¡ÌÙfl ÒÔθ„Ôımedia.public.gr/Books-PDF/9789604615919-0803104.pdf · τρία...

Click here to load reader

  • date post

    23-Feb-2020
  • Category

    Documents

  • view

    3
  • download

    0

Embed Size (px)

Transcript of ¡ÌÙfl ÒÔθ„Ôımedia.public.gr/Books-PDF/9789604615919-0803104.pdf · τρία...

  • 5

    0

    ¡ÌÙfl �ÒÔθ„Ôı

    Σκέψεις του συγγραφέα αναφορικά με το μυθιστόρημα

    ΚΟΙΤΑ ΠΟΙΟΣ ΗΡΘΕ ΠΑΛΙ!

    όσος «Χίτλερ» κρύβεται μέσα στο Κοίτα ποιος ήρθε πάλι!;

    Χμ, είναι δύσκολο να το πεις. Για να είμαι ειλικρινής, δεν

    γνώρισα ποτέ τον συγκεκριμένο άνθρωπο, τουλάχιστον όχι προ-

    σωπικά, ούτε και θα μπορούσα πια να τον ρωτήσω. Όταν ξεκί-

    νησα να γράφω το βιβλίο δεν είχα παρά μόνο την ιδέα: «Ο Χίτ-

    λερ σήμερα». Και την υποψία ότι θα χρειαζόμουν πολύ περισσό-

    τερα από τα πέντε-έξι κλισέ στα οποία βασίζονται τα αναρίθμη-

    τα κωμικά σκετς που κυκλοφορούν γύρω από τον Χίτλερ στο

    διαδίκτυο και στην τηλεόραση.

    Αναζήτησα λοιπόν τον αυθεντικό Χίτλερ μέσα από τα εξής

    τρία βιβλία: 1) Ο Αγών μου, που υπογράφει ο ίδιος, 2) Μονόλογοι

    από το Αρχηγείο του Φύρερ, που έγραψε με ακρίβεια και πρωσι-

    κή αυστηρότητα ο Χάινριχ Χάιμ, 3) Επιτραπέζιες συζητήσεις του

    Χίτλερ, που κατέγραψε με προφανή θαυμασμό ο Χένρι Πίκερ.

    Από τα τρία, ξεχωριστή σημασία είχε ασφαλώς για μένα Ο Αγών

    μου.

    Διότι, κακά τα ψέματα, για οποιονδήποτε μεγαλώνει στη

    Γερμανία ο Χίτλερ αποτελεί μεγάλο θέμα. Όμως η πρώτη και πιο

    απλοϊκή εξήγηση που ακούει κάθε παιδί για τον Χίτλερ είναι ότι

    ο άνθρωπος αυτός ήταν κακός ή παράφρων. Και σε αντίθεση με

    πολλά άλλα θέματα αναφορικά με τον Χίτλερ, η συγκεκριμένη

  • 6

    προσέγγιση έχει επικρατήσει ουσιαστικά μέχρι σήμερα. Κατά

    καιρούς προστίθενται και άλλες λέξεις-κλειδιά όπως «μεγαλο-

    μανία» ή «απανθρωπιά» – αλλά αυτές δεν εξηγούν φυσικά τίπο-

    τα. Γιατί, για παράδειγμα, ο Χίτλερ είχε επιδείξει μια τέτοια ιλιγ-

    γιώδη βιασύνη στους πολέμους του, στους πολέμους μας, στις

    γενοκτονίες; Δεν είχαν αυτός και οι εθνικοσοσιαλιστές του άφ-

    θονο χρόνο, χίλια έτη για την ακρίβεια, στη διάθεσή τους;

    Μόνο ο ίδιος ο Χίτλερ μπόρεσε να μου εξήγησε στο Ο Αγών

    μου αυτή την παραφροσύνη. Και όπως κάθε αυθεντική παρα-

    φροσύνη διέθετε κι αυτή μια μέθοδο. Δεν ήταν απλώς μια πα-

    ραφροσύνη της πλάκας, ένας τρελός που παίζει ένα παράλογο

    παιχνίδι. Όχι. Ήταν μια καθ’ όλα σχεδιασμένη, κατά το ήμισυ ή

    τα τρία τέταρτα, λογική παραφροσύνη, μια σε μεγάλο βαθμό

    συνεπής και ολοκληρωμένη ιδέα, την οποία μπορούσε κανείς να

    συνεχίσει στον αιώνα τον άπαντα. Ειδικά όταν η πραγματικό-

    τητα επιβεβαίωνε κατά διαστήματα την οπτική γωνία του Χίτ-

    λερ. Διότι δεν ήταν λίγες οι περιστάσεις και οι ανθρώπινες α-

    ντιδράσεις που διέγνωσε με σαφή και εύστοχο τρόπο. Ο Πίτερ

    Ουστίνοφ είχε πει κάποτε: «Όποιος δεν έχει αμφιβολίες είναι

    τρελός.» Και προκειμένου ο Χίτλερ να μπορέσει να υποψιαστεί

    και εν συνεχεία να εντοπίσει τα αναμφισβήτητα υπαρκτά κενά

    σε αυτή την κοσμοθεωρία, θα έπρεπε να είχε αμφιβολίες. Όμως

    ο Χίτλερ δεν είχε αμφιβολίες. Αυτό και μόνο αποτελούσε μια

    καλή αρχή για το βιβλίο μου. Παρέμεινε το ερώτημα αν είχα

    καταλάβει σωστά τη λογική της παραφροσύνης του. Εδώ μου

    στάθηκαν χρήσιμοι οι πολύ πιο σαφείς Μονόλογοι από το Αρχη-

    γείο του Φύρερ, στους οποίους, μεταξύ χαρτών και στρατηγι-

    κών, ο Χίτλερ εξηγούσε στους στρατηγούς του τα πάντα! Δεν

    άφηνε θέμα που να μην το πιάσει, συνδυάζοντας το ένα με το

    άλλο, και μου έδειξε, με αρκετή παραστατικότητα, πώς μπο-

    ρούσες με βάση αυτή τη διαστρεβλωμένη κοσμοθεωρία να εξη-

    γήσεις τον κόσμο. Το μόνο που απαιτείται είναι από ένα σημείο

    και μετά να μην αμφισβητείς τίποτα πια, να πιστεύεις ότι είσαι

  • 7

    απεσταλμένος της Πρόνοιας και ότι ένας φρύνος στην ουσία

    δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας «εκφυλισμένος βάτραχος» που

    ακολούθησε λανθασμένη διατροφή.

