Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

242

Click here to load reader

Transcript of Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

Page 1: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

3

δφ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ

ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ

ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Το έργο συγχρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 71,42% το οποίο αντιστοιχεί σε 75% από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και 25% από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά 28,58% από πόρους του ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. (Λ.Α.Ε.Κ.)

Αγγλοελληνικο – ελληνοΑγγλικο λεξιλογιο ορων ΒιομηχΑνικης Υγιεινης & ΑςφΑλειΑς

Σύνταξη: Αφροδίτη Δαΐκου, Σπύρος Δοντάς

ΑΘΗΝΑ 2008

lexiko003s010.indd 3 11/5/08 2:14:17 PM

Page 2: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

4

δφ

ΑγγλοελλΗΝικο – ελλΗΝοΑγγλικο λεξιλογιο ορωΝ ΒιομΗχΑΝικΗΣ ΥγιειΝΗΣ & ΑΣφΑλειΑΣ

ISBN: 978-960-7678-86-7

Α΄ Έκδοση: Νοέμβριος 2008

Copyright © ελληνικό ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της εργασίαςλιοσίων 143 και Θειρσίου 6, 104 45 ΑΘΗΝΑΤηλ.: 210 82 00 100Fax: 210 82 00 222 – 210 88 13 270Email: [email protected]: http://www.elinyae.gr

Σελιδοποίηση και εκτύπωση: εκΔοΤικοΣ οργΑΝιΣμοΣ λιΒΑΝΗ ΑΒεΣόλωνος 98 – 106 80 ΑΘΗΝΑ Τηλ.: 210 3661200 Fax: 210 3617791Internet: http://www.livanis.gr

Τυπώθηκε σε 1.000 αντίτυπα

Απαγορεύεται η αναπαραγωγή μέρους ή όλου του εντύπου, με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς αναφορά της πηγής.

ΔιΑνεμεΤΑι ΑΠο Το ελ.ιν.Υ.Α.ε. • ΑΠΑγορεΥεΤΑι η Πωληςη ΑΠο ΤριΤοΥς

lexiko003s010.indd 4 11/5/08 2:14:17 PM

Page 3: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

5

δφ

ΔιοικηΤικο ςΥμΒοΥλιο ελ.ιν.Υ.Α.ε.

Πρόεδρος: •ιωάννης Δραπανιώτης Αντιπρόεδροι: •Ανδρέας κολλάς (γ.Σ.ε.ε.) •ΕυστάθιοςΠολίτης(,Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.,Ε.Σ.Ε.Ε.,Σ.Ε.Β.)

Μέλη: •ιωάννης Αδαμάκης (γ.Σ.ε.ε.) •ΘεόδωροςΔέδες(Σ.Ε.Β.)

•ΙωάννηςΚαλλιάνος(Γ.Σ.Ε.Ε.) •ΠαύλοςΚυριακόγγονας(Σ.Ε.Β.) •ΑναστάσιοςΠαντελάκης(Ε.Σ.Ε.Ε.) •ΚυριάκοςΣιούλας(Γ.Σ.Ε.Ε.)

γενικη ΔιεΥΘΥνςη

μηνάς Αναλυτής, οικονομολόγος, PhD

lexiko003s010.indd 5 11/5/08 2:14:17 PM

Page 4: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

6

δφ

επιμέλεια βιβλιογραφίας: φανή Θωμαδάκη, Βιβλιοθήκηεπιμέλεια έκδοσης: εβίτα καταγή, Τμήμα εκδόσεων ΚέντροΤεκμηρίωσης-ΠληροφόρησηςΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.

lexiko003s010.indd 6 11/5/08 2:14:17 PM

Page 5: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

7

δφ

Προλογος

Η βιομηχανική υγιεινή και ασφάλεια είναι διεπιστημονική δραστηριότητα που χρησιμοποιεί όρους από ένα ευρύ φάσμα κλάδων. οι αλματώδεις εξελίξεις στους τομείς της τεχνολογίας και της επιστήμης και οι αυξανόμενες ανάγκες άντλησης πληροφοριών από τη διεθνή βιβλιογραφία ή το διαδίκτυο, καθιστούν απαραίτητη την ύπαρξη ενός περιεκτικού ελληνο-αγγλικού / αγγλο-ελληνικού λεξιλογίου στο χώρο.

Το παρόν λεξιλόγιο φιλοδοξεί να καλύψει το σχετικό κενό. Δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν υπάρχει άλλη ανάλογη έκδοση στη χώρα μας, θεωρούμε ότι προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες σε τεχνικούς ασφαλείας, ιατρούς εργασίας, επιστήμονες, ερευνητές, φοιτητές και μέλη επιτροπών Υγείας και Ασφάλειας της εργασίας. ελπίζουμε, επίσης, ότι η προσπάθεια αυτή θα αποτελέσει την αφετηρία περαιτέρω εμπλουτισμού της ελληνικής βιβλιογραφίας με νέους όρους στον τομέα της βιομηχανικής υγιεινής και ασφάλειας.

ιωάννης ΔραπανιώτηςΠρόεδροςΔΣτουΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.

lexiko003s010.indd 7 11/5/08 2:14:17 PM

Page 6: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

8

δφ

lexiko003s010.indd 8 11/5/08 2:14:17 PM

Page 7: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

9

δφ

ειΣΑγωγΗ

“Όνομα…διδασκαλικόν τι εστιν όργανον και διακριτικόν της ουσίας…”Πλάτων, Κρατύλος ( ή περί ορθότητος ονομάτων), 388 b-c

Στα θέματα της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία εμπλέκεται μεγάλος αριθμός ειδικοτήτων. Η ενότητα του αντικειμένου εξα-σφαλίζεται από την ενότητα της οπτικής γωνίας υπό την οποία εξετάζονται τα σχετικά προβλήματα: επίκεντρο της βιομηχανικής υγι-εινής και ασφάλειας είναι ο εργαζόμενος άνθρωπος σε συνδυασμό με τις συνθήκες εργασίας του, τους βλαπτικούς παράγοντες των χώρων, τα μέσα εργασίας του ή τα μέσα εκτίμησης των κινδύνων.

ο πολύπλευρος χαρακτήρας του αντικειμένου προσδιορίζει και τις πηγές από τις οποίες οι συντάκτες του λεξιλογίου είναι υπο-χρεωμένοι να αντλήσουν τους όρους τους: βασικά κείμενα βιομηχανικής υγιεινής (εγχειρίδια, οδηγίες διεθνών επιστημονικών φο-ρέων), ειδικά κείμενα για βλαπτικούς παράγοντες (φυσικούς, χημικούς, βιολογικούς), νομοθετήματα ή πρότυπα σχετικά με το χώ-ρο της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία, ιατρικά εγχειρίδια και λεξικά. Στη χώρα μας οι σχετικοί τομείς υστερούν ως προς τις διεθνείς εξελίξεις και η βιβλιογραφία είναι φτωχή. Τα τεχνικά λεξικά μεμονωμένων κλάδων (π.χ. χημείας, ιατρικής) είναι πολύτι-μα αλλά δεν εξετάζουν το ευρύ φάσμα των θεμάτων της βιομηχανικής υγιεινής και ασφάλειας. οι συντάκτες του παρόντος λεξιλο-γίου επιθυμούν να καλύψουν σε ικανοποιητικό βαθμό τα ποικίλα πεδία του χώρου προσπαθώντας να διευκολύνουν το έργο των επαγγελματιών (τεχνικών ασφάλειας, γιατρών εργασίας, υγιεινολόγων, χημικών κ.α.), των επιστημόνων, των φοιτητών ή των ερ-γαζομένων. Στόχος είναι η κατανόηση ξενόγλωσσων κειμένων, η διευκόλυνση της αναζήτησης διεθνούς βιβλιογραφίας στο δια-δίκτυο ή τις βιβλιοθήκες και η εύρεση των καταλλήλων όρων για τη σύνταξη αγγλικών κειμένων από Έλληνες.Ηαπόδοσηαρκετώνόρωνσταελληνικάδενείναιαυτονόητη.Παλαιότερακείμενα(π.χ.νομοθετήματα)χρησιμοποιούνόρους

οι οποίοι τείνουν να αντικατασταθούν από άλλους, ακριβέστερους. ο όρος «occupational health and safety» που παλαιότερα απο-διδόταν ως «επαγγελματική υγεία και ασφάλεια» εμφανίζεται σήμερα ως «υγεία και ασφάλεια στην εργασία». Ένα επίθετο δεν απο-δίδεται πάντοτε με τον ίδιο ελληνικό όρο όταν συνυπάρχει με άλλες λέξεις. για το λόγο αυτό επιδιώχθηκε η συμπερίληψη ολοκλή-ρων εκφράσεων που συναντώνται στη δεδομένη μορφή. Το νόημα αρκετών λέξεων, και συνεπώς η ορθή απόδοσή τους, εξαρτά-ται από τα συμφραζόμενα ή το πεδίο αναφοράς και δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την απόδοση στην κοινή ελληνική γλώσσα. Η απόδοση του ονόματος των φυτοφαρμάκων στα ελληνικά αποτελεί συνειδητή επιλογή. Ηθελημένη είναι και η διατήρηση της ετυ-μολογικής ορθογραφίας ώστε να διευκολύνεται σε ορισμένες περιπτώσεις η γνώση της σύστασής τους. Τέλος, αρκετοί όροι του λε-ξιλογίου περιέχονται στον πληθυντικό αριθμό διότι σε αυτή την μορφή ευρίσκονται και στο Θησαυρό του ευρωπαϊκού οργανισμού για την Υγεία και την Ασφάλεια στην εργασία.

ονομάσαμε την προσπάθειά μας ‘λεξιλόγιο’ αναγνωρίζοντας ότι η κάλυψη του συνόλου των όρων που χρησιμοποιούνται στο χώροτηςβιομηχανικήςυγιεινήςκαιασφάλειαςείναιανέφικτη.Οάνθρωποςκαιηεργασίατουείναιέναςαχανήςχώρος.Προσπα-θήσαμε,όμως,ναμειώσουμεστοελάχιστοτιςανακρίβειεςήτιςπαρανοήσεις.Παρατηρήσειςείναιασφαλώςευπρόσδεκτες.

lexiko003s010.indd 9 11/5/08 2:14:17 PM

Page 8: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

10

δφ

lexiko003s010.indd 10 11/5/08 2:14:17 PM

Page 9: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

ΑΓΓΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΟΡΩΝ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ & ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

lexiko011s112.indd 11 10/29/08 1:27:51 PM

Page 10: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

lexiko011s112.indd 12 10/29/08 1:27:51 PM

Page 11: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

13

A

Acetylurea

Abate see temephos Abdomen Κοιλιακή χώραAbietic acid Αβιετικό οξύ (C20H30O2) Ability ΙκανότηταAbnormality ΑνωμαλίαAbrasion Τριβή ή λείανσηAbrasion test Δοκιμή αντοχής σε τριβήAbrasive blasting equipment Εξοπλισμός αμμοβολήςAbrasive wheel Λειαντικός τροχόςAbrasives Λειαντικά μέσαAbscess ΑπόστημαAbsenteeism ΑπουσιασμόςAbsenteeism recording Καταγραφή απουσιών από την

εργασίαAbsolute error Απόλυτο σφάλμαAbsolute method Απόλυτη μέθοδοςAbsorbance ΑπορροφητικότηταAbsorption ΑπορρόφησηAbsorption coefficient Συντελεστής απορρόφησηςAbsorption maximum Μέγιστο απορρόφησηςAbsorption wavelength Μήκος κύματος απορρόφησηςAbstraction ΑπόσπασηAbuse Κατάχρηση (π.χ. ουσιών) / κακοποίηση,

κακομεταχείρησηAcampsia ΑκαμψίαAcceleration ΕπιτάχυνσηAccelerator ΕπιταχυντήςAcceptance criteria Κριτήρια αποδοχήςAccepted methods Αποδεκτές μέθοδοιAccess control Έλεγχος πρόσβασηςAccess to employment Πρόσβαση στην απασχόλησηAccident ΑτύχημαAccident at work Εργατικό ατύχημαAccident investigation Διερεύνηση ατυχήματοςAccident models Τύποι ατυχημάτωνAccident prevention Πρόληψη ατυχημάτοςAccident statistics Στατιστικές ατυχημάτωνAccord Dangerous Routier (ADR) Ευρωπαϊκή συμφωνία για

τις διεθνείς οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτωνAccreditation ΔιαπίστευσηAccreditation body Φορέας διαπίστευσηςAccredited body Διαπιστευμένος φορέαςAccumulation ΣυσσώρευσηAccumulator ΣυσσωρευτήςAccuracy Ακρίβεια

Acetal Ακετάλη (C6H14O2)Acetaldehyde oxime or acetaldoxime Οξίμη της

ακεταλδεΰδης ή ακεταλδοξίμη (C2H5NO)Acetaldehyde see ethanal Acetaldol or 3-hydroxybutanal Ακεταλδόλη ή

3-υδροξυβουτανάλη (C4H8O2)Acetaldoxime see acetaldehyde oxime Acetamide see ethanamide 4-acetaminophenol see paracetamol Acetanilide Ακετανιλίδιο (C6H5NHCOCH3)Acetic acid see ethanoic acid Acetic anhydride Οξικός ανυδρίτης (C4H6O3)Acetic ester see ethyl ethanoate Acetoacetanilide Ακετοακετανιλίδιο (C10H11NO2)Acetoacetic ester see ethyl acetoacetate Acetol Ακετόλη (CH3COCH2OH)Acetone cyanohydrin or 2-cyano-2-propanol or

2-methylacetonitrile Ακετονοκυανοϋδρίνη ή 2-κυανο-2-προπανόλη ή 2-μεθυλοακετονιτρίλιο ή κυανοϋδρινική ακετόνη (C4H7NO)

Acetone or propanone Ακετόνη ή προπανόνη (C3H6O)Acetonic acid see lactic acid Acetonitrile see ethanenitrile Acetonylacetone see hexanedione Acetophenone or methyl phenyl ketone Ακετοφαινόνη ή

μεθυλοφαινυλοκετόνη (C6H5COCH3)Acetotoluidine Ακετοτολουιδίνη (C9H11N)Acetoxylation ΑκετοξυλίωσηAcetyl ΑκετύλιοAcetyl acetone or 2,4-pentanedione Ακετυλακετόνη ή

2,4-πεντανοδιόνη (C5H8O2)Acetyl chloride Ακετυλοχλωρίδιο (C2H3ClO)Acetylcholine Ακετυλοχολίνη (C7H17NO3)Acetylcysteine ΑκετυλοκυστεΐνηAcetylene or ethyne Ακετυλένιο ή αιθίνιο ή ασετυλίνη ή

οξυλένιο (C2H2)Acetylene tetrabromide or tetrabromoethane or

tetrabromoacetylene (TBE) Τετραβρωμιούχο ακετυλένιο ή τετραβρωμοαιθάνιο ή τετραβρωμοακετυλένιο (C2H2Br4)

Acetylglucitol or acetylsorbitol Ακετυλογλουσιτόλη ή ακετυλοσορβιτόλη

Acetylsalicylic acid or aspirin Ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή ασπιρίνη (C9H8O4)

Acetylsorbitol see acetylglucitol Acetylurea Ακετυλουρία

A

lexiko011s112.indd 13 10/29/08 1:27:52 PM

Page 12: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

14

Advisory Committee on Safety, Hygiene and Health Protection at Work

Acid ΟξύAcid rain Όξινη βροχήAcid strength Ισχύς οξέοςAcid value Αριθμός οξύτηταςAcid wastes Όξινα απόβληταAcidification ΟξίνισηAcidity ΟξύτηταAcidity constant (Ka) Σταθερά οξύτητας Acidosis ΟξέωσηAcne ΑκμήAconitic acid Ακονιτικό οξύ (C6H6O6)Acoustic ΑκουστικόςAcoustic helmets ΩτοασπίδεςAcoustical insulation Ακουστική μόνωσηAcoustics ΑκουστικήAcrolein or propenal Ακρολεΐνη ή προπενάλη (CH2=CHCHO)Acrylamide Ακρυλαμίδιο (C3H5NO)Acrylic acid or propenoic acid Ακρυλικό οξύ ή προπενοϊκό

οξύ (CH2=CHCOOH)Acrylonitrile or propenenitrile Ακρυλονιτρίλιο ή

προπενονιτρίλιο (CH2=CH-C≡N)Actinium Ακτίνιο (Ac)Actinoids ΑκτινίδεςAction values Τιμές ανάληψης δράσηςActivate ΕνεργοποιώActivated ΕνεργοποιημένοςActivated carbon Ενεργός άνθρακαςActivation EνεργοποίησηActive Implantable Medical Devices Ενεργά Εμφιτεύσιμα

Ιατροτεχνολογικά ΠροϊόνταActive opto-electronic protective device (AOPD) Οπτικο-

ηλεκτρονικός προστατευτικός εξοπλισμόςActive substance Ενεργή ουσίαActivity Δραστηριότητα / ενεργότηταActivity coefficient Συντελεστής ενεργότηταςActs of unlawful interference Έκνομες ενέργειεςActuating principles Αρχές ενεργοποίησηςAcute Οξύς, αιχμηρόςAcute hearing losses Οξεία απώλεια της ακοήςAcute infections Οξείες λοιμώξεις/οξείες μολύνσειςAcute poisonings Οξείες δηλητηριάσειςAcute toxicity Οξεία τοξικότηταAcute trauma Οξύ τραύμαAcyl chloride Ακυλοχλωρίδιο (RCOCl)Acylation ΑκυλίωσηAcylium ion Ιον ακυλίουAdaptation Προσαρμογή

Addiction ΕθισμόςAddition ΠροσθήκηAddition of water or hydration Προσθήκη νερού ή

ενυδάτωσηAddition-elimination reaction Αντίδραση προσθήκης-

απόσπασηςAdditive effects Αθροιστικά αποτελέσματαAdditive properties Προσθετικές ιδιότητεςAdditives Πρόσθετα, πρόσθετες ουσίεςAdduct ΠρόσδετοAdenine Αδενίνη (A) (C5H5N5)Adenoma ΑδένωμαAdenosine ΑδενοσίνηAdenosine diphosphate (ADP) Διφωσφορική αδενοσίνηAdenosine triphosphate (ATP) Τριφωσφορική αδενοσίνηAdenylic acid Αδενυλικό οξύAdequate risk reduction Επαρκής μείωση επικινδυνότηταςAdhesion Πρόσφυση, συνάφειαAdhesive ΚόλλαAdhesive applicator gun Πιστόλια κόλλαςAdhesive properties Προσφυτικές ιδιότητεςAdhesive tachiness ΕτεροκολλητικότηταAdipic acid or 1,6-hexanedioic acid Αδιπικό οξύ ή

1,6-εξανοδιοϊκό οξύ (C6H10O4)Adiponitrile or tetramethylene cyanide

or 1,4-dicyanobutane Αδιπονιτρίλιο ή τετραμεθυλενοκυανίδιο ή 1,4-δικυανοβουτάνιο (C6H8N2)

Adipose tissue Λιπώδης ιστόςAdjustable guard Ρυθμιζόμενος προφυλακτήραςAdjusted retention volume (VR)’ Διορθωμένος (ανηγμένος)

όγκος συγκράτησηςAdministrative board Διοικητικό συμβούλιοAdministrative employe Διοικητικός υπάλληλοςAdministrative personnel Διοικητικό προσωπικόAdministrative structure Διοικητική δομήADR see Accord Dangerous Routier Adrenalin ΑδρεναλίνηAdrenocortinal ΑδρενοκορτινάληAdsorption ΠροσρόφησηAdsorption isotherm Ισόθερμη προσρόφησηςAdult ΕνήλικοςAdvanced skills Εξειδικευμένες δεξιότητεςAdverse conditions Αντίξοες συνθήκεςAdverse effect Δυσμενής επίδρασηAdvisory board Γνωμοδοτικό συμβούλιοAdvisory Committee on Safety, Hygiene and Health

Protection at Work (ACSHW) Συμβουλευτική Επιτροπή

lexiko011s112.indd 14 10/29/08 1:27:52 PM

Page 13: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

15

A

Allyl

για την Ασφάλεια, την Υγιεινή και την Προστασία της Υγείας στον Τόπο Εργασίας

Aeration ΑερισμόςAerosol ΑερόλυμαAerosol dispenser Δοχείο αερολύματοςAfter yellowing Μετα-κιτρίνισμαAgar ΆγαρAgeing workers Ηλικιωμένοι εργαζόμενοιAgent Παράγοντας (κινδύνου)Aggravate Επιβαρύνω ή χειροτερεύωAggregates ΑδρανήAggression ΕπιθετικότηταAging or ageing ΓήρανσηAgricultural machinery Γεωργικά μηχανήματαAhead motion Κίνηση πρόσωAim ΣκοπόςAir circulation Κυκλοφορία του αέραAir compressor ΑεροσυμπιεστήςAir conditioning ΚλιματισμόςAir conditioning installation Εγκατάσταση κλιματισμούAir dryer Στεγνωτήριο με αέραAir flow rate Παροχή αέραAir monitoring Έλεγχος ρυπάνσεως ατμοσφαίραςAir pipe ΑεραγωγόςAir pollutants Ατμοσφαιρικοί ρύποιAir quality Ποιότητα αέραAir quality management Διαχείριση της ποιότητας του αέραAirborn ΑερόφερτοAirless spraying Ψεκασμός μη πεπιεσμένου αέραAirway Αναπνευστική οδόςAlanine or α-aminopropionic acid Αλανίνη ή

α-αμινοπροπιονικό οξύ (Ala, A) (CH3CHNH2COOH)Alarm ΣυναγερμόςAlarm system Σύστημα συναγερμούAlbumin ΑλβουμίνηAlcoholism ΑλκοολισμόςAlcohols ΑλκοόλεςAlcoholysis ΑλκοόλυσηAldaric acid Αλδαρικό οξύAldehyde Αλδεΰδη (RCHO)Alditol ΑλδιτόληAldohexose ΑλδοεξόζηAldonic acid Αλδονικό οξύAldonolactone ΑλδονολακτόνηAldopentoside ΑλδοπεντοζίτηςAldose Αλδόζη ή β-υδροξυαλδεΰδηAldosterone Αλδοστερόνη (C21H28O5)

Aldrin Αλδρίνη (C12H8Cl6)Alert clinicians Ευαισθητοποιημένοι κλινικοί ιατροίAlgin ΑλγίνηAlginic acid Αλγινικό οξύAlgorithm ΑλγόριθμοςAliphatic aldehydes Αλειφατικές αλδεΰδεςAliphatic compounds Αλειφατικές ενώσειςAliphatic hydrocarbons Αλειφατικοί υδρογονάνθρακεςAliphatic ketones Αλειφατικές κετόνεςAliquot Υποπολλαπλάσιο δείγμα ή κλάσμα διαλύματοςAlizarin Αλιζαρίνη (C14H8O4)Alkalinity ΑλκαλικότηταAlkalis ΑλκάλιαAlkaloids ΑλκαλοειδήAlkaloids of opium Αλκαλοειδή του οπίουAlkanes or paraffins Αλκάνια ή παραφίνες (CnH2n+2)Alkenes Αλκένια (CnH2n)Alkyl ΑλκύλιοAlkyl benzene sulphonic acid Αλκυλοβενζοσουλφονικό οξύAlkyl bromide see bromoalkane Alkyl chloride see chloroalkane Alkyl compounds Ενώσεις αλκυλίουAlkyl dihalide ΑλκυλοδιαλογονίδιοAlkyl halide Αλκυλαλογονίδιο (RX)Alkyl hydrogen sulfate Όξινο θειικό αλκύλιοAlkyl iodide Αλκυλοϊωδίδιο (RI)Alkyl sulfonate Σουλφονικός αλκυλεστέραςAlkyl tosylate Αλκυλοτοσυλεστέρας Alkylation ΑλκυλίωσηAlkylbenzene Αλκυλοβενζόλιο Alkylborane ΑλκυλοβοράνιοAlkyllithium Αλκυλολίθιο (RLi)Alkylmalonic ester Αλκυλομηλονικός εστέρας

(RCH(COOC2H5)2)Alkyne Αλκίνιο (CnH2n-2)Allergen ΑλλεργιογόνοAllergic alveolitis Αλλεργική φλεγμονή των πνευμονικών

κυψελίδωνAllergic rhinitis Αλλεργική ρινίτιδαAllergy ΑλλεργίαAllitol ΑλλιτόληAllocation of functions Ανάθεση καθηκόντωνAllopyranose ΑλλοπυρανόζηAlloy ΚράμαAllyl Αλλύλιο (CH2=CHCH2-)Allyl alcohol or propen-1-ol-3 Αλλυλική αλκοόλη ή

προπεν-1-όλη-3 (C3H6Ο)

lexiko011s112.indd 15 10/29/08 1:27:52 PM

Page 14: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

16

Aminotoluene

Allyl bromide or 3-bromopropene or 3-bromopropylene Αλλυλοβρωμίδιο ή 3-βρωμοπροπένιο ή 3-βρωμοπροπυλένιο (C3H5Br)

Allyl chloride or 3-chloropropene or 3-chloropropylene or 3-chloro-1-propene Αλλυλοχλωρίδιο ή 3-χλωροπροπένιο ή 3-χλωροπροπυλένιο ή 3-χλωρο-1-προπένιο ή χλωριούχο αλλύλιο (C3H5Cl)

Allyl cyanide Αλλυλoκυανίδιο ή κυανιούχο αλλύλιοAllyl glycidyl ether (AGE) Αλλυλογλυκιδυλαιθέρας (C6H12Ο2)Allyl haloprene ΑλλυλοαλοπρένιοAllyl propyl disulfide Αλλυλοπροπυλο δισουλφίδιο (C6H12S2)Allylbenzene or 3-phenylpropene Αλλυλοβενζόλιο ή

3-φαινυλοπροπένιοAllylic hydrogen Αλλυλικό υδρογόνοAlmond oil ΑμυγδαλέλαιοAltaric acid Αλταρικό οξύAlternative current Εναλλασσόμενο ρεύμα·Alternative employment Εναλλακτικές θέσεις απασχόλησης,

εναλλακτικές μορφές απασχόλησηςAlternative hypothesis Εναλλακτική υπόθεσηAlternative method Εναλλακτική μέθοδοςAlternator Εναλλάκτης Altrose ΑλτρόζηAlumina see aluminium oxide Aluminium Αργίλιο ή αλουμίνιο (Al)Aluminium acetate Οξικό αργίλιοAluminium alkyl Αλκύλιο του αργιλίου Aluminium bromide Βρωμιούχο αργίλιο (AlBr3)Aluminium chloride Χλωριούχο αργίλιο (AlCl3)Aluminium chloride hexahydrate Χλωριούχο εξαϋδρικό

αργίλιοAluminium fluoride Φθοριούχο αργίλιο (AlF3)Aluminium foil ΑλουμινόχαρτοAluminium glycinate Γλυκινικό αργίλιοAluminium hydroxide Υδροξείδιο του αργίλιουAluminium iodide Ιωδιούχο αργίλιο (AlI3)Aluminium isopropoxide or aluminium isopropylate

Ισοπροποξείδιο του αργιλίου (Al(OPr)3)Aluminium nitrate Νιτρικό αργίλιο (AlNO3)3

Aluminium oxide or alumina Οξείδιο του αργιλίου ή αλουμίνα ή αργιλία (Al2O3)

Aluminium phosphate Φωσφορικό αργίλιοAluminium pyro powders Πυροφορική σκόνη αργιλίου Aluminium sulphate Θειικό αργίλιο Al2(SO4)3

Aluminium welding fumes Καπνοί συγκολλήσεων αργιλίου Aluminum alloy hose coupling Ταχυσύνδεσμος από κράμα

αλουμινίου

Alveolus ΚυψελίδαAmalgam ΑμάλγαμαAmbulance Ασθενοφόρο όχημαAmendment ΤροποποίησηAmerican Conference of Governmental Industrial

Hygienists (ACGIH) Αμερικανική Εταιρεία των Κυβερνητικών Υγιεινολόγων Βιομηχανίας

Americium Αμερίκιο (Am)Amide ΑμίδιοAmide ion Αμιδικό ιόνAmides and their derivatives Αμίδια και παράγωγά τουςAmine Αμίνη

Amine compounds ΑμινοενώσειςAmino acid Αμινοξύ 4-amino-1,1-azobenzene see p-aminoazobenzene 3-amino-1,2,4-triazole see amitrole Aminoacetic acid see glycine Aminoacetophenone ΑμινοακετοφαινόνηAminoanthraquinone Αμινοανθρακινόνη (C14H9NO2)p-aminoazobenzene or 4-amino-1,1-azobenzene

4-αμινοαζωβενζόλιο ή 4-αμινο-1,1-αζωβενζόλιο (C12H11N3)

Aminobenzene see aniline Aminobenzoic acid Αμινοβενζοϊκό οξύ (H2NC6H4COOH)4-aminobiphenyl see biphenylamine Aminocaproic acid Αμινοκαπροϊκό οξύAminodiphenyl Αμινοδιφαινύλιο (C12H11N)Aminoethanoic acid see glycine 2-aminoethanol see ethanolamine Aminoethylethanolamine or

2-[(aminoethyl)amino]-ethanol or N-hydroxy ethylethylenediamine (AEEA) Αμινο αιθυλαιθανολαμίνη

α-aminoglutaric acid see glutamic acid Aminoglutethimide ΑμινογλουτεθιμίδηAminoheptane see heptylamine α-aminoisocaproic acid see leucine Aminomethyl naphthalene Αμινομεθυλοναφθαλίνιο

(C10H7CH2NH2)Aminonaphthalene see naphthylamine Aminophenol Αμινοφαινόλη (C6H7NO) Aminophylline Αμινοφυλλίνη1-aminopropane see propylamine 2-aminopropane see isopropylamine α-aminopropionic acid see alanine Aminopyridine Αμινοπυριδίνη (C5H6N2)Aminosuccinic acid see aspartic acid Aminotoluene see toluidine

lexiko011s112.indd 16 10/29/08 1:27:52 PM

Page 15: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

17

A

Anodic stripping voltametry

Amitrole or 3-amino-1,2,4-triazole Αμιτρόλη ή 3-αμινο-1,2,4-τριαζόλη (C2H4N4)

Ammate see ammonium sulfamate Ammeter ΑμπερόμετροAmmonia Αμμωνία (NH3)Ammonium acetate Οξικό αμμώνιο (C2H7NO2)Ammonium bicarbonate Διττανθρακικό αμμώνιοAmmonium carbamate Καρβαμιδικό αμμώνιο (H2NCOONH4)Ammonium carbonate Ανθρακικό αμμώνιο ((NH4)2CO3)Ammonium chlorate Χλωρικό αμμώνιο (NH4ClO3)Ammonium chloride Χλωριούχο αμμώνιοAmmonium chloride fume Καπνός χλωριούχου αμμωνίου

(NH4Cl)Ammonium formate Μυρμηκικό αμμώνιο (HCOONH4)Ammonium hydroxide Υδροξείδιο του αμμωνίου (NH4OH)Ammonium nitrate Νιτρικό αμμώνιο (NH4NO3)Ammonium perfluorooctanoate Υπερφθοροοκτανοϊκό

αμμώνιοAmmonium persulfate (APS) Υπερθειικό αμμώνιοAmmonium phosphate Φωσφορικό αμμώνιο ((NH4)2PO3)Ammonium phthalamate Φθαλαμιδικό αμμώνιοAmmonium polysulphide Πολυθειούχο αμμώνιοAmmonium salicylate Σαλικυλικό αμμώνιοAmmonium sulfamate or ammate Σουλφαμικό αμμώνιο

(H6N2O3S)Ammonium sulfate Θειϊκό αμμώνιο (H8N2O4S ή (NH4)2SO4)Ammonolysis ΑμμωνόλυσηAmphetamine ΑμφεταμίνηAmpholyte ΑμφολύτηςAmpholytic buffer Αμφολυτικό ρυθμιστικό διάλυμαAmphoteric ΕπαμφοτερίζονAmphoteric properties Επαμφοτερίζουσες ιδιότητεςAmplifier ΕνισχυτήςAmplitude ΠλάτοςAmplitude modulation Διαμόρφωση εύρουςAmputation ΑκρωτηριασμόςAmpute ΑκρωτηριασμένοςAmyl acetate or pentyl acetate or pear oil Οξικός

αμυλεστέρας ή οξικό μεθυλοβουτύλιο ή οξικό αμύλιο ή οξικό πεντύλιο ή αχλαδέλαιο ή απιδέλαιο (C7H14O2)

tert-amyl methyl ether (TAME) tert-αμυλομεθυλαιθέρας Amylase ΑμυλάσηAmylopectin ΑμυλοπηκτίνηAmylose or corn starch ΑμυλόζηAnaemia ΑναιμίαAnaesthesia Αναισθησία, νάρκωσηAnaesthetic Αναισθητικό

Analgesia ΑναλγησίαAnalgesic ΑναλγητικόAnalyst Αναλυτής (ο αναλυτικός επιστήμονας)Analyte Αναλυτέα ουσία ή προσδιοριζόμενο συστατικό ή

αναλύτηςAnalytical chemistry Αναλυτική χημείαAnalytical determination Αναλυτικός προσδιορισμόςAnalytical grade see reagent grade Analytical method Αναλυτική μέθοδοςAnalytical parameter Αναλυτική παράμετροςAnalytical problem Αναλυτικό πρόβλημαAnalytical procedure Αναλυτική διαδικασίαAnalytical response Αναλυτική απόκρισηAnalytical technique Τεχνική ανάλυσης ή αναλυτική τεχνικήAnalyzer Αναλυτής (όργανο)Anatomy ΑνατομίαAnchor device Διάταξη αγκύρωσηςAndrogen ΑνδρογόνοAnethole or oil of aniseed or 1-methoxy-4-prop-1-enylbenzene Ανηθόλη ή ανηθέλαιο

(C10H12O)Anhaesthetic gas Αναισθητικό αέριοAnhydrite ΑνυδρίτηςAniline hydrochloride see anilinium chloride Aniline or aminobenzene or phenylamine Ανιλίνη ή

αμινοβενζόλιο ή φαινυλαμίνη (C6H7N)Anilinium chloride or aniline hydrochloride Χλωριούχο

ανιλίνιο ή υδροχλωρική ανιλίνηAnilinium hydrogen sulfate Όξινη θειική ανιλίνη

(C6H5NH3HSO4)Anion ΑνιόνAnisaldehyde or p-methoxybenzaldehyde Ανισαλδεΰδη ή

p-μεθοξυβενζαλδεΰδηAnisic acid or p-methoxybenzoic acid Ανισικό οξύ ή

p-μεθοξυβενζοϊκό οξύ (p-CH3OC6H4COOH)Anisidine or methoxyaniline Ανισιδίνη ή μεθοξυανιλίνη

(C7H9NO)Anisole or methyl phenyl ether or methoxybenzene

Ανισόλη ή μεθυλοφαινυλοαιθέρας ή μεθοξυβενζόλιο (C7H8O)Ankle ΑστράγαλοςAnnex ΠαράρτημαAnnouncement ΓνωστοποίησηAnnual average (AA) Ετήσια Μέση ΤιμήAnnual dose Ετήσια δόσηAnodic stripping analysis Ανοδική αναδιαλυτική ανάλυσηAnodic stripping voltametry (ASV) Ανοδική αναδιαλυτική

βολταμετρία

lexiko011s112.indd 17 10/29/08 1:27:52 PM

Page 16: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

18

Arsine

Anodizing ΑνοδίωσηAnomer ΑνωμερέςAnosmia ΑνοσμίαAnoxia ΑνοξίαAnthracene Ανθρακένιο (C14H10)Anthracite ΑνθρακίτηςAnthracosis ΑνθράκωσηAnthranilic acid Ανθρανιλικό οξύ (o-H2NC6H4COOH)Anthraquinone Ανθρακινόνη (C14H8O2)Anthrone Ανθρόνη (C14H10O)Anthropometric data Ανθρωπομετρικά δεδομέναAntibiotic ΑντιβιοτικόAntibodies ΑντισώματαAnticoagulant ΑντιπηκτικόAnticorrosive coating Αντιδιαβρωτικό επίστρωμαAntidote ΑντίδοτοAntigen ΑντιγόνοAnti-inflammatories ΑντιφλεγμονώδηAntiknock ΑντικροτικόAntimicrobial attributes Αντιμικροβιακές ιδιότητεςAntimony Αντιμόνιο (Sb)Antimony hydride see stibine Antimony trioxide Τριοξείδιο του αντιμονίου (Sb2O3)Antineoplastic agent Αντινεοπλασματικός παράγονταςAntioxidant ΑντιοξειδωτικόAntioxidant enzyme Αντιοξειδωτικό ένζυμοAntipyrine see phenazone Antiseptic ΑντισηπτικόAntistatic additive Αντιστατικό πρόσθετοANTU or α-naphthyl thiourea ANTU ή α-ναφθυλοθειουρία

(C11H10N2S)Anxiety ΆγχοςAnxiety disorders Αγχώδεις διαταραχέςAorta ΑορτήApnea ΆπνοιαApoenzyme ΑποένζυμοApoptosis ΑπόπτωσηApparatus ΣυσκευήApparatus with an internal source of release Συσκευή με

εσωτερική πηγή άπελευθέρωσης (έκλυσης)Appeal Ένσταση, έκκληση, προσφυγή, έφεσηApplicant ΑιτώνApplication Εφαρμογή / αίτησηApplied chemistry Εφαρμοσμένη χημείαApplied research Εφαρμοσμένη έρευναApprentice ΜαθητευόμενοςApproval Έγκριση

Approved ΕγκεκριμένοςApproved equipment Εγκεκριμένο είδος εξοπλισμούApron Ποδιά (ασανσέρ)Aqua regia Βασιλικό νερόAquatic environment Υδατικό περιβάλλονAquatic organism Υδρόβιος οργανισμόςAqueous sludges Υδαρείς λάσπεςAqueous solvent mixes Υδατικά μείγματα διαλυτώνAqueous washing liquids Υδαρή υγρά πλύσηςAraban ΑραβάνηArabinopyranose Αραβινοπυρανόζη (C5H10O5)Arabinose ΑραβινόζηArabinoside ΑραβινοζίτηςAragonite Αραγωνίτης (CaCO3)Arbitrary ΑυθαίρετοςArc ΤόξοArduous and unhealthy occupations Βαρέα και ανθυγιεινά

επαγγέλματαArecaidine Αρεκαϊδίνη (C7H11O2N)Arenes ΑρένιαArgentometry ΑργυρομετρίαArgillaceous Αργιλικό (πέτρωμα)Argilliferous ΑργιλιούχοςArginine Αργινίνη (Arg, R)Argon Αργό (Ar)Argyria Αργυρία (χρόνια δηλητηρίαση απο άργυρο)Arm ΒραχίοναςArm guard Προστασία βραχίοναArm injuries Κακώσεις του βραχίοναArmature ΕπαγώγιμοAroclor see polychlorinated biphenyls Aromatic aldehydes Αρωματικές αλδεΰδεςAromatic amine Αρωματική αμίνηAromatic compounds Αρωματικές ενώσειςAromatic hydrocarbons Αρωματικοί υδρογονάνθρακεςAromatic ketones Αρωματικές κετόνεςAromatization ΑρωματικοποίησηArousal ΔιέγερσηArrhythmia ΑρρυθμίαArsenic Αρσενικό (As)Arsenic acid Αρσενικικό οξύ (H3AsO4)Arsenic bromide Βρωμιούχο αρσενικό (AsBr3)Arsenic chloride Χλωριούχο αρσενικό (ArCl3)Arsenic fluoride Φθοριούχο αρσενικό (AsF3)Arsenic iodide Ιωδιούχο αρσενικό (AsI3)Arsenious acid Αρσενικώδες οξύ (H3AsO3)Arsine Αρσίνη (AsH3)

lexiko011s112.indd 18 10/29/08 1:27:52 PM

Page 17: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

19

A

Autogenous welding machine

Arterial pressure Αρτηριακή πίεσηArtery ΑρτηρίαArthritis ΑρθρίτιςArticle Άρθρο (π.χ. νομοθετήματος)Artificial light Τεχνητός φωτισμόςArtificial radioactivity Τεχνητή ραδιενέργειαArtificial respiration Τεχνητή αναπνοήAryl Αρύλιο (Ar)Aryl bromide Αρυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο αρύλιο (ArBr)Aryl chloride Αρυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο αρύλιο (ArCl)Aryl compounds Ενώσεις αρυλίουAryl halide ΑρυλαλογονίδιοAsbestos ΑμίαντοςAsbestos insulating board Μονωτικές αμιαντόπλακεςAsbestos management Διαχείριση αμιάντουAsbestos textiles Υφασμένος αμίαντοςAsbestos-cement ΑμιαντοτσιμέντοAsbestosis ΑμιάντωσηAscertain ΕξακριβώνωAscorbic acid or vitamin C Ασκορβικό οξύ ή βιταμίνη C

(C8H8O6)Aseptic technique Ασηπτική τεχνική Ash ΤέφραAsh dust Σκόνη τέφραςAshing ΑποτέφρωσηAsparagine or aminosuccinamic acid Ασπαραγίνη (Asn, N)

(C4H8N2O3)Aspartame Ασπαρτάμη (C14H18N2O5)Aspartic acid or aminosuccinic acid Ασπαρτικό οξύ ή

αμινοηλεκτρικό οξύ (Asp, D) (C4H7NO4)Asphalt fume as benzene-soluble aerosol Καπνός

ασφάλτου ως αερόλυμα διαλυτό στο βενζόλιοAsphalt fumes Καπνοί ασφάλτου Asphalt or petroleum coke or bitumen Άσφαλτος ή κώκ

πετρελαίου ή βιτουμένιοAsphyxiant ΑσφυξιογόναAsphyxiating gas Ασφυξιογόνο αέριoAsphyxiation ΑσφυξίαAspirate ΑναρροφώAspirin see acetylsalicylic acid Assay Ποσοτικός προσδιορισμόςAssay value Τιμή προσδιορισμούAssembly ΣυναρμολόγησηAssembly line Γραμμή συναρμολόγησηςAssessment Εκτίμηση, αξιολόγησηAssessor Αξιολογητής, εκτιμητής, πραγματογνώμοναςAssignable cause Διαπιστώμενο αίτιο

Assistance ΒοήθειαAssociated apparatus Σχετιζόμενη συσκευήAssociation of Official Analytical Chemists International

(AOAC-I) Διεθνής Ένωση Αναλυτικών ΧημικώνAssumption ΠαραδοχήAstatine Άστατο ή αστάτιο (At)Astern motion Κίνηση ανάποδαAsthma ΆσθμαAsthmagens Ασθμογενείς παράγοντεςAsthmatic complaints Ασθματικές ενοχλήσειςATEX see Equipment intended for use in potentially explosive

atmospheres Atherosclerosis Αθηροσκλήρωση, αρτηριοσκλήρωσηAtmosphere gas Ατμοσφαιρικό αέριοAtom ΆτομοAtomic absorption spectrometry (AAS) Φασματομετρία

ατομικής απορρόφησης (ΦΑΑ)Atomic emission spectrophotometry (AES)

Φασματοφωτομετρία ατομικής εκπομπής (ΦΑΕ)Atomic fluorescence Ατομικός φθορισμόςAtomic weight (AW) Ατομικό βάρος (AB)Atomization ΑτομοποίησηAtrazine Ατραζίνη (C8H14ClN5)Atropine Ατροπίνη (C17H23NO3)Atropine sulfate Θειική ατροπίνηAttention ΠροσοχήAttenuate ΕξασθενίζωAttenuation ΕξασθένισηAttrition ΤριβήAtypical workers Εργαζόμενοι σε άτυπες θέσεις απασχόλησηςAudiometer ΑκοόμετροAudiometric equipment Ακοομετρική συσκευήAudiometric testing ΑκοομέτρησηAudiometry ΑκοομετρίαAudit Επιθεώρηση, εσωτερικός έλεγχοςAudit samples Εξωτερική δειγματοληψία ελέγχουAudit test Έλεγχος επιθεωρήσεωςAuditee ΕπιθεωρούμενοςAuditor Επιθεωρητής Auditory danger signal Ακουστικό σήμα κινδύνουAuthority Αρμοδιότητα / εξουσία, αρχήAuthorization Άδεια, αδειοδότηση, εξουσιοδότησηAutoclaved aerated concrete Αυτόκλειστο κυψελωτό

σκυρόδεμα Autocontrol ΑυτοέλεγχοςAutogenous welding machine Μηχανή αυτογενούς

συγκόλλησης

lexiko011s112.indd 19 10/29/08 1:27:52 PM

Page 18: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

20

Beaker

Auto-ignition ΑυτανάφλεξηAutomated assembly lines Αυτόματες γραμμές

συναρμολόγησηςAutomated function Αυτοματοποιημένη λειτουργίαAutomatic circuit breaker Αυτόματος διακόπτηςAutomatic follow up Αυτόματη παρακολούθησηAutomation Αυτοματισμοί (-ος)Automotive diesel Πετρέλαιο κίνησηςAuxiliary contact Επαφή βοηθητικήAverage Μέσος όροςAverage deviation Μέση απόκλισηAverage dose Μέση δόσηAverage value Μέση τιμή

Avoid ΑποφεύγωAvoidance of damage Προστασία από βλάβες ή αποφυγή

βλαβών Awareness raising Ευαισθητοποίηση (π.χ. κοινής γνώμης)1-azaphenanthrene see 5,6-benzoquinoline Azeotrope Αζεοτροπικό ή αζεότροποAzide ΑζίδιοAzinphos methyl Μεθυλαζινφώς (C10H12N3O3PS2)Aziridine ΑζιριδίνηAzo compound Αζω-ένωση (Ar-N=NAr΄)Azo-dye Αζώχρωμα (C6H5N=N C6H4OH)Azulene Αζουλένιο (C10H8)

Bacillus Βάκιλλος, βακτήριο, βακτηρίδιοBack ΠλάτηBack care Πρόληψη της οσφυαλγίαςBack injuries Κακώσεις της ράχηςBack pressure ΑντίθλιψηBackground Υπόστρωμα ή υπόβαθροBackhoe loader Φορτωτής με εκσκαφέαBack-up systems Εφεδρικό σύστημαBacterium Βακτήριο ή βακτηρίδιοBag ΣάκοςBaggage container Κιβώτιο αποσκευώνBalance ΖυγόςBalancing weight Βάρος αντιστάθμισης (ασανσέρ)Ball bearing Ένσφαιρος τριβέαςBall joint Σφαιρικός σύνδεσμοςBallast tank Δεξαμενή έρματοςBalustrade Κουπαστή, κιγκλίδωμαBand saw ΠριονοκορδέλαBand sawing machine ΠριονοκορδέλαBar Ράβδος / μπαρ (μονάδα μέτρησης της πίεσης)Barbiturates ΒαρβιτουρικάBarbituric acid or malonylurea Βαρβιτουρικό οξύ

(C4H4N2O3)Baritosis Βαρίτωση (πνευμονοκονίωση οφειλόμενη σε

εισπνοή βαρίτη) Barium Βάριο (Ba)Barium bromide Βρωμιούχο βάριο (BaBr2)Barium carbonate Ανθρακικό βάριο (BaCO3)Barium chloride Χλωριούχο βάριο (BaCl2)Barium chromate Χρωμικό βάριο (BaCrO4)

Barium fluoride Φθοριούχο βάριο (BaF2)Barium hydroxide or baryta Υδροξείδιο του βαρίου

(Ba(OH)2)Barium nitrate Νιτρικό βάριο (Ba(NO3)2)Barium peroxide Υπεροξείδιο του βαρίου (BaO2)Barium sulfate Θειικό βάριο (BaSO4)Barium sulphide or black ash Θειούχο βάριο ή μελανή

τέφρα (BaS)Barley ΚριθάριBase ΒάσηBase document Βασικό έγγραφοBase strength Ισχύς βάσεωνBaseline Γραμμή βάσηςBaseline drift Ολίσθηση γραμμής βάσηςBaseline resolution Διαχωριστική ικανότητα

(διαχωριστότητα) γραμμής βάσηςBasement ΥπόγειοBasic requirements Βασικές απαιτήσειςBasic skills Βασικές δεξιότητεςBasicentric system Βασικεντρικό σύστημαBatch Παρτίδα παραγωγής ή φουρνιάBatch No Αριθμός παρτίδαςBaths for chemical processes Λουτρά χημικής

επεξεργασίαςBattery Μπαταρία, συσσωρευτήςBattery charging Φόρτιση συσσωρευτώνBattery powered truck Ηλεκτροκίνητο φορτηγό όχημαBattery –vehicle Ηλεκτροκίνητο όχημα με συσσωρευτήBauxite ΒωξίτηςBeaker Ποτήρι ζέσης

B

lexiko011s112.indd 20 10/29/08 1:27:52 PM

Page 19: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

21

AB

Beryllium

Becquerel (Bq) ΜπεκερέλBeech Οξυά Behavioural toxicology Τοξικολογία της συμπεριφοράςBenchmarking Συγκριτική αξιολόγησηBending ΚάμψηBending load Αντοχή σε κάμψηBending load at break Φορτίο κάμψης σε θραύσηBending press Μηχανήματα κάμψηςBending strength Καμπτική αντοχήBending tensile strength Αντοχή σε εφελκυσμό με κάμψηBenefit ΠαροχήBenomyl Βενομύλιο (C14H18N4O3)Bentonite ΜπεντονίτηςBenz[a]anthracene Βενζ[a]ανθρακένιο (C18H12)Benzal chloride Βενζαλοχλωρίδιο (C7H6Cl2)Benzal halide ΒενζαλαλογονίδιοBenzalacetone or 4-phenyl-3-buten-2-one Βενζαλακετόνη

ή 4-φαινυλο-3-βουτεν-2-όνη (C6H5CH=CHCOCH3)2-benzalacetophenone see chalcone Benzaldehyde or benzenecarbaldehyde or benzoic

aldehyde or phenylmethanal Βενζαλδεΰδη ή βενζοκαρβαλδεΰδη ή βενζοϊκή αλδεΰδη ή

φαινυλομεθανάλη (C7H6O)Benzamide Βενζαμίδιο (C8H7NO)Benzanilide Βενζανιλίδιο (C6H5NHCOC6H5)Benzene Βενζόλιο (C6H6)Benzenecarbaldehyde see benzaldehyde Benzenecarbonyl chloride see benzoyl chloride Benzenecarboxylic acid see benzoic acid Benzenedicarbonate see terephthalic acid 1,3-benzenediol see resorcinol Benzeneformic acid see benzoic acid Benzenemethanoic acid see benzoic acid Benzenesulfonic acid Βενζολοσουλφονικό οξύ (C6H6O3S)Benzenyl fluoride see benzotrifluoride Benzidine or p-diaminodiphenyl Βενζιδίνη ή

p-διαμινοδιφαινύλιο (C12H12N2)Benzimidazole Βενζιμιδαζόλη (C7H6N2)Benzo[a]pyrene or 3,4-benzopyrene Βενζο[a]πυρένιο ή

3,4-βενζοπυρένιο (C20H12)Benzo[b]fluoranthene or 2,3-benzofluoranthene

Βενζο[b]φθοροανθένιο ή 2,3-βενζοφθοροανθένιο (C20H12)Benzocaine or ethyl-4-aminobenzoate Βενζοκαΐνη ή

αιθυλο-4-αμινοβενζοϊκός εστέρας (C9H11NO2)2,3-benzofluoranthene see benzo[b]fluoranthene Benzoic acid or benzenecarboxylic acid or benzeneformic

acid or benzenemethanoic acid Βενζοϊκό οξύ ή

βενζολοκαρβοξυλικό οξύ ή βενζολοφορμικό οξύ ή βενζολομεθανοϊκό οξύ (C7H6CN)

Benzoic aldehyde see benzaldehyde Benzonitrile or phenyl cyanide or cyanobenzene

Βενζονιτρίλιο ή φαινυλοκυανίδιο ή κυανοβενζόλιο |(C6H5CN)

Benzophenone Βενζοφαινόνη (C13H10O)3,4-benzopyrene see benzo[a]pyrene 5,6-benzoquinoline or 1-azaphenanthrene

5,6-βενζοκινολίνη ή 1-αζαφαινανθρένιοBenzoquinone Βενζοκινόνη (C6H4O2)Benzotrichloride or benzyl trichloride or

trichlorophenylmethane Βενζοτριχλωρίδιο ή βενζυλοτριχλωρίδιο ή τριχλωροφαινυλομεθάνιο (C7H5Cl3)

Benzotrifluoride or phenylfluoroform or benzenyl fluoride Βενζοτριφθορίδιο ή φαινυλοφθοροφόρμιο ή βενζενυλοφθορίδιο (C7H5F3)

Benzotrihalide ΒενζοτριαλογονίδιοBenzoyl chloride or benzenecarbonyl chloride

Βενζοϋλοχλωρίδιο ή χλωριούχο βενζοΰλιο ή βενζολοκαρβονυλοχλωρίδιο (C7H5ClO)

Benzoyl peroxide Υπεροξείδιο του βενζοϋλίου (C14H10O4)Benzoylbenzoic acid Βενζοϋλοβενζοϊκό οξύBenzoylmethylecgonine see cocaine Benzyl ΒενζύλιοBenzyl acetate Οξικός βενζυλεστέρας (C9H10O2)Benzyl bromide Βενζυλοβρωμίδιο (C7H7Br)Benzyl chloride or α-chlorotoluene Βενζυλοχλωρίδιο

ή α-χλωροτολουόλιο ή χλωριούχο βενζύλιο ή χλωροβενζύλιο (C7H7Cl)

Benzyl chlorocarbonate or carbobenzoxy chloride Χλωροκαρβονικός βενζυλεστέρας ή ανθρακικό βενζυλοχλωρίδιο ή καρβοβενζοξυχλωρίδιο (C8H7O2Cl)

Benzyl cyanide see phenylacetonitrile Benzyl methyl ketone or 1-phenyl-2-propanone

Βενζυλομεθυλοκετόνη ή 1-φαινυλο-2-προπανόνηBenzyl trichloride see benzotrichloride Benzylamine Βενζυλαμίνη (C7H9N)Benzyldi(n-butyl)amine Βενζυλο δι(n-βουτυλ)αμίνηBenzyldimethylamine ΒενζυλοδιμεθυλαμίνηBenzylic hydrogen Βενζυλικό υδρογόνοBenzylisoquinoline ΒενζυλοϊσοκινολίνηBerkelium Μπερκέλιο (Bk)Beryllia see beryllium oxide Berylliosis ΒηρυλλίωσηBeryllium Βηρύλλιο (Be)

lexiko011s112.indd 21 10/29/08 1:27:52 PM

Page 20: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

22

Blank

Beryllium acetate Οξικό βηρύλλιο (Be(C2H3O2)2)Beryllium bromide Βρωμιούχο βηρύλλιο (BeBr2)Beryllium carbonate Ανθρακικό βηρύλλιο (BeCO3)Beryllium chlorate Χλωρικό βηρύλλιο (Be(ClO3)2)Beryllium chloride Χλωριούχο βηρύλλιο (BeCl2)Beryllium disease ΒηρυλλίωσηBeryllium fluoride Φθοριούχο βηρύλλιο (BeF2)Beryllium hydroxide Υδροξείδιο του βηρυλλίου (Be(OH)2)Beryllium iodide Ιωδιούχο βηρύλλιο (BeI2)Beryllium nitrate Νιτρικό βηρύλλιο (Be(NO3)2)Beryllium oxide or beryllia Οξείδιο του βηρυλλίου ή

βηρυλλία (BeO)Beryllium phosphate Φωσφορικό βηρύλλιο (Be3(PO4)2)Beryllium sulphate Θεικό βηρύλλιο (BeSO4)Betaine or trimethylglycine Βεταΐνη ή τριμεθυλογλυκίνη

(C5H11NO2)Bias Στρεβλότητα ή συστηματικό σφάλμαBicyclohexenyl ΔικυκλοεξενύλιοBilayer ΑμφιστιβάδαBile ΧολήBilge pump Αντλία κύτουςBimodular distribution Δικόρυφη κατανομήBinary number Δυαδικός αριθμόςBinder Συνδετικό, συνδετικό μέσοBinomial distribution Διωνυμική κατανομήBioaccumulation ΒιοσυσσώρευσηBio-accumulative ΒιοσυσσωρεύσιμοςBioaerosol ΒιοαερόλυμαBioautography ΒιοαυτογραφίαBioavailability ΒιοδιαθεσιμότηταBiochemical hazards Βιοχημικοί κίνδυνοιBiochemistry ΒιοχημείαBiocides ΒιοκτόναBioconcentration ΒιοσυγκέντρωσηBiodegradation Βιοαποδόμηση ή βιοαποικοδόμησηBiodynamic coordinate system Bιοδυναμικό σύστημα

συντεταγμένωνBio-ETBE (ethyl-tertio-butyl-ether) Βιο-ΕΤΒΕ

(αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρας)Biofuels ΒιοκαύσιμαBiogas ΒιοαέριοBiogenesis ΒιογένεσηBiohazard Βιολογικός κίνδυνος ή βιοκίνδυνοςBio-inose ΒιοϊνόζηBiological accident prevention Πρόληψη βιολογικών

ατυχημάτωνBiological agent Βιολογικός παράγοντας

Biological attack Βιολογική προσβολήBiological environment Βιολογικό περιβάλλονBiological Exposure Indices (BEIs) Δείκτες Βιολογικής

ΈκθεσηςBiological fluids Βιολογικά υγράBiological hazards Βιολογικοί κίνδυνοιBiological monitoring Βιολογική παρακολούθησηBiological name Βιολογική ονομασίαBiological oxygen demand (BOD) Βιολογικώς απαιτούμενο

οξυγόνοBiological parameters Βιολογικές παράμετροιBiological safety cabinets Βιολογικοί θάλαμοι ασφαλείαςBiology ΒιολογίαBiomagnification ΒιομεγέθυνσηBiomarkers Βιολογικοί δείκτεςBiomass ΒιομάζαBiomechanics ΕμβιομηχανικήBiometrical data Βιομετρικά δεδομέναBiomolecules ΒιομόριαBio-MTBE (methyl-tertio-butyl-ether) Βιο-ΜΤΒΕ

(μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρας)Biopsy ΒιοψίαBiostatistics ΒιοστατιστικήBiota ΒιόκοσμοςBiotite see mica Biphenyl see diphenyl Biphenylamine or diphenylamine or 4-aminobiphenyl

or xenylamine Διφαινυλαμίνη ή 4-αμινο-διφαινύλιο ή ξενυλαμίνη (C12H11N)

Biphenylol see diphenylol Bipyridyl compounds Ενώσεις διπυριδυλίουBis(2-dimethylaminoethyl)ether (DMAEE) Δις(2-διμεθυλοαμινοαιθυλ)αιθέραςBis(tributyl tin)oxide Οξείδιο του δις(τριβουτυλοκασσιτέρου)

(C24H54OSn)Bismuth Βισμούθιο (Bi)Bismuth telluride Τελλουριούχο βισμούθιο (Bi2Te3)Bisphenol Διφαινόλη Bitter almond ΠικραμύγδαλοBitumen ΠίσσαBivariate distribution Διδιάστατη κατανομήBlack ash see barium sulphide Bladder Ουροδόχος κύστηBladder cancer Καρκίνος ουροδόχου κύστηςBlanching ΛεύκανσηBland-brain barrier Αιματοεγκεφαλικό φράγμαBlank Τυφλό (π.χ. στη χημική ανάλυση)

lexiko011s112.indd 22 10/29/08 1:27:53 PM

Page 21: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

23

B

Bromination

Blasting Ανατίναξη (με εκρηκτικά)Bleaching ΑποχρωματισμόςBleaching sludges Λάσπες λεύκανσηςBleeding ΑιμορραγίαBlended learning Μικτή κατάρτισηBlind sample Τυφλό δείγμαBlocking tendency ΑυτοκολλητικότηταBlood ΑίμαBlood gas analysis Ανάλυση αερίων αίματοςBlood platelets Αιμοπετάλια αίματοςBlood pressure Αρτηριακή πίεσηBlood sedimentation Καθίζηση αίματοςBlood specimen collection ΑιμοληψίαBlood urea nintrogen Άζωτο της ουρίας στο αίμαBlue asbestos Μπλε αμίαντοςBlue-collar worker Βιομηχανικός εργάτηςBlunt injury Θλαστικό τραύμαBoard ΠλάκαBoard of directors Διοικητικό ΣυμβούλιοBOD see biological oxygen demand Body Σώμα / φορέαςBoiler ΛέβηταςBoiler-room ΛεβητοστάσιοBoiling point (BP) Σημείο βρασμού ή σημείο ζέσηςBolometer Θερμόμετρο αντίστασης ή βολόμετροBolt Βίδα, κοχλίας (μπουλόνι, είδος βλήτρου)Boltzmann distribution law Νόμος κατανομής του BoltzmannBond ΔεσμόςBonding ΣύνδεσηBone Οστό ή οστούν ή κόκκαλοBone fractures Κατάγματα οστούBone vibrator Δονητής οστέινης αγωγήςBorabicyclononane (9-BBN) ΒοραδικυκλοεννεάνιοBorate decahydrate Βόρακας (ένυδρος με 10 μόρια H2O)

(Na2B4O7.10 H2O)Borate pentahydrate Βόρακας (ένυδρος με 5 μόρια H2O)

(Na2B4O7.5 H2O)Borate sodium salts Βορικά άλατα νατρίου Borax Βόρακας (βόραξ) (Na2B4O7)Boric acid Βορικό οξύ (B(OH)3)Borneol Βορνεόλη (C10H18O)Bornite Βορνίτης (Cu5FeS4)Boron Βόριο (B)Boron acetate Οξικό βόριο (B(C2H3O2)3)Boron carbide Καρβίδιο του βορίουBoron carbonate Ανθρακικό βόριο (B2(CO3)3)Boron chlorate Χλωρικό βόριο (B(ClO3)3)

Boron fluoride Φθοριούχο βόριοBoron hydroxide Υδροξείδιο του βορίου (B(OH)3)Boron iodide Ιωδιούχο βόριο (BeI2)Boron nitrate Νιτρικό βόριο (B(NO3)3)Boron oxide Οξείδιο του βορίου (B2O3)Boron phosphate Φωσφορικό βόριο (BPO4)Boron sulfate Θειικό βόριο (B2(SO3)3)Boron tribromide Τριβρωμιούχο βόριο (BBr3)Boron trichloride Τριχλωριούχο βόριο (BCl3)Boron trifluoride Τριφθοριούχο βόριο (BF3)Borreliosis ΜπορελίωσηBound fraction (B) Δεσμευμένο κλάσμα (ανοσοβιολογική

δοκιμασία)Bowel ΈντεροBox ΚιβώτιοBradycardia ΒραδυκαρδίαBrain ΕγκέφαλοςBrain cancer Καρκίνος του εγκεφάλουBrain damages Βλάβες στον εγκέφαλοBrain injury Εγκεφαλική κάκωσηBraking system Σύστημα πέδησηςBrass ΟρείχαλκοςBrazing ΜπρουντζοκόλλησηBreak Διάλειμμα (π.χ. εργασίας)Breaker or switch ΔιακόπτηςBreaking up ΔιαχωρισμόςBreakthrough time (BTT) Χρόνος διαφυγήςBreakthrough volume (BTV) Όγκος διαφυγήςBreath zone Ζώνη αναπνοήςBreathing ΑναπνοήBreathing apparatus Αναπνευστική συσκευήBreathing problems Αναπνευστικά προβλήματαBricklaying ΠλινθοδομήBrickwork ΟπτοπλινθοδομήBridge ΓέφυραBrightness or brilliance ΛαμπρότηταBritish Standards Institution (BSI) Βρετανικός Φορέας

ΤυποποίησηςBroaches ΤριβέλιαBroad ΕυρύBroadening ΔιεύρυνσηBromacil Βρωμακίλη (C9H13BrN2O2)Bromide ΒρωμιούχοBromide pentafluoride Πενταφθοριούχο βρώμιο (BrF5)Brominated organic compounds Βρωμιούχες οργανικές

ενώσειςBromination Βρωμίωση ή βρωμίδιο

lexiko011s112.indd 23 10/29/08 1:27:53 PM

Page 22: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

24

Butanedioic acid

Bromine Βρώμιο (Br)Bromine water Βρωμιούχο νερόBromo chloronitrobenzene ΒρωμοχλωρονιτροβενζόλιοBromo trichlorononane ΒρωμοτριχλωροεννεάνιοBromoacetic acid or bromoethanoic acid Βρωμοακετονικό

οξύ ή βρωμοαιθανοϊκό οξύ (CH2BrCOOH)Bromoacetone or bromopropanone Βρωμοακετόνη ή

βρωμοπροπανόνη (CH3COCH2Br)Bromoalkane or alkyl bromide Βρωμοαλκάνιο ή

αλκυλοβρωμίδιοBromoaniline Βρωμοανιλίνη (C6H6BrN)Bromobenzene Βρωμοβενζόλιο (C6H5Br)Bromobenzoic acid Βρωμοβενζοϊκό οξύ (BrC6H4COOH)Bromobutane see butyl bromide Bromobutyric acid Βρωμοβουτυρικό οξύBromochloroiodomethane Βρωμοχλωροϊωδομεθάνιο

(CHClBrI)Bromochlorotoluene ΒρωμοχλωροτολουόλιοBromocyclohexane ΒρωμοκυκλοεξάνιοBromoethanoic acid see bromoacetic acid 2-bromoethanol see ethylene bromohydrin Bromoethene see vinyl bromide Bromoethylene see vinyl bromide Bromoform or tribromomethane Βρωμοφόρμιο ή

τριβρωμιούχο μεθάνιο ή τριβρωμομεθάνιο (CHBr3)Bromohydrin ΒρωμοϋδρίνηBromoiodobenzene ΒρωμοϊωδοβενζόλιοBromomethane see methyl bromide Bromonaphthalene Βρωμοναφθαλίνιο (C10H7Br)Bromonitrobenzene ΒρωμονιτροβενζόλιοBromophenol Βρωμοφαινόλη (C6H5BrO)Bromophenylethane or phenylethyl bromide

Βρωμοφαινυλοαιθάνιο ή φαινυλοαιθυλοβρωμίδιο2-bromopropane see isopropyl bromide Bromopropane see propyl bromide Bromopropanoic acid see bromopropionic acid Bromopropene Βρωμοπροπένιο3-bromopropene see allyl bromide Bromopropionic acid or bromopropanoic acid

Βρωμοπροπιονικό οξύ ή βρωμοπροπανοϊκό οξύ3-bromopropylene see allyl bromide Bromopyridine Βρωμοπυριδίνη (C5H4BrN)N-bromosuccinimide (NBS) Ν-βρωμοηλεκτριμίδιο

(C4H4BrNO2)Bromotoluene Βρωμοτολουόλιο (C7H7Br)Bromotrichloromethane or trichlorobromomethane

Βρωμοτριχλωρομεθάνιο ή τριχλωροβρωμομεθάνιο (BrCCl3)

Bromotrifluoromethane or trifluorobromomethane Βρωμοτριφθορομεθάνιο ή τριφθοροβρωμομεθάνιο (CBrF3)

Bronchi ΒρόγχοιBronchitis ΒρογχίτιδαBronchopulmonary lavage Βρογχοπνευμονικός καθαρισμόςBronchoscopy ΒρογχοσκόπησηBronze ΜπρούτζοςBrosyl Βροσύλιο (Bs)Brown asbestos Καφέ αμίαντοςBrucellosis ΒρουκέλλωσηBrush ΨύκτραBrushing ΒούρτσισμαBrushing machine Μηχανή βουρτσίσματοςBubble ΦυσαλίδαBuffer ΡυθμιστικόBuffer memory Μνήμη απομόνωσηςBuffer solution Ρυθμιστικό διάλυμαBuffing machines Μηχανές ήπιας λείανσηςBuilding ΚτήριοBuilding element Στοιχείο κατασκευής, οικοδομικό στοιχείοBuilding equipment Μηχανολογικός εξοπλισμός κτιρίουBuilding fires Πυρκαγιές κτηρίωνBuilding materials Υλικά οικοδομώνBuilding pit ΘεμέλιαBuilding protection Προστασία κτιρίωνBulk carrier Πλοίο μεταφοράς χύδην φορτίουBulk chemical code Κώδικας χημικών χύδηνBulk container Εμπορευματοκιβώτιο για μεταφορά χύμαBulk loading and unloading code (BLU-code) Κώδικας

φόρτωσης και εκφόρτωσης φορτίου χύδην Bulk sampling Δειγματοληψία σωρού, χονδρική

δειγματοληψίαBulldozer Μπουλντόζα ή προωθητήρας γαιώνBullying Εκφοβισμός (εργαζομένου)Bump Πρόσκρουση ή χτύπημαBundle of cylinders Δέσμη κυλίνδρωνBuoyant aid Βοήθημα άντωσης, σωσίβιοBuret(te) ΠροχοΐδαBurn ΈγκαυμαBurning off ΚαύσηBurnishing ΛούστροBurnout Επαγγελματική εξουθένωσηButadiene Βουταδιένιο (C4H6)Butanal see butylaldehyde Butane Βουτάνιο (C4H10)Butanedioic acid see succinic acid

lexiko011s112.indd 24 10/29/08 1:27:53 PM

Page 23: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

25

BC

Calcium lactate

Butanoic acid or butyric acid Βουτανικό οξύ ή βουτυρικό οξύ (CH3(CH2)2COOH)

Butanol or butyl alcohol or methyl propanol Βουτανόλη ή βουτυλική αλκοόλη ή μεθυλοπροπανόλη (C4H10O)

2-butanone see methyl vinyl ketone Butanone or methyl ethyl ketone (MEK)

Μεθυλοαιθυλοκετόνη ή βουτανόνη (C4H8O)2-butenal see crotonaldehyde Butene Βουτένιο (C4H8)cis-butenedioic acid see maleic acid trans-butenedioic acid see fumaric acid cis-butenedioic anhydrite see maleic anhydrite Butenoic acid Βουτενοϊκό οξύ (CH3CH=CHCOOH)Butenol Βουτενόλη (C4H8O)Butoxyethanol (EGBE) Βουτοξυαιθανόλη (C6H14O2)Butoxyethyl acetate Οξικό 2-βουτοξυαιθύλιοButoxyethyl ester Βουτοξυαιθυλεστέρας (C8H16O3)Butt fusion Συγκολλητών άκρωνButt- fusion Μετωπική θερμοσυγκόλλησηButyl Βουτύλιο (C4H9)Butyl acetate Οξικός βουτυλεστέρας (C6H12O2)Butyl acrylate Ακρυλικός βουτυλεστέρας (C7H12O2)Butyl alcohol see butanol Butyl aldehyde or butanal Βουτυλική αλδεϋδη ή

βουτυλαλδεϋδη ή βουτανάληButyl benzoic acid Βουτυλοβενζοϊκό οξύ (C11H14O2)Butyl bromide or bromobutane Βουτυλοβρωμίδιο ή

βρωμοβουτάνιο (C4H9Br)Butyl chromate Χρωμικό βουτύλιο (C8H18CrO4)Butyl ether Βουτυλαιθέρας (C8H18O)

Butyl ethyl ether ΒουτυλαιθυλαιθέραςButyl glycidyl ether (BGE) Βουτυλογλυκιδυλαιθέρας (C7H14O2)Butyl hydrogen sulfate Όξινο θειικό βουτύλιοButyl hypochlorite Βουτυλοϋποχλωρίδιο ((CH3)3COCl)Butyl iodide or iodobutane Βουτυλοϊωδίδιο ή ιωδοβουτάνιοButyl isobutyl ether ΒουτυλοϊσοβουτυλαιθέραςButyl lactate Γαλακτικός βουτυλεστέρας ή

βουτυλογαλακτικός εστέρας (C7H14O3)Butyl mercaptan Βουτυλομερκαπτάνη (C4H10S)Butyl methacrylate Βουτυλομεθακρυλικός εστέραςButyl toluene Βουτυλοτολουόλιο (C11H16)Butylacetone see methyl amyl ketone Butylaldehyde or butanal Βουτυλαλδεΰδη ή βουτανάληButylamine Βουτυλαμίνη (C4H11N)Butylated hydroxytoluene (BHT) Βουτυλοϋδροξυτολουόλιο

(C15H24O)Butylbenzene Βουτυλοβενζόλιο (C10H14)Butylene Βουτυλένιο (C4H8)Butylhydroperoxide or dimethyl hydroperoxide

Υδροϋπεροξείδιο του βουτυλίου ή διμεθυλοϋδροϋπεροξείδιο (C4H10O2)

Butylphenol Βουτυλοφαινόλη (C10H14O)2-butyne see dimethylacetylene Butyramide ΒουτυραμίδιοButyric acid see butanoic acid Butyrolactone Βουτυρολακτόνη (C4H6O2)Butyrophenone ΒουτυροφαινόνηButyryl chloride Βουτυρυλοχλωρίδιο (C4H7ClO)By-product ΠαραπροϊόνByssinosis Βυσσίνωση

C

Cadmium iodide Ιωδιούχο κάδμιο (CdI2)Cadmium nitrate Νιτρικό κάδμιο (Cd(NO3)2)Cadmium oxide Οξείδιο του καδμίου (CdO)Cadmium sulphate Θειικό κάδμιο (CdSO4)Cadmium sulphide Θειούχο κάδμιο (CdS)Caffeine Καφεΐνη (C8H10N4O2)Cage induction motors Επαγωγικοί κινητήρες κλωβούCalciferol see ergocalciferol Calcium Ασβέστιο ή κάλσιο (Ca)Calcium acetate Οξικό ασβέστιο ((CH3COO)2Ca)Calcium acetylide see calcium carbide Calcium arsenate Αρσενικικό ασβέστιο (Ca3As2O8)Calcium bromide Βρωμιούχο ασβέστιο (CaBr2)

Calcium carbide or calcium acetylide Καρβίδιο του ασβεστίου ή ακετυλίδιο του ασβεστίου ή ανθρακασβέστιο (CaC2)

Calcium carbonate Ανθρακικό ασβέστιο (CaCO3)Calcium chloride Χλωριούχο ασβέστιο (CaCl2)Calcium chromate Χρωμικό ασβέστιο (CaCrO4)Calcium cyanamide Ασβεστοκυαναμίδιο ή κυαναμίδιο του

ασβεστίου (CaCN2)Calcium diacetate Διοξικό ασβέστιο (C4H6O4Ca)Calcium fluoride Φθοριούχο ασβέστιο (CaF2)Calcium hydroxide Υδροξείδιο του ασβεστίου (Ca(OH)2)Calcium iodide Ιωδιούχο ασβέστιο (CaI2)Calcium lactate Γαλακτικό ασβέστιο (CH3CHOHCOO)2Ca

lexiko011s112.indd 25 10/29/08 1:27:53 PM

Page 24: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

26

Caretaker

Calcium nitrate Νιτρικό ασβέστιο (Ca(NO3)2)Calcium oxide Οξείδιο του ασβεστίου (CaO)Calcium perchlorate Υπερχλωρικό ασβέστιο (Ca(ClO4)2)Calcium silicate Πυριτικό ασβέστιο (CaSiO3)Calcium sulfite Θειώδες ασβέστιο (CaSO3)Calcium sulphate (sulfate) Θειικό ασβέστιο (CaSO4)Calcium superphosphate Υπερφωσφορικό ασβέστιο Calculation ΥπολογισμόςCalculation pressure Πίεση υπολογισμούCalibrant ΒαθμονομητήςCalibration Βαθμονόμηση ή διακρίβωσηCalibration curve Καμπύλη βαθμονόμησηςCalibration graph Διάγραμμα βαθμονόμησηςCalibration laboratory Εργαστήριο διακριβώσεωνCalibration procedure Διαδικασία βαθμονόμησηςCalibration result Αποτελέσμα διακρίβωσηςCalifornium Καλιφόρνιο (Cf)Call centres Τηλεφωνικά κέντρα, κέντρα κλήσεωνCamphechlor see chlorinated camphene Camphene Καμφένιο (C10H16)Camphor (synthetic) Καμφορά (συνθετική) (C10H16O)Camphor oil Έλαιο καμφοράςCanal construction ΔιοχετεύσειςCancer ΚαρκίνοςCancerogen ΚαρκινογόνοCancerogenic effect Επακόλουθο καρκινογένεσηςCannabis ΚάνναβιςCapacitor ΠυκνωτήςCapacity ΧωρητικότηταCapacity buffer Ρυθμιστική χωρητικότητα ή ικανότηταCapacity factor Παράγοντας χωρητικότηταςCapacity of shell Χωρητικότητα κελύφουςCapric acid or decanoic acid Καπρικό οξύ ή δεκανοϊκό οξύ

(CH3(CH2)8COOH)Caproaldehyde ΚαπροναλδεΰδηCaproamide or hexanamide Καπροναμίδιο ή εξαναμίδιοCaproic acid or hexanoic acid Καπρονικό οξύ ή εξανοϊκό

οξύ (CH3(CH2)4COOH)Caprolactam Καπρολακτάμη (C6H11NO)Caproyl chloride ΚαπροϋλοχλωρίδιοCaprylic acid or octanoic acid Καπρυλικό οξύ ή οκτανοϊκό

οξύ (CH3(CH2)6COOH)Capsule ΚάψουλαCaptafol Καπταφόλη (C10H9Cl4NO2S)Captan Καπτάνη (C9H8Cl3NO2S)Carbamates Καβαρμιδικά άλατα /καρβαμιδικοί εστέρεςCarbamic acid Καρβαμιδικό οξύ (H2NC=OOH)

Carbamide see urea Carbanyl see phenyl isocyanate Carbaryl Καρβαρύλιο (C12H11NO2)Carbazole Καρβαζόλιο (C12H9N)Carbinol see methanol Carbitol or diethylene glycol monoethyl ether or

ethylene diglycol monoethyl ether (DEGEE) Καρβιτόλη ή μονοαιθυλεθέρας της διαιθυλενογλυκόλης ή μονοαιθυλεθέρας της αιθυλενοδιγλυκόλης (C6H14O3)

Carbobenzoxy chloride see benzyl chlorocarbonate Carbofuran Ανθρακοφουράνιο (C12H15NO3)Carbolic acid see phenol Carbon Άνθρακας ή καρβόνιο (C)Carbon bisulfide see carbon disulfide Carbon black ΑιθάληCarbon dioxide Διοξείδιο του άνθρακα (CO2)Carbon disulfide or carbon bisulfide Διθειάνθρακας ή

δισουλφίδιο του άνθρακα (CS2)Carbon monoxide Μονοξείδιο του άνθρακα (CO)Carbon steel Ανθρακούχος χάλυβαςCarbon tetrabromide or tetrabromomethane

Τετραβρωμιούχος άνθρακας ή τετραβρωμομεθάνιο ή τετραβρωμάνθρακας (CBr4)

Carbon tetrachloride or tetrachloromethane Τετραχλωριούχος άνθρακας ή τετραχλωρομεθάνιο ή τετραχλωράνθρακας (CCl4)

Carbonic acid Ανθρακικό οξύ (H2CO3)Carbontetrachloride ΑνθρακοτετραχλωρίδιοCarbonyl Καρβονύλιο (>C=O)Carbonyl chloride see phosgene Carbonyl fluoride Φθοριούχο καρβονύλιο (CF2O)Carboxyl ΚαρβοξύλιoCarboxylic acid Καρβοξυλικό οξύCarcinogen ΚαρκινογόνοCarcinogenesis ΚαρκινογένεσηCarcinogenic effect Επακόλουθο καρκινογένεσηςCarcinoma ΚαρκίνωμαCardiopulmonary resuscitation (CPR) Καρδιοαναπνευστική

ανάνηψηCardiotoxic ΚαρδιοτοξικόCardiovascular ΚαρδιοαγγειακόCardiovascular system (CVS) Καρδιοαγγειακό σύστημαCardiovascular toxicology Καρδιαγγειακή τοξικολογίαCare Φροντίδα, περίθαλψηCare systems Συστήματα υγειονομικής περίθαλψηςCareer development Επαγγελματική ανέλιξηCaretaker Επιστάτης

lexiko011s112.indd 26 10/29/08 1:27:53 PM

Page 25: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

27

C

Chamber

Cargo Φορτίο Cargo ship Φορτηγό πλοίοCargo tank Δεξαμενή φορτίουCarotene Καροτένιο (C40H56)Carpal joint ΠηχεοκαρπικόCarpal tunnel syndrome Σύνδρομο καρπιαίου σωλήναCarpentry ΞυλουργικάCarriage ΜεταφοράCarriage in bulk Μεταφορά φορτίων χύμαCarrier Φορέας / μεταφορέαςCarrier electrolyte or supporting electrolyte Φέρων

ηλεκτρολύτηςCarrier frequency Φορέας συχνότηταςCarrier gas Φέρον αέριοCarrier wave Φέρον κύμαCarrying ΜεταφοράCartesian coordinates Καρτεσιανές συντεταγμένεςCartridge fuse Ασφάλεια κυλινδρικήCarved work ΣμιλεύσειςCarvers ΚοπίδιαCAS number Αριθμός CASCascade control system Σύστημα σειριακού ελέγχουCase Κιβώτιο Case management Διαχείριση περιπτώσεωνCase study Μελέτη περίπτωσηςCase work Εργασία περίπτωσηςCasting ΧύτευσηCasual Tree Method (CTM) Μέθοδος Δέντρου ΑιτιώνCasual work Περιστασιακή εργασίαCatalysis ΚατάλυσηCatalyst ΚαταλύτηςCatalytic converter Καταλυτικός μετατροπέαςCatalytic cracking Καταλυτική διάσπασηCatalytic dead Καταλυτική κλίνηCatalytic dehydrogenation Καταλυτική αφυδρογόνωσηCatalytic reforming Καταλυτική αναδόμησηCatechol Κατεχόλη (C6H6O2)Cathodically protected metallic parts Καθοδικά

προστατευόμενα μεταλλικά μέρηCation ΚατιόνCause-effect diagram Διάγραμμα αιτίας- αποτελέσματοςCause of an accident Αιτία ατυχημάτωνCaustic soda see sodium hydroxide CE marking Σήμανση ΕΚCeiling ΟροφήCeiling value Οριακή τιμή οροφήςCell Κύτταρο

Cell wall Κυτταρικό τοίχωμαCellobiose Κελλοβιόζη (C12H22O11)Cellophane Σελλοφάν(η)Cellular ΚυτταρικόςCellulose Κυτταρίνη ή κελλουλόζη (C6H10O5)x

Cellulose acetate Οξική κυτταρίνηCellulose nitrate Νιτρική κυτταρίνηCellulose trinitrate Τρινιτρική κυτταρίνηCement ΤσιμέντοCentral element Κεντρικό στοιχείοCentral line Κεντρική γραμμήCentral nervous system (CNS) Κεντρικό νευρικό σύστημα

(ΚΝΣ)Central processing unit (CPU) Κεντρική μονάδα

επεξεργασίας (ΚΜΕ)Central value Κεντρική τιμήCentre thread connection Σύνδεση κεντρικού σπειρώματοςCentrifugal pump Φυγοκεντρική αντλίαCentrifugation ΦυγοκέντρησηCentrifuge ΦυγόκεντροςCerium Δημήτριο ή σέριο (Ce)Certificate ΠιστοποιητικόCertificated person Πιστοποιημένο πρόσωποCertification ΠιστοποίησηCertification body Φορέας πιστοποίησηςCertification of competence Πιστοποίηση ικανότηταςCertification of conformity Πιστοποιητικό συμμόρφωσηςCertification process Διεργασία πιστοποίησηςCertification scheme Σχήμα πιστοποίησηςCertified body Πιστοποιημένος φορέαςCertified emission reduction (CER) Πιστοποιημένη μείωση

των εκπομπώνCertified reference material (CRM) Πιστοποιημένο υλικό

αναφοράςCertified value Πιστοποιημένη τιμήCesium Καίσιο (Cs)Cesium hydroxide Υδροξείδιο του καισίου (CsOH)Cetane or hexadecane Κητάνιο ή δεκαεξάνιο (C16H34)Chain mail gloves Γάντια από μεταλλικό πλέγμαChain saw ΑλυσοπρίονοChain sling Αλυσιδωτός αορτήραςChalcone or 2-benzalacetophenone or 1,3-diphenyl-1-propen-3-one Καλκόνη ή

2-βενζαλακετοφαινόνη ή 1,3-διφαινυλο-1-προπεν-3-όνη (C15H12O)

Chalk Κιμωλία (CaCO3)Chamber Θάλαμος

lexiko011s112.indd 27 10/29/08 1:27:53 PM

Page 26: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

28

Chlorination

Change cause Μεταβαλλόμενη αιτίαChange room ΑποδυτήριοChanging world of work Μεταβαλλόμενο περιβάλλον της

εργασίαςChannelling ΔιοχέτευσηCharacter of workplaces Φύση των θέσεων εργασίαςCharacteristic value Χαρακτηριστική τιμήCharcoal Ξυλάνθρακας Charge ΓόμωσηCharging Χρέωση (οικονομική) / φόρτιση (ηλεκτρική,

μηχανική)Charring ΑπανθράκωσηChase-cutting Αυλάκωση, διάνοιξηCheck standard Πρότυπο ελέγχουCheck up see medical examination Checklist Λίστα ελέγχου, πίνακας ελέγχου, κατάλογος ελέγχουChelating properties Χηλικές ιδιότητεςChelation ΧηλικότηταChemical Abstracts Service Registry Number (CAS#)

Αριθμός Καταλόγου Υπηρεσίας Περιλήψεων Χημικών Μελετών

Chemical accident Χημικό ατύχημαChemical agent Χημικός παράγονταςChemical burn Χημικό έγκαυμαChemical cleaning Χημικός καθαρισμόςChemical constitution Χημική σύστασηChemical cytotoxicity Χημική κυτταροτοξικότηταChemical dispersion Χημικός διασκορπισμόςChemical environment Χημικό περιβάλλονChemical formula Χημικός τύποςChemical hazards Χημικοί κίνδυνοιChemical hazards related to chemical properties Χημικοί

κίνδυνοι που συνδέονται με χημικές ιδιότητεςChemical hazards related to effects Χημικοί κίνδυνοι που

συνδέονται με επιδράσεις από τις χρησιμοποιούμενες ουσίεςChemical hazards related to occurrence in the workplace

Χημικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την παρουσία παραγόντων στο χώρο εργασίας

Chemical hazards related to origins Χημικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την προέλευση

Chemical hazards related to physical properties Χημικοί κίνδυνοι που συνδέονται με φυσικές ιδιότητες

Chemical hazards related to state Χημικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την κατάσταση

Chemical hazards related to use in the workplace Χημικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την χρήση ουσιών στο χώρο εργασίας

Chemical ionisation (CI) Χημικός ιονισμόςChemical oxygen demand (COD) Χημικώς απαιτούμενο

οξυγόνοChemical parameters Χημικές παράμετροιChemical plants Εργοστάσια χημικώνChemical properties Χημικές ιδιότητεςChemical reaction Χημική αντίδρασηChemical reduction Χημική αναγωγήChemical risk Χημικός κίνδυνοςChemical safety Χημική ασφάλειαChemical Safety Assessment (CSA) Αξιολόγηση χημικής

ασφάλειαςChemical Safety Report (CSR) Έκθεση Χημικής ΑσφάλειαςChemical spill Διαρροή χημικού προϊόντοςChemical substances Χημικές ουσίεςChemical tanker Χημικό δεξαμενόπλοιοChemically pure or GP grade Χημικώς καθαρό

αντιδραστήριοChemistry ΧημείαChemometrics ΧημειομετρίαChemotherapy ΧημειοθεραπείαChest ΣτήθοςChief product Κυρίως προϊόνChild labour Παιδική εργασίαChin ΠηγούνιChina clay see kaolin Chipping ΣμίλευσηChipping hammer ΜατσακόνιChiselling ΣμίλευσηChisels ΣμίλεςChitin Χητίνη (C30H50N4O19)Chloral see trichloroacetaldehyde Chlorance ΧλωρακμήChloranil or tetrachlorobenzoquinone Χλωρανίλη ή

τετραχλωροβενζοκινόνηChlorate ΧλωρικόChloric acid Χλωρικό οξύ (HClO3)Chloride Χλωριούχο ή χλωρίδιοChlorinated camphene or toxaphene or camphechlor

Χλωριωμένο καμφαίνιο ή τοξαφαίνιο (C10H10Cl8)Chlorinated diphenyl oxide Χλωριωμένο διφαινυλοξείδιο

(C12H4Cl6O)Chlorinated emulsions Χλωριωμένα γαλακτώματαChlorinated hydrocarbons Χλωριωμένοι υδρογονάνθρακεςChlorinated organic compounds Χλωριωμένες οργανικές

ενώσειςChlorination Χλωρίωση

lexiko011s112.indd 28 10/29/08 1:27:53 PM

Page 27: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

29

C

Chlorotoluene

Chlorine Χλώριο (Cl)Chlorine dioxide Διοξείδιο του χλωρίου (ClO2)Chlorine trifluoride Τριφθοριούχο χλώριο (ClF3)Chlorinity ΧλωριότηταChlorite ΧλωριώδεςChloro diphenyloxide Χλωροδιφαινυλοξείδιο (C12H4Cl6O)Chloro methylphenoxyacetic acid

Χλωρομεθυλοφαινοξυοξικό οξύChloro phenoxybenzene Χλωροφαινoξυβενζόλιο (C12H9ClO)4-chloro-2-methylphenoxy-α-propionic acid or

2-(4-chloro-2-methylphenoxy)propionic acid 4-χλωρο-2-μεθυλοφαινοξυ-α-προπιονικό οξύ ή 2-(4-χλωρο-2-μεθυλοφαινοξυ)προπιονικό οξύ (C10H11NO2)

Chloroacetaldehyde Χλωροακεταλδεΰδη (C2H3ClO)Chloroacetic acid Χλωροοξικό οξύ (C2H3ClO2)Chloroacetone see chloropropanone Chloroacetophenone Χλωροακετοφαινόνη (C8H7ClO)α-chloroacetophenone or tear gas α-χλωροακετοφαινόνη

ή δακρυγόνο αέριο (C8H7ClO)Chloroacetyl chloride Χλωροακετυλοχλωρίδιο (C2H2Cl2O)Chloroacrylonitrile Χλωροακρυλονιτρίλιο (CH2=CClCN)Chloroalkane or alkyl chloride Χλωροαλκάνιο ή

αλκυλοχλωρίδιοChloroaniline Χλωροανιλίνη (C6H6ClΝ)Chlorobenzene Χλωροβενζόλιο (C6H5Cl)Chlorobenzenesulfonic acid Χλωροβενζυλοσουλφονικό οξύ

(C6H5ClO3S)Chlorobenzoic acid Χλωροβενζοϊκό οξύ (ClC6H4COOH)Chlorobenzylidene malononitrile

Χλωροβενζυλιδενομηλονονιτρίλιο (C10H5ClN2)Chlorobromomethane or methylene bromochloride

Χλωροβρωμομεθάνιο ή βρωμοχλωρομεθάνιο (CH2BrCl)Chlorobutadiene see chloroprene Chlorocresol Χλωροκρεζόλη (C7H7ClO)Chlorodifluoroethane Χλωροδιφθοροαιθάνιο (C2H3ClF2)Chlorodifluoromethane Χλωροδιφθορομεθάνιο (CHClF2)Chlorodiphenyl Χλωροδιφαινύλιο (C12H9Cl)Chloroepoxypropane Χλωροεποξυπροπάνιο (C3H5ClO)Chloroethane Χλωροαιθάνιο (C2H5Cl)Chloroethene see vinyl chloride Chloroethylene see vinyl chloride Chlorofluorocarbons ΧλωροφθοροϋδρογονάνθρακεςChlorofluorocarbons (CFCs) ΧλωροφθοράνθρακεςChloroform see trichloromethane Chloroformate or chloroformic ester Χλωροφορμικός

εστέραςChloroformic ester see chloroformate

Chlorohexene ΧλωροεξένιοChlorohydrin ΧλωροϋδρίνηChlorohydrins crude Ακατέργαστες χλωροϋδρίνεςChloroiodomethanesulfonic acid

Χλωροϊωδομεθανοσουλφονικό οξύ (CHClISO3H)Chloromethane see methyl chloride Chloromethyl methyl ether or dimethylchloroether

Χλωρομεθυλομεθυλαιθέρας ή διμεθυλοχλωροαιθέρας (C2H5ClO)

Chloromethyl methyl ketone see chloropropanone Chloromethylnaphthalene ΧλωρομεθυλοναφθαλίνιοChloronaphthalene Χλωροναφθαλίνιο (C10H7Cl)

Chloronitro compounds ΧλωρονιτροενώσειςChloronitrobenzene Χλωρονιτροβενζόλιο (C6H4ClNO2)Chloronitrophenol ΧλωρονιτροφαινόληChloronitropropane Χλωρονιτροπροπάνιο (C3H6ClNO2)4-chloro-o-toluidine 4-χλωρο-ο-τολουιδίνη (C7H8ClN)Chloropentafluoroethane Χλωροπενταφθοροαιθάνιο (C2ClF5)Chloropentane Χλωροπεντάνιο (C5H11Cl)1-chloropentane see pentyl chloride Chlorophenol Χλωροφαινόλη (C6H5ClO)Chlorophenyl butanoic acid Χλωροφαινυλοβουτανοϊκό οξύp-chlorophenyl isocyanate (PCIC, PCPI) p-ισοκυανικός

χλωροφαινυλεστέρας (C7H4ClNO)Chlorophenylethane ΧλωροφαινυλαιθάνιοChlorophyll ΧλωροφύλληChloropicrin or nitrotrichloromethane Χλωροπικρίνη ή

νιτροτριχλωρομεθάνιο (CCl3NO2)Chloroprene or 2-chlorobutadiene Χλωροπρένιο ή

2-χλωροβουταδιένιο (C4H5Cl)2-chloropropane see isopropyl chloride Chloropropane see propyl chloride Chloropropanol ΧλωροπροπανόληChloropropanone or chloroacetone or 1-chloro-2-propanone or chloromethyl methyl ketone

Χλωροπροπανόνη ή χλωροακετόνη ή 1-χλωρο-2-προπανόνη ή χλωρομεθυλομεθυλοκετόνη (C3H5ClO)

3-chloropropene see allyl chloride Chloropropionaldehyde ΧλωροπροπιοναλδεΰδηChloropropionic acid Χλωροπροπιονικό οξύ3-chloropropylene see allyl chloride Chloropyridine Χλωροπυριδίνη (C5H4ClN)Chlorostyrene Χλωροστυρόλιο (C8H7Cl)Chlorosulfonic acid or sulfuric chlorohydrin

Χλωροσουλφονικό οξύ ή θειική χλωροϋδρίνη (ClSO3OH)Chlorotoluene Χλωροτολουόλιο (C7H7Cl)

lexiko011s112.indd 29 10/29/08 1:27:53 PM

Page 28: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

30

Clerks worker or office workers

α-chlorotoluene see benzyl chloride Chlorotrimethylsilane or trimethyl chlorosilane

Χλωροτριμεθυλοσιλάνιο ή τριμεθυλοχλωροσιλάνιο (C3H9ClSi)

Chlorous acid Υποχλωριώδες οξύ (HClO2)Chlorpyriphos Χλωροπύριφως (C9H11Cl3NO3PS)Cholecalciferol or vitamin D3 Χολικαλσιφερόλη ή

βιταμίνη D3Cholecystectomy ΧολοκυστεκτομήCholestane-3β, 6α-diol Χοληστανο-3β, 6α-διόληCholestanol ΧοληστανόληCholestanone ΧοληστανόνηCholesterole Χοληστερόλη ή χοληστερίνη (C27H46Ο)Choline ΧολίνηCholine chloride or choline hydrochloride Χλωρίδιο της

χολίνης ή υδροχλωρική χολίνη (C5H14NO.Cl)Choline hydrochloride see choline chloride Choline phosphoglyceride see phosphatidyl choline Cholinergic ΧολινεργικόςChroman ring Χρωμανικός δακτύλιοςChromate ΧρωμικόChromatid ΧρωματίδιοChromatographic separation Χρωματογραφικός διαχωρισμόςChromic acid Χρωμικό οξύChromic potassium Χρωμικό κάλιοChromite ore Ορυκτός χρωμίτης (FeCr2O4)Chromium Χρώμιο (Cr)Chromium acetate Οξικό χρώμιο (Cr(C2H3O2)2 ή Cr(C2H3O2)3)Chromium bromide Βρωμιούχο χρώμιο (CrBr3)Chromium carbonate Ανθρακικό χρώμιο (CrCO3 ή Cr2(CO3)3)Chromium chlorate Χλωρικό χρώμιο (Cr(ClO3)2 ή Cr(ClO3)3)Chromium chloride Χλωριούχο χρώμιο (CrCl4)Chromium dioxide Διοξείδιο του χρωμίου (CrO2)Chromium dioxide dichloride see chromyl chloride Chromium hexafluoride Εξαφθοριούχο χρώμιο (CrF6)Chromium iodine Ιωδιούχο χρώμιο (CrI3)Chromium nitrate Νιτρικό χρώμιο (Cr(NO3)2 ή Cr(NO3)3)Chromium oxide Οξείδιο του χρωμίου (Cr2O3)Chromium phosphate Φωσφορικό χρώμιο (Cr2(PO4)3 ή

Cr3(PO4)2)Chromium sulfate Θειικό χρώμιο (CrSO3 ή Cr2(SO3)3)Chromium trioxide Τροξείδιο του χρωμίου (CrO3)Chromium ulcers Έλκος που οφείλεται στο χρώμιοChromosome aberrations Χρωμοσωμικές ανωμαλίεςChromyl chloride or chromium dioxide dichloride

Χρωμυλοχλωρίδιο (C12CrO2)Chronic disease Χρόνια πάθηση

Chronic effects Μακροπρόθεσμες επιπτώσειςChronic pain Χρόνιος πόνοςChronic poisoning Χρόνια δηλητηρίασηChronic toxicity Χρόνια τοξικότηταChronically affecting Χρόνια επίδρασηChrysene ΧρυσένιοChrysotile ΧρυσοτίληςChymotrypsin ΧυμοτρυψίνηCinnamaldehyde or 3-phenylpropenal or 3-phenyl-2-propenal Κινναμωμική αλδεΰδη ή

3-φαινυλοπροπενάλη ή 3-πεντυλο-2-προπενάλη (C6H5CH=CHCHO)

Cinnamic acid or 3-phenyl-2-propenoic acid Κινναμωμικό οξύ ή 3-φαινυλο-2-προπενοϊκό οξύ (C9H8O2)

Cinnamyl alcohol or 3-phenyl-2-propen-1-ol Κινναμωμική αλκοόλη ή 3-φαινυλο-2-προπεν-1-όλη (C9H10O)

Circuit ΚύκλωμαCircular ΕγκύκλιοςCircular saw Κυκλικό πριόνιCircular sawing machine ΔισκοπρίονοCirrhosis ΚίρρωσηCitral Κιτράλη (C10H16O)Citric acid or 2-hydroxy-1,2,3-propanetricarboxylic acid

Κιτρικό οξύ ή 2-υδροξυ-1,2,3-προπανοτρικαρβονικό οξύ (C6H8O7)

Citric ion Κιτρικό ιόνCitronella oil Έλαιο κιτρονέλλαςCivil engineering Δομικά έργα, έργα πολιτικού μηχανικού /

επιστήμη πολιτικού μηχανικούCladding ΕπένδυσηClamp Σφικτήρας, λαβίδα Clamping device Διάταξη εμπλοκής Clamping force Δύναμη ζεύξηςClamshell Αρπάγη (εκσκαφέα)Class ΚατηγορίαClassification ΤαξινόμησηClassification of substances Ταξινόμηση ουσιώνClassification society ΝηογνώμοναςClay minerals Ορυκτά αργίλουClays ΆργιλοςCleaning ΚαθαρισμόςCleaning agents Μέσα καθαρισμούCleaning fluids Υγρά καθαρισμούClear ΚαθαρίζωCleavage reaction Αντιδράση διάσπασηςClerks worker or office workers Υπάλληλοι γραφείου

lexiko011s112.indd 30 10/29/08 1:27:53 PM

Page 29: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

31

C

Collective entry

Client ΠελάτηςClinical audit Κλινικός έλεγχοςClinical biochemistry Κλινική βιοχημείαClinical chemistry Κλινική χημείαClinical guidlines Κλινικές οδηγίεςClinical indicators Κλινικοί δείκτεςClinical protocols Κλινικά πρωτόκολλαClinical tests or clinical trials Κλινικές δοκιμέςClinical trials see clinical tests Clinker ΚλίνκερClinker construction Αρμολογημένη πλινθοδομήClofen see polychlorinated biphenyls Clopidol or methylchloropindol Κλοπιδόλη ή

μεθυλοχλωροπινδόλη (C7H7Cl2NO)Clordane Χλωρδάνιο (C10H6CI8)Cloroprene or chlorobutadiene Χλωροπρένιο ή

χλωροβουταδιένιο (C4H5Cl)Closed container Κλειστό εμπορευματοκιβώτιοClosed fractures Απλά κατάγματαClosed vehicle Κλειστό όχημαClosed-circuit Κλειστού κυκλώματος (π.χ συσκευή)Clostridium botulinum Κλωστηρίδιο της αλλαντίασηςClosure ΚλείσιμοClot Θρόμβος (π.χ αίματος)Clothes storage facilities ΙματιοφυλάκιαCloude Point Σημείο θολώσεωςCoal ΓαιάνθρακαςCoal by-products Παραπροϊόντα γαιάνθρακαCoal products Προϊόντα γαιάνθρακαCoal tar ΛιθανθρακόπισσαCoal workers’ pneumonoconiosis (CWP)

Πνευμονοκονίωση ανθρακορύχωνCoalescence point Σημείο συγχώνευσηςCoating Επικάλυψη, ΕπίστρωσηCobalt Κοβάλτιο (Co)Cobalt (II) chloride or cobalt dichloride Χλωριούχο

κοβάλτιο (CoCl2)Cobalt (II) fluoride Φθοριούχο κοβάλτιο (CoF2)Cobalt (II) hydroxide Υδροξείδιο του κοβαλτίου (Co(OH)2)Cobalt bromide Βρωμιούχο κοβάλτιοCobalt carbonyl Καρβονύλιο του κοβαλτίου (C8CO2O8)Cobalt dichloride see cobalt (II) chloride Cobalt hydrocarbonyl Υδροκαρβονύλιο του κοβαλτίουCobalt iodine Ιωδιούχο κοβάλτιοCobalt naphthenate in solvent naphtha Ναφθενικό

κοβάλτιο σε νάφθαCobalt nitrate Νιτρικό κοβάλτιο

Cocaine or benzoylmethylecgonine Κοκαΐνη ( C17H21NO4)

Co-carcinogen Συνεργιστικό καρκινογόνοCo-chromatography ΣυχρωματογραφίαCOD see chemical oxygen demand Code for existing ships carrying liquefied gases in

bulk (Existing GC) Κώδικας υπαρχόντων πλοίων που μεταφέρουν υγροποιημένα αέρια χύμα, του IMO

Code for the construction and equipment of ships carrying dangerous chemicals in bulk (BCH CODE) Κώδικας για την κατασκευή και εξοπλισμό πλοίων που μεταφέρουν επικίνδυνα χημικά χύμα, του IMO

Code for the construction and equipment of ships carrying liquefied gases in bulk (GC CODE) Κώδικας για την κατασκευή και εξοπλισμό πλοίων που μεταφέρουν υγροποιημένα αέρια χύμα, του IMO

Code for the safe carriage of irradiated nuclear fuel, plutonium and high-level radioactive wastes in flasks on board ships (INF Code) Κώδικας για την ασφαλή μεταφορά, σε δοχεία, επί πλοίων, ακτινοβολημένων πυρηνικών καυσίμων, πλουτωνίου και εντόνως ραδιενεργών αποβλήτων (κώδικας INF), του ΙΜΟ

Code of Practice Κώδικας ΠρακτικήςCodeine or o-methylmorphine Κωδεΐνη (C18H21NO3)Codes of practice Κώδικες πρακτικήςCoefficient ΣυντελεστήςCoefficient of kurtosis Συντελεστής κύρτωσηςCoefficient of skewness Συντελεστής ασυμμετρίαςCoefficient of variation (CV) Συντελεστής μεταβλητότηταςCofferdam Χώρος ασφαλείαςCohesive tachiness ΑυτοκολλητικότηταCoil ΠηνίοCold ΚρύοςCold fusion Ψυχρή σύντηξηCold stores Ψυκτικές αποθήκεςCold stress Καταπόνηση λόγω ψύχουςCold vapour Ψυχρός ατμόςCold work Ψυχρή εργασίαColic ΚολικόςColitis ΚολίτιδαCollaborative study Συλλογική μελέτηCollaborative test Συνεργητική δοκιμήCollagen ΚολλαγόνοCollect ΣυλλέγωCollective agreement Συλλογική σύμβαση εργασίαςCollective bargaining Συλλογικές διαπραγματεύσειςCollective entry Ομαδική καταχώριση

lexiko011s112.indd 31 10/29/08 1:27:54 PM

Page 30: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

32

Concrete

Collective labour agreements Συλλογικές συμβάσεις εργασίας

Collector ΣυλλέκτηςCollision frequency Συχνότητα σύγκρουσηςColloidal cotton ΚολλωδιοβάμβακαςColloids Κολλοειδείς ουσίεςColony-forming unit (CFU) Μονάδα σχηματισμού αποικίας Color or colour ΧρώμαColorimetric method Χρωματομετρική μέθοδοςColourless ΆχρωμοColumn efficiency Απόδοση στήληςCombination ΣυνδυασμόςCombination packaging Μεικτή συσκευασία, συνδυασμένη

συσκευασίαCombined filters Φίλτρα συνδυασμού, σύνθετα φίλτραCombustible ΚαύσιμοCombustible liquids Καύσιμα υγράCombustible material Καύσιμο υλικόCombustible substance Αναφλέξιμη ουσίαCombustion ΚαύσηCombustion heater Θερμαντήρας καύσηςCombustion system Σύστημα καύσηςCommerce ΕμπόριοCommercial grade reagent see technical grade reagent Commission ΕπιτροπήCommitment ΔέσμευσηCommitted effective dose (Ε(τ)) Δεσμευθείσα ενεργός δόσηCommittee ΕπιτροπήCommittee of the Regions Επιτροπή των ΠεριφερειώνCommon cause Κοινή αιτίαCommon cause failure Αστοχία λόγω κοινής αιτίαςCommon law Εθιμικό δίκαιοCommon mode failure Αστοχία λόγω κοινής κατάστασηςCommon requirement Κοινή απαίτησηCommon safety device Κοινή διάταξη ασφάλειαςCommunity agency Κοινοτικός οργανισμόςCommutator ΣυλλέκτηςCommuting accidents Ατύχημα κατά τη μετάβαση προς και

από την εργασίαCompaction ΣυμπύκνωσηCompaction machine Μηχανή συμπίεσης /συμπύκνωσηςCompany physician Ιατρός επιχείρησηςComparative criteria Συγκριτικά κριτήριαComparative emission data Συγκρίσιμα δεδομένα

εκπομπώνComparative method Συγκριτική μέθοδοςComparison Σύγκριση

Compatibility ΣυμβατότηταCompensation ΑποζημίωσηCompetence ΙκανότηταCompetencies ΑρμοδιότητεςCompetent authority Αρμόδια αρχήCompetent institution Αρμόδιος φορέαςCompetent person Αρμόδιο πρόσωποComplementarity ΣυμπληρωματικότηταComplex Σύμπλοκο / σύνθετοςCompliance ΣυμμόρφωσηCompliance assurance Πιστοποίηση συμφωνίαςComponent ΕξάρτημαComposite ΣύνθετοςComposite IBC with plastic inner receptacle Σύνθετο IBC

με πλαστικό εσωτερικό δοχείοComposite packaging Μεικτή συσκευασία, σύνθετη

συσκευασίαComposite sample Σύνθετο δείγμαComposition Σύσταση, σύνθεσηCompost plants ΛιπασματοποίησηCompount wastes Απόβλητα χημικών ενώσεωνCompressed ΣυμπιεσμένοςCompressed air Πεπιεσμένος αέραςCompressed gases Συμπιεσμένα αέριαCompressed-air spraying Ψεκασμός με πεπιεσμένο αέραCompresses Gas Association (USA) (CGA) Ένωση

Συμπιεσμένων Αερίων Compression ΣυμπίεσηCompression behaviour Συμπεριφορά σε θλίψηCompression test Δοκιμή σε θλίψηCompressive creep Θλιπτικός ερπυσμόςCompressive strength Αντοχή σε θλίψη, αντοχή σε

συμπίεση, θλιπτική αντοχήCompressive stress Τάση θλίψηςCompressor ΣυμπιεστήςCompulsory work Υποχρεωτική εργασίαComputation ΥπολογισμόςComputational chemistry Υπολογιστική χημείαComputer Ηλεκτρονικός υπολογιστήςComputer of average transients (CAT) Υπολογιστής των

μέσων μεταβατικών τιμώνComputing integrators Υπολογιστικοί ολοκληρωτέςConcealing ΕπικάλυψηConcentration ΣυγκέντρωσηConcentration loss Αδυναμία συγκέντρωσηςConcession Αποδοχή παρέκκλισης (π.χ. σε προδιαγραφές)Concrete Σκυρόδεμα

lexiko011s112.indd 32 10/29/08 1:27:54 PM

Page 31: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

33

C

Control chart

Concrete block Μπλοκ σκυροδέματοςConcrete breakers Θραυστήρες σκυροδέματοςConcrete mix container Μπετονιέρα επί οχήματοςConcrete mixer ΜπετονιέραConcrete restoration αποκατάσταση σκυροδέματοςConcrete spraying work Ψεκασμός σκυροδέματοςConcreting ΣκυροδέτησηConcussion ΔιάσεισηCondensation ΣυμπύκνωσηCondensation particle counter Μετρητής συμπύκνωσης

σωματιδίωνConditional formation constant Πραγματική σταθερά

σχηματισμού ή σταθερά σχηματισμού υπό όρουςConditioning Εγκλιματισμός (π.χ. αέρα)Conduction Αγωγή (π.χ. θερμότητας)Conductivity ΑγωγιμότηταConductor Αγωγός (π.χ. ηλεκτρισμού, θερμότητας)Conductor terminations Ακροδέκτες αγωγώνConduit or duct Αγωγός (π.χ υδραυλικός, αερίων)Conduit system Σύστημα σωλήνωνConessine or 3β-dimethylaminocon-5-enine Κονεσσίνη ή

3β-διμεθυλαμινοκον-5-ενίνηConfidence ΕμπιστοσύνηConfidence interval Διάστημα εμπιστοσύνης ή διάστημα

αξιοπιστίας ή όριο εμπιστοσύνηςConfidence level Επίπεδο αξιοπιστίαςConfidence limits Όρια εμπιστοσύνηςConfidentiality ΕμπιστευτικότηταConfiguration ΔιάταξηConfined space Περιορισμένος χώρος, κλειστός χώρος

εργασίαςConfinement system Σύστημα συγκράτησηςConfirmation ΕπιβεβαίωσηConfirmatory method Μέθοδος επιβεβαίωσηςConformance Συμμόρφωση ή προσαρμοστικότηταConformation ΔιαμόρφωσηConformation analysis Ανάλυση της διαμόρφωσηςConformity ΣυμμόρφωσηConformity criteria Κριτήριο συμμόρφωσηςConformity marking Σήμα συμμόρφωσηςConformity marks Σήματα συμμόρφωσηςCongelation Πήξη, κατάψυξηConic flask Κωνική φιάληConjunctivitis ΕπιπεφυκίτιςConnecting processes Συνδεόμενες διεργασίεςConnection ΣύνδεσηConnector Σύνδεσμος

Consensus ΣυναίνεσηConsequence analysis Ανάλυση επικινδυνότηταςConsequences of accidents Συνέπειες των ατυχημάτωνConsignee ΠαραλήπτηςConsignment ΑποστολήConsignor ΑποστολέαςConsolidation Συμπύκνωση / παγίωσηConstant current (CC) Σταθερή ένταση ρεύματοςConstant voltage (CV) Σταθερή ηλεκτρική τάσηConstipation ΔυσκοιλιότηταConstituent ΣυστατικόConstruction ΚατασκευήConstruction accidents Ατυχήματα στον τομέα των

κατασκευώνConstruction industry Οικοδομική βιομηχανία,

κατασκευαστική βιομηχανίαConstruction machinery, external Δομικές μηχανές,

υπαίθριεςConstruction of footways Κατασκευή πεζοδρόμωνConstruction safety Ασφάλεια στον κλάδο των κατασκευώνConstruction site ΕργοτάξιοConstruction works Δομικές εργασίεςContact current (IC ) Ρεύμα επαφής Contact dermatitis Δερματίτιδα εξ επαφήςContact term Όρος επαφήςContact urticaria Κνίδωση εξ επαφήςContainer ΕμπορευματοκιβώτιοContainment on land Εγκλωβισμός στην ακτογραμμήContainment system Σύστημα ανάσχεσηςContaminant ΠρόσμιξηContamination ΜόλυνσηContent ΠεριεχόμενοContingent workers Περιστασιακοί εργαζόμενοιContinual improvement Συνεχής βελτίωσηContinuous analyzer Αναλυτής συνεχούς ροήςContinuous dryers Στεγνωτήρες συνεχούς ροήςContinuous quality improvement (CQI) Συνεχής βελτίωση

ποιότηταςContinuous wave Συνεχές κύμαContract of employment Σύμβαση εργασίαςContract review Ανασκόπηση σύμβασηςContracting Σύναψη συμβάσεωνContractor Εργολάβος, ανάδοχοςContraflow Μερικώς αντίθετη κίνηση κυκλοφορίαςControl ΈλεγχοςControl actuators Χειριστήριο ελέγχουControl chart Ελεγκτικό διάγραμμα ή διάγραμμα ελέγχου

lexiko011s112.indd 33 10/29/08 1:27:54 PM

Page 32: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

34

Cresol

Control limit Όριο ελέγχουControl measures Προληπτικά μέτρα ελέγχουControl panel Πίνακας ελέγχουControl sample Δείγμα ελέγχουControl switch Διακόπτης ελέγχουControl techniques Τεχνικές ελέγχουControl temperature Θερμοκρασία ελέγχουControlled discharge Ελεγχόμενη απόρριψηControlled variable Ελεγχόμενη μεταβλητήConvalescence ΑνάρρωσηConvention concerning International Carriage by Rail

(COTIF) Σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές επικινδύνων εμπορευμάτων

Conversion ΜετατροπήConversion factor Συντελεστής μετατροπήςConverter ΜετατροπέαςConveyor belt Μεταφορική ταινία ή ιμάντας μεταφοράςConveyors ΜεταφορείςConvulsion ΣπασμόςCooling ΨύξηCooling chamber Θάