναν τον ορατό τους ρόλο ως ενεργές συμμετέχουσες, εκτός από λίγους βιoμΎJχανικoύς κλάδους οι οποίοι παρουσίαζαν μεγάλΎJ συγκέντρωσΎJ γυναικείας εργα­σίας. Έτσι το 1896, ο συνολικός αριθμός των γυναικών στα βρετανικά συνδικάτα (εξαιρουμένων των δασκάλων) ήταν 142.000 ή γύρω στο 8%,

αλλά το 60% αυτών βρισκόταν σΤΎJν πολύ καλά oργανωμένΎJ βαμβακουρ­γία. Το 1910 ήταν περίπου το 10%, αλλά παρότι υπήρξε κάποια ανά­πτυξΎJ στο συνδικαλισμό των λευκών κολάρων και των υπαλλήλων κατα­σΤΎJμάτων, ο κύριος όγκος ΤΎJς επέκτασΎJς σΤΎJ βιoμΎJχανία εξακολουθούσε να βρίσκεται σην κλωστοϋφαντουργία. 50 Αλλού ο ρόλος τους ήταν πράγ­ματι αποφασιστικός, αλλά διακριτός, ακόμα και σε μικρά κέντρα βΙOμΎJ­χανίας και ορυχείων, όπου κατοικία, εργασία και κοινόητα ήταν αδιαχώ­ριστα. Παρότι σ' αυτά τα μέΡΎJ ο ρόλος τους στις απεργίες ήταν δΎJμόσΙOς, ορατός και καθοριστικός, δεν ήταν, ωστόσο, αυτές που απεργούσαν.

49. L. Levi Accati, «Vive le roi sans taille et sans gabelle: una discussione sulle rivolte contadine», Quaderni Storici, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1972, σ. 1078, Το σχόλιο του Heine για τον Ντελακρουά αντανακλά το ρόλο των γυναικών της αγοράς.

50, Η.Α. Clegg - Alan Fox - A.F. Thompson, Α History ΟΙ British Trade Unions since 1889, τόμο 1, Οξφόρδη 1964, σ. 469-470.

Page 156: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Επιπλέον, εκεί όπου η δουλειά των ανδρών και η δουλειά των γυναι­κών δεν �ταν τόσο διαχωρισμένη και διακριτ� ώστε να μην τίθεται ζ�τη­μα ανάμειξης, η συν�θης στάση των ανδρών συνδικαλιστών απέναντι στις γυναίκες που �θελαν να εισέλθουν στην απασχόλησ� τους �ταν, σύμφωνα με τα λόγια των S. και Β . Webb, «δυσφορία και βδελυγμία».51 Ο λόγος �ταν απλός: εφόσον οι μισθοί τους �ταν τόσο πολύ χαμηλότε­ροι, αντιπροσώπευαν μια απειλ� για τα μισθολόγια και τις συνθ�κες ερ­γασίας των ανδρών. Ήταν -για να παραθέσω και πάλι τους Webb- «ως τάξη, οι μεγαλύτεροι εχθροί του βιοτικού επιπέδου του τεχνίτη», αν και βέβαια η στάση των ανδρών επηρεαζόταν πολύ και από αυτό που σ�με­ρα θα ονομάζαμε «σεξισμό», παρά την αυξανόμενη επίδραση των αρι­στερών ιδεών:52 «ο αξιoπρεπ�ς τεχνίτης τρέφει μια ενστικτώδη απέχθεια για την αδιάκριτη ανάμειξη ανδρών και γυναικών στην καθημεριν� συ­ναναστρoφ�, είτε μέσα στο χώρο εργασίας είτε σ' ένα κλαμπ ».53 Έτσι, η ΠOλιτικ� όλων των συνδικάτων που �ταν σε θέση να το κάνουν, �ταν να αποκλείουν τις γυναίκες από τη δουλειά τους, ενώ ακόμα και τα συνδι­κάτα που δεν �ταν σε θέση να το κάνουν (για παράδειγμα οι υφαντουρ­γοΟ, προσπαθούσαν να διαχωρίζονται τα δύο φύλα �, τουλάχιστον, να α­ποφεύγεται οι γυναίκες και τα κορίτσια να δουλεύουν «σε συνάφεια με τους άνδρες, ειδικά όταν είχαν στο παρελθόν συναναστραφεί με άλλες γυναίκες εργάτριες». 54 Έτσι λοιπόν, ο συνδυασμός του φόβου του οικο­νομικού ανταγωνισμού των εργατριών και της υπεράσπισης της «ηθικ�ς» κρατούσαν τις γυναίκες εκτός των ορίων του εργατικού κιν�ματoς, αν ε ­ξαιρέσουμε το συμβατικό ρόλο που έπαιζαν ω ς μέλη της οικογένειας.

Το παράδοξο με το εργατικό κίνημα είναι λοιπόν, ότι ενώ προωθούσε μια ιδεολογία ισότητας και χειραφέτησης των φύλων, στην πράξη απο­θάρρυνε την κoιν� συμμετoχ� ανδρών και γυναικών στις εργατικές διαδι­κασίες. Για τη μειοψηφία των χειραφετημένων γυναικών όλων των τάξε­ων, περιλαμβανομένων των εργατριών, παρείχε τις καλύτερες ευκαιρίες για να αναπτυχθούν ως άνθρωποι, και μάλιστα ως ηγετικές και δημόσιες μορφές. Ίσως μάλιστα να �ταν το μόνο περLβάλλoν στο δέκατο ένατο αι­ώνα που τους έδινε τέτοιες δυνατότητες. Και δεν πρέπει να υποτιμούμε την επίδραση που είχε πάνω στη μέση γυναίκα της εργατικ�ς τάξης, α­κόμα και την παντρεμένη, ένα κίνημα που μιλούσε για γυναικεία απε­λευθέρωση. Σε αντίθεση με τα «προοδευτικά» μικροαστικά κιν�ματα τα οποία, όπως οι γάλλοι ριζοσπάστες σοσιαλιστές, σχεδόν επιδεικνύανε με καμάρι τον ανδρικό τους σωβινισμό, το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα

51. S. και Β. Webb, Industrial Democracy, Λονδίνο 1897, σ. 496. 52. Στο ίδιο, σ. 497. 53 . Στο ίδιο, σ. 496-497. 54. Στο ίδιο, σ. 497.

Page 157: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ 157

προσπαθούσε να ξεπεράσει τις τάσεις, μέσα στο προλεταριάτο και αλ­

λού, που προάσπιζαν ην ανισότητα των φύλων, έστω κι αν δεν το πετύ­

χαινε όσο θα ήθελε. 55 Είναι ενδεικτικό ότι το σημαντικότερο έργο του

χαρισματικού ηγέτη των γερμανών σοσιαλιστών, του Αύγουστου Μπέ­

μπελ -και μακράν το πιο δημοφιλές έργο σοσιαλιστικής προπαγάνδας

στη Γερμανία εκείνη την περίοδο-, ήταν το βιβλίο του Γυναίκα και Σο­

σιαλισμός.56 Την ίδια στιγμή όμως, το εργατικό κίνημα ασυναίσθητα έ­

σφιγγε τα δεσμά που κρατούσαν την πλειονότητα των (μη έμμισθων)

παντρεμένων γυναικών της εργατικής τάξης στον επιβεβλημένο και υπο­

τακτικό κοινωνικό τους ρόλο. Και όσο πιο ισχυρό γινόταν ως μαζικό κί­

νημα τόσο πιο αποτελεσματική γινόταν και αυτή η τροχοπέδη στην απε­

λευθερωτική θεωρία και πρακτική του, μέχρι τουλάχιστον την εποχή που οι οικονομικές αλλαγές κατέστρεψαν τη βιομηχανική φάση του έμφυλου

καταμερισμού εργασίας του δέκατου ένατου αιώνα. Υπό μία έννοια λοι­

πόν, η εικονογραφία του κινήματος αντανακλά την ασυνείδητη ενίσχυση

του έμφυλου καταμερισμού εργασίας. Παρά και ενάντια στις συνειδητές

προθέσεις του κινήματος, η εικόνα του εξέφραζε τη βαθιά «αρρενωπό­

τητα» της πρωταρχικής μορφής προλεταριακής πάλης πριν το 1914, δη­λαδή της συνδικαλιστικής πάλης.

Μπορεί τώρα να αποσαφηνιστεί το γιατί, παραδόξως, η ιστορική με­τάβαση από μια εποχή πληβειακών και δημοκρατικών κινημάτων σε μια

εποχή προλεταριακών-σοσιαλιστικών κινημάτων οδήγησε εικονογραφικά

σε μια υποβάθμιση του ρόλου της γυναίκας. Υπάρχει, ωστόσο, κι ένας άλλος παράγοντας που ενίσχυσε την «ανδροποίηση » του κινήματος: η παρακμή του κλασικού προβιομηχανικού χιλιασμού. Πρόκειται για μια ακόμα πιο παρακινδυνευμένη υπόθεση και την αναφέρω με πολλές επι­φυλάξεις.

Όπως είπα ήδη, στην εικονογραφία της Αριστεράς η γυναικεία μορφή προβαλλόταν περισσότερο ως μια εικόνα της ουτοπίας: η θεά της ελευ­θερίας, το σύμβολο της νίκης, η μορφή που έδειχνε προς την τέλεια κοι­νωνία του μέλλοντος. Και πράγματι, οι ιδεατές εικόνες της σοσιαλιστι­κής ουτοπίας ήταν εικόνες φύσης, γονιμότητας, ανάπτυξης, ανθοφορίας, όπου ταίριαζαν γυναικείες μεταφορές:

Les generations ecloses Verront fleurir leurs bebes roses Comme eglantiers en Floreal

55. Βλ. Jean Touchard, La Gauche en France depIIis 1900, Παρίσι 1977. σ. 113. 56. Ο φεμινισμός του Μπέμπελ ίσως να συνδέεται με τον ενθουσιασμό του για τον

Φουριέ, για τον οποίο έγραΨε επίσης ένα βιβλίο. Πρέπει ακόμα να αναφέρουμε το έργο του Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, που άσκησε μεγάλη επίδραση.

Page 158: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ce sera Ιa saison des roses . . . Voila ι 'avenir social.

Ε. Pottier57

(ΟΙ γενιές που μπουμπουκιάζουν

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Θα δουν τα ροδαλά μωρά τους ν ' ανθίζουν Σαν αΥριοτριανταφυλλιές την Ά. νοιξη Θα 'ναι η εποχή των ρόδων . . . Ιδού το μέλλον της κοινωνίας) .

ο Eugene Pottier, ο φουριεριστής που έγραψε τη Διεθνή, είναι γεμάτος με εικόνες θηλυκότητας, ακόμα και με την κυριολεκτική έννοια του μη­τρικού στήθους:

pour tes enfants Iongtemps sevres reprends le r6le du mamelle «LΆge d 'Or»

Ah, chassons-la. Dans ΙΌr des bles Mere apparais , les seins gonflees α nos phalanges collectives «La Fille du Thermidor»

Du sein de Ιa nourrice, il coule ce beau jour Une inondation d 'existence et d 'amour. Tout est fecondite, tout pullule et foisonne «Abondance»

Nature . . . Τοί qui gonfles ton sein Pour Ιa famille entiere «La Cremaillere»

(Στα παιδιά σου, που 'ναι καιρό στερημένα Δώσε και πάλι το μαστό σου. «Η Χρυσή Εποχή»

Μες τα χρυσά στάχυα Φανερώσου μητέρα, με τα στήθη γεμάτα Για τις συλλογικές μας φάλαγγες. «Η κόρη του Θερμιδώρ»

Από το στήθος της τροφού πηγάζει αυτή την όμορφη μέρα Μια πλημμύρα ζωής και έρωτα.

57. Eugene Pottier, Οeιιvres completes, επιμέλεια Pierre Brochon, Παρίσι 1966.

Page 159: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

Τα πάντα είναι γονιμότητα, όλα πολλαπλασιάζονται και αφθονούν. «Αφθονία»

Φύση . . . Εσύ που φουσκώνεις το στήθος σου Για όλη την οικογένειά σου . . .

«Η Γιορτή »)

1 59

Το ίδω κάνει, με έναν όχι τόσο νατουραλιστικό τρόπο, και ο Walter Crane, ο οποίος ήταν, όπως είδαμε, αυτός που σε μεγάλο βαθμό εισήγα­γε τα μοτίβα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας στη Βρετανία από τη δε­καετία του 1880 και μετέπειτα. Ήταν εικόνες άνοιξης και λουλουδιών, θερισμού (όπως στον πολύ γνωστό Θρίαμβο της Εργασίας που σχεδίασε το 1891 για την πρωτομαγιάτικη διαδήλωση), κοριτσιών με ανάλαφρα α­νεμίζοντα ρούχα και φρυγικούς σκούφους. 58 Η Δήμητρα ήταν η θεά του κομμουνισμού. 59

Δεν είναι παράξενο ότι η φάση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας που ε­μποτίστηκε περισσότερο από το φεμινισμό, και αυτή που είχε τη μεγα­λύτερη τάση να αποδώσει στις γυναίκες έναν ουσιαστικό, μερικές φορές μάλιστα κυρίαρχο, ρόλο ήταν η ρομαντική-ουτοπιστική εποχή πριν το 1848. Σ' αυτή την περίοδο, βέβαια, σχεδόν δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για σοσιαλιστικό «κίνημα», αλλά μόνο για μικρές και ανοργάνωτες ομάδες. Επιπλέον, σ' αυτές τις ομάδες ο πραγματικός αριθμός και ο ρό­λος των γυναικών ήταν πολύ μικρότερος απ' ό,τι στα χρόνια της μη-ου­τοπιστικής Δεύτερης Διεθνούς. Στη Βρετανία του Οουενισμού και του Χαρτισμού δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να συγκριθεί με το ρόλο των γυναικών ως συγγραφέων, ομιλητριών και ηγετών κατά τις δεκαε­τίες του 1880 και 1890, όχι μόνο στα μεσοαστικά περιβάλλοντα της Φα­βιανής Εταιρείας, αλλά στην πολύ πιο εργατική ατμόσφαιρα του Ανε­ξάρτητου Εργατικού Κόμματος (ILP), για να μην αναφέρουμε μορφές σαν την Ελεωνόρα Μαρξ στο συνδικαλιστικό κίνημα. Επιπλέον, οι γυναί­κες που έγιναν τότε διάσημες, όπως η Beatrice Webb και η Ρόζα Λούξε­μπουργκ, δεν έφτιαξαν τη φήμη τους πάνω στο γεγονός ότι ήταν γυναί-

58. J . Gorman, Bαnner Bright, ό.π., σ. 126. 59. Η εικόνα της ουτοπίας μετατοπιζόταν όλο και περισσότερο από μια εικόνα βασι­

σμένη στη φυσική γονιμότητα σε μια εικόνα βασισμένη στην τεχνολογική και επιστημονική παραγωγικότητα. Και οι δύο ήταν σαφώς παρούσες στον ουτοπικό σοσιαλισμό - βλ. το ποίημα του Pottier, L Άge d 'Or, που παρατίθεται πιο πάνω: " Oh nations, plus de torpeur. / Mille reseaux vous ont nouees. / I;electricite, la vapeur / sont vos servants devoues» , κλπ. (Ω, έθνη ξυπνήστε απ' το λήθαργο! / Έχετε τυλιχτεί με χίλια δίκτυα. / Ο ηλεκτρισμός, ο α­τμός είναι πιστοί σας υπηρέτες). Ωστόσο, εικονογραφικά η φύση/γονιμότητα επικράτησαν επί της τεχνολογίας, τουλάχιστον μέχρι το 1917.

Page 160: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 60 Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κες, αλλά στο ότι ήταν ως άτομα ξεχωριστές, ανεξαρτήτως του φύλου

τους. Παρ' όλα αυτά, ο ρόλος της γυναικείας χεφαφέτησης στη σοσιαλι­

στική ιδεολογία ποτέ δεν ήταν τόσο εμφανής και κεντρικός όσο την πε­ρίοδο του «ουτοπικού σοσιαλισμού».

Αυτό οφείλεται εν μέρει στον καθοριστικό ρόλο που ο σοσιαλισμός

αυτής της περιόδου τους απέδιδε στο γκρέμισμα της παραδοσιακής οι­κογένειας,60 έναν ρόλο που είναι ακόμα πολύ εμφανής στο Κομμουνιστι­κό Μανιφέστο. Η οικογένεια αντιμετωπίζεται σαν ένα σπίτι-φυλακή όχι μόνο για τις γυναίκες, που σε γενικές γραμμές δεν ήταν πολύ δραστή­ριες πολιτικά και μάλλον ούτε πολύ ενθουσιώδεις υποστηρικτές της κα­τάργησης του γάμου, αλλά και για τους νέους, που ελκύονταν πολύ πε­ρισσότερο από τις επαναστατικές ιδεολογίες. Επιπλέον, όπως έχει πα­ρατηρήσει σωστά ο J .F. C . Ηarήsοn, ακόμα και άμεσα εμπεφικά αν το έ­βλεπαν, οι νέοι προλετάριοι θα οδηγούνταν στο συμπέρασμα, ότι «τα κακοφτιαγμένα μικρά σπίτια τους δρούσαν πολύ περιοριστικά και ε­γκλωβιστικά, κι ότι στα πλαίσια μιας κοινότητας θα είχαν τα μέσα να το σπάσουν αυτό: «έχουμε τη δυνατότητα να ζήσουμε σε παλάτια όπως οι πλούσιοι [ . . . ] "αρκεί να υιοθετήσουμε την αρχή της σύμπραξης, την πα­τριαρχική αρχή των μεγάλων οικογενειών, όπως αυτή του Αβραάμ"».61 Η καταναλωτική κοινωνία, σε συνδυασμό -παραδόξως- με την αντικατά­σταση της αλληλοβοήθειας από την κρατική πρόνοια, ήταν εκείνη που υπονόμευσε αυτή την κριτική του ιδιωτικού νοικοκυριού της πυρηνικής οικογένειας.

Ο ουτοπικός σοσιαλισμός απέδιδε όμως στη γυναίκα κι έναν άλλο ρό­λο, που βασικά ήταν παρόμοιος με το ρόλο της γυναίκας στα χιλιαστικά θρησκευτικά κινήματα με τα οποία οι ουτοπιστές είχαν πολλά κοινά ση­μεία. Εδώ οι γυναίκες δεν ήταν μόνο -ίσως ούτε πρωταρχικά- ίσες, ήταν ανώτερες. Ο ειδικός τους ρόλος ήταν αυτός των προφητών, όπως η Joan­na Southcott που ίδρυσε ένα χιλιαστικό κίνημα που άσκησε μεγάλη επφ­ροή στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα στην Αγγλία ή η «femme­mere-messie» (γυναίκα-μητέρα-μεσσίας) της θρησκείας του Σαινσιμονι­σμού.62 Αυτός ο ρόλος πρόσφερε σ' έναν μικρό αριθμό γυναικών και ευ­καφίες για μια δημόσια καριέρα μέσα σ' έναν ανδρικό κόσμο. Μπορού­με να αναφέρουμε τις γυναίκες που ίδρυσαν τα κινήματα της Χριστιανι­κής Επιστήμης και της Θεοσοφίας. Ωστόσο, η τάση των σοσιαλιστικών και εργατικών κινημάτων να ξεκόψουν από το χιλιασμό και να υιοθετή ­σουν μια ορθολογική θεωρία και οργάνωση (τον «επιστημονικό σοσιαλι-

60. J.F.C. Harrison, Robert Owen and the Owenites in Britain and America: The Ques tfor the New Moral World, Λονδίνο 1969, σ. 58-62.

61 . Στο ίδιο, σ. 60-61 .

62. Στο ίδιο, σ. 98, 102, 1 2 1 , για τη συχνότητα των θηλυκών μεσσιών αυτή τηll περίοδο.

Page 161: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ 161

σμό») καθιστούσε αυτόν τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών όλο και πιο περιθωριακό. Ικανές γυναίκες, που είχαν ταλέντο σ' αυτόν το ρόλο, σπρώ­χτηκαν έξω από το κέντρο του κινήματος σε περιθωριακές θρησκείες, οι οποίες Ί'ους παρείχαν μεγαλύτερο πεδίο δράσης. Έτσι, η Annie Besant, κοσμική και σοσιαλίστρια, βρήκε τον προορισμό της και το μεγαλύτερο πολιτικό της ρόλο μετά το 1890 ως μεγάλη ιέρεια της Θεοσοφίας και -μέσω της Θεοσοφίας- ως εμπνεύστρια του ινδικού εθνικοαπελευθερωτι­κού κινήματος.

Ό,τι απέμεινε από τον ουτοπικό/μεσσιανικό ρόλο των γυναικών στο σοσιαλισμό, ήταν η εικόνα της γυναίκας ως έμπνευσης και συμβόλου για έναν καλύτερο κόσμο. Παραδόξως όμως, αυτή η εικόνα από μόνη της δε διέφερε σχεδόν σε τίποτε από «το αιώνιο θηλυκό που μας υψώνει στα ουράνια» (<<das ewig weibliche zieht uns hinan») του Γκαίτε. Πραγματι­κά, δεν ήταν δυνατόν να διαφέρει από την αστική-αρσενική θεωρητική ε­ξιδανίκευση του θηλυκού, η οποία όμως συμβιβαζόταν πολύ εύκολα με την κατωτερότητά του στην πράξη. Στην καλύτερη περίπτωση, η γυναι­κεία εικόνα της εμπνεύστριας έγινε η εικόνα της Ζαν ντ' Αρκ, η οποία αναγνωρίζεται εύκολα στα σχέδια του Walter Crane. Η Ζαν ντ' Αρκ ή ­ταν πράγματι μια εικόνα της γυναικείας αγωνιστικότητας, αλλά δεν α ­ντιπροσώπευε ούτε μία πολιτική ούτε μία προσωπική χειραφέτηση, ούτε ακόμα έναν ακτιβισμό, υπό οποιαδήποτε έννοια, που θα μπορούσε να γίνει μοντέλο για πραγματικές γυναίκες. Ακόμα κι αν παραβλέΨουμε ότι απέκλειε την πλειονότητα των γυναικών που δεν ήταν πλέον παρθένες -δηλαδή τις γυναίκες ως σεξουαλικά όντα-, μέσα στον κόσμο, σε κάθε δεδομένη στιγμή, υπήρχε χώρος, ελέω ιστορίας, για πολύ λίγες Ζαν ντ' Αρκ. Και, άλλωστε, όπως δείχνει και η όλο και πιο ενθουσιώδης υιοθέ­τηση της Ιωάννας από τη γαλλική άκρα Δεξιά, η εικόνα της ήταν πολιτι­κά και ιδεολογικά διφορούμενη. Μπορούσε να αντιπροσωπεύει την ε­λευθερία, μπορούσε και όχι. Μπορούσε να είναι πάνω στα οδοφράγμα­τα, αλλά -σε αντίθεση με την κοπέλα του Ντελακρουά- δεν ανήκε ανα­γκαστικά εκεΙ

Δυστυχώς, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε σήμερα την εικονογραφική ανάλυση του σοσιαλιστικού κινήματος πέρα από ένα σημείο της ιστορίας που είναι ήδη αρκετά μακρινό. Η παραδοσιακή γλώσσα των συμβόλων κάι των αλληγοριών δε μιλιέται και δε γίνεται κατανοητή πλέον, και με την παρακμή της, οι γυναίκες ως θεές και μούσες, ως προσωποποιήσεις της αρετής και των ιδεωδών, ακόμα και ως Ιωάννες της Λωραίνης, έχα­σαν την ειδική τους θέση μέσα στην πολιτική εικονογραφία. Ακόμα και το περίφημο διεθνές σύμβολο της Ειρήνης της δεκαετίας του 1950 δεν ή ­ταν πλέον μια γυναίκα, όπως σίγουρα θ α ήταν το δέκατο ένατο αιώνα, αλλά το περιστέρι του Πικάσο. Το ίδιο ισχύει και για τις ανδρικές εικό-

Page 162: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

νες, αν και ο προμηθε'ίκός άνδρας που κραδαίνει το σφυρί επιβίωσε πε­ρισσότερο ως προσωποποίηση του κινήματος και της πάλης. Η εικονο­γραφία του κινήματος από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ας πούμε, και μετά δεν είναι παραδοσιακή. Δε διαθέτουμε ακόμα τα αναλυτικά εργαλεία να την ερμηνεύσουμε, να κάνουμε για παράδειγμα συμβολικές αναγνώσεις του κυριότερου σύγχρονου εικονογραφικού μέσου, που είναι δήθεν ρεαλιστικό, της φωτογραφίας και του κινηματογράφου.

Η εικονογραφία δεν μπορεί λοιπόν να φωτίσει σήμερα τις σχέσεις αν­δρών-γυναικών στο σοσιαλιστικό κίνημα των μέσων του εικοστού αιώνα, με τον τρόπο που μπορεί να το κάνει για το δέκατο ένατο αιώνα. Μπο­ρούμε, όμως, να κάνουμε μια τελευταία υπόθεση σε σχέση με την ανδρι­κή εικόνα. Η εικόνα αυτή, όπως ήδη είπαμε, είναι από ορισμένες από­Ψεις παράδοξη, μια που δεν εξιδανικεύει τόσο τον εργάτη όσο την κα­θαρή μυ'ίκή προσπάθεια' όχι την ε υφυΤα , την ειδίκευση και την εμπειρία, αλλά την κτηνώδη δύναμη - ακόμα και, όπως στον περίφημο σιδηρουργό του Meunier, μια σωματική προσπάθεια που ουσιαστικά αποκλείει και ε­ξουθενώνει το μυαλό. Μπορεί κανείς να επισημάνει καλλιτεχνικούς λόγους αυτού του φαινομένου. Όπως λέει ο Brandt, στον Meunier, «το προλετα­ριάτο μεταμορφώνεται σε έλληνα αθλητή »,63 και γι' αυτή τη μορφή της εξι­δανίκευσης η έκφραση της ευφυ'ιας δεν ταιριάζει. Μπορεί κανείς να δει και ιστορικούς λόγους γι' αυτό. Η περίοδος 1870-1914 ήταν πάνω απ' όλα μια περίοδος στην οποία η βιομηχανία στηριζόταν σε μια μαζική εισροή ανειδίκευτης, αλλά σωματικά δυνατής εργασίας, που έπρεπε να φέρει εις πέρας το πολύ μεγάλο ποσοστό αποειδικευμένων και έντασης εργα­σίας καθηκόντων, μια περίοδος όπου το δραματικό περιβάλλον του σκο­ταδιού, της φλόγας και του καπνού συμβόλιζε την επανάσταση στην ι ­κανότητα του ανθρώπου να παράγει μέσω της ατμοκίνητης βιομηχανίας.

Όμως, όπως γνωρίζουμε, ο κύριος όγκος των αγωνιστών του οργανω­μένου εργατικού κινήματος αυτής της περιόδου αποτελείτο ουσιαστικά, αν αφήσουμε κατά μέρος την ομολογουμένως σημαντική στρατιά των ανθρακωρύχων, από ειδικευμένους άνδρες. Πώς εξηγείται το ότι μια ει­κόνα που παραβλέπει κάθε γνώρισμα του είδους της εργασίας που κά­νουν αυτοί, καθιερώθηκε ως η έκφραση της εργατικής τάξης; Μπορούμε να προτείνουμε τρεις εξηγήσεις. Η πρώτη, που είναι ίσως η πιο πειστική από Ψυχολογική άποΨη, είναι ότι για τους περισσότερους εργάτες, ανε� ξαρτήτως ειδίκευσης, το κριτήριο του ανήκειν στην τάξη ήταν ακριβώς η εκτέλεση χειρωνακτικής, σωματικής εργασίας. Τα αυθεντικό εργατικό κί­νημα είχε ouvrieriste [εργατίστικα] ένστικτα: μια απέχθεια προς όσους δε λερώνανε τα χέρια τους. Αυτό αντιπροσωπεύει η εικόνα. Η δεύτερη

63. J. Brandt, Schaffende Arbeit . . . , ό.π. , σ. 269.

Page 163: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΑΝΔΡΑΣ ΚΑ! ΓΥΝΑΙΚΑ

είναι ότι το κίνημα ήθελε ακριβώς να τονίσει τον ενωτικό του χαρακτή ­ρα. Περιελάμβανε όλους τους προλετάριους, όχι μόνο τους τυπογρά­φους, τους ειδικευμένους μηχανικούς και ανάλογες ειδικότητες. Η τρίτη, που μάλλον επικράτησε κατά την περίοδο της Τρίτης Διεθνούς, ήταν πως, υπό μία έννοια, ο σχετικά ανειδίκευτος εργάτης, ο καθαρά χειρώ­νακτας δουλευτής, ο ανθρακωρύχος ή ο λιμενεργάτης εθεωρείτο πιο ε­παναστάτης, μια που δεν ανήκε στην εργατική αριστοκρατία που είχε τάσεις προς το ρεφορμισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Αντιπροσώπευε «τις μάζες» προς τις οποίες απευθύνονταν οι επαναστάτες πάνω από τα κεφάλια των σοσιαλδημοκρατών. Η εικόνα ήταν αληθινή στο βαθμό που αντιπροσώπευε τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε χειρωνακτική και μη ­χειρωνακτική εργασία· ήταν έμπνευση στο βαθμό που σήμαινε ένα πρό­γραμμα ή μια στρατηγική. Το πόσο ρεαλιστική ήταν από αυτή τη δεύτε­ρη άποψη, αυτό είναι ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τα όρια αυτού εδώ του άρθρου. Έχει ωστόσο μια σημασία το ότι, ως εικόνα, παρέλειπε πολλά γνωρίσματα που χαρακτήριζαν περισσότερο την εργατική τάξη και το κίνημά της.

Page 164: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓΙΟΡΤΗΣ: Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Αυτό το κείμεΥΟ, αρχικά, ήταν μια ομιλία που δόθηκε με την ευκαιρία των εκατό χρό­νων της σοσιαλιστικής Πρωτομαγιάς, το 1990, στο σιιεεη Mary al1d WestfieId ColIege του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ως η πρώτη διάλεξη S.T. Bil1doff, στη μνήμη ενός ε­πιφαΥούς μέλους του Ιστορικού Τμήματος του Κολεγίου. Δημοσιεύτηκε αυτοτελώς α­πό το Κολέγιο και ακολούθως ως συμβολή στον τόμο: Chris WrigIey - John Shepherd (ε­πψ.), Οη the Move: Essays ίη Labour and Transport History Presented Ιο Philip Bagwel1, ΛονδίΥΟ και Rio Grande 1994.1

Το 1990 ο Michael Ignatieff, γράφοντας στον Observer για το Πάσχα,2 πα­ρατηρούσε πως οι «εκκοσμικευμένες κοινωνίες ποτέ δεν κατάφεραν να προσφέρουν υποκατάστατα των θρησκευτικών τελετουργιών». Και επι­σήμανε ότι η Γαλλική Επανάσταση «μπορεί να έκανε τους υπηκόους πο­λίτες, μπορεί να έβαλε το liberte, egalite, fratemite πάνω από την πόρτα όλων των σχολείων, μπορεί να έκλεισε τα μοναστήρια, αλλά πέρα από την 14η Ιουλίου δεν επέφερε κάποιο ρήγμα στο χριστιανικό εορτολό­γιο». Το αντικείμενό μου αποτελεί ίσως το μοναδικό αδιαμφισβήτητο ρήγμα που επέφερε ένα κοσμικό κίνημα στο χριστιανικό ή σε κάποιο άλ­λο επίσημο εορτολόγιο, μια γιορτή που έχει καθιερωθεί όχι σε μία ή σε δύο χώρες, αλλά, το 1990, επισήμως σε 107 κράτη. Και το σημαντικότε­ρο, είναι μια επέτειος που δεν την καθιέρωσε η εξουσία κυβερνήσεων ή κατακτητών, αλλά ένα καθόλα ανεπίσημο κίνημα φτωχών ανδρών και γυναικών. Μιλώ για την Πρωτομαγιά, την παγκόσμια μέρα του κινήμα­τος της εργατικής τάξης, τα εκατό χρόνια της οποίας γιορτάσαμε το 1990, μιας που καθιερώθηκε το 1890.

Το σωστό θα ήταν να πω «θα έπρεπε να τα γιορτάσουμε», αφού, ε­κτός από τους ιστορικούς, δεν υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον για την επέ­τειο, ούτε ακόμα και απ' αυτά τα σοσιαλιστικά κόμματα που είναι οι α­πευθείας απόγονοι εκείνων που στο ιδρυτικό συνέδριο αυτού που θα γι­νόταν η Δεύτερη Διεθνής, το 1889 κάλεσαν σε μια ταυτόχρονη διεθνή διαδήλωση των εργαζομένων για την 1η Μα'ίου του 1890 με αίτημα έναν

1. Για μια πλήρη βιβλιογραφία βλ. Α. Panaccione, «Ι 100 anni del 10 maggio nella storiografia», στο Α. Panaccione (επιμ.), Ι Iuoghi e ί soggetti del 10 maggio, Βενετία 1990.

2. Michael Ignatieff, «Easter Has Become Chocolate Sunday», Observer, 15 Απριλίου 1990.

Page 165: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ Γ10ΡΤΗΣ

νόμο που να περιορίζει την εργάσιμη ημέρα σε οκτω ωρες. Κι αυτό ι­σχύει και για κόμματα που αντιπροσωπεύονταν στα συνέδρια του 1889 και βρίσκονται ακόμα εν ζωή. Τα κόμματα αυτά της Δεύτερης Διεθνούς ή οι σημερινοί απόγονοί τους είναι κυβέρνηση ή αξιωματική αντιπολίτευ­ση σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης, δυτικά αυτού που μέχρι πρό­σφατα αυτοπροσδιοριζόταν ως «υπαρκτός σοσιαλισμός». Θα περίμενε κανείς απ' αυτά να επιδείξουν μια μεγαλύτερη υπερηφάνεια ή, έστω, έ­να μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το παρελθόν τους.

Η μεγαλύτερη πολιτική αντίδραση στη Βρετανία για τον εορτασμό των εκατό χρόνων της Πρωτομαγιάς προήλθε από τον Sir John Hackett, έναν πρώην στρατηγό και, λυπάμαι που το λέω, πρώην πρόεδρο ενός Κολεγίου του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ο οποίος πρότεινε την κατάργηση της Πρωτομαγιάς, την οποία φαίνεται ότι θεωρεί κάτι σαν σοβιετική εφεύρε­ση. Είχε τη γνώμη ότι δεν πρέπει να επιβιώσει της κατάρρευσης του πα­γκόσμιου κομμουνισμού. Ωστόσο, οι καταβολές της καθιέρωσης της Γιορ­τής του Μάη της Ευρωπα'Cκής Κοινότητας βρίσκονται στους αντίποδες του μπολσεβικισμού ή ακόμα και της σοσιαλδημοκρατίας. Ανάγονται στους α­ντισοσιαλιστές πολιτικούς οι οποίοι, αναγνωρίζοντας το πόσο βαθιές ρί­ζες είχε αποκτήσει η Πρωτομαγιά μέσα στις εργατικές τάξεις των δυτι­κών χωρών, θέλησαν να αντισταθμίσουν την έλξη των εργατικών και σο­σιαλιστικών κινημάτων οικειοποιούμενοι τη γιορτή τους και μετατρέπο­ντάς την σε κάτι διαφορετικό. Παραθέτω μια γαλλική κοινοβουλευτική πρόταση του Απριλίου του 1920, που υποστήριξαν 4 1 βουλευτές τους ο­ποίους τους ένωνε μόνο το γεγονός ότι δεν ήταν σοσιαλιστές:

«Η γιορτή δε θα πρέπει να περιέχει κανένα στοιχείο φθόνου και μί­σους [κωδική λέξη για την ταξική πάλη] . Όλες οι τάξεις, αν μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τάξεις, και όλες οι παραγω­γικές δραστηριότητες του έθνους πρέπει να συναδελφωθούν, εμπνεό­μενες από μια κοινή ιδέα και ένα κοινό ιδανικό».3

Αυτοί που, πριν από την Ευρωπα'Cκή Κοινότητα, προχώρησαν περισ­σότερο στην οικειοποίηση της Πρωτομαγιάς ήταν η άκρα Δεξιά, όχι η Αρι­στερά. Η κυβέρνηση του Χίτλερ ήταν η πρώτη, μετά τη Σοβιετική, που ανακήρυξε την Πρώτη Μα'ιου σε επίσημη Εθνική Μέρα της Εργασίας.4 Η

3. Maurice Dommanget. Histoire du Premier Μaί, Παρίσι 1953, σ. 350-351. Το βιβλίο του Dommanget, ένα από τα λίγα που ασχολούνται με το θέμα πριν τα τέλη της δεκαετίας του 1970, εξακολουθεί να είναι σημαντικό, του λείπει όμως η ισχυρή εικονογραφική κα­τεύθυνση της πιο πρόσφατης βιβλιογραφίας.

4. Πρβλ. Helmut Hartwig, «Plaketten zum 1. Mai 1934-39», Aesthetik und Kommunikation, τόμο 7, τχ. 26 (1976), σ. 56-59' Α. Riosa (επψ.), Le metamorfosi del 10 maggio, Βενετία 1990, περιλαμβάνει δοκίμια για τις ιταλικές, ναζιστικές και σαλαζαρικές προσπάθειες οικειοποί­ησης της Πρωτομαγιάς.

Page 166: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

166 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

κυβέρνηση του Βισύ του Πεταίν ανακήρυξε την Πρώτη Μα'ίου σε Γιορτή της Εργασίας και της Ομόνοιας και λέγεται ότι σ' αυτό εμπνεύστηκε α­πό την Πρωτομαγιά των Φαλαγγιτών της φρανκικής Ισπανίας, την οποία ο Πεταίν είχε θαυμάσει ως πρεσβευτής. 5 Και βέβαια, την εποχή που η Ευρωπα'ική Οικονομική Κοινότητα έκανε την Πρωτομαγιά δημόσια αρ­γία, ήταν ένα σώμα που δεν αποτελείτο -παρά την αντίθετη άποψη της κας Θάτσερ- από σοσιαλιστικές, αλλά κυρίως από αντισοσιαλιστικές κυ­βερνήσεις. Οι επίσημες Πρωτομαγιές στη Δύση αποτελούσαν αναγνώρι­ση της ανάγκης για έναν συμβιβασμό με την παράδοση των ανεπίσημων Πρωτομαγιών και την απόσπασή τους από τα εργατικά κινήματα, από την ταξική συνείδηση και την ταξική πάλη. Πώς έγινε όμως και αυτή η παράδοση ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ, που ακόμα και οι εχθροί της να σκεφτούν πως πρέπει να την υιοθετήσουν, την ώρα μάλιστα που, όπως ο Χίτλερ, ο Φράνκο και ο Πεταίν, διέλυαν το εργατικό κίνημα;

Το εκπληκτικό σε σχέση με την εξέλιξη αυτού του θεσμού είναι ότι αυτή έγινε δίχως πρόθεση και σχέδιο. Από την άποψη αυτή δεν πρόκει­ται τόσο για μια «επινοημένη παράδοση », αλλά για μια παράδοση που ξεφύτρωσε ξαφνικά. Η άμεση προέλευση της Πρωτομαγιάς δε χωρά αμ­φισβητήσεις. Ήταν μια απόφαση που πέρασε στο ένα από τα δύο αντα­γωνιστικά ιδρυτικά συνέδρια της Διεθνούς -στο μαρξιστικό- στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1889, στα εκατό χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση. Η απόφαση αυτή καλούσε σε μια διεθνή εργατική διαδήλωση την ίδια μέ­ρα, με αίτημα την διά νόμου καθιέρωση του οχτάωρου, στις κατά τό­πους δημόσιες και άλλες αρχές. Και επειδή η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας είχε αποφασίσει ήδη να κάνει μια τέτοια διαδήλωση την 1 η Μα'ίου του 1890, η μέρα αυτή επιλέχθηκε και για τη διεθνή διαδήλωση. Η ειρωνεία είναι ότι στις ίδιες τις ΗΠΑ η Πρωτομαγιά ποτέ δεν καθιερώ­θηκε όπως αλλού, έστω κι αν αυτό οφείλεται στο ότι υπήρχε ήδη μια ε­πίσημη δημόσια εργατική αργία, η Ημέρα της Εργασίας, την πρώτη Κυ­ριακή του Σεπτέμβρη.

Οι ιστορικοί έχουν βέβαια ερευνήσει το ιστορικό αυτής της απόφασης, και το πως συνδέεται με την προηγηθείσα πάλη για την καθιέρωση του οχτάωρου στις ΗΠΑ και αλλού, αλλά αυτά τα ζητήματα δε μας αφορούν εδώ. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το κατά πόσον αυτό που προέβλε­πε η απόφαση διέφερε από αυτό που τελικά έγινε. Ας σημειώσουμε τρία πράγματα σε σχέση με την αρχική απόφαση: Πρώτον, το κάλεσμα ήταν για μία και μοναδική διεθνή διαδήλωση. Πουθενά δε φαίνεται ότι αυτή θα επαναλαμβανόταν, πόσο μάλλον ότι θα γινόταν ένα τακτικό ε­τήσιο γεγονός. Δεύτερον, δεν υπάρχει καμία υπόνοια ότι θα ήταν μια ι-

5. Maurice Dommanget. Histoire du Premier Μaί, ό.π . . σ. 301 χ.ε.

Page 167: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ rιOPTHΣ

διαίτερα εορταστική ή τελετουργική μέρα, αν και τα εργατικά κινήματα σε όλες τις χώρες αναλάμβαναν να «πραγματοποιήσουν τη διαδήλωση κατά τον τρόπο που επιβάλει η κατάσταση της χώρας τους». Αυτό, βέ­βαια, ήταν μια διέξοδος που άφηνε η απόφαση για το Γερμανικό Σο­σιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο τότε βρισκόταν ακόμα στην παρανο­μία, σύμφωνα με τον αντισοσιαλιστικό νόμο του Βίσμαρκ. Τρίτον, δεν υ­πάρχει καμία ένδειξη, ότι αυτή η απόφαση θεωρήθηκε τότε ιδιαίτερα σημαντική . Αντιθέτως, ο Τύπος της εποχής ίσα που την αναφέρει και, με μία εξαίρεση (παραδόξως μια αστική εφημερίδα), δίχως να αναφέρει την προτεινόμενη ημέρα.6 Ακόμα και ο επίσημος Απολογισμός του Συνεδρί­ου που εκδόθηκε από το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, απλώς αναφέρει αυτούς που την πρότειναν και το κείμενο της απόφασης δίχως κανένα σχόλιο ή κάτι που να δείχνει ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό θέμα. Εν ολίγοις, όπως θα θυμόταν λίγα χρόνια αργότερα ο Edouard Vaillant, ένας από τους πιο επιφανείς και πολιτικά ευαίσθητους αντιπρο­σώπους στο Συνέδριο: «Ποιος μπορούσε να προβλέΨει [ . . . ] τη γρήγορη ανάδυση της Πρωτομαγιάς ;» . 7

Η ταχεία ανάδυση και θεσμοποίησή της οφείλεται σίγουρα στην εκ­πληκτική επιτυχία των πρωτομαγιάτικων διαδηλώσεων του 1 890, τουλά­χιστον στις χώρες της Ευρώπης δυτικά της ρωσικής αυτοκρατορίας και των Βαλκανίων.8 Οι σοσιαλιστές είχαν επιλέξει την κατάλληλη στιγμή για να ιδρύσουν ή, αν προτιμάτε, να ανασυστήσουν μια Διεθνή. Η πρώτη Πρωτομαγιά συνέπιπτε με μια θριαμβευτική άνοδο της ισχύος και της αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης σε πολλές χώρες. Αναφέρω μόνο δύο γνωστά παραδείγματα: την έκρηξη του Νέου Συνδικαλισμού στη Βρετανία που ακολούθησε την απεργία των λιμενεργατών του 1889, και τη νίκη των σοσιαλιστών στη Γερμανία, όταν το Reichstag αρνήθηκε τον Ιανουάριο του 1890 να διατηρήσει την αντισοσιαλιστική νομοθεσία του Βίσμαρκ, με αποτέλεσμα έναν μήνα αργότερα το Γερμανικό Σοσιαλδημο­κρατικό Κόμμα να διπλασιάσει τις Ψήφους του στις γενικές εκλογές και να πάρει ένα ποσοστό γύρω στο 20%. Το να πετύχουν οι μαζικές διαδη ­λώσεις σε μια τέτοια συγκυρία δεν ήταν δύσκολο, αφού οι ακτιβιστές και οι αγωνιστές έβαζαν την Ψυχή τους σ' αυτές, ενώ οι μάζες των α­πλών εργατών ενώνονταν μαζί τους για να διατρανώσουν μια αίσθηση νίκης, δύναμης και ελπίδας.

6. Στο {διο, σ. 100-101. 7. Στο {δια, σ. 102. 8. Η πληρέστερη διεθνής διαπραγμάτευση είναι: Andrea Panaccione (επψ. ), The Memory

ο/ May Day: An Iconographic History ο/ the Origin and ImpJanting ο/ α Workers ' HoJiday, Βενετία 1989. Για την πρώτη Πρωτομαγιά βλ. του ίδιου, Un giorno perchIi. Cent'anni di storia internazionaJe deJ 10 maggio, Ρώμη 1990, χεφ. 4.

Page 168: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

168 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Παρ' όλα αυτά, η έκταση της συμμετοχής των εργατών σ' αυτές τις συγκεντρώσεις εξέπληξε ακόμα και τους διοργανωτές τους, και ιδιαίτε­ρα οι 300.000 που γέμισαν το Hyde Park του Λονδίνου, κάνοντας, για πρώτη και τελευταία φορά, τη μεγαλύτερη συγκέντρωση της ημέρας. Γιατί, ενώ όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα και οργανώσεις είχαν φυσικά διοργανώσει συγκεντρώσεις, μόνο μερικά απ' αυτά είχαν συνειδητοποιή­σει τη δυναμική τους και είχαν βάλει από την αρχή όλες τους τις δυνά­μεις. Το Αυστριακό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αποτελούσε εξαίρεση στο πόσο γρήγορα αντιλήφθηκε το κλίμα, με αποτέλεσμα, όπως θα πα­ρατηρούσε ο Φρίντριχ Ένγκελς λίγες εβδομάδες αργότερα, «σ' όλη την Ευρώπη ήταν η Αυστρία, και στην Αυστρία η Βιέννη, που γιόρτασε την ημέρα αυτή με τον πιο λαμπρό και κατάλληλο τρόπο».9

Πραγματικά, σε πολλές χώρες τα τοπικά κόμματα και κινήματα δε ρί­χτηκαν ολόΨυχα στην προετοιμασία της Πρωτομαγιάς, εξαιτίας, όπως συμβαίνει συχνά στην πολιτική, ιδεολογικών διαφωνιών και διασπάσεων σχετικά με την ορθή μορφή ή μορφές αυτών των διαδηλώσεων -θα επι­στρέΨουμε σ' αυτό το ζήτημα αργότερα- ή εξαιτίας καθαρής διστακτι­κότητας. Απέναντι σε μια εξαιρετικά νευρική, σε μερικές περιπτώσεις α­κόμα και υστερική, αντίδραση εκ μέρους των κυβερνήσεων, της αστικής κοινής γνώμης και των εργοδοτών που απειλούσαν με αστυνομική κατα­στολή και ποινικοποίηση των διαδηλώσεων, οι υπεύθυνοι σοσιαλιστές η­γέτες συχνά προτίμησαν να αποφύγουν υπερβολικά προκλητικές μορφές αντιπαράθεσης. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τη Γερμανία, όπου είχε μόλις ανασταλεί η απαγόρευση του κόμματος ύστερα από έντεκα χρόνια πα­ρανομίας. «Εχουμε κάθε λόγο να κρατήσουμε τις μάζες υπό έλεγχο στη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς», έγραφε ο ηγέτης του κόμματος Αύγου­στος Μπέμπελ στον Ένγκελς. «Πρέπει να αποφύγουμε τις συγκρού­σεις». Κι ο Ένγκελς συμφώνησε.1Ο

Το κρίσιμο ερώτημα ήταν το αν θα έπρεπε να ζητήσουν από τους ερ­γάτες να διαδηλώσουν σε ώρα εργασίας, δηλαδή να απεργήσουν, γιατί το 1 890 η Πρωτομαγιά έπεφτε Τετάρτη. Τα διστακτικά κόμματα και τα ισχυρά και εδραιωμένα συνδικάτα δεν έβλεπαν το λόγο να θέσουν σε κίνδυνο τα ίδια και τα μέλη τους για να κάνουν μια συμβολική πράξη -εκτός κι αν συνειδητά ήθελαν να ξεκινήσουν ένα κίνημα στη βιομηχανία, όπως ήταν το σχέδιο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας. Προτι­μούσαν λοιπόν να κάνουν τη διαδήλωση την πρώτη Κυριακή του Μάη και όχι την πρώτη μέρα του μήνα. Αυτή ήταν και παρέμεινε η επιλογή των Βρετανών, και γι' αυτό η μεγαλειώδης πρώτη Πρωτομαγιά έγινε

9. Karl Marx - Friedrich Engels, Werke, τόμο 22, Βερολίνο 1963, σ. 60. 10. Dieter Fricke, KIeine Geschichte des Ersten Μaί, Φρανχφούρτη 1980, σ. 30-31.

Page 169: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑ Σ ΓΙΟΡΤΗΣ 169

στις 4 Μαίου. Αυτή ήταν όμως και η προτίμηση του γερμανικού κόμμα­τος, αν κι εκεί, σε αντίθεση με τη Βρετανία, στην πράξη επικράτησε η 1η ΜαΙου. Το ζήτημα έμελλε πράγματι να συζητηθεί στο Διεθνές Σοσια­λιστικό Συνέδριο των Βρυξελλών το 1891 , στο οποίο οι Βρετανοί και οι Γερμανοί διαφώνησαν γι' αυτό το ζήτημα με τους Γάλλους και τους Αυ­στριακούς, και μειοΨήφησαν.!! Και αυτό το θέμα, όπως και τόσες άλλες πλευρές της Πρωτομαγιάς, ήταν ένα τυχαίο υποπρο'r:όν της διεθνούς επι­λογής της ημέρας. Η αρχική απόφαση δε μιλούσε για σταμάτημα της δουλειάς. Το πρόβλημα προέκυΨε απλά επειδή η πρώτη Πρωτομαγιά έ­πεφτε μέσα στην εβδομάδα, όπως ανακάλυψαν αμέσως, και αναγκαστι­κά, όλοι όσοι οργάνωναν τη διαδήλωση.

Η σύνεση υπαγόρευε διαφορετική τακτική. Αλλά εκείνο που δημιούρ­γησε τελικά την Πρωτομαγιά, ήταν ακριβώς η προτίμηση του συμβολι­σμού έναντι της ρεαλιστικής λογικής. Ήταν αυτή η πράξη του συμβολι­κού σταματήματος της δουλειάς που έκανε την Πρωτομαγιά κάτι περισ­σότερο από μια ακόμα διαδήλωση ή έστω μια επέτειο. Και γι' αυτό στις χώρες όπου τα κόμματα, ακόμα και ενάντια στα διστακτικά συνδικάτα, επέμειναν στη συμβολική απεργία, η Πρωτομαγιά έγινε πραγματικά ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της εργατικής τάξης και της εργατικής ταυ­τότητας, πράγμα που ποτέ δεν έγινε στη Βρετανία, παρά το λαμπρό της ξεκίνημα. Κι αυτό γιατί η αποχή από την εργασία σε μια εργάσιμη μέρα αποτελούσε τόσο μια επιβεβαίωση της δύναμης της εργατικής τάξης -την πεμπτουσία μάλιστα της επιβεβαίωσης αυτής της δύναμης- όσο και την ουσία της ελευθερίας: να μην είναι αναγκασμένος κανείς να πάει να Ψοφήσει στη δουλειά, αλλά να κάνει ό,τι θέλει μαζί με την οικογένεια ή τους φίλους του. Αποτελούσε λοιπόν ταυτόχρονα τόσο μια κίνηση ταξι­κής επιβεβαίωσης και ταξικής πάλης όσο και μια γιορτή: ένα είδος πρό­γευσης της καλύτερης ζωής που θα ερχόταν μετά την απελευθέρωση της εργασίας. Και, βέβαια, μέσα στη συγκυρία του 1890 ήταν μια γιορτή της νίκης, ο γύρος του θριάμβου του νικητή μέσα στο στάδιο . Ιδωμένη μέσα απ' αυτό το πρίσμα, η Πρωτομαγιά έφερε μέσα της ένα πλούσιο φορτίο συγκίνησης και ελπίδας.

Αυτό το γεγονός είχε συνειδητοποιήσει και ο Β ίκτωρ Άντλερ όταν, σε αντίθεση με τις συμβουλές του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμμα­τος, επέμενε ότι το Αυστριακό Κόμμα έπρεπε να προκαλέσει αυτήν α­κριβώς τη σύγκρουση που ήθελε να αποφύγει ο Μπέμπελ. Όπως και ο Μπέμπελ, έβλεπε αυτό το κλίμα ευφορίας, μαζικού προσηλυτισμού, σχε­δόν μεσσιανικής προσμονής που σάρωνε τις εργατικές τάξεις. «Οι εκλο­γές άλλαξαν τα μυαλά των λιγότερο πολιτικοποιημένων (geschuIt) μα-

11. Maurice Dommanget, Histoire du Premier Μαί, ό.π., σ. 156.

Page 170: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ζών. Πιστεύουν ότι αρκεί μόνο να θέλουν κάτι και όλα μπορούν να επι­τευχθούν», έλεγε ο Μπέμπελ,12 Σε αντίθεση όμως με τον Μπέμπελ, ο Άντλερ χρειαζόταν ακόμα να επιστρατεύσει αυτά τα αισθήματα για να οικοδομήσει ένα μαζικό κόμμα μέσα από έναν συνδυασμό ακτιβισμών και ανερχόμενης μαζικής υποστήριξης. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους Γερμανούς, οι Αυστριακοί δεν Ψήφιζαν ακόμα. Η ισχύς του κινήματος δεν μπορούσε επομένως να επιδειχθεί εκλογικά. Αλλά και οι Σκανδινα­βοί είχαν συνείδηση των δυνατοτήτων κινητοποίησης που πρόσφερε η ά­μεση δράση όταν, μετά την πρώτη Πρωτομαγιά, Ψήφισαν υπέρ της επα­νάληΨης της διαδήλωσης το 189 1 , «ειδικά αν συνδυαστεί με μια παύση της εργασίας και όχι με απλές εκφράσεις γνώμης».13 Η ίδια η Διεθνής υιοθέτησε αυτή την άποΨη και το 1891 Ψήφισε (ενάντια όπως είδαμε στους βρετανούς και γερμανούς αντιπροσώπους) να γίνει η διαδήλωση την Πρώτη MιiΙOυ και να «σταματήσει η δουλειά, εκτός κι αν κάτι τέ­τοιο είναι αδύνατο». 14

Αυτό δε σήμαινε ότι το διεθνές κίνημα καλούσε σε μια κανονική γενική απεργία, γιατί, παρά τις απεριόριστες προσδοκίες της στιγμής, οι οργα­νωμένοι εργάτες είχαν στην πράξη συνείδηση τόσο της δύναμής τους όσο και της αδυναμίας τους. Το αν ο κόσμος έπρεπε να απεργήσει την Πρω­τομαγιά ή το αν θα μπορούσε να παραιτηθεί από ένα μεροκάματο χάριν της διαδήλωσης, ήταν ζητήματα που συζητούνταν εκτενώς στις παμπ και στα μπαρ του προλεταριακού Αμβούργου, σύμφωνα με μυστικούς αστυ­νομικούς που είχε στείλει η Γερουσία για να κρυφακούσουν τις συζητή­σεις των εργατών σ' αυτή τη μαζικά «κόκκινη » πόλη . 15 Ήταν αυτονόητο, ότι πολλοί εργάτες, ακόμα κι αν θέλανε, δε θα μπορούσαν να αφήσουν τις δουλειές τους. Έτσι, οι σιδηροδρομικοί έστειλαν ένα τηλεγράφημα στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση της Κοπενχάγης που διαβάστηκε κάτω από ζητωκραυγές: «Μια που δεν μπορούμε να είμαστε παρόντες στη συγκέντρωση εξαιτίας των πιέσεων που ασκούνται από την εξουσία, θέλουμε να εκφράσουμε την πλήρη υποστήριξή μας στο αίτημα του 0-

χτάωρου» . 16 Ωστόσο, στις περιπτώσεις που οι εργοδότες γνώριζαν ότι οι εργάτες ήταν δυνατοί και αποφασισμένοι, συχνά αποδέχονταν σιωπηρά μια μέρα άδεια. Αυτό συνέβαινε κατά κόρον στην Αυστρία. Έτσι, παρά τις σαφείς οδηγίες του Υπουργείου των Εσωτερικών ότι απαγορεύονται οι πορείες και οι παύσεις εργασίας, και παρά την επίσημη απόφαση των

12. Dieter Fricke, ΚIeine GeschichIe des ErsIen Μαί, ό.π. , σ. 30. 13. Maurice Dommanget, Histoire du Premier Μαί, ό.π., σ. 136. 14. Στο ίδιο, σ. 156. 15. R. Eνans (επψ.), Kneipengesprache im Kaiserreich. Stimmungsberichte der Hamburger

Politischen Polizei, 1892- 1914, Reinbek 1989, σ. 20,253-257. 16. Α. Panaccione (επψ.), The Memory ... , ό.π., σ. 247.

Page 171: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜJΑΣ rιOP1ΉΣ

εργοδοτών να μη θεωρήσουν την Πρωτομαγιά ως αργία -και μερικές φο­ρές μάλιστα να κάνουν αντί αυτής την παραμονή της Πρωτομαγιάς αρ­γία-, η Κρατική Βιομηχανία Όπλων στο Στάγιερ της Άνω Αυστρίας έμει­νε κλειστή την Πρωτομαγιά του 1890 και όλες τις επόμενες χρονιές. 1 7 Όπως και ν α 'χει, αρκετοί εργάτες απείχαν από τις εργασίες τους σ ε αρ­κετές χώρες, ώστε να είναι ορατό ένα κίνημα σταματήματος της εργα­σίας. Στην Κοπενχάγη μάλιστα, περίπου το 40% των εργατών της πόλης συμμετείχαν στη διαδήλωση του 1890.18

Δεδομένης αυτής της αξιοσημείωτης, και συχνά αναπάντεχης, επιτυ­χίας της πρώτης Πρωτομαγιάς, ήταν φυσικό να ζητηθεί η επανάληψή της. Όπως είδαμε ήδη, τα ενωμένα σκανδιναβικά κινήματα το ζήτησαν το καλοκαίρι του 1890, το ίδιο και οι Ισπανοί. Στο τέλος του χρόνου εί­χαν ακολουθήσει τα περισσότερα ευρωπα'ίκά κόμματα. Το να καθιερω­θεί η μέρα ως κανονική επέτειος ίσως να προτάθηκε πρώτα από τους α­γωνιστές της Τουλούζης, που πήραν μια τέτοια απόφαση το 1890,19 πά­ντως κανείς δεν εξεπλάγη όταν το Συνέδριο της Διεθνούς στις Βρυξέλλες το 1891 αποφάσισε να γιορτάζεται η Πρωτομαγιά κάθε χρόνο. Το συνέ­δριο επέμεινε, όπως είδαμε, ότι η Πρωτομαγιά πρέπει να γιορτάζεται με μια μοναδική διαδήλωση την πρώτη του μήνα, όποια μέρα και να 'πε­φτε, για να δώσει έμφαση στον «πραγματικό της χαρακτήρα ως οικονο­μικής διεκδίκησης του οχτάωρου και ως επιβεβαίωσης της ταξικής πά­λης»,20 ενώ στο οχτάωρο πρόσθεσε και δύο άλλα αιτήματα: εργατική νο­μοθεσία και πάλη ενάντια στον πόλεμο. Το σύνθημα υπέρ της ειρήνης, παρότι στο εξής κατέστη επίσημα κομμάτι της Πρωτομαγιάς, δεν ενσω­ματώθηκε στη λαίκή πρωτομαγιάτικη παράδοση, παρά μόνο σαν κάτι που τόνιζε το διεθνιστικό χαρακτήρα της ημέρας. Εκτός όμως από τη συμπλήρωση του προγραμματικού περιεχομένου της διαδήλωσης, η από­φαση περιείχε και μια άλλη καινοτομία: την αναγνώριζε επίσημα όχι μό­νο ως πολιτική πράξη αλλά και ως γιορτή.

Ούτε αυτό αποτελούσε τμήμα του αρχικού σχεδίου . Αντιθέτως, η α­γωνιστική πτέρυγα του κινήματος καθώς και, περιττό να το πούμε, οι α­ναρχικοί αντιδρούσαν με πάθος στην ιδέα των εορταστικών εκδηλώσεων για ιδεολογικούς λόγους. Η Πρωτομαγιά ήταν μέρα αγώνα. Αυτό που θα ήθελαν οι αναρχικοί, ήταν από μια ημέρα ανάπαυσης που είχε αποσπα­στεί από τους καπιταλιστές, να διευρυνθεί σε μια μεγάλη γενική απερ­γία που θα ανέτρεπε όλο το σύστημα. Όπως συμβαίνει πολύ συχνά, οι

17. Kurt Greussing (επψ.), Die Roten am Land. Arbeitsleben IJnd ArbeiterbeweglJng im west1ichen Osterreich, Steyr 1989, σ. 58-59.

.

18. Υπολογισμένο από τον Α. Panaccione (επψ.), The Memory . . . , ό.π. , σ. 247. 19. Maurice Dommanget, Histoire dlJ Premier Μaί, ό.π. , σ. 155. 20. Στο ίδιο, σ. 156.

Page 172: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

πιο άτεγκτοι επαναστάτες υιοθέτησαν μια ζoφερ� εικόνα της ταξικ�ς πάλης, που αποτυπώνεται και στην εικονογραφία των ασπρόμαυρων μα­ζών που δε φωτίζονται παρά μόνο από τις κόκκινες σημαίες.21 Οι αναρ­χικοί προτιμούσαν να βλέπουν την Πρωτομαγιά σαν ένα μνημόσυνο μαρ­τύρων -των μαρτύρων του Σικάγου το 1886-, σαν «μια μέρα θλίψης και όχι γιoρτ�ς»,22 και στις χώρες που είχαν μεγάλη επφρo�, όπως στην Ισπανία, τη Νότιο Aμερικ� και την Ιταλία, η μαρτυρoλoγικ� πλευρά της Πρωτομαγιάς κυριάρχησε. Τα γλυκά και η μπύρα δεν �ταν μέσα στο ε­παναστατικό παιγνίδι . Πράγματι, όπως δείχνει μια πρόσφατη μελέτη για την αναρχικ� Πρωτομαγιά στη Βαρκελώνη, η άρνηση να αντιμετωπιστεί ως εργατικ� γιoρτ� � ακόμα και να ονομαστεί «Festa del Traball», �ταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της την επoχ� πριν τη Δημοκρατία.23 Στο διάβολο οι συμβολικές πράξεις: � η παγκόσμια επανάσταση � τίπο­τα. Μερικοί αναρχικοί αρνούνταν ακόμα και να ενθαρρύνουν την πρωτο­μαγιάτικη απεργία, επειδ� κάθε τι που δεν οδηγούσε πραγματικά στην επανάσταση, δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από μια ακόμη ρεφορ­μιστικ� εκτρoπ�. Η γαλλικ� αναρχοσυνδικαλιστική Confederation Generale du Travail (CGT) δεν ενέδωσε στον εορταστικό χαρακτ�ρα της Πρωτομα­γιάς παρά μόνο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.24

21 . Πρβλ. τη σύγκριση μεταξύ σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής εικονογραφίας της Πρωτομαγιάς στη Γερμανία της Βαϊμάρης στο W.L. Guttsman, Workers' Culture in Weimar Germany: Between Tradition and Commitment, Νέα Υόρκη, Οξφόρδη και Μόναχο 1990, σ. 1989-1999. Το ωραιότερο παράδειγμα αυτού του χρωματικού μοτίβου που γνωρίζω. είναι η α­χρονολόγητη La Manifestation του Th. Α. Steinlen (αρ. 314 στο Le Bel Heritage: Th. Α. Steinlen Retrospective, 1885- 1922, Montreuil 1987). Για σύγκριση: μια πραγματική πρωτο­μαγιάτικη εργατική διαδήλωση σε μια εποχή επαναστατικής πάλης, το έργο του Κουστό­ντιεφ, «Διαδήλωση στο Εργοστάσιο Putilovskij για την Πρωτομαγιά του 1906», στον Α. Panaccione (επιμ.), The Memory . . . , ό .π . , σ. 530-531. Αν και είναι προφανώς επηρεασμένος από το μαυροκόκκινο μοτίβο, ο ζωγράφος απηχεί σαφώς την ευρύτερη χρωματική γκάμα τέτοιων περιπτώσεων στην πραγματική ζωή. Για άλλες συμβολές του καλλιτέχνη στη ριζο­σπαστική εικονογραφία βλ. David King - Cathy Porter, Images ΟΙ Revolution: Graphic Art Irom 1905 Russia, Νέα Υόρκη 1983.

22. Lucίa Rivas Lara, « ΕΙ Primer de Maig a Catalunya, 1900- 1931 », LΆven�, Μάιος 1988, σ. 9. Η ουσία του προέρχεται από το βιβλίο του ίδιου, Historia del 10 de mayo en Espana: desde 1900 hasta Ια 2α Republica, Μαδρίτη 1987, που αποτελεί την πληρέστερη δια­πραγμάτευση του θέματος γι' αυτή τη χώρα.

23. Lucίa Rivas Lara, «ΕΙ Primer de Maig a Catalunya ... », ό. π., passim. Βλ. επίσης της ίδιας, «RίtuaιiΖacίόn socialista del 10 de mayo. Fiesta, huelga, manίfestacίόn?», Historia CοntemΡοrάneα, Revista del Departamento de Historia CοntemΡοrάneα de Ια Universidad del Pais Vasco, τχ. 3 (1990). Οφείλω αυτή την αναφορά στον Paul Preston.

24. Για μια (αποτυχημένη) αναρχική απόπειρα να εξελιχθεί μια διαδήλωση σε επανά­σταση, βλ. David Ballester - Manuel Vicente, «ΕΙ Primer de Maig a Barcelona. Vuit hores de treball, d'ίnstruccίό ί de descans», LΆvenς, Μάιος 1990, σ. 12-17: μια μελέτη της Πρω­τομαγιάς σ' αυτή την πόλη . Για τη γαλλική CGT βλ. Maxime Leroy, La CoiιtIIme ouvriere,

Page 173: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓΙΟΡΤΗΣ 173

Οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς θα μπορούσαν, βέβαια, να ενθαρρύ­νουν τη μετατροπή της Πρωτομαγιάς σε πανηγύρι, μια που σίγουρα ήθε­λαν να αποφύγουν τις συγκρουσιακές τακτικές των αναρχικών και φυσικά ευνοούσαν την πλατύτερη δυνατή βάση των διαδηλώσεων. Σίγουρα όμως δεν είχαν αρχικά στο μυαλό τους την ιδέα μιας ταξικής γιορτής, που να είναι και ημέρα πάλης και ημέρα διασκέδασης. Πώς προέκυψε λοιπόν;

Οπωσδήποτε, στην αρχή έπαιξε σημαντικό ρόλο η επιλογή της ημέ­ρας. Οι γιορτές της Άνοιξης έχουν βαθιές ρίζες μέσα στον τελετουργικό κύκλο του έτους στο εύκρατο βόρειο ημισφαίριο, και μάλιστα ο ίδιος ο Μάιος συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης. Στη Σουηδία, για παρά­δειγμα, η Πρωτομαγιά είχε ήδη μια μακρά παράδοση ως δημόσια γιορ­τή. 25 Αυτό, παρεμπιπτόντως, ήταν και ένα από τα προβλήματα του εορ­τασμού των Πρωτομαγιών μέσα στο χειμώνα, στην κατά τα άλλα αγωνι­στική Αυστραλία. Από το άφθονο εικονογραφικό και φιλολογικό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας τα τελευταία χρόνια,26 είναι προφανές ότι η φύση, τα φυτά και πάνω απ' όλα τα λουλούδια χρησιμοποιήθηκαν αυ­θορμήτως και οικουμενικά ως σύμβολα της ημέρας. Στις πιο απλές α­γροτικές συγκεντρώσεις, όπως στη συγκέντρωση του 1890 σε ένα χωρίο της Στυρίας, δε βλέπουμε λάβαρα, αλλά λουλουδένιες επιγραφές με συν-

Παρίσι 1913, τόμο 1, σ. 246, που σημειώνει ότι η CGT πήρε τη γιορτή από τους σοσιαλιστές μετά το 1904 «plus de fete du travail». Maurice Dommanget. Histoire du Premier Μaί. ό. π., σ. 334.

25. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα αφήγηση (1) της μεταφοράς (την εποχή του Μεγάλου Πέτρου) της δυτικής γιορτής της Άνοιξης στη Ρωσία. μέσω του γε'ρμανικού προαστείου της Μόσχας. και (2) της συγχώνευσης αυτής της maevka με τις μικρές εργατικές σοσιαλ­δημοκρατικές διαδηλώσεις της δεκαετίας του 1890. στις οποίες παρείχε κάλυψη. βλ. Vjaceslav Kolomiez. «Dalla storia del 10 maggio a Mosca tra la fine del ottocento e gli ίηίΖί del novecento: ί luoghi delle manifestazioni». στο Α. Panaccione (επιμ.). Ι luoghi e ί soggetti del 10 maggio. ό.π., σ. 105-122. ειδικά σ. 110-111 για τη χρήση της παρομοίωσης της Άνοι­ξης σε ένα πολιτικό πλαίσιο.

26. Από αυτή τη βιβλιογραφία αξίζει να αναφερθούν: Andre Rossel. Premier mai: 90 ans de lutte populaire dans Ιε monde. Παρίσι 1977' Udo Achten, I/lustrierte Geschichte des Ersten Μaί, Obserhausen 1979' Udo Achten. Zum Lichte Empor: Maifestzeitungen der Sozial-demokratie. 1891-1914. Βερολίνο και Βόννη 1980' Sven Bodin - Carl-Adam Nycop. Forsta Μaί. 1890-1980, Στοκχόλμη 1980' Upp ιίlΙ kamp: Social-demokratins forsta majmiίrken. 1894-1986. Στοκ­χόλμη 1986' U. Achten - Μ. Reichelt - R. Schultz (επιμ.). Mein Vaterland ist internαtionαl . Internαtionαle illustrierte Geschichte des ersten Maj von 1886 bis heute. Oberhausen 1986' Fondazione Giangiacomo Feltrinelli. Ogni anno un mαggio nuovo: ίl centenario del Primo Maggio. Μιλάνο 1988' Comune di Milano, Fondazione Giagiacomo Brodolini. Per ί cent'anni dellα festa del lαvoro, Μιλάνο 1988' Maurizio ΑηΙοηίοιi - Giovanna Ginex, 10 Mαggio. Repertorio dei numeri unici dαl 1890 aΙ 1924, Μιλάνο 1988. και. πάνω απ' όλα. Α. Panaccione (επιμ.). The Memory . . .. ό .π. Βλ. επίσης. σχετικά με την Ελβετία. Bildarchiv und Dokumentation zur Geschichte der Arbeiterbewegung. Ztirich, 1. Mai/1er mai: Μaρρε zur Geschichte des 1. Μaί in der Schweiz. Ζυρίχη 1989.

Page 174: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

θήματα, καθώς και μουσικούς.27 Μια γοητευτική φωτογραφία από μια μεταγενέστερη επαρχιώτικη Πρωτομαγιά, επίσης στην Αυστρία, δείχνει τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες-ποδηλάτες, άνδρες και γυναίκες, να πα­ρελαύνουν με λουλούδια τυλιγμένα στις ρόδες και τα τιμόνια των ποδη­λάτων, και μ' ένα μικρό ανθοστόλιστο μαγιάτικο παιδί μέσα σε παιδικό καθισματάκι κρεμασμένο ανάμεσα σε δύο ποδήλατα.28

Άνθη περιβάλλουν αμέριμνα τα αυστηρά πορτρέτα των επτά αυστρια­κών αντιπροσώπων στο Διεθνές Συνέδριο του 1889, που μοιράζονταν στην πρώτη βιεννέζικη Πρωτομαγιά. Τα λουλούδια εισβάλουν ακόμα και μέσα στους αγωνιστικούς μύθους. Στη Γαλλία, η fusillade de Fourmies του 189 1 , με τους δέκα νεκρούς, συμβολίζεται στη νέα παράδοση από τη δεκαοχτάχρονη Μaήa Blondeau, που χόρεψε επικεφαλής 200 αγοριών και κοριτσιών, και κρατά ένα κλαδί ανθισμένης λευκαγκάθας, που της είχε δώσει ο αρραβωνιαστικός της, τη στιγμή που τη σκοτώνουν οι στρατιώτες πυροβολώντας την στο κεφάλι. Εδώ αναμειγνύονται οι δύο μαγιάτικες παραδόσεις. Τι είδους λουλούδια χρησιμοποιούνταν; Αρχικά, όπως δείχνει και το κλαδί της λευκαγκάθας, τα χρώματα παρέπεμπαν μάλλον στην άνοιξη παρά στην πολιτική, σύντομα όμως το κίνημα θα καθιερώσει άνθη του δικού του χρώματος: τριαντάφυλλα, παπαρούνες και πάνω απ' όλα κόκκινα γαρίφαλα. Υπάρχουν βέβαια διαφορές ανάλο­γα με τη χώρα, ωστόσο τα λουλούδια και το άλλο σύμβολο της άνθησης, της νεότητας, της αναγέννησης και της ελπίδας, δηλαδή οι νέες κοπέλες, κατέχουν κεντρική θέση. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο οικουμενικές εικό­νες της γιορτής, που αναπαράχθηκαν επανειλημμένα σε διάφορες γλώσ­σες, προέρχονται από τον Walter Crane - ειδικά η περίφημη κοπέλα με το φρυγικό σκούφο που περιτριγυρίζεται από γιρλάντες. Το βρετανικό σοσιαλιστικό κίνημα ήταν μικρό και ασήμαντο και ύστερα από μερικά χρόνια, οι Πρωτομαγιές του είχαν ήδη γίνει περιθωριακές. Παρ' όλα αυ­τά, μέσω του Wil1iam Μοrήs, του Crane και του κινήματος arts-and­crafts, απ' το οποίο βγήκε το πιο διάσημο ρεύμα της αρ νουβό, βρήκε την πιστή έκφραση του πνεύματος της εποχής. Η βρετανική εικονογρα­φική επίδραση αποτελεί μία ακόμα ένδειξη του διεθνιστικού χαρακτήρα της Πρωτομαγιάς.

Η ιδέα μιας δημόσιας γιορτής ή αργίας της εργασίας γεννήθηκε λοι­πόν κι αυτή αυθόρμητα και σχεδόν ταυτόχρονα' σίγουρα βοήθησε το ότι στα γερμανικά η λέξη feiem μπορεί να σημαίνει τόσο τη «σχόλη » όσο και τον «επίσημο εορτασμό». (Η χρήση του «παίζω » με τη σημασία του «απεργώ », που ήταν συνηθισμένη στην Αγγλία το πρώτο μισό του αιώ-

27. Α. Panaccione (επιμ.), The Memory . . . , ό .π. , σ. 356-357. 28. Κ. Greussing (επιμ.), Die Roten am Land ... , ό .π. , σ. 168.

Page 175: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ Γ10ΡΤΗΣ 175

να, δε φαίνεται να είναι κοινή στα τέλη του) . Εν πάση περιπτώσει, φαι­νόταν λογικό σε μια ημέρα που οι άνθρωποι δεν είχαν δουλειά, να συ­μπληρώσουν τις πρωινές πολιτικές συγκεντρώσεις και πορείες με κοινω­νικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες πιο μετά, πόσο μάλλον που ο ρό­λος των πανδοχείων και των εστιατορίων ως τόπων συνάντησης για το κίνημα ήταν τόσο σημαντικός. Οι ταβερνιάρηδες και οι cabaretiers απο­τελούσαν ένα σημαντικό κομμάτι των σοσιαλιστών ακτιβιστών σε αρκε­τές χώρες.29

Πρέπει να επισημάνω αμέσως μια σημαντική συνέπεια αυτού του γε­γονότος: Σε αντίθεση με την πολιτική που εκείνη την εποχή ήταν «δου­λειά των ανδρών», στις γιορτές συμμετείχαν και τα παιδιά και οι γυναί­κες. Τόσο οι εικαστικές όσο και οι φιλολογικές πηγές δείχνουν πως οι γυναίκες συμμετείχαν εξαρχής στην Πρωτομαγιά.30 Αυτό που έκανε την Πρωτομαγιά μια γνήσια ταξική εκδήλωση, η οποία μάλιστα προσέλκυε, όπως για παράδειγμα στην Ισπανία, όλο και περισσότερο εργάτες που πολιτικά δεν πρόσκειντο στους σοσιαλιστές,31 ήταν ακριβώς ότι δεν ανή­κε αποκλειστικά στους άνδρες αλλά στις οικογένειες. Μέσω της Πρωτο­μαγιάς, οι γυναίκες που δε μετείχαν άμεσα ως μισθωτοί στην αγορά ερ­γασίας, που σε πολλές χώρες ήταν η πλειονότητα των παντρεμένων γυ­ναικών της εργατικής τάξης, μπόρεσαν να ταυτιστούν δημοσίως με το κί­νημα και την τάξη.

Ουσιαστικά μέχρι τότε όλες οι τακτές αργίες ήταν θρησκευτικές, του­λάχιστον στην Ευρώπη, με εξαίρεση τη Βρετανία στην οποία είναι χαρα­κτηριστικό ότι η Πρωτομαγιά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας συγχωνεύθηκε σε μια Bank Holiday (επίσημη αργία) . Όπως και οι θρησκευτικές αργίες, έτσι και η Πρωτομαγιά είχε μια οικουμενική διάσταση ή, με εργατικούς όρους, μια διεθνιστική διάσταση. Αυτή η οικουμενικότητα εντυπωσίαζε βαθιά τους συμμετέχοντες και πρόσθετε στην αίγλη της ημέρας. Τα πο­λυάριθμα πρωτομαγιάτικα φυλλάδια, συχνά τοπικής προέλευσης, που α­ποτελούν μια τόσο πολύτιμη πηγή για την εικονογραφία και την πολιτι­σμική ιστορία της γιορτής -308 διαφορετικά φύλλα τέτοιων εφήμερων εκδόσεων έχουν διασωθεί μόνο από την προ-φασιστική Ιταλία-, τονίζουν διαρκώς αυτό το σημείο. Η πρωτομαγιάτικη εφημερίδα από την Μπολώ­νια του 1891 περιέχει τέσσερα άρθρα ειδικά αφιερωμένα στην οικουμε­νικότητα της ημέρας.32 Και, φυσικά, οι αναλογίες με το Πάσχα ή την Πε-

29. Claude Willard, Les Guesdistes, Παρίσι 1964, σ. 237 σημείωση' W.L. Guttsman, TlJe German Social DemοcraΊίc Party. 1875- 1933, Λονδίνο 1981, σ. 160.

3Ω. Πρβλ. Renata Ameruso - Gabriela Spigarelii, «Il 10 maggio delle donne», στο Α. Panaccione (επψ.), Ι /uoghi e ί soggetti del 10 maggio, ό.π., σ. 9-104.

31. L. Rivas Lara, «ΕΙ Primer de Maig a Catalunya», ό. π. , σ. 7-8. 32. Μ. ΑπΙοπίοlί - G. Ginex, 10 Maggio Repertorio .. . , ό.π., σ. 4-5' D. Ballester - Μ. Vicente,

Page 176: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ντηκοστή έμοιαζαν το ίδιο φυσικές όσο και με τις ανοιξιάτικες λαίκές γιορτές.

Οι ιταλοί σοσιαλιστές, έχοντας ιδιαίτερη επίγνωση της αυθόρμητης έλ­ξης που ασκούσε η νέα festa del lavoro σε έναν πληθυσμό που στην πλει­ονότητά του αποτελείτο από αγράμματους και Καθολικούς, χρησιμοποι­ούσαν, τουλάχιστον από το 1892, τον όρο «Πάσχα των εργατών», και τέτοιες αναλογίες ήταν διεθνώς διαδεδομένες στο δεύτερο μισό της δε­καετίας του 1890.33 Εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει το γιατΙ Η ο­μοιότητα του νέου σοσιαλιστικού κινήματος με ένα θρησκευτικό κίνημα ή, ακόμα, και -στα πρώτα μεθυστικά χρόνια της Πρωτομαγιάς- με ένα κίνημα θρησκευτικής αναγέννησης με μεσσιανικές προσδοκίες, ήταν εμ­φανής. Από ορισμένες απόψεις, το σώμα των πρώτων ηγετών, ακτιβι­στών και προπαγανδιστών θύμιζε κλήρο ή τουλάχιστον ένα σώμα ιεροκη­ρύκων. Έχουμε ένα εξαιρετικό φυλλάδιο από το Charlero i του Βελγίου το 1898, που έχει τυπωμένο ένα κείμενο το οποίο δεν μπορεί να χαρα­κτηριστεί παρά μόνο ως πρωτομαγιάτικο κήρυγμα. Έχει συνταχθεί από βουλευτές και γερουσιαστές του Parti Ouvrier Belge, ή εξ ονόματός τους, από ανθρώπους δηλαδή που σίγουρα ήταν όλοι τους άθεοι, και φέρει στο πάνω μέρος τις επιγραφές: «Εργάτες όλων των χωρών ενωθείτε (Καρλ Μαρξ)>> και «Αγαπάτε Αλλήλους (Ιησούς)>>. Λίγα παραδείγματα θα δείξουν το πνεύμα του:

«Αυτή [αρχίζει] είναι η ώρα της Άνοιξης και της γιορτής, όταν η αέ­ναη Εξέλιξη της φύσης λάμπει μέσα στη δόξα της. Όπως η φύση, γε­μίστε κι εσείς με ελπίδα και ετοιμαστείτε για τη Νέα Ζωή ».

Μετά από μερικές παραγράφους ηθικών διδαχών (<<Έχε αυτοσεβασμό: Πρόσεχε τα υγρά που σε μεθάνε και τα πάθη που σε υποβιβάζουν», κ .ο .κ.) και σοσιαλιστικής ενθάρρυνσης, καταλήγει με μια παράγραφο χι­λιαστικής ελπίδας:

« Σύντομα τα σύνορα θα πέσουν! Σύντομα οι πόλεμοι κι οι στρατοί θα εκλείψουν! Κάθε φορά που εφαρμόζετε τις σοσιαλιστικές αρετές της

"ΕΙ Primer de Maig a Barcelona», 6 . π. , σ. 13, για μια (χαρακτηριστικά) έντονη αίσθηση του διεθνούς χαρακτήρα της διαδήλωσης του 1890 στη Βαρκελώνη. Ο F. Giovanoli, Die Maifeierbewegung. Ihre wirtschaftlichen und soziologischen Ursprunge und Wirkungen, Καρλσρούη 1925, τονίζει την απρόσμενη δύναμη αυτής της διεθνιστικής αίσθησης από τις πρώτες δια­δηλώσεις (σ. 90-91).

33. Ο αναρχικός ποιητής Pietro Gori δημιούργησε τον περίφημο πρωτομαγιάτικο ύμνο του (<<Γλυκό Πάσχα των Εργατών») πάνω στη χορωδιακή μουσική του Nabucco του Βέρντι το 1896, ως μέρος ενός μονόπρακτου έργου για την Πρωτομαγιά. F. Andreucci - Τ. Detti (επιμ.), Il moυimento operaio italiano. Dizionario biografico, τόμο 2, Ρώμη 1976, σ. 526. Βλ. E.J. Hobsbawm" Worlds of Labour, Λονδίνο 1984, σ. 77.

Page 177: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ Γ10ΡΤΗΣ 177

Αλληλεγγύης και της Αγάπης, φέρνετε το μέλλον πιο κοντά. Και ύ­στερα, μέσα σε ειρήνη και χαρά, από τη στιγμή που θα γίνει κατανοη­τό ότι η εκπλήρωση του κοινωνικού καθήκοντος απ' όλους θα φέρει την ολόπλευρη ανάπτυξη του κάθε ανθρώπου, θα γεννηθεί ένας κό­σμος όπου θα θριαμβεύσει ο Σοσιαλισμός». 34

Παρ' όλα αυτά, το βασικό χαρακτηριστικό του νέου εργατικού κινή­ματος δεν ήταν ότι ήταν μια Πίστη, και μάλιστα μια Πίστη που απηχού­σε συχνά τον τόνο και το ύφος του θρησκευτικού λόγου, αλλά αντίθετα το πόσο λίγο ήταν επηρεασμένο από το θρησκευτικό μοντέλο ακόμα και σε χώρες στις οποίες οι μάζες ήταν βαθιά θρησκευόμενες και εμποτισμέ­νες στους τρόπους σκέψης της Εκκλησίας.35 Επιπλέον, δεν υπήρχε ιδιαί­τερη σύγκλιση ανάμεσα στην παλιά και τη νέα Πίστη, με εξαίρεση κά­ποιες περιπτώσεις (όχι όμως όλες) στις οποίες ο Προτεσταντισμός πήρε περισσότερο τη μορφή ανεπίσημων και έμμεσα αντιπολιτευόμενων σε­χτών παρά Εκκλησιών, όπως στην Αγγλία. Το σοσιαλιστικό εργατικό κί­νημα ήταν ένα μαχητικά κοσμικό, αντιθρησκευτικό κίνημα, που προση­λύτιζε en masse ευσεβείς ή πρώην ευσεβείς πληθυσμούς.

Και μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί συνέβαινε αυτό. Ο σοσιαλισμός και το εργατικό κίνημα απευθύνονταν σε άνδρες και γυναίκες για τους οποίους, ως μέλη μιας νέας τάξης που είχε συνείδηση του εαυτού της, δεν υπήρχε θέση στην κοινότητα που παραδοσιακά εξέφραζαν οι κατε­στημένες Εκκλησίες, και κυρίως η Καθολική Εκκλησία. Υπήρχαν βέβαια μικρές κοινότητες «αποκλεισμένων», είτε λόγω της απασχόλησης τους, όπως χωριά ανθρακωρύχων ή πρωτοεκβιομηχάνισης ή εργοστασίων, είτε λόγω καταγωγής, όπως οι Αλβανοί της Piana dei Greci στη Σικελία (σή­μερα Piana degli AlbanesO που γινόταν το κατεξοχήν «κόκκινο χωριό », είτε συνδεόμενες από κάποιο άλλο κριτήριο που τις διαχώριζε συλλογι­κά από την ευρύτερη κοινωνία. Σ' αυτές λοιπόν, «το κίνημα» μπορούσε να λειτουργεί ως rι κοινότητα, και αναλάμβανε πολλές από τις παλιές πρακτικές του χωριού που μέχρι τότε μονοπωλούσε η θρησκεία. Ωστόσο, αυτές ήταν μάλλον εξαιρέσεις. Στην πραγματικότητα, ένας από τους βα­σικούς λόγους για τους οποίους η Πρωτομαγιά είχε τέτοια μαζική επιτυ­χία, ήταν ότι την έβλεπαν σαν τη μοναδική αργία που ανήκε αποκλειστι­κά στην εργατική τάξη και σε κανέναν άλλο, και η οποία επιπλέον είχε καθιερωθεί χάρη στην ίδια τη δράση των εργατών. Ακόμα περισσότερο: ήταν μια ημέρα στην οποία αυτοί που συνήθως ήταν αόρατοι έβγαιναν

34. Οι Jules Destree - Ernile Vandervelde, Le Socialisme en Belgique, Παρίσι 1903, σ. 417-418, και F. Giovanoli, Die Maifeierbewegung ... , ό.π., σ. 114-115, επισημαίνουν το θρησκευτι­κό στοιχείο

'στη γλώσσα.

35. Βλ. E.J . Hobsbawrn, Worlds ΟΙ Labour, κεφ. 3: «Re!igion and the Rise of Socia!isrn », ό.π.

Page 178: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

στο φως, τουλάχιστον για μια μέρα, καταλαμβάνοντας το δημόσιο χώρο των αρχόντων και της κοινωνίας.36 Από αυτή την άποψη, τα γκαλά των βρετανών ανθρακωρύχων, από τα οποία το γκαλά των ανθρακωρύχων του Durham είναι το μακροβιότερο, αποτελούν προανακρούσματα της Πρωτομαγιάς, αφορούν όμως έναν μόνο βιομηχανικό κλάδο και όχι το σύνολο της εργατικής τάξης.37 Από αυτή την άποψη, η μοναδική σχέση ανάμεσα στην Πρωτομαγιά και την παραδοσιακή θρησκεία ήταν η διεκ­δίκηση ίσων δικαιωμάτων. «Οι παπάδες έχουν τις γιορτές τους», έλεγε το 1891 το πρωτομαγιάτικο φυλλάδιο της Voghera στην κοιλάδα του Πο, «οι Μετριοπαθείς έχουν κι αυτοί τις δικές τους. Το ίδιο και οι Δημοκρα­τικοί. Η Πρωτομαγιά είναι το Πανηγύρι των εργατών όλου του κό­σμου ».38

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο που αποστασιοποιούσε το κίνημα από τη θρησκεία. Η λέξη-κλειδί ήταν «νέο », όπως στους Νέους Καιρούς (Die Neue Zeit), τον τίτλο της μαρξιστικής θεωρητικής επιθεώρησης του Κάου­τσκυ, και όπως σε ένα αυστριακό εργατικό τραγούδι που ακόμα συνδέε­ται με την Πρωτομαγιά, και του οποίου το ρεφραίν λέει «Mit uns zieht die neue Zeit» (<<Οι νέοι καιροί προχωράνε μαζί μας») . Όπως δείχνει η εμπειρία των Σκανδιναβικών χωρών και της Αυστρίας, ο σοσιαλισμός πολλές φορές φτάνει στην ύπαιθρο και στις επαρχιακές πόλεις κυριολε­κτικά με το τραίνο, μ' αυτούς που κατασκευάζουν και επανδρώνουν το σιδηρόδρομο, με τις νέες ιδέες και τους νέους καιρούς που φέρνουν μαζί τους.39 Σε αντίθεση με άλλες δημόσιες αργίες, καθώς και με τις περισ­σότερες μέχρι τότε τελετουργικές εκδηλώσεις του εργατικού κινήματος, η Πρωτομαγιά δε μνημόνευε τίποτε - τουλάχιστον στο χώρο πέρα από τους αναρχικούς οι οποίοι, όπως είδαμε, αρέσκονταν να τη συνδέουν με τους αναρχικούς του Σικάγο του 1886. Δεν αφορούσε τίποτε άλλο παρά μόνο το μέλλον' το μέλλον που, σε αντίθεση με ένα παρελθόν που δεν είχε τίποτε άλλο να δώσει στο προλεταριάτο παρά θλιβερές αναμνήσεις (<<Du passe faisons table rase » [το παρελθόν θα το σβήσουμε], τραγου­δούσε, όχι τυχαία, η Διεθνής), προσέφερε χειραφέτηση. Σε αντίθεση με μια διεθνή θρησκεία, «το κίνημα» δεν πρόσφερε μετά θάνατον ανταπό­δοση, αλλά μια νέα Ιερουσαλήμ επί της γης αυτής.

36. Η αίσθηση της Πρωτομαγιάς ως της μοναδικής γιορτής που συνδέεται αποκλειστι­κά με τους εργάτες, και οι επιπτώσεις που είχε αυτό στη διαμόρφωση της ταξικής συνεί­δησης, επισημαίνονται εξαρχής. « Αυτή η μέρα είναι δική τους. Είναι μόνο δική τους». J. Diner-Denes, « Der erste Mai », Der Kampj, Βιέννη, 1 ΜαΤου 1908. Ο Diner-Denes επισημαί­νει επίσης την κατάληψη του δημόσιου χώρου από τους εργάτες αυτή τη μέρα.

37. E.J. Hobsbawm, Worlds oj Labour, ό .π. , σ. 73, και πιο γενικά, κεφ. 5: « The Transformation of Labour Rituals » .

38. Μ. Antonioli - G . Ginex, 10 Maggio Repertorio . . . , ό.π. , σ . 23. 39. Κ. Greussing (επψ.), Die Roten am Land, ό.π. , σ. 18-21.

Page 179: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓΙΟΡΤΗΣ 179

Η εικονογραφία της Πρωτομαγιάς, που γρήγορα ανέπτυξε τις δικές της εικόνες και σύμβολα, είναι ολοκληρωτικά στραμμένη στο μέλλον .4Ο Το τι θα έφερνε το μέλλον δεν ήταν καθόλου σαφές, εκτός από το ότι θα ήταν καλό και ότι θα ερχόταν σίγουρα. Ευτυχώς για την επιτυχία της Πρωτομαγιάς, ένας τουλάχιστον δρόμος προς το μέλλον μετέτρεψε τη μέρα σε κάτι περισσότερο από μια διαδήλωση και μια γιορτή. Το 1890 η δημοκρατία των εκλογών δεν είχε ακόμα καθιερωθεί στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, και το αίτημα της καθολικής Ψηφοφορίας ήταν φυ­σικό να προστεθεί σ' αυτό του οχτάωρου και στα άλλα πρωτομαγιάτικα συνθήματα. Το παράξενο είναι πως η διεκδίκηση του δικαιώματος ψή­φου αν και έγινε αναπόσπαστο μέρος της Πρωτομαγιάς στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στις Σκανδιναβικές χώρες, στην Ιταλία και αλλού μέχρι ,να κατακτηθεί, ποτέ δεν απετέλεσε επισήμως μέρος του πολιτικού της πε­ριεχομένου, όπως το οχτάωρο και, αργότερα, η ειρήνη. Παρ' όλα αυτά, στις χώρες που ήταν επίκαιρη εντάχθηκε στην εκδήλωση και συνέτεινε στη σημασία της.

Πράγματι, η τακτική της οργάνωσης ή της απειλής γενικών απεργιών με αίτημα την καθολική Ψηφοφορία, η οποία αναπτύχθηκε με κάποια ε­πιτυχία στο Βέλγιο, τη Σουηδία και την Αυστρία και βοήθησε στην ενό­τητα του κόμματος με τα συνδικάτα, γεννήθηκε μέσα από τις συμβολι­κές στάσεις εργασίας της Πρωτομαγιάς. Η πρώτη απεργία αυτού του εί­δους ξεκίνησε από τους ανθρακωρύχους του Βελγίου την Πρωτομαγιά του 189 1 . 4 1 Τα συνδικάτα, από την άλλη, ενδιαφέρονταν πολύ περισσό­τερο για τα συνθήματα της σουηδικής Πρωτομαγιάς, «λιγότερες ώρες, μεγαλύτεροι μισθοί», παρά για οποιαδήποτε άλλη πλευρά της μεγάλης μέρας.42 Υπήρξαν περιπτώσεις, όπως στην Ιταλία, όπου επικεντρώνονταν σ' αυτά και άφηναν ακόμα και τη δημοκρατία σε άλλους. Οι μεγάλες πρόοδοι του κινήματος, όπως η επιτυχημένη πάλη για τη δημοκρατία, δε βασίστηκαν σε στενά οικονομίστικα συμφέροντα.

Το ζήτημα της δημοκρατίας ήταν ασφαλώς κεντρικό για τα εργατικά κινήματα. Δεν είχε μόνο ουσιαστική σημασία για την πρόοδό τους, ήταν αναπόσπαστα δεμένο μαζί τους. Η Πρωτομαγιά στη Γερμανία γιορταζό­ταν με ένα πλακάτ που απεικόνιζε τον Καρλ Μαρξ από τη μια μεριά

40. Οι πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις του συμβολισμού της Πρωτομαγιάς είναι οι : Giovanna Ginex . «�immagine de! Primo Maggio ίπ Ita!ia ( 1890-1945» >. στο Comune di Milano. Per ί cent'anni, σ. 37-41 , και της ίδιας. « Images οπ May Day Sing!e Issue News­papers ( 1891 -1924): Their Function and Meanings » . στο Α. Panaccione (επψ.) . May Day Celebration, Βενετία 1988, σ. 1 3-25.

41 . Ο ρόλος της Πρωτομαγιάς στην προώθηση της ιδέας της γενικής απεργίας -όχι μόνο για την καθολική Ψηφοφορία- επισημαίνεται ήδη στο F. Giovanolli . Die Maifeierbewegung .... ό.π.

42. Upp ΙίΙΙ kamp .. .. ό .π. , σ. 12.

Page 180: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

180 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

και το Άγαλμα της Ελευθερίας από την άλλη. 43 Ένα αυστριακό πρωτο­μαγιάτικο φυλλάδιο του 189 1 έχει τον Μαρξ να κρατάει το Das ΚaρίΙaΙ και να δείχνει πέρα από τη θάλασσα, ένα από εκείνα τα ρομαντικά νη­σιά που ήταν γνώριμα στους ανθρώπους της εποχής από ζωγραφιές με­σογειακού χαρακτήρα και πίσω απ' το οποίο ανατέλλει ο πρωτομαγιάτι­κος ήλιος, που υπήρξε το μακροβιότερο και ισχυρότερο σύμβολο του μέλλοντος. Οι αχτίδες του έφεραν τα συνθήματα της Γαλλικής Επανά­στασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη, που βρίσκουμε σε τόσες και τόσες πρωτομαγιάτικες κονκάρδες και αναμνηστικά.44 Ο Μαρξ περιβάλ­λεται από εργάτες, που φαίνεται να 'ναι έτοιμοι να μπαρκάρουν για το νησί, ό,τι κι αν είναι αυτό, σε πλοία που τα πανιά τους γράφουν: Καθο­λική και Άμεση Ψήφος, και Οχτάωρη Ημέρα και Προστασία για τους Εργάτες. Αυτή ήταν η αυθεντική παράδοση της Πρωτομαγιάς.

Η παράδοση αυτή αναπτύχθηκε με εξαιρετική ταχύτητα - μέσα από μια περίεργη συμβίωση των συνθημάτων των σοσιαλιστών ηγετών και της συχνά αυθόρμητης ερμηνείας τους από τους αγωνιστές και την ερ­γατική βάση.45 Πήρε μορφή σ' αυτά τα υπέροχα πρώτα χρόνια της ξαφ­νικής άνθησης των μαζικών εργατικών κινημάτων και κομμάτων, όταν κάθε καινούργια ημέρα έφερνε ορατή πρόοδο, όταν η ίδια η ύπαρξη αυ­τών των κινημάτων, η ίδια η παρουσία της τάξης, έμοιαζε να εξασφαλί­ζει το μελλοντικό θρίαμβο. Ακόμα περισσότερο: φαινόταν σαν ένα σημά­δι επικείμενου θριάμβου, σαν τις πύλες ενός νέου κόσμου που ήταν ορ­θάνοιχτες μπροστά στην εργατική τάξη.

Ωστόσο, το μιλλένιουμ δεν ήρθε και η Πρωτομαγιά, όπως και τόσα άλλα στο εργατικό κίνημα, αναγκάστηκε να τυποποιηθεί και να θεσμο­ποιηθεί, έστω κι αν κάτι από το παλαιό άνθισμα της ελπίδας και του θριάμβου επέστρεψε αργότερα, ύστερα από μεγάλες μάχες και νίκες. Μ πορούμε να το δούμε στις τρελές φουτουριστικές Πρωτομαγιές των πρώτων χρόνων της Ρώσικης Επανάστασης, αλλά και σχεδόν παντού στην Ευρώπη το 1919-1920, όταν το αρχικό πρωτομαγιάτικο αίτημα του οχτάωρου κατακτήθηκε σε πολλές χώρες. Μπορούμε να το δούμε στις Πρωτομαγιές των αρχών του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία το 1935 και 1936, αλλά και στις ευρωπα'ίκές χώρες που απελευθερώθηκαν από την κατοχή μετά την ήττα του φασισμού. Πάντως, στις περισσότερες χώρες με μαζικά σοσιαλιστικά κινήματα, η Πρωτομαγιά είχε αποκτήσει έναν τυπικό χαρακτήρα λίγο πριν το 1914 .

Περιέργως, στην πορεία αυτής της ρουτινοποίησης απέκτησε και την

43. Α. Panaccione (επιμ.), The Memory . . . , ό.π. , σ. 223. 44. Στο ίδιο, σ. 363. 45. E. J. Hobsbawn, « 100 Years of May Day», Liber, 8 Ιουνίου 1990 (διανέμεται μαζί με

το Times Literary Supplement), σ. 10-1 1 .

Page 181: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓΙΟΡΤΗΣ 1 8 1

τελετουργική της πλευρά. Όπως λέει ένας ιταλός ιστορικός, όταν έπαψε να θεωρείται σαν ο άμεσος προθάλαμος της μεγάλης αλλαγής, έγινε «μια συλλογική τελετουργία που χρειαζόταν τις λειτουργίες της και τις θεότητές της»,46 θεότητες που συνήθως ταυτίζονταν μ' αυτές τις κοπέλες με τα μαλλιά που ανεμίζουν και τα κυματιστά ρούχα και δείχνουν το δρόμο προς τον ήλιο που ανατέλλει σε όλο και πιο ασαφή πλήθη ή δια­δηλώσεις ανδρών και γυναικών. Ήταν η Ελευθερία, η Άνοιξη, η Νεότητα, η Ελπίδα, η ροδοδάκτυλη Αυγή ή κάτι απ' όλες αυτές μαζί; Ποιος μπο­ρεί να πει ; Εικονογραφικά δεν έχει ενιαία χαρακτηριστικά, εκτός από το νεαρό της ηλικίας, αφού ακόμα και ο φρυγικός σκούφος, αν και είναι πολύ συνηθισμένος, δεν απαντάται πάντοτε. Μπορούμε να παρατηρή­σουμε την πορεία αυτής της τελετουργικοποίησης της ημέρας μέσα από τα λουλούδια τα οποία, όπως είδαμε, υπάρχουν εξαρχής, αλλά επισημο­ποιούνται προς τα τέλη του αιώνα. Έτσι, το κόκκινο γαρίφαλο αποκτά επίσημη θέση στις χώρες των ΑΨβούργων και στην Ιταλία από το 1 900 περίπου, όταν ο συμβολισμός του εξηγείται συγκεκριμένα σε ένα πολύ ζωντανό και καλογραμμένο φυλλάδιο από τη Φλωρεντία που φέρει αυ­τόν τον τίτλο. (Το Il Garofano Rosso κυκλοφορούσε τις Πρωτομαγιές μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Το κόκκινο τριαντάφυλλο έγινε επίσημο σύμβολο στη Σουηδία το 191 1 -1912 .47 Και προς μεγάλη θλίψη των ασυμ­βίβαστων επαναστατών, τα εντελώς απολίτικα κρινάκια άρχισαν να πα­ρεισφρέουν στη γαλλική εργατική Πρωτομαγιά από τις αρχές της δεκαε­τίας του 1900, μέχρι που έγιναν τα επίσημα σύμβολα της ημέρας.48

Παρ' όλα αυτά, οι μέρες δόξας των Πρωτομαγιών δεν τέλειωσαν όσο αυτές παρέμεναν αφ' ενός νόμιμες -δηλαδή ικανές να κατεβάζουν στο δρόμο μεγάλες μάζες-, αφ' ετέρου ανεπίσημες. Από τη στιγμή όμως που έγιναν μια παραχωρημένη ή, ακόμα χειρότερα, μια άνωθεν επιβε-

46. G. Ginex, « αmmagίne ... » , 6.π., σ. 40. 47. Την εμφάνιση του κόκκινου γαρίφαλου στην Ιταλία μπορούμε να την παρακολουθή­

σουμε πολύ εύκολα στο Fondazione Giangiacomo Feltrinelli, Ogni anno (που περιλαμβάνει τη συλλογή μονόφυλλων της Βιβλιοθήκης Fe1trinelli, η οποία περιέχει, καθώς φαίνεται, και μερικά που δεν καταγράφονται στο Repertorio), που περιέχει και πολλές εικόνες. Η πρώτη αναφορά στο γαρίφαλο ως « επίσημο» σύμβολο φαίνεται ότι είναι σε ένα ποίημα σε ένα φυλλάδιο του 1898 (σ. 94), αν και τα άλλα λουλούδια δεν εξαφανίζονται πριν το 1900. Για μια εξήγηση του 11 Garofano Rosso, στο ίδιο, σ. 105, και Repertorio, σ. 130. Για το σουη­δικό τριαντάφυλλο, Upp till kαmp, σ. 21-23.

48. Τουλάχιστον σύμφωνα με τον Maurice Dommanget, Histoire du Premier Μαί, ό.π. , σ. 361-363. Ο ίδιος όμως ανιχνεύει την πολιτική χρήση αυτών των λουλουδιών σε ένα αυ­στριακό έντυπο των αρχών της δεκαετίας του 1890 (σ. 175-176), δηλαδή σε μια εποχή ό­που η πολιτική σύνδεση γινόταν με ανοιξιάτικα λουλούδια, όχι απαραίτητα κόκκινα. Για μια γερμανική πρωτομαγιάτικη εικόνα ενός μικρού κοριτσιού που πουλάει αυτά τα λου­λούδια, και διαδόθηκε διεθνώς, βλ. Ogni anno, σ. 100 (Der Wahre Jacob, 26 Απριλίου 1898).

Page 182: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

βλημένη αργία, ο χαρακτήρας τους αναγκαστικά άλλαξε. Και στο βαθμό που η μαζική κινητοποίηση αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο τους, δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν το πρόβλημα της παρανομίας, έστω κι αν οι σοσιαλιστές (κι αργότερα οι κομμουνιστές) της Piana degli Albanesi υπε­ρηφανεύονταν ότι ακόμα και στις μαύρες μέρες του φασισμού στέλνανε κάθε Πρωτομαγιά ανελλιπώς μερικούς συντρόφους πάνω στο βουνό, στο σημείο που είναι ακόμα γνωστό σαν ο βράχος του Δρ Barbato, απ' όπου ο τοπικός απόστολος του σοσιαλισμού τούς είχε μιλήσει το 1893. Στο ί­διο αυτό μέρος, ο Τζουλιάνο ο Αρχιληστής κατέσφαξε το 1947 την ανα­γεννημένη μετά το τέλος του φασισμού πρωτομαγιάτικη διαδήλωση και οικογενειακό πικ-νικ της κοινότητας. 49 Από το 1914, και ιδιαίτερα μετά το 1945, η Πρωτομαγιά γινόταν όλο και περισσότερο είτε παράνομη είτε, συνηθέστερα, επίσημη γιορτή. Μόνο σε σχετικά λίγα μέρη του Τρίτου Κόσμου, όπου αναπτύχθηκαν ανεπίσημα σοσιαλιστικά εργατικά κινήμα­τα σε συνθήκες που επέτρεψαν στην Πρωτομαγιά να ανθίσει, υπάρχει μια πραγματική συνέχεια με την παλαιότερη παράδοση.

Η Πρωτομαγιά δεν έχει χάσει, βέβαια, παντού τα χαρακτηριστικά της. Παρ' όλα αυτά, ακόμα κι εκεί που δε συνδέεται με την πτώση των πα­λαιών καθεστώτων που ήσαν κάποτε νέα, όπως στην ΕΣΣΔ και την Ανα­τολική Ευρώπη, δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η λέξη Πρωτομαγιά δεν ανακαλεί τόσο το παρόν όσο το παρελθόν. Η κοινωνία που γέννησε την Πρωτομαγιά έχει αλλάξει. Πόσο σημαντικές είναι πια σήμερα αυτές οι μικρές προλεταριακές κοινότητες που θυμούνται οι παλιοί Ιταλοί ; «Κάναμε πορεία γύρω απ' το χωριό . Μετά υπήρχε ένα κοινό γεύμα. Όλα τα μέλη του κόμματος ήταν εκεί κι όποιος άλλος ήθελε να 'ρθει». 50 Τι απέγιναν στο βιομηχανικό κόσμο όλοι εκείνοι που τη δεκαετία του 1890 μπορούσαν ακόμα να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους στο «Εμπρός της Γης οι κολασμένοι»; Όπως έλεγε μια ηλικιωμένη ιταλίδα κυρία το 1980, αναπολώντας την Πρωτομαγιά του 1920 όταν, δωδεκά­χρονη εργάτρια της υφαντουργίας που μόλις είχε μπει στα βάσανα, κρα­τούσε τη σημαία: «Από δω και πέρα όλοι όσοι πάνε στη δουλειά, είναι όλοι τους κυρίες και κύριοι, παίρνουν οτιδήποτε απαιτήσουν».51 Τι απέ­γινε το πνεύμα εκείνων των πρωτομαγιάτικων κηρυγμάτων αυτοπεποί­θησης και ελπίδας στο μέλλον, πίστης στην πορεία του ορθού λόγου και

49. Το περιστατικό αυτό ζωντανεύει στην υπέροχη ταινία του Francesco Rosi, Salvatore Giuliano.

50. Un altra ΙΙαΙία nelle bandiere dei lavoratori: simboli e cultura dall 'unitii d 'ΙΙαΙία αll'αυυωΙο del fascismo, Τορίνο 1980, σ. 276. Αυτός ο κατάλογος μιας έκθεσης εργατικών σημαιών που εί­χαν κατασχεθεί από τους φασίστες, αποτελεί μια θαυμάσια συμβολή στην ιστορία της λα'ί­κής ισεολογίας.

51. Στο ίδιο, σ. 277.

Page 183: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

της προόδου ; «Μορφωθείτε! Τα σχολειά και οι τάξεις, τα βιβλία και οι εφημερίδες είναι τα μέσα της ελευθερίας! Πιείτε από την πηγή της Επι­στήμης και της Τέχνης, και θα γίνετε αρκετά δυνατοί για να φέρετε τη δικαιοσύνη » .52 Τι απέγινε το συλλογικό όνειρο της οικοδόμησης μιας Ιε­ρουσαλήμ πάνω στην πράσινη και ευτυχισμένη γη μας ;

Κι όμως, αν η Πρωτομαγιά έχει γίνει κι αυτή άλλη μια αργία, μια μέ­ρα που -όπως λέει μια γαλλική διαφήμιση- δε χρειάζεται να πάρει κα­νείς ηρεμιστικά γιατί δεν έχει να πάει στη δουλειά, εξακολουθεί να είναι μια ιδιαίτερη αργία. Ίσως να μην είναι πια, όπως λέει η περήφανη φρά­ση, «μια γιορτή έξω απ' όλα τα ημερολόγια»,53 μια που στην Ευρώπη έ­χει μπει σε κάθε ημερολόγιο. Είναι, μάλιστα, η πιο οικουμενική αργία, με εξαίρεση την 25η Δεκεμβρίου και την Ιη Ιανουαρίου,54 έχοντας ξεπε­ράσει κατά πολύ άλλες αντίπαλες θρησκευτικές αργίες. Αλλά αυτή ήρθε από τα κάτω. Πήρε μορφή από τους ίδιους τους ανώνυμους εργαζόμε­νους, που μέσα απ' αυτήν αναγνώρισαν τον εαυτό τους πέρα από σύνο­ρα, γλώσσες, ακόμα και εθνικότητες, σαν μια ενιαία τάξη, αποφασίζο­ντας συνειδητά μια φορά κάθε χρόνο να μην πηγαίνουν στη δουλειά: να χλευάσουν την ηθική, πολιτική και οικονομική υποχρέωση στην εργασία. Όπως έλεγε ο Β ίκτωρ Άντλερ το 1893: «Αυτό είναι το νόημα της γιορτής του Μάη, της αποχής από την εργασία που φοβούνται οι εχθροί μας. Αυ­τό είναι που διαισθάνονται ότι είναι επαναστατικό ». 55

Ο ιστορικός ενδιαφέρεται γι' αυτή την επέτειο των εκατό χρόνων για πολλούς λόγους. Από μια άποψη είναι σημαντική γιατί μας βοηθά να καταλάβουμε το γιατί ο Μαρξ απέκτησε τόσο μεγάλη επιρροή σε εργα­τικά κινήματα ανδρών και γυναικών που μέχρι τότε δεν είχαν ακούσει γι' αυτόν, αλλά αναγνώρισαν το κάλεσμά του να αποκτήσουν συνείδηση του εαυτού τους και να οργανωθούν ως τάξη . Από μια άλλη άποψη είναι σημαντική γιατί δείχνει την ιστορική δύναμη που έχουν οι σκέψεις και τα αισθήματα της βάσης και φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο άνδρες και γυναίκες που ενώ ως άτομα είναι άφωνα, ανίσχυρα και δεν τα υπολογί­ζει κανείς, μπορούν ωστόσο ν' αφήσουν τη σφραγίδα τους πάνω στην ι­στορία. Πάνω απ' όλα όμως, η επέτειος αυτή για πολλούς από μας, ι-

52. J. Destree - Ε. Vanderνelde, Le Socialisme en Belgique, ό.π., σ. 418. 53. LΆurοrα del 10 Maggio 1950, στο Μ. Antonioli - G. Gineχ, Repertorio . .. , ό .π. , σ. 290.

Παραδόξως, αυτό το είχε προβλέΨει ο βεμπεριανός αστός της Βαρκελώνης το 1890, που προφήτεΨε καυστικά ότι αν οι εργάτες επέμεναν να απεργούν την Πρωτομαγιά, αυτό θα σήμαινε « την προσθήκη μιας ακόμα αργίας στις τόσες άλλες, με τις οποίες έχουν φορτώ­σει το ημερολόγιο η παράδοση και η Εκκλησία» . D . Ballester - Μ. Vicente, « ΕΙ Primer de Maig a Barcelona» , ό .π. , σ . 1 4.

54. Τ. Ferenczi, « Feastdays » , Liber, 8 Ιουνίου 1990, σ . 1 1 . 55. Victor Adler's Aujsίίtze, Reden und Brieje, τόμο 1, Β ιέννη 1922, σ. 73.

Page 184: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

στορικούς και μη, είναι βαθιά συγκινητικ� γιατί αντιπροσωπεύει αυτό που ο γερμανός φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ ονόμασε (και διαπραγματεύτη­κε εκτενώς σε δύο πολυσέλιδους τόμους) Η Αρχή της Ελπίδας: η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, σε έναν καλύτερο κόσμο. Κι αν κανείς άλλος δεν τη θυμάται το 1990, επιβάλλεται να το κάνουν οι ιστορικοι.

Page 185: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΒΑΝ -ΓΚΑΡΝΤ 1 8 80- 1 9 1 4

Α ν το όγδοο κεφάλαιο ΠΡαΥματεύται τις επιπτώσεις που είχε η ανάδυση του εργατι­κού κινήματος στους εργάτες, το παρόν κεφάλαιο ασχολείται με τις πιο πολύπλοκες επιπτώσεις που είχε πάνω στους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες και, κατ ' επέ­κταση, με τις σχέσεις μεταξύ πολιτικών ιδεολόγων και καλλιτεχνών μέσα σ' αυτά τα κινήματα. Οι πολιτικές και καλλιτεχνικές πρωτοπορίες συγκλίνουν στα τέλη του δέ­κατου ένατου αιώνα, αποκλίνουν έντονα στην πρώτη φάση του «ριζοσπαστικού» μο­ντερνισμού, αλλά ξανασυναντιούνται -τουλάχιστον για μερικά παθιασμένα χρόνια­κάτω από την επίδραση του Μεγάλου Πολέμου και της Οκτωβριανής Επανάστασης. Το κεφάλαιο αυτό, που γράφτηκε για να περιληφθεί στο δεύτερο τόμο της Storia del Marxismo που εξέδωσε ο ιταλικός εκδοτικός οίκος του Giulio Einaudi (Τορίνο 19 78-1982), πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Mouνement Social, τχ. 1 1 1 . Απρίλιος-Ιού­νιος 1980 .

Τόσο ο σοσιαλισμός ως μαζικό κίνημα όσο και η πολιτιστική και καλλι­τεχνική πρωτοπορία ως μια ευρέως αναγνωρισμένη, συνειδητή και μερι­κές φορές χωριστά οργανωμένη εκπρόσωπος της «νεωτερικότητας» και της «προόδου» μέσα στο χώρο των τεχνών είναι, ως ευρωπαίκά φαινό­μενα, τέκνα των τελευταίων δεκαετιών του δέκατου ένατου αιώνα. Στο κείμενο αυτό προτείνω μια εξέταση της μεταξύ τους σχέσης.

Δεν υπάρχει καμιά αναγκαία ή λογική σχέση ανάμεσα στα δύο αυτά φαινόμενα, μια που η παραδοχή πως ό,τι είναι επαναστατικό στις τέχνες πρέπει να είναι και στην πολιτική (ή το αντίστροφο) βασίζεται σε μια σημεωλογική σύγχυση ανάμεσα στις διαφορετικές σημασίες που έχει η λέξη «επαναστατικός» ή ανάλογOL όροι. Από την άλλη, συχνά υπάρχει ή υπήρχε μια υπαρξιακή συνάφεια, στο βαθμό που τόσο οι σοσιαλιστές (μαρξιστές, αναρχικοί και άλλα είδη) όσο και η καλλιτεχνική και πολιτι­στική πρωτοπορία βρίσκονταν «εκτός», ήταν αντίπαλοι της αστικής ορ­θοδοξίας. Θα μπορούσαμε ακόμα να αναφέρουμε το νεαρό της ηλικίας και αρκετά συχνά τη σχετική φτώχεια πολλών μελών της πρωτοπορίας και των μποέμ.

Η φτώχεια ίσως να υπερτονίζεται, αλλά η οικονομική ανασφάλεια των νέων και αιρετικών καλλιτεχνών και συγγραφέων, μικροπαραγωγών προ'ίόντων για τα οποία δεν υπήρχε κάποια σταθερή αγορά, δεν πρέπει να υποτιμάται, έστω κι αν για πολλούς αβανγκαρντιστές αστικής προέ-

Page 186: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 86 Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

λευσης η επιλογή της ανασφάλειας αντΙ της ασφαλούς αστικής διαβΙω­σης ήταν συνειδητή.

Και οι δύο αυτές ομάδες των «εκτός» ωθούνταν κατά κάποιον τρόπο σε μια συνύπαρξη μεταξύ τους και με άλλους διαφωνούντες προς τα συ­στήματα ηθικής και αξιών της αστικής κοινωνΙας. Τα μειοψηφικά, επα­ναστατικά ή «προοδευτικά» πολιτικά κινήματα προσέλκυαν όχι μόνο το γνωστό περιθώριο της πολιτιστικής ετεροδοξΙας και των εναλλακτικών τρόπων ζωής -χορτοφάγους, πνευματιστές, θεοσοφιστές, κ.ο.κ.-, αλλά και ανεξάρτητες χειραφετημένες γυναΙκες, αμφισβητΙες της σεξουαλικής ορθοδοξΙας και νέους και των δύο φύλων, που εΙτε δεν εΙχαν ακόμα κά­νει καριέρα μέσα στην αστική κοινωνΙα εΙτε εξεγεΙρονταν εναντΙον της με όποιον τρόπο έβρισκαν πιο θεαματικό εΙτε αισθάνονταν αποκλεισμέ­νοι απ' αυτήν. Οι ετεροδοξΙες αλληλοεπικαλύπτονταν. Αυτού του εΙδους οι κοινωνικοΙ χώροι εΙναι γνώριμοι σε κάθε ιστορικό της κουλτούρας. Η Ελεωνόρα Μαρξ δεν ήταν μόνο μια μαρξΙστρια αγωνΙστρια αλλά και μια ελεύθερη επαγγελματΙας που απέρριπτε τον επΙσημο γάμο, μεταφρά­στρια του Ίψεν και ερασιτέχνης ηθοποιός. Ο Μπέρναρντ Σω ήταν ένας μαρξΙζων σοσιαλιστής ακτιβιστής, αυτοδΙδακτος λογοτέχνης, ανελέητος κριτής της συμβατικής ορθοδοξΙας ως μουσικοκριτικός και κριτικός θεά­τρου, και υπερασπιστής της πρωτοπορΙας στην τέχνη και στη σκέψη (Βάγκνερ, Ίψεν) . Το πρωτοποριακό κΙνημα arts-and-crafts (William Mor­ήs, Walter Crane) στράφηκε προς το (μαρξιστικό) σοσιαλισμό, ενώ η πρωτοπορΙα της σεξουαλικής απελευθέρωσης -ο ομοφυλόφιλος Edward Carpenter και ο υπέρμαχος της γενικής σεξουαλικής απελευθέρωσης Haverlock Ellis- δρούσαν στον Ιδιο χώρο. Ο Όσκαρ Ουάιλντ, αν και η πολιτική δεν ήταν το πεδΙο του, ενδιαφερόταν πολύ για το σοσιαλισμό 'και έγραψε ένα σχετικό βιβλΙο.

Το ευτύχημα για τη συνύπαρξη της πρωτοπορΙας με το μαρξισμό ή­ταν πως οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν πολύ λΙγα πράγματα ειδικά για τις τέχνες, και δημοσΙευσαν ακόμα λιγότερα. Έτσι τα γούστα των πρώ­των σοσιαλδημοκρατών δεν περιορΙζονταν από την κλασική θεωρΙα. Στην πραγματικότητα, οι Μαρξ και Ένγκελς δεν έδειξαν καμιά ιδιαΙτερη συμπάθεια για την πρωτοπορΙα μετά τη δεκαετΙα του 1840. Το πόσο σημαντικές ήταν και πόση επιρροή ασκούσαν άλλες σοσιαλιστικές θεω­ρΙες για την τέχνη (για παράδειγμα η σαινσιμονική) τη δεκαετΙα του 1880, εΙναι ένα ζήτημα που χρειάζεται περισσότερη έρευνα. Ωστόσο, εΙναι α­πLθανo να εΙχαν ιδιαΙτερο κύρος μέσα στα νέα σοσιαλιστικά κινήματα. Η απουσΙα ενός σώματος αισθητικών αναλύσεων που να αναγνωρΙζονται ως έγκυρες, ανάγκασε τους σοσιαλδημοκράτες να αναπτύξουν μόνοι τους τέτοιες. Το πιο προφανές κριτήριο για τη σύγχρονη τέχνη που αποδέχο­νταν τα σοσιαλιστικά εργατικά κινήματα -δεν υπήρχε ποτέ καμιά αμφι-

Page 187: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΒΑΝ-ΓΚΑΡΝΤ

βολία για το θαυμασμό τους στους κλασικούς της εθνικής και παγκό­

σμιας τέχνης και λογοτεχνίας- ήταν ότι έπρεπε να παρουσιάζει με ειλι­

κρίνεια και κριτικό πνεύμα τις πραγματικότητες της καπιταλιστικής κοι­

νωνίας, κατά προτίμηση να δίνει έμφαση στo�ς εργάτες και ιδεωδώς να

στρατεύεται στους αγώνες τους. Αυτό από μόνο του δε σημαίνει κάποια

προτίμηση για την πρωτοπορία. Παραδοσιακοί και κατεστημένοι ζωγρά­

φοι και συγγραφείς μπορούσαν πολύ εύκολα να επεκτείνουν τη θεματο­

λογία τους και τις κοινωνικές τους συμπάθειες, και πράγματι στο διά­

στημα μεταξύ 1870 και 1900 πολλοί ζωγράφοι στράφηκαν στην απεικό­

νιση βιομηχανικών σκηνών, εργατών και αγροτών, μερικές φορές ακόμα

και εργατικών αγώνων (παράδειγμα ο πίνακας του Sir Hubert Herkomer,

Απεργία).! Ενώ σύμφωνα με τα επίσημα κριτήρια των «σαλόν», πολλοί

απ' αυτούς τους καλλιτέχνες που θα θεωρούνταν ως μετριοπαθώς «προ­

οδευτικοί» (για παράδειγμα, ο Liebermann), δεν ήταν επαναστάτες της

τέχνης, και ούτε οι ίδιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τ?υς ως τέτοιους . Αυτό το είδος σοσιαλιστικής αισθητικής δε δημιουργούσε ιδιαίτερα

προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ μαρξισμού και πρωτοπορίας στις δεκα­ετίες του 1880 και 1890, σε μια εποχή κατά την οποία, τουλάχιστον στην πεζογραφία, κυριαρχούσαν οι ρεαλιστές με έντονα πολιτικά και κοινωνι­κά ενδιαφέροντα ή συγγραφείς που μπορούσαν να ερμηνευθούν έτσι. Μερικοί, επηρεασμένοι από την άνοδο του εργατικού κινήματος, έδει­χναν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους εργάτες. Οι μαρξιστές δεν εί­χαν δυσκολία να δεχτούν ευμενώς, πάνω σ' αυτή τη βάση, τους μεγά­λους ρώσους μυθιστοριογράφους -των οποίων η ανακάλυψη στη Δύση ο­φείλεται σε μεγάλο βαθμό στους «προοδευτικούς>> -, το δράμα του Ίψεν καθώς και άλλους σχανδιναβούς λογοτέχνες (τον Χάμσουν και, περιέρ­γως για τις σημερινές αντιλήψεις, τον Στρίνμπεργκ), αλλά πάνω απ' όλα συγγραφείς σχολών που χαρακτηρίζονταν «νατουραλιστικές» και οι ο­ποίοι εμφανώς ασχολούνταν με εκείνες τις πλευρές της καπιταλιστικής πραγματικότητας που απέφευγαν οι συμβατικοί καλλιτέχνες (Ζολά και Μωπασσάν στη Γαλλία, Hauptmann και Sudermann στη Γερμανία) . Το ότι πολλοί νατουραλιστές είχαν πολιτική και κοινωνική δράση ή ακόμα, όπως ο Hauptmann, πρόσκειντο στη σοσιαλδημοκρατία,2 έκανε το νατου­ραλισμό ακόμα πιο αποδεκτό. Βέβαια, οι ιδεολόγοι ήταν προσεκτικοί στη διάκριση ανάμεσα στη σοσιαλιστική συνείδηση και στην απλή σκαν­δαλοθηρία. Ο Mehring, κάνοντας μια ανασκόπηση του νατουραλισμού στα 1892-1893, τον καλωσόριζε ως ένα σημάδι τού ότι «η τέχνη αρχίζει να αι-

1 . Η μεγάλη έκθεση των μεταϊμπρεσισνιστών στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου το 1979-1980 το έδειξε πολύ εύγλωττα.

2. Το Weavers και το Florian Geyer του Hauptmann ήταν ειλικρινώς στρατευμένα κοινω­νικοπολιτικά δράματα και θαυμάστηκαν πολύ ως τέτοια.

Page 188: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 88 Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

σθάνεται στο πετσί της τον καπιταλισμό», κάνοντας έναν παραλληλισμό

ανάμεσα στο νατουραλισμό και τον ψπρεσωνισμό, που τότε ήταν πω φυσικός απ' όσο φαντάζει σήμερα:

«Πράγματι, μπορούμε έτσι να εξηγήσουμε εύκολα την, διαφορετικά ανεξήγητη, ευχαρίστηση που παίρνουν οι ψπρεσωνιστές [ ... ] και οι νατουραλιστές [ . . . ] από όλα τα ακάθαρτα απόβλητα της καπιταλιστι­κής ΚOLνωνίας. Ζουν και δουλεύουν μέσα σ' αυτά τα σκουπίδια, και παρακινούμενοι από ένα σκοτεινό ένστικτο, δεν μπορούν να βρουν τί­ποτε πω βασανιστικό να πετάξουν καταπρόσωπο σ' αυτούς που τους βασανίζουν».3

Υποστηρίζει όμως ότι αυτό, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι παρά ένα βήμα προς την «αληθινή» τέχνη. Παρ' όλα αυτά, το περωδικό Neue Zeit, που άνοιξε τις στήλες του στους <ψοντερνιστές»,4 δημοσίευε βιβλω­παρουσιάσεις ή κείμενα των Hauptmann, Μωπασσάν, Κορολένκο, Ντοστο­γιέφσκι, Στρίνμπεργκ, Χάμσουν, Ζολά, Ίψεν, Bjomson, Τολστόι και Γκόρκι. Και ο ίδως ο Mehring δεν αρνήθηκε ότι ο γερμανικός νατουραλισμός είχε στραφεί προς τη σοσιαλδημοκρατία, έστω κι αν πίστευε πως OL «αστοί νατουραλιστές είναι σοσιαλιστές στη σκέψη, τόσο όσο OL φεουδαλικοί σοσιαλιστές ήταν αστοί στη σκέψη' ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο».5

Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο επαφής ανάμεσα στο μαρξισμό και στις τέχνες είναι εικαστικό. Από τη μια, υπήρξαν μερικοί ΚOLνωνικά συ­νειδητοποιημένοι εικαστικοί καλλιτέχνες που ανακάλυψαν την εργατική τάξη ως θέμα και στράφηκαν έτσι προς το εργατικό κίνημα. Και εδώ, ό­πως και σε άλλους τομείς της πρωτοποριακής κουλτούρας, πρέπει να σημειώσουμε το ρόλο των Κάτω Χωρών, που βρίσκονταν σε ένα σταυρο­δρόμι γαλλικών, βρετανικών και, σ' έναν βαθμό, γερμανικών επιδράσεων, και είχαν έναν εργατικό πληθυσμό που υφίστατο μια ιδιαίτερη εκμετάλ­λευση και κακομεταχείριση (στο Βέλγω). Πράγματι, ο διεθνής πολιτιστι­κός ρόλος αυτών των χωρών -ιδιαίτερα του Βελγίοu- ήταν στην περίοδο αυτή πω κεντρικός απ' ό,τι στους προηγούμενους αιώνες: ο συμβολι­σμός, η αρ νουβό και αργότερα η μοντέρνα αρχιτεκτονική και η πρωτο­ποριακή μετιiίμπρεσωνιστική ζωγραφική δεν μπορούν να κατανοηθούν δίχως τη συμβολή τους. Ειδικότερα στη δεκαετία του 1880, ο Βέλγος Constantin Meunier, που ανήκε σε μια ομάδα καλλιτεχνών που πρόσκει­ντο στο Βελγικό Εργατικό Κόμμα, εισήγαγε τα μοτίβα που έμελλε να α-

3. Gesammelte Schriften und Aufsiitze, επιμέλεια: Ε. Fuchs, Zur Literaturgeschichte, τόμο 2, Βερολίνο 1930, σ. 107.

4. Πρβλ. «Was wollen die Modernen, νοη einem Modernen» , Neue ΖείΙ, 1893-1 994, σ. 132 χ.ε., 168 χ.ε.

5. F. Mehring, Zur Literaturgeschichte, τόμο 2, σ. 298, πρώτη δημοσίευση το 1898-1999.

Page 189: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΒΑΝ-ΓΚΑΡΝΤ 1 89

ποτελέσουν την καθιερωμένη σοσιαλιστική εικονογραφία του «εργάτη» -

το μυώδη, ημίγυμνο, χειρώνακτα άνδρα, την κάτισχνη και βασανισμένη

προλετάρισσα σύζυγο και μάνα. (ΟΙ εξερευνήσεις του Βαν Γκογκ στον

κόσμο των φτωχών έγιναν γνωστές μόνο αργότερα) . Οι μαρξιστές κριτι­

κοί όπως ο Πλεχάνωφ αντιμετώπισαν αυτό το άνοιγμα του θεματολογίου

της ζωγραφικής στον κόσμο των θυμάτων του καπιταλισμού με τη συνή­

θη επιφυλακτικότητα, ακόμα κι όταν προχωρούσε πέρα από την απλή

καταγραφή ή την έκφραση κοινωνικού οίκτου. Παρ' όλα αυτά, για όσους

καλλιτέχνες ενδιαφέρονταν πρωταρχικά για το θέμα τους, ήταν μια γέ­

φυρα ανάμεσα στον κόσμο τους και στο χώρο διαλόγου του μαρξισμού. Ένας πιο ισχυρός και άμεσος δεσμός με το σοσιαλισμό ήρθε μέσα από

τις εφαρμοσμένες και διακοσμητικές τέχνες, ο μεγάλος δάσκαλος των ο­ποίων William Μοrήs ( 1834-1896) έγινε ένα είδος μαρξιστή και συνέβα­λε τα μέγιστα, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, στην κοινωνική μετα­μόρφωση των τεχνών. Αυτά τα ρεύματα πήραν ως σημείο αφετηρίας τους όχι τον ατομικό και απομονωμένο καλλιτέχνη, αλλά τον τεχνίτη. Κατήγγειλαν την υποβάθμιση του δημιουργικού εργάτη-τεχνίτη σε απλό «χειριστή» της καπιταλιστικής βιομηχανίας, και βασικός τους στόχος ή­ταν να δημιουργήσουν όχι ατομικά έργα τέχνης, που, ιδεωδώς, είναι φτιαγμένα για να ενατενίζονται σε απομόνωση, αλλά το περιβάλλον της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, όπως χωριά και πόλεις, σπίτια και ε­σωτερική επίπλωση. Τελικά βέβαια, για οικονομικούς λόγους, η βασική αγορά των προ'ίόντων τους ήταν η πολιτιστικά τολμηρή μπουρζουαζία και οι επαγγελματικές μεσαίες τάξεις - μια μοίρα που γνώρισαν και οι υπέρμαχοι ενός «λα'ίκού θεάτρου», και τότε και αργότερα.6 Πράγματι, το κίνημα arts-and -crafts και η μετεξέλιξή του, η αρ νουβό, εισήγαγε το πρώτο πραγματικά άνετο αστικό λάιφ-στάιλ του δέκατου ένατου αιώνα -το προαστειακό ή ημιαγροτικό «εξοχικό» ή «βίλα>>-, και το στυλ αυτό, σε διάφορες εκδοχές, διαδόθηκε ιδιαίτερα στις νέες ή περιφερειακές α­στικές κοινότητες που έσπευδαν να εκφράσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα: στις Βρυξέλλες και τη Βαρκελώνη, στη Γλασκώβη, το Ελσίν­κι και την Πράγα. Ωστόσο, οι κοινωνικές φιλοδοξίες των καλλιτεχνών-τε­χνιτών και των αρχιτεκτόνων αυτής της πρωτοπορίας δεν περιορίζονταν στην κάλυψη των αναγκών της μεσαίας τάξης. Εισήγαγαν τη μοντέρνα αρχιτεκτονική και πολεοδομία, στην οποία είναι εμφανές ένα στοιχείο κοινωνικής ουτοπίας, κι αυτοί οι «πρωτοπόροι του μοντέρνου κινήμα­τος» συχνά, όπως στην περίπτωση του W.R. Lethaby (1857-193 1 ), του

6. Για τους ίδιους λόγους, ποτέ δεν αναπτύχθηκε μια «λα'ίκή όπερα», παρότι ένας του­λάχιστον συνθέτης όπερας, ο επαναστάτης Gustaνe Charpentier, δοκίμασε να πλάσσει μια ηρωίδα της εργατικής τάξης (Louise, 1900), ενώ ένα στοιχείο βερισμού εισάγεται στην ό­περα εκείνη την περίοδο (Cavalleria Rusticana).

Page 190: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

1 90 Η ΡIΖΟΣΠΑΣΤιΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ρatήck Geddes και των οπαδών των κηπουπόλεων, προέρχονταν από τους βρετανικούς προοδευτικούς-σοσιαλιστικούς κύκλους. Στην ηπειρω­τική Ευρώπη, οι οπαδοί του κινήματος είχαν στενές σχέσεις με τη σο­σιαλδημοκρατία. Ο Victor Horta (1861 -1947), ο μεγάλος αυτός αρχιτέ­κτονας της βελγικής αρ νουβό, σχεδίασε το Maison du Peuple των Βρυ­ξελλών ( 1897), στο «καλλιτεχνικό τμήμα» του οποίου ο Η . Van de Velde, που αργότερα θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του μοντέρνου κινήματος στη Γερμανία, έδινε διαλέξεις για τον William Morris. Ο σο­σιαλιστής πρωτοπόρος της ολλανδικής σύγχρονης αρχιτεκτονικής, ο Η .Ρ . Berlage (1856-1934), σχεδίασε τα γραφεία του Συνδικάτου Αδαμαντοτε­χνιτών του Άμστερνταμ (1899) .

Το σημαντικό είναι πως η νέα πολιτική και οι νέες τέχνες συνέκλιναν σ' αυτό το σημείο. Ακόμα πιο σημαντικό είναι, ότι ο αρχικός πυρήνας των καλλιτεχνών (κυρίως ΒρετανοΟ που ξεκίνησαν αυτή την επανάστα­ση στις εφαρμοσμένες τέχνες όχι μόνο ήταν άμεσα επηρεασμένοι από το μαρξισμό, όπως ο Μοπίs, αλλά και προσέφεραν -με τον Walter Crane­μεγάλο μέρος του διεθνούς εικονογραφικού λεξιλογίου του σοσιαλδημο­κρατικού κινήματος. Ο William Μοπίs ανέπτυξε μια ρωμαλέα ανάλυση των σχέσεων ανάμεσα στην τέχνη και την κοινωνία, την οποία σίγουρα ο ίδιος θα θεωρούσε μαρξιστική (αφού ήταν μαρξιστής), έστω κι αν μπο­ρούμε να ανιχνεύσουμε και παλαιότερες επιδράσεις από τους Προρα­φαηλίτες και τον Ruskin. Το παράξενο είναι πως η ορθόδοξη μαρξιστική σκέψη γύρω από τις τέχνες δεν επηρεάστηκε σχεδόν καθόλου απ' αυτές τις εξελίξεις. Τα κείμενα του William Μοπίs δεν έχουν ακόμα ενσωμα­τωθεί στο κύριο ρεύμα των μαρξιστικών αισθητικών συζητήσεων, αν και τα τελευταία χρόνια έγιναν πολύ περισσότερο γνωστά και βρήκαν ισχυ­ρούς μαρξιστές υπερασπιστές.7

Δεν υπήρχαν ανάλογοι εμφανείς δεσμοί που να φέρουν κοντά στους μαρξιστές τις άλλες βασικές πρωτοποριακές ομάδες των δεχαετιών του 1880 και 1890, τις οποίες μπορούμε, πολύ χοντρικά, να ονομάσουμε συμβολιστικές. Είναι όμως γεγονός, ότι οι περισσότεροι συμβολιστές ποιητές είχαν επαναστατικές ή σοσιαλιστικές τάσεις. Στη Γαλλία οι συμ­βολιστές, όπως και οι περισσότεροι από τους νεότερους ζωγράφους της περιόδου -οι παλαιοί ιμπρεσιονιστές ήταν, με λίγες εξαιρέσεις σαν τον Πισσαρό, μάλλον απολιτικοί-, στράφηκαν κυρίως προς τον αναρχισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Η αιτία γι' αυτό μάλλον δεν ήταν ό­τι είχαν κάποια αντίρρηση αρχής στον Μαρξ -η «πλειονότητα των νέων ποιητών» που προσηλυτίστηκαν «στις θεωρίες της εξέγερσης, είτε του

7. Ε.Ρ. Thompson, William Morris: Romantic to Revo/IItionary, Λονδίνο 1955, 1977 ' Ρ. Meier, La Ρensέe IItopique de William Morris, Παρίσι 1972.

Page 191: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΒΑΝ-ΓΚΑΡΝΤ 1 9 1

Μπακούνιν είτε του Καρλ Μαρξ»8 πιθανότατα θα ακολουθούσαν κάθε πρόσφορο εξεγερσιακό λάβαρο-, αλλά ότι οι γάλλοι σοσιαλιστές 'Υ]γέτες (μέχρι ην άνοδο του Ζωρές) δεν τους ενέπνεαν. Ειδικά ο δασκαλίστικος φιλιστιiίσμός των Γκεντιστών δύσκολα μπορούσε να τους τραβήξει, ενώ οι αναρχικοί όχι μόνο είχαν ένα πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις τέ­χνες, αλλά και μεταξύ των πρώτων αγωνιστών του υπήρχαν σ'Υ]μαντικοί ζωγράφοι και κριτικοί, για παράδειγμα ο Fέlix Feneon. 9 Αντιθέτως στο Βέλγιο, ήταν το Βελγικό Εργατικό Κόμμα που προσέλκυσε τους συμβο­λιστές, όχι μόνο επειδή στις τάξεις του περιελάμβανε τους αναρχίζοντες εξεγερμένους, αλλά και γιατί οι 'Υ]γέτες ή εκπρόσωποί του που προέρχο­νταν από Τ'Υ] μορφωμέν'Υ] μεσαία τάξ'Υ] έδειχναν πολύ πιο ενεργό ενδιαφέ­ρον για τις τέχνες. Ο Jules Destree έγραΨε πολλά για το σοσιαλισμό και Τ'Υ]ν τέχν'Υ] και δ'Υ]μοσίευσε έναν κατάλογο των λιθογραφιών του Odilon Redon. Ο Vanderνelde συναναστρεφόταν τους ποιψές. Ο Maeterlinck παρέμεινε κοντά στο κόμμα σχεδόν μέχρι το 1914, ο Verhaeren σχεδόν έγινε ο επίσ'Υ]μος ποιψής του, οι ζωγράφοι Eeckhout και Κhnopff δρα­σΤ'Υ]ριοποιούνταν στο Maison du Peuple. Είναι αλήθεια ότι ο συμβολισμός αναπτύχθ'Υ]κε σε χώρες από τις οποίες σχεδόν απουσίαζαν μαρξιστές θε­ωρψικοί που τον καταδίκαζαν με φανατισμό (τύπου Πλεχάνωφ) . Οι σχέ­σεις ανάμεσα σΤ'Υ]ν καλλιτεχνική και Τψ πολιτική εξέγερσ'Υ] ήταν λοιπόν αρκετά φιλικές.

Έτσι, μέχρι το τέλος του αιώνα υπήρχε κοινό έδαφος ανάμεσα, από η μια, στις πολιτιστικές πρωτοπορίες και τις τέχνες που θαύμαζαν οι διο­ρατικές μεΙΟΨ'Υ]φίες και, από Τψ άλλ'Υ] , σην ολοένα και πιο μαρξιστικής κατεύθυνσ'Υ]ς σοσιαλδ'Υ]μοκρατία. Οι σοσιαλιστές διανοούμενοι που ανα­δείχθ'YjΚαν στψ 'Υ]γεσία των νέων κομμάτων -και είχαν γενν'Υ]θεί συνήθως γύρω στο 1860- ήταν ακόμα αρκετά νέοι για να μψ έχουν χάσει Τ'Υ]ν ε­παφή τους με τα γούστα των πιο «προχωρ'Υ]μένων». Ακόμα και οι μεγα­λύτεροι σην 'Υ]λικία, όπως ο Βίκτωρ Άντλερ (1852) και ο Κάουτσκυ (1854), δεν είχαν περάσει τα σαράντα το 1890. Ο Βίκτωρ Άντλερ σύχναζε στο Cafe Griensteidl, το βασικό κέντρο των βιεννέζων καλλιτεχνών και διανο­ουμένων, και έτσι δεν ήταν μόνο βαθιά εμποτισμένος από ην κλασική λογοτεχνία και μουσική, αλλά και παθιασμένος βαγκνερικός (όπως και ο

8. Stuart Merrill. παρατίθεται στο E.W. Herbert. The Artist and Social Reform: France and Be/gium, 1885-1898, Newhaven 1961 . σ. 100 σημείωση.

9. Στους συνδρομητές της αναρχικής La Rtvolte. το 1894 συγκαταλέγονταν ο Ντωντέ. ο Ανατόλ Φρανς. ο Υσμάν. ο Λεκόντ ντε Λιλ, ο Μαλλαρμέ. ο Λοτί και η θεατρική πρωτοπο­ρία του Antoine και του Lugne-Poe. Καμιά σοσιαλιστική επιθεώρηση της εποχής δε θα μπορούσε να προσελκύσει τέτοιον γαλαξία. Αλλά ήδη από εκείνη την εποχή ένας αναρχι­κός σαν τον ποιητή Gustave Kahn σεβόταν βαθιά τον Μαρξ και ήταν υπέρ την ενότητας ό­λων των αριστερών. Ε. W. Herbert. The Artist and Social Reform .... ό. π . . σ. 2 1 , 1 10-1 1 1 .

Page 192: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πλεχάνωφ και ο Σω, τόνιζε την επαναστατική και «σοσιαλιστική» σημα­σία του έργου του Βάγκνερ πολύ περισσότερο απ' όσο συνηθίζεται σή­μερα), ενθουσιώδης οπαδός του φίλου του Γκούσταβ Μάλερ, από τους πρώτους οπαδούς του Bruckner, θαυμαστής, όπως και όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές της γενιάς του, του Ίψεν και του Ντοστογιέφσκι, ενώ τον συγκινούσε βαθιά ο Verhaeren, ποιήματα του οποίου μετέφραζε. ω Από την άλλη, όπως είδαμε, ένα μεγάλο μέρος των νατουραλιστών, των συμ­βολιστών και των άλλων «προχωρημένων» σχολών της εποχής στρέφο­νταν προς το εργατικό κίνημα και (με εξαίρεση τη Γαλλία) προς τη σο­σιαλδημοκρατία. Αυτή η έλξη δε διαρκούσε για πάντα: ο αυστριακός λογοτέχνης Hermann Bahr, που παρίστανε τον εκπρόσωπο των <<μοντέρ­νων», εγκατέλειψε το μαρξισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1880, ενώ ο μεγάλος νατουραλιστής Hauptmann έκανε στροφή προς το συμβολισμό, γεγονός που επιβεβαίωσε τις επιφυλάξεις των μαρξιστών σχολιαστών. Η ρήξη ανάμεσα σε σοσιαλιστές και αναρχικούς είχε κι αυτή αρνητικές ε­πιπτώσεις, μια που είναι σαφές ότι μερικοί (ιδιαίτερα στις εικαστικές τέχνες) προσελκύονταν πάντοτε από την καθαρή εξέγερση των τελευταί­ων. Πάντως, οι «μοντέρνοι» αισθάνονταν άνετα στο περιβάλλον των ερ­γατικών κινημάτων, όπως και οι μαρξιστές, τουλάχιστον οι καλλιεργημέ­νοι, στο περιβάλλον των «μοντέρνων».

Για λόγους που δεν έχουν ερευνηθεί επαρκώς, αυτοί οι δεσμοί έσπασαν για ένα διάστημα. Μπορούμε να υποθέσουμε κάποιες πιθανές αιτίες. Πρώ­τον, όπως δείχνει και η «κρίση του μαρξισμού» στα τέλη της δεκαετίας του 1890, η πίστη ότι ο καπιταλισμός βρισκόταν στο χεLλoς της κατάρρευ­σης και το σοσιαλιστικό κίνημα στα πρόθυρα του επαναστατικού θριάμ­βου δεν μπορούσε πλέον να διατηρείται στη Δυτική Ευρώπη. Διανοούμε­νοι και καλλιτέχνες που είχαν προσχωρήσει σε ένα πλατύ και ασαφώς ο­ρισμένο κίνημα των εργατών, μέσα στο γενικό κλίμα ελπίδας, πίστης α­κόμα και ουτοπικής προσμονής που δημιουργούσε γύρω του, είχαν τώρα απέναντί τους ένα κίνημα αβέβαιο για τις μελλοντικές του προοπτικές και διχασμένο από εσωτερικές και όλο και πιο σεχταριστικές διαμάχες. Αυτός ο ιδεολογικός κατακερματισμός υπήρχε και στην Ανατολική Ευ­ρώπη: άλλο πράγμα ήταν να πρόσκεισαι σε ένα κίνημα που όλες οι τά­σεις του έδειχναν να συγκλίνουν σε μια γενική μαρξιστική κατεύθυνση, όπως συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας του 1890 ή με τον πολωνικό σοσιαλισμό πριν από τη διάσπασή του σε εθνικιστές και αντεθνικιστές, και εντελώς άλλο να πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε αντίπαλες και α­μοιβαία εχθρευόμενες ομάδες επαναστατών και πρώην επαναστατών.

Στη Δύση, ωστόσο, υπήρχε το πρόσθετο γεγονός, ότι τα νέα κινήματα

10. Β. Ermers, Victor Ad/er, Βιέννη 1932, σ. 236-237.

Page 193: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΒΑΝ-ΓΚΑΡΝΤ 193

γίνονταν όλο και πιο θεσμικά, εμπλέκονταν σε μια καθημερινή πολιτική

που δεν μπορούσε εύκολα να εμπνεύσει καλλιτέχνες και συγγραφείς, ενώ

στην πράξη έγιναν και ρεφορμιστικά, αφήνοντας την επανάσταση σε κά­ποια εκδοχή ιστορικής αναγκαιότητας. Επιπλέον, τα θεσμοποιημένα μα­ζικά κόμματα, που συχνά ανέπτυσσαν έναν δικό τους πολιτισμικό κόσμο, δεν είχαν την τάση να ευνοούν μορφές τέχνης τις οποίες δε θα μπορούσε εύκολα να καταλάβει ή να εγκρίνει ένα ευρύ εργατικό κοινό. Είναι αλή­θεια πως οι συνδρομητές στις γερμανικές εργατικές βιβλιοθήκες εγκατέ­λειπαν όλο και περισσότερο τα πολιτικά βιβλία για τα μυθιστορήματα, πως διάβαζαν όλο και λιγότερη ποίηση και κλασική λογοτεχνία, ενώ ο πιο δημοφιλής σ' αυτούς συγγραφέας, ο Fήedrich Gerstaecker, ένας συγγραφέ­ας ιστοριών περιπέτειας, δεν πρέπει να ενέπνεε την πρωτοπορία.!! Δεν εί­ναι παράξενο που στη Βιέννη ο Karl Kraus, ο οποίος αρχικά είχε προ­σεγγίσει τους σοσιαλδημοκράτες λόγω των αιρετικών πολιτικών και πο­λιτιστικών του απόψεων, απομακρύνθηκε απ' αυτούς στη δεκαετία του 1900. Τους κατηγόρησε ότι δεν καλλιεργούσαν στους εργάτες ένα αρκε­τά σοβαρό πολιτιστικό επίπεδο, ενώ δεν τον ενέπνεε η μεγάλη -και τελι­κά νικηφόρα- καμπάνια του κόμματος για την καθολική ψηφοφορία.!2

Η επαναστατική Αριστερα της σοσιαλδημοκρατίας, που αρχικά ήταν σχετικά περιθωριακή στη Δύση, και οι αναρχοσυνδικαλιστικές ή αναρχι­κές τάσεις ήταν περισσότερο πιθανό να τραβήξουν τη ριζοσπαστικοποιη­μένη πολιτιστική πρωτοπορία. Ειδικότερα οι αναρχικοί, με εξαίρεση τις λατινικές χώρες, είχαν μετά το 1900 όλο και περισσότερο ως κοινωνική βάση έναν χώρο μποέμηδων και αυτοδίδακτων εργατών που έφτανε μέ­χρι τα όρια του λούμπεν προλεταριάτου -τις διάφορες Μονμάρτες του δυτικού κόσμοu- και στηρίζονταν σε μια γενική υποκουλτούρα όσων α­πέρριπταν ή δεν ήταν αφομοιώσιμοι από τους «αστικούς» τρόπους ζωής ή τα οργανωμένα μαζικά κινήματα.!3 Αυτή η ουσιαστικά ατομικιστική και αντινομιακή εξέγερση δε βρισκόταν σε αντίθεση με την κοινωνική ε­πανάσταση. Απλά, συχνά περίμενε το εξεγερσιακό ή επαναστατικό κίνη­μα στο οποίο θα μπορούσε να προσκολληθεί, και θα κινητοποιούνταν en masse εναντίον του πολέμου και υπέρ της Ρώσικης Επανάστασης. Το σοβιέτ του Μονάχου του 1919 αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη στιγμή πολιτικής της έκφρασης. Όμως, τόσο η πραγματικότητα όσο και η θεω­ρία την οδηγούσαν μακριά από το μαρξισμό. Ο Νίτσε, ένας στοχαστής που, παρά το μίσος του για τον «αστό», ήταν για πολύ προφανείς λό­γους αντιπαθής στους μαρξιστές και σε άλλους σοσιαλδημοκράτες, έγινε

1 1 . H.J. Steinberg. Sozia!ismus und deutsche Sozia!demokratie, Ανόβερο 1 967, σ. 1 32-135. 12. C. Koh�, Καr! KrarIs, Στουτγάρδη 1966, σ. 65, 66. 1 3. Πρβλ. G. Botz - G. Brandstetter - Μ. Pollack, 1m SchaIten der Arbeiterbewegung, Βιέννη

1977, σ. 83-85, για τον αυστρο-γερμανικό αναρχισμό.

Page 194: E.J.hobsbawm _Ξεχωριστοί Άνθρωποι

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ο τυπικός γκουρού των αναρχικών και αναρχιζόντων εξεγερμένων, καθώς

και του χώρου των απολιτικών διαφωνούντων της μεσαίας τάξης. Από την άλλη, ο ίδιος ο πολιτιστικός ριζοσπαστισμός της εξέλιξης της

πρωτοπορίας στις αρχές του αιώνα, την απέκοψε από τα εργατικά κινή­ματα, τα μέλη των οποίων παρέμεναν παραδοσιακά στα γούστα τους, στο βαθμό που τόσο τα ί