    Ήταν όμως ένα άλλο στοιχείο που με συνάρπασε αμέσως

    στο Ο Αγών μου – το ύφος. Το βιβλίο ξεκινούσε σαν ένα μελο-

    δραματικό ευτελές μυθιστόρημα, με τα πικρά παιδικά χρόνια

    του μικρού Αδόλφου, και εξηγούσε στη συνέχεια με κουραστι-

    κές και ατελείωτες λεπτομέρειες το παρελθόν, το παρόν και το

    μέλλον. Επιπλέον, ο Χίτλερ έγραφε, σχεδόν πεισματικά, σε α-

    παίσια γραφειοκρατικά γερμανικά. Έτσι στη διάρκεια της ανά-

    γνωσης ένιωθες σε κάθε αράδα τον κόπο κάποιου που γράφει

    ένα βιβλίο και ταυτόχρονα διακατέχεται από τον φόβο ότι θα

    τον θεωρήσουν χαζό. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θέλει να

    τα εκφράσει όλα ιδιαίτερα προσεκτικά και καλλιεργημένα, με

    αποτέλεσμα να δείχνει, ακριβώς γι’ αυτό, εξαιρετικά αδέξιος.

    Οπότε το κείμενο κατέληξε να είναι ταυτόχρονα και τόσο ακού-

    σια κωμικό ώστε με κυρίευσε αμέσως μια διάθεση να παίξω με

    αυτό το ύφος.

    Έτσι, το Ξύπνημα στη Γερμανία ήταν και το πρώτο που έ-

    γραψα στο Κοίτα ποιος ήρθε πάλι!: Πριν ακόμα ο Χίτλερ προλά-

    βει να μου τα εξηγήσει όλα. Τον έλυσα απλά από το λουρί του

    και αυτός άρχισε μεμιάς να φλυαρεί, χαρίζοντας μου «Όσα συ-

    νέβησαν στο προηγούμενο επεισόδιο», μια μικρή ουβερτούρα με

    μερικές εντελώς συγκεχυμένες παρεκτροπές. Μια μικρή ανα-

    δρομή στο γνωστό τέλος του όταν, θεωρώντας ότι ο πόλεμος

    χάνεται εντελώς αδίκως, προτιμά να καταστρέψει ο ίδιος τη

    χώρα του. Στις 19 Μαρτίου του 1945 ο Χίτλερ δίνει την εντολή

    «Νέρων», ή όπως αποκαλείται στην υπηρεσιακή γλώσσα τη

    «Διαταγή μέτρων καταστροφής στην επικράτεια του Ράιχ». Η

    διαδεδομένη από τον Άλμπερτ Σπέερ αιτιολογία του Χίτλερ,

    σύμφωνα με την οποία «δεν είναι απαραίτητο να λάβουμε υπό-

    ψη μας τις βάσεις που χρειάζεται ο λαός για μια περαιτέρω ύ-

    παρξη, ακόμα και στην πιο πρωτόγονη μορφή», δεν υφίσταται

  • 8

    σε γραπτή μορφή, είναι όμως τόσο συνεπής όσο και αξιόπιστη.

    Και ισχύει φυσικά και για την καταστροφή όλων των περίπτε-

    ρων, αν και ο Χίτλερ ουδέποτε το είχε δηλώσει, πόσο μάλλον

    εξηγήσει. Άλλωστε δεν θα θεωρούσε σημαντική την εξήγηση,

    όπως λέει στο Ο Αγών μου: «…οπότε δεν είναι απαραίτητο ο κα-

    θένας που αγωνίζεται γι’ αυτή την κοσμοθεωρία να έχει πλήρη

    άποψη και εμπεριστατωμένες γνώσεις για όλες τις ιδέες και

    σκέψεις των ηγετών του κινήματος.» Όχι, σκέφτηκα, δεν είναι

    απαραίτητο.

    Αλλά είναι άκρως διασκεδαστικό.

    Τίμουρ Βέρμες

  • 11

    0

    Œ˝�ÌÁÏ· ÛÙÁ √ÂÒÏ·Ìfl·

    υτό που μάλλον με εξέπληξε περισσότερο ήταν ο λαός. Βέ-

    βαια, εγώ έκανα πράγματι ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό

    για να καταστρέψω κάθε θεμέλιο περαιτέρω ύπαρξης στα βε-

    βηλωμένα από τον εχθρό εδάφη. Γέφυρες, εργοστάσια ηλεκτρι-

    κής παραγωγής, δρόμοι, σιδηροδρομικοί σταθμοί, όλα αυτά διέ-

    ταξα να καταστραφούν. Στο μεταξύ διάβασα μάλιστα πότε είχα

    δώσει αυτήν τη διαταγή, ήταν τον Μάρτιο, και είμαι σίγουρος

    πως εκφράστηκα με απόλυτη σαφήνεια. Έπρεπε να καταστρα-

    φούν όλες οι βασικές υποδομές, τα υδραγωγεία, οι εγκαταστά-

    σεις τηλεπικοινωνίας, τα μέσα παραγωγής, τα εργοστάσια, τα

    εργαστήρια, τα αγροκτήματα, κάθε υλική αξία, όλα, και μ’ αυτό

    εννοούσα, βέβαια: όλα! Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανείς να

    ενεργεί με απόλυτη προσοχή, μια τέτοια διαταγή δεν πρέπει να

    αφήνει περιθώριο για παρερμηνείες. Άλλωστε γνωρίζουμε πολύ

    καλά ότι ο απλός στρατιώτης στο πεδίο της μάχης –περιορι-

    σμένος στο δικό του συγκεκριμένο σημείο του μετώπου– στε-

    ρείται εύλογα τη γενική εικόνα και τη γνώση των ευρύτερων

    στρατηγικών και τακτικών συσχετισμών. Και ότι ο στρατιώτης

    αυτός έρχεται μετά και λέει: «Μα πρέπει όντως να πυρπολήσω

    κι αυτό, κι αυτό, ας πούμε, το περίπτερο; Πειράζει να πέσει στα

    χέρια του εχθρού; Είναι τόσο κακό άραγε αν το συγκεκριμένο

    περίπτερο πέσει στα χέρια του εχθρού;» Φυσικά και είναι κακό!

    Και ο εχθρός διαβάζει, άλλωστε, εφημερίδες! Θα τις εκμεταλ-

    λευτεί ως εμπόρευμα, θα στρέψει εναντίον μας το περίπτερο και

    ¡

  • 12

    όλα όσα βρει μπροστά του! Πρέπει να καταστραφούν όλες, το

    υπογραμμίζω ακόμα μία φορά, όλες οι υλικές αξίες, όχι μόνο τα

    σπίτια, αλλά και οι πόρτες. Και τα πόμολα. Ακόμα και οι βίδες,

    και όχι μόνο οι μεγάλες βίδες. Πρέπει να τις ξεβιδώσουμε και

    μετά να τις στραβώσουμε χωρίς κανέναν οίκτο. Και την πόρτα

    πρέπει να την κάνουμε κομματάκια, να την κάνουμε πριονίδια.

    Και μετά να τα κάψουμε. Αλλιώς ο εχθρός, χωρίς την παραμικρή

    επιείκεια, θα μπαινοβγαίνει απ’ αυτή την πόρτα όποτε το επι-

    θυμεί. Αλλά με το πόμολο χαλασμένο, τις βίδες στραβωμένες κι

    ένα σωρό στάχτη, ε, τότε, καλή διασκέδαση, κύριε Τσόρτσιλ! Σε

    κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένες απαιτήσεις αποτελούν τις

    κτηνώδεις συνέπειες του πολέμου, πάντα το ήξερα. Οπότε η δι-

    αταγή μου δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, έστω κι αν το

    σκεπτικό της ήταν άλλο.

    Αρχικά τουλάχιστον.

    Κανείς δεν μπορούσε πλέον ν’ αρνηθεί ότι ο γερμανικός

    λαός, στον επικό αγώνα του με τον Άγγλο, με τον Μπολσεβικι-

    σμό, με τον Ιμπεριαλισμό, αποδείχτηκε τελικά υποδεέστερος, κι

    έτσι –και εδώ δεν πρόκειται να μασήσω τα λόγια μου– απώλεσε

    το δικαίωμα περαιτέρω ύπαρξής του ακόμα και στο πρωτόγονο

    στάδιο του κυνηγού-συλλέκτη. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε α-

    πώλεσε κάθε δικαίωμα σε υδραγωγεία, γέφυρες, δρόμους. Κα-

    θώς και σε πόμολα. Γι’ αυτό έδωσα τη διαταγή, εν μέρει και από

    μια διάθεση ολοκλήρωσης. Γιατί φυσικά τότε έκανα ακόμα κά-

    ποιες βόλτες έξω από την Καγκελαρία του Ράιχ, και ήμουν ανα-

    γκασμένος να λάβω υπόψη μου οριστικά και αμετάκλητα το

    εξής: Ο Αμερικανός και ο Άγγλος, με τα Ιπτάμενα Φρούριά*1

    τους, μας είχαν ήδη απαλλάξει, και μάλιστα σε εκτεταμένο βαθ-

    μό, από ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς που είχα απαιτήσει. Στη

    * Οι υποσημειώσεις βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου στις σελίδες

    401-444.

  • 13

    συνέχεια βέβαια δεν έλεγξα σχολαστικά την εκτέλεση αυτής της

    διαταγής. Καταλαβαίνει κανείς ότι είχα πολλά πράγματα να κά-

    νω, να υπερισχύσω του Αμερικανού στα Δυτικά, να αναχαιτίσω

    τον Ρώσο στα Ανατολικά, να ολοκληρώσω την πολεοδομική με-

    τεξέλιξη της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Γκερμάνια,2 και τα λοι-

    πά – αλλά όσον αφορά τα εναπομείναντα πόμολα, η γερμανική

    Βέρμαχτ θα έπρεπε, κατά την εκτίμησή μου, να τα βγάλει πέρα.

    Συνεπώς, αυτός ο λαός ουσιαστικά δεν θα έπρεπε πια να υπάρ-

    χει.

    Όπως διαπιστώνω, όμως, είναι ακόμα εδώ.

    Πράγμα που δυσκολεύομαι να κατανοήσω.

    Απ’ την άλλη όμως είμαι κι εγώ εδώ, πράγμα εξίσου ακα-

    τανόητο.

  • 15

    1

     Âˆ‹Î·ÈÔ 1

    υμάμαι ότι όταν ξύπνησα πρέπει να ήταν νωρίς το από-

    γευμα. Άνοιξα τα μάτια μου, είδα από πάνω μου τον ου-

    ρανό. Ήταν γαλανός, ελαφρά συννεφιασμένος, έκανε ζέστη,

    και αμέσως σκέφτηκα πως έκανε πολλή ζέστη για Απρίλιο μή-

    να. Θα μπορούσες σχεδόν να πεις πως είχε καύσωνα. Επικρα-

    τούσε σχετική ησυχία, κανένα εχθρικό αεροπλάνο από πάνω

    μου, κανένας βρόντος από κανονιοβολισμούς, καμιά έκρηξη

    οβίδας τριγύρω, καμιά σειρήνα αεράμυνας. Συνειδητοποίησα

    επίσης: πουθενά η Καγκελαρία του Ράιχ, πουθενά το Καταφύ-

    γιο του Φύρερ. Γύρισα το κεφάλι, είδα πως βρισκόμουν ξα-

    πλωμένος στο χώμα ενός άχτιστου οικοπέδου που περιβαλλό-

    ταν από τους τούβλινους τοίχους των γειτονικών σπιτιών.

    Κάποιοι αλήτες τους είχαν λερώσει σε διάφορα σημεία με μπο-

    γιές, πράγμα που μ’ έκανε έξαλλο και αποφάσισα πάραυτα να

    καλέσω επιτόπου τον Νταίνιτς.3 Μέσα στην παραζάλη του ύ-

    πνου σκέφτηκα μάλιστα προς στιγμή πως δεν μπορεί, θα ήταν

    κι αυτός κάπου εδώ γύρω. Μετά όμως επικράτησε η πειθαρχη-

    μένη λογική και συνειδητοποίησα αμέσως την ιδιαιτερότητα

    της κατάστασης. Δεν συνηθίζω να κατασκηνώνω στην ύπαι-

    θρο.

    Στην αρχή σκέφτηκα: Τι είχα κάνει το προηγούμενο βρά-

    δυ; Μπορούσα να διαγράψω την πιθανότητα υπερβολικής κα-

    τανάλωσης οινοπνεύματος, εφόσον δεν πίνω. Το τελευταίο

    που θυμόμουν ήταν πως καθόμουν με την Εύα4 σ’ ένα ανάκλι-

    »

  • 16

    ντρο, σ' έναν καναπέ. Θυμήθηκα επίσης ότι εγώ, ότι εμείς ήμα-

    σταν σχετικά ανέμελοι, αφού απ’ ό,τι θυμάμαι είχα αποφασίσει

    ν’ αφήσω για λίγο στην άκρη τις υποθέσεις του κράτους. Πε-

    ραιτέρω σχέδια για το βράδυ δεν είχαμε. να βγούμε για δείπνο,

    να πάμε στον κινηματογράφο, ή άλλες τέτοιους είδους δρα-

    στηριότητες, φυσικά αποκλείονταν. Οι δυνατότητες ψυχαγω-

    γίας εκείνη την εποχή στην πρωτεύουσα του Ράιχ –εξαιτίας

    μεταξύ άλλων και των προσωπικών διαταγών μου– ήταν ευ-

    τυχώς ελάχιστες. Δεν μπορούσα να γνωρίζω με βεβαιότητα

    κατά πόσον τις επόμενες μέρες ο Στάλιν θα κατέφθανε στην

    πόλη. στη δεδομένη φάση των πολεμικών επιχειρήσεων κάτι

    τέτοιο ήταν αδύνατον να αποκλειστεί τελείως. Αυτό όμως που

    μπορούσα να διαβεβαιώσω ήταν πως το να αναζητήσει εδώ

    κάποιον κινηματογράφο θα ήταν εξίσου μάταιο όσο και στο

    Στάλινγκραντ. Νομίζω πως στη συνέχεια η Εύα κι εγώ κουβε-

    ντιάσαμε για λίγο, της έδειξα το παλιό μου πιστόλι, όμως άλλες

    λεπτομέρειες δεν μπορούσα να θυμηθώ όταν ξύπνησα. Άλλω-

    στε είχα πονοκέφαλο. Όχι, η ανάμνηση της προηγούμενης

    βραδιάς δεν βοηθούσε σε τίποτε.

    Γι’ αυτό αποφάσισα ν’ αναλάβω δράση και ν’ αντιμετωπί-

    σω άμεσα την κατάστασή μου. Έχω μάθει στη ζωή μου να πα-

    ρατηρώ, να μελετώ προσεκτικά τα πράγματα, να καταγράφω

    συχνά ακόμα και τις μικρότερες λεπτομέρειες που κάποιοι

    σπουδαγμένοι υποτιμούν, ακόμα και αγνοούν. Εγώ αντίθετα,

    χάρη στη πολύχρονη σιδερένια πειθαρχία, μπορώ με ήσυχη τη

    συνείδηση να ισχυριστώ πως σε κρίσιμες στιγμές γίνομαι ακό-

    μα πιο ψύχραιμος, ακόμα πιο συνετός, οι αισθήσεις μου οξύνο-

    νται περισσότερο. Εργάζομαι με ακρίβεια, με ηρεμία, όπως μια

    μηχανή. Συγκεντρώνω μεθοδικά όσες πληροφορίες διαθέτω:

    Κείτομαι στο έδαφος. Κοιτάζω γύρω μου. Δίπλα μου στοιβαγ-

    μένα απορρίμματα, αγριόχορτα, καλάμια, αραιά και πού κανέ-

    νας θάμνος, ανάμεσά τους καμιά μαργαρίτα, κάποιες πικραλί-

    δες. Ακούω φωνές, όχι πολύ μακριά, κραυγές, τον ήχο επανα-

  • 17

    λαμβανόμενης πρόσκρουσης και κοιτάω προς την κατεύθυνση

    των θορύβων. προέρχονται από μερικά αγόρια που παίζουν

    μπάλα πιο πέρα. Δεν είναι πλέον Παίδες,5 για το Φόλκστουρμ6

    είναι μάλλον μικροί ακόμα, πιθανώς ν’ ανήκουν στη Χιτλερική

    Νεολαία, αν και τώρα προφανώς δεν βρίσκονται σε υπηρεσία –

    φαίνεται πως ο εχθρός βρίσκεται σε προσωρινή παύση πυρός.

    Ένα πουλί μετακινείται στα κλαδιά ενός δέντρου, τιτιβίζει,

    τραγουδά. Για κάποιους αυτό αποτελεί απλώς σημάδι εύθυμης

    διάθεσης, αλλά στην παρούσα κατάσταση αβεβαιότητας, όπου

    αναζητείται κάθε είδους πληροφορία, ακόμα και η πιο ασήμα-

    ντη, ο γνώστης της φύσης και του καθημερινού αγώνα επιβί-

    ωσης μπορεί να συμπεράνει την απουσία αρπακτικών ζώων.

    Δίπλα ακριβώς στο κεφάλι μου βρίσκεται μια λακκούβα νερού

    που μοιάζει σταδιακά να συρρικνώνεται, πιθανότατα έχει και-

    ρό να βρέξει εδώ – στην άκρη της βρίσκεται το πηλήκιό μου.

    Έτσι λειτουργεί γενικά ο εκπαιδευμένος νους μου, έτσι λει-

    τουργεί και στην παρούσα στιγμή της σύγχυσης.

    Ανασηκώθηκα. Δεν είχα κανένα πρόβλημα, μπορούσα να

    κουνώ πόδια, χέρια, δάχτυλα, δεν φαινόταν να έχω υποστεί

    κάποιον τραυματισμό, η σωματική κατάστασή μου ήταν ευχά-

    ριστη, προφανώς ήμουν απολύτως υγιής –με εξαίρεση βέβαια

    τον πονοκέφαλο– ενώ ακόμα και ο τρόμος του χεριού μου έ-

    δειχνε πως είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου υποχωρήσει. Χαμήλωσα

    το κεφάλι και περιεργάστηκα το σώμα μου. Ήμουν ντυμένος,

    φορούσα στολή, το χιτώνιο του στρατιώτη. Ήταν κάπως λε-

    κιασμένο, αλλά όχι πολύ, άρα μπορούσα ν’ αποκλείσω την πι-

    θανότητα να είχα θαφτεί κάτω από συντρίμμια. Διέκρινα χώμα

    πάνω του και, όπως μου φάνηκε, ψίχουλα από κάποιο αρτο-

    παρασκεύασμα, από κέικ ή κάτι παρόμοιο. Το ύφασμα μύριζε

    έντονα καύσιμη ύλη, ίσως βενζίνη, αυτό οφειλόταν μάλλον στο

    ότι η Εύα είχε προσπαθήσει να καθαρίσει τη στολή μου χρησι-

    μοποιώντας όμως υπερβολική ποσότητα βενζίνης καθαρισμού,

    θα έλεγε κανείς πως είχε αδειάσει πάνω μου ένα ολόκληρο

  • 18

    μπιτόνι. Η ίδια δεν βρισκόταν εδώ, αλλά ούτε και το επιτελείο

    μου φαινόταν προς το παρόν να είναι κάπου εδώ γύρω. Κι ενώ

    τίναζα από το χιτώνιό μου, από τα μανίκια μου, την πιο εμφα-

    νή βρομιά άκουσα μια φωνή.

    «Ε, μάγκα μου, για κοίτα εκεί!»

    «Καλά, και πολύ τρέλα ο γέρος!»

    Προφανώς έδινα την εντύπωση ότι χρειαζόμουν βοήθεια,

    κάτι που οι τρεις Νεολαίοι συνειδητοποίησαν με υποδειγματι-

    κή αμεσότητα. Διέκοψαν το ποδόσφαιρο και πλησίασαν με σε-

    βασμό. Πλήρως κατανοητό. Το να βρεθεί κανείς απρόσμενα

    μπροστά στον Φύρερ του Γερμανικού Ράιχ, ανάμεσα στις μαρ-

    γαρίτες και τις πικραλίδες μιας αλάνας που χρησιμεύει συνή-

    θως για αθλητισμό και σωματική άσκηση, αποτελεί μια απρό-

    σμενη τροπή της ημέρας ενός νεαρού που δεν έχει φτάσει ακό-

    μα στην πλήρη ωριμότητα. Παρ’ όλα αυτά η μικρή ομάδα έ-

    σπευσε σαν αγέλη από λαγωνικά,7 πρόθυμη να βοηθήσει. Η

    νεολαία είναι το μέλλον!

    Οι Παίδες μαζεύτηκαν γύρω μου σε κάποια απόσταση, με

    περιεργάστηκαν με το βλέμμα, οπότε και ο μεγαλύτερος της

    ομάδας –προφανώς ο ομαδάρχης8– μου απηύθυνε τον λόγο:

    «Όλα εντάξει, αφεντικό;»

    Παρ’ όλη την ανησυχία μου, δεν μου διέφυγε η ολοσχερής

    απουσία του Γερμανικού Χαιρετισμού. Ασφαλώς η καθόλα α-

    νεπίσημη προσφώνηση, η σύγχυση μεταξύ «αφεντικού» και

    «Φύρερ» οφειλόταν πιθανότατα στην έκπληξή τους. Σε μια λι-

    γότερο μπερδεμένη κατάσταση θα είχε μάλλον προκαλέσει

    ακούσια θυμηδία – άλλωστε, ακόμα και στα χαρακώματα, κά-

    τω από την ανελέητη θύελλα από ατσάλι, λαμβάνουν συχνά

    χώρα οι πιο αλλόκοτες φάρσες. Ωστόσο ένας στρατιώτης, α-

    κόμα και στις πιο ασυνήθιστες καταστάσεις, οφείλει να επιδει-

    κνύει κάποιες αυτόματες αντιδράσεις, αυτό άλλωστε είναι και

    το νόημα των στρατιωτικών γυμνασίων – αν λείπουν οι αυτο-

    ματισμοί αυτοί, τότε όλος ο στρατός δεν αξίζει δεκάρα. Αναση-

  • 19

    κώθηκα, αν και δεν μου ήταν ιδιαιτέρως εύκολο, φαίνεται πως

    είχα παραμείνει για μεγάλο διάστημα σε θέση κατάκλισης. Παρ’

    όλα αυτά ίσιωσα με το χέρι το χιτώνιο και τίναξα πρόχειρα τη

    σκόνη από τα μπατζάκια με λιγοστά και ελαφρά χτυπήματα.

    Κατόπιν ξερόβηξα και ρώτησα τον ομαδάρχη:

    «Πού βρίσκεται ο Μπόρμαν;»9

    «Ο ποιος;»

    Αδιανόητο!

    «Ο Μάρτιν Μπόρμαν!»

    «Δεν τον ξέρω.»

    «Δεν τον έχω ακουστά.»

    «Με ποιον μοιάζει;»

    «Με έναν Ραïχσλάιτερ,10 να πάρει η οργή!»

    Κάτι εντελώς ασυνήθιστο συνέβαινε εδώ. Προφανώς βρι-

    σκόμουν ακόμα στο Βερολίνο, το μαρτυρούσε τα Βερολινέζικα

    των αγοριών, αλλά, όπως φαίνεται, είχα απολέσει το σύνολο

    του κυβερνητικού μηχανισμού. Έπρεπε να επιστρέψω ταχύτατα

    στο καταφύγιο και απ’ ό,τι καταλάβαινα η παρούσα νεολαία δεν

    επρόκειτο να μου προσφέρει επ’ αυτού μεγάλη βοήθεια. Εν

    πρώτοις, το ζητούμενο ήταν να ανακτήσω τον προσανατολισμό

    μου. Η απρόσωπη έκταση γύρω μου θα μπορούσε να βρίσκεται

    σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης. Αρκούσε να βγω σ’ έναν δρό-

    μο, σ’ αυτή την παρατεταμένη κατά τα φαινόμενα παύση πυρός

    σίγουρα θα υπήρχαν αρκετοί διαβάτες, εργαζόμενοι και αμαξά-

    δες που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν.

    Προφανώς η εικόνα που έδινα στους εκπροσώπους της

    Χιτλερικής Νεολαίας δεν ήταν αυτή του ανθρώπου που χρειά-

    ζεται πολλή βοήθεια, έδιναν την εντύπωση πως ήθελαν να συ-

    νεχίσουν το ποδόσφαιρο. Ο μεγαλύτερος, πάντως, στράφηκε

    στους συντρόφους του, οπότε μπόρεσα να διαβάσω το όνομά

    του, που η μητέρα του είχε ράψει πάνω στην έντονα πολύχρω-

    μη φανέλα του.

    «Χιτλερόπαι Ρονάλντο! Πώς θα βγω στην οδό;»

  • 20

    Η αντίδραση ήταν υποτονική, δυστυχώς πρέπει να παραδε-

    χτώ πως δεν μου έδωσαν σχεδόν καμιά προσοχή. Ωστόσο κα-

    θώς απομακρύνονταν, ένας από τους δύο μικρότερους έδειξε με

    μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού προς μια γωνία του οικο-

    πέδου όπου, αν παρατηρούσε κανείς προσεκτικά, διαφαινόταν

    όντως μια δίοδος. Νοερά έκανα μια σημείωση του είδους «ο

    Ρουστ ν’ απολυθεί» ή «ο Ρουστ ν’ απομακρυνθεί». Κατείχε τη

    θέση του Υπουργού Παιδείας από το 1934, και ειδικά στον το-

    μέα της εκπαίδευσης δεν επιτρεπόταν μια τόσο αβυσσαλέα α-

    μέλεια. Πώς είναι δυνατόν ένας νεαρός στρατιώτης να βρει τον

    νικηφόρο δρόμο προς τη Μόσχα αν δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει

    ούτε καν τον διοικητή του!

    Έσκυψα, έπιασα το πηλήκιό μου, το φόρεσα και με σταθερό

    βήμα πήρα την κατεύθυνση που μου έδειξαν. Έστριψα σε μια

    γωνία, έπειτα μπήκα σε μια στενή δίοδο ανάμεσα σε ψηλούς

    τοίχους, στην άκρη της οποίας διαφαινόταν το φως του δρόμου.

    Μια διστακτική γάτα κόλλησε στον τοίχο για να με προσπερά-

    σει – ήταν παρδαλή και αναμαλλιασμένη. Έκανα ακόμα τρία

    τέσσερα βήματα και βγήκα στον δρόμο.

    Ο έντονος καταιγισμός από φώτα και χρώματα μου έκοψε

    την ανάσα.

    Θυμήθηκα ότι την τελευταία φορά που είχα δει την πόλη

    κυριαρχούσε το γκρίζο και η σκόνη, καθώς και οι σωροί των

    ερειπίων και οι καταστροφές. Αλλά μπροστά μου δεν υπήρχε

    τώρα τίποτε απ’ όλα αυτά. Τα ερείπια είχαν εξαφανιστεί ή του-

    λάχιστον απομακρυνθεί σχολαστικά, οι δρόμοι ήταν καθαροί.

    Αντί για ερείπια στις άκρες των δρόμων υπήρχαν τώρα πολυά-

    ριθμα, τι λέω, αναρίθμητα πολύχρωμα οχήματα. Προφανώς ή-

    ταν αυτοκίνητα, και παρά το αισθητά μικρότερο μέγεθός τους,

    διέκρινε κανείς ότι τα εργοστάσια Μέσερσμιτ11 είχαν παίξει α-

    ποφασιστικό ρόλο στον σχεδιασμό τους, τόσο εξελιγμένα έδει-

    χναν. Οι προσόψεις των κτιρίων ήταν φρεσκοβαμμένες με διά-

    φορα χρώματα που μου θύμισαν κάπως τα ζαχαρωτά της παι-

  • 21

    δικής ηλικίας μου. Ομολογώ, ένιωσα κάποια ζάλη. Το βλέμμα

    μου αναζήτησε κάτι οικείο. είδα ένα φθαρμένο παγκάκι σε μια

    λωρίδα πρασίνου πέρα από τον δρόμο, έκανα μερικά βήματα,

    και δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι τα βήματά μου πιθανώς να

    φαίνονταν κάπως ασταθή. Άκουσα ένα κουδούνισμα, απότομο

    φρενάρισμα από λάστιχα στην άσφαλτο και έπειτα κάποιος μου

    έβαλε τις φωνές.

    «Δεν μου λες, γέρο, πας καλά; Τυφλός είσαι;»

    «Εγώ… ζητώ συγγνώμη…», άκουσα τον εαυτό μου να λέει,

    τρομαγμένος και ανακουφισμένος ταυτόχρονα. Δίπλα μου στε-

    κόταν ένας ποδηλάτης, τουλάχιστον αυτή η εικόνα μού ήταν

    σχετικά οικεία – από δύο απόψεις, μάλιστα. Προφανώς ο πόλε-

    μος συνεχιζόταν, για να προστατευτεί φορούσε ένα κατεστραμ-

    μένο κράνος, για την ακρίβεια ήταν διάτρητο από προηγούμενες

    επιθέσεις.

    «Και πώς κυκλοφορείς έτσι!»

    «Εγώ… συγγνώμη… πρέπει να καθίσω.»

    «Το καλύτερο θα ήταν να ξαπλώσεις. Και μάλιστα για πολύ

    καιρό!»

    Ζήτησα σωτηρία στο παγκάκι, πρέπει να ήμουν κάπως χλο-

    μός όταν σωριάστηκα εκεί. Ούτε και αυτός ο νεαρός άντρας

    φάνηκε να με αναγνώρισε. Ούτε έκανε χρήση του Γερμανικού

    Χαιρετισμού, αντέδρασε λες και παραλίγο θα χτυπούσε έναν

    τυχαίο περαστικό. Η συγκεκριμένη απρέπεια φαινόταν να εί-

    ναι η συνήθης πρακτική: ένας ηλικιωμένος κύριος πέρασε από

    μπροστά μου κουνώντας το κεφάλι, έπειτα μια παχύσαρκη γυ-

    ναίκα με ένα φουτουριστικό παιδικό καροτσάκι – άλλο ένα

    γνώριμο στοιχείο, ωστόσο ούτε αυτό στάθηκε ικανό να μου

    προσφέρει κάποια βοήθεια στην απελπισμένη κατάσταση που

    βρισκόμουν. Σηκώθηκα και την πλησίασα προσπαθώντας να

    κρατήσω μια όσο το δυνατόν πιο αγέρωχη στάση.

    «Συγγνώμη, μπορεί να σας εκπλήσσει, αλλά… πρέπει επει-

    γόντως να βρω τον δρόμο για την Καγκελαρία του Ράιχ.»

  • 22

    «Είστε από την εκπομπή του Στέφαν Ράαμπ;»12

    «Τι είπατε;»

    «Από τον Κέρκελινγκ; Μήπως από τον Χάραλντ Σμιτ;»

    Η αγανάκτηση ήταν ίσως που μ’ έκανε να παραφερθώ και

    να την αδράξω από το μπράτσο.

    «Σύνελθε, γυναίκα! Ως Γερμανίδα πατριώτισσα έχετε συ-

    γκεκριμένα καθήκοντα! Είμαστε σε πόλεμο! Τι νομίζετε ότι θα

    σας κάνει ο Ρώσος αν φτάσει μέχρι εδώ; Νομίζετε πως ο Ρώσος

    θα ρίξει μια ματιά στο παιδί σας και θα πει, α, να μια δροσερή

    νεαρή Γερμανίδα, αλλά για χάρη του παιδιού θα κρατήσω τα

    κατώτερα ένστικτά μου κουμπωμένα στο παντελόνι; Αυτές τις

    ώρες, αυτές τις μέρες που διακυβεύεται η συνέχεια της ύπαρξης

    του Γερμανικού Λαού, η καθαρότητα του αίματος, η επιβίωση

    της ανθρωπότητας, εσείς θέλετε να βρεθείτε ενώπιων της ιστο-

    ρίας υπεύθυνη για το τέλος του πολιτισμού, και αυτό μόνο και

    μόνο επειδή λόγω της απίστευτης μικρόνοιάς σας δεν θελήσατε

    να δείξετε στον Φύρερ του Γερμανικού Ράιχ τον δρόμο για την

    Καγκελαρία του.»

    Η έλλειψη της παραμικρής αντίδρασης δεν με εξέπληξε. Αυ-

    τή η ανόητη τράβηξε το μπράτσο της από το χέρι μου, με κοίτα-

    ξε εμβρόντητη και με τον δείκτη της χτύπησε επανειλημμένα

    τον κρόταφό της – μια χειρονομία εμφανούς αποδοκιμασίας.

    Δεν χωρούσε πια καμιά αμφιβολία, είχε χαθεί κάθε έλεγχος. Δεν

    με αντιμετώπιζαν πλέον ως στρατηλάτη, ως αρχηγό του Ράιχ.

    Οι Παίδες που έπαιζαν μπάλα, ο ηλικιωμένος κύριος, ο ποδηλά-

    της, η γυναίκα με το παιδικό καροτσάκι – δεν ήταν δυνατόν να

    είναι απλώς συμπτώσεις. Σκέφτηκα παρορμητικά να ειδοποιή-

    σω τα όργανα ασφαλείας για να αποκαταστήσουν την τάξη.

    Αλλά συγκρατήθηκα. Δεν γνώριζα ακόμα αρκετά για την κατά-

    σταση στην οποία βρισκόμουν. Χρειαζόμουν περισσότερες πλη-

    ροφορίες.

    Με ψυχρή μεθοδικότητα ο νους μου, που είχε αρχίσει πάλι

    να δουλεύει, ανακεφαλαίωσε τα δεδομένα της κατάστασης.

  • 23

    Ήμουν στη Γερμανία, ήμουν στο Βερολίνο, αν και όλα μου φαί-

    νονταν ξένα. Αυτή η Γερμανία ήταν διαφορετική, ωστόσο από

    μερικές απόψεις έμοιαζε με το γνώριμό μου Ράιχ: Ποδηλάτες

    υπήρχαν ακόμα, αυτοκίνητα υπήρχαν, άρα υπήρχαν πιθανότατα

    και εφημερίδες. Κοίταξα γύρω μου. Πράγματι, κάτω από το πα-

    γκάκι μου υπήρχε κάτι που έμοιαζε με εφημερίδα, αν και η ε-

    κτύπωση ήταν πιο δαπανηρή. Το φύλλο ήταν έγχρωμο, κάτι ε-

    ντελώς ανοίκειο για μένα, και τιτλοφορούταν Μέντια Μαρκτ.

    Παρά τις προσπάθειές μου δεν μπόρεσα να θυμηθώ να είχα ε-

    γκρίνει την έκδοσή της, άλλωστε σε καμιά περίπτωση δεν θα

    είχα εγκρίνει κάτι τέτοιο. Το περιεχόμενο ήταν παντελώς ακα-

    τανόητο. Με κατέλαβε θυμός, ήταν αδιανόητο πως σε καιρούς

    έλλειψης χαρτιού σπαταλούσε κανείς ανεπανόρθωτα πολύτιμες

    πηγές της περιουσίας του λαού σε τέτοια ανεγκέφαλα σκουπί-

    δια. Όταν θα επέστρεφα στο γραφείο μου, ο Φουνκ13 καλά θα

    έκανε να ετοιμάζεται για ένα γερό κατσάδιασμα. Τώρα όμως

    χρειαζόμουν αξιόπιστες πληροφορίες, έναν Φέλκισερ Μπεομπά-

    χτερ,14 έναν Στύρμερ,15 θα ήμουν ικανοποιημένος αρχικά ακόμα

    και με έναν Πάντσερμπερ.16 Πράγματι, όχι μακριά από το πα-

    γκάκι, υπήρχε ένα περίπτερο, και παρά την αξιόλογη απόσταση

    διέκρινα ότι διέθετε μια εντυπωσιακά μεγάλη ποικιλία. Θα πί-

    στευε κανείς πως βρισκόμαστε σε περίοδο ολοκληρωτικής, νω-

    θρότατης ειρήνης! Σηκώθηκα ανυπόμονα. Είχα χάσει ήδη αρκε-

    τό χρόνο, αυτό που προείχε τώρα ήταν να αποκατασταθεί πά-

    ραυτα η τάξη. Τα στρατεύματα είχαν ανάγκη διαταγών, πιθανόν

    κάπου να είχε γίνει ήδη αισθητή η απουσία μου. Κατευθύνθηκα

    γοργά προς το περίπτερο.

    Από την πρώτη κιόλας προσεκτική ματιά, μπορούσε κα-

    νείς να αντλήσει ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Στην πρόσοψη

    κρέμονταν πολυάριθμα πολύχρωμα έντυπα σε τουρκική γλώσ-

    σα. Προφανώς κυκλοφορούσαν τελευταία πολλοί Τούρκοι ε-

    δώ. Θα πρέπει να είχα παραμείνει αναίσθητος για αρκετά με-

    γάλο διάστημα, και στο μεταξύ πληθώρα Τούρκων είχε κατα-

  • 24

    φτάσει στο Βερολίνο. Αυτό ήταν αξιοσημείωτο – επειδή ο

    Τούρκος, πιστός ως προς τα άλλα βοηθός του Γερμανικού Λαού,

    είχε παραμείνει σταθερά ουδέτερος παρ’ όλες τις εντατικές

    προσπάθειες να μεταπειστεί. Στάθηκε αδύνατον να συμφωνή-

    σει να συμπαραταχθεί με το Ράιχ και να μπει στον πόλεμο.

    Προφανώς όμως, όπως έδειχναν τα πράγματα, κατά τη διάρ-

    κεια της απουσίας μου, πρέπει κάποιος –πιθανόν ο Νταίνιτς–

    να έπεισε τον Τούρκο να μας υποστηρίξει. Και κρίνοντας από

    την αρκετά ειρηνική ατμόσφαιρα στους δρόμους μπορούσε

    κανείς να συμπεράνει πως η τουρκική συμβολή είχε επιφέρει

    προφανώς μια αποφασιστική τροπή στον πόλεμο. Έμεινα έκ-

    πληκτος. Βέβαια, πάντα σεβόμουν τον Τούρκο, ωστόσο δεν τον

    θεωρούσα ικανό για τέτοιες επιδόσεις, αν και ομολογουμένως

    δεν είχα μπορέσει λόγω έλλειψης χρόνου να παρακολουθήσω

    ενδελεχώς την εξέλιξη της χώρας. Οι μεταρρυθμίσεις του Κε-

    μάλ Ατατούρκ είχαν προφανώς δώσει στη χώρα μια πραγμα-

    τικά εντυπωσιακή ώθηση. Το θαύμα, στο οποίο ο Γκαίμπελς17

    είχε στηρίξει όλες του τις ελπίδες, φαινόταν να έχει γίνει πραγ-

    ματικότητα. Την καρδιά μου πλημμύρισε η θέρμη της βεβαιό-

    τητας. Ήταν η δικαίωση της άρνησής μου, της άρνησης του

    Ράιχ να χάσει την πίστη του στην τελική νίκη – ακόμα και στη

    φαινομενικά πιο σκοτεινή στιγμή. Τέσσερα ή πέντε διαφορετι-

    κά τουρκόγλωσσα πολύχρωμα έντυπα προσέφεραν μια εύ-

    γλωττη μαρτυρία αυτού του νέου, επιτυχούς άξονα Βερολίνου-

    Άγκυρας. Εφόσον πλέον η μέγιστη των ανησυχιών μου, η ανη-

    συχία για το καλό του Ράιχ, είχε απαλυνθεί με τον αναπάντεχο

    αυτόν τρόπο, έμενε πια να μάθω πόσο χρόνο είχα χάσει ευρι-

    σκόμενος σ’ αυτή την περίεργη κατάσταση αφασίας στην αλά-

    να ανάμεσα στα σπίτια. Το περίπτερο δεν διέθετε τον Φέλκισερ

    Μπεομπάχτερ, μάλλον είχε εξαντληθεί, οπότε έριξα μια ματιά σ’

    ένα άλλο φύλλο που έδειχνε κάπως οικείο, μια επονομαζόμενη

    Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ.18 Πρώτη φορά έβλεπα

    τη συγκεκριμένη εφημερίδα, αλλά σε σύγκριση με τις άλλες

  • 25

    που κρέμονταν στο περίπτερο με χαροποίησε ιδιαίτερα η α-

    ξιόπιστη γραμματοσειρά του τίτλου της. Χωρίς να χάσω καθό-

    λου χρόνο ρίχνοντας μια ματιά στις ειδήσεις, αναζήτησα αμέ-

    σως την ημερομηνία.

    Έγραφε: 30 Αυγούστου.

    2011.

    Κοίταξα τον αριθμό με σαστιμάρα, δεν πίστευα στα μάτια

    μου. Έστρεψα το βλέμμα μου σ’ ένα άλλο έντυπο, την Μπερλί-

    νερ Τσάιτουνγκ, που διέθετε κι αυτή μια άψογη γερμανική

    γραμματοσειρά, και αναζήτησα την ημερομηνία.

    2011.

    Τράβηξα την εφημερίδα από το μανταλάκι, την άνοιξα,

    πήγα στην επόμενη σελίδα και στη μεθεπόμενη.

    2011.

    Ο αριθμός άρχισε να χορεύει μπροστά στα μάτια μου σχε-

    δόν περιπαικτικά. Τραμπαλίστηκε αργά προς τα αριστερά, έ-

    πειτα πιο γρήγορα προς τα δεξιά, έπειτα ακόμα πιο γρήγορα

    προς τα αριστερά, όπως αρέσκονται να τραμπαλίζονται οι λαϊ-

    κές μάζες στις γιορτές της μπύρας. Το μάτι μου προσπάθησε να

    τον ακολουθήσει, να τον κατανοήσει, ύστερα η εφημερίδα γλί-

    στρησε από τα χέρια μου. Ένιωσα να πέφτω προς τα μπρος,

    προσπάθησα μάταια να κρατηθώ από τις άλλες εφημερίδες

    στο ράφι. Κρατώντας σφιχτά στα χέρια μου διάφορα φύλλα,

    γλίστρησα στο έδαφος.

    Μετά έχασα τις αισθήσεις μου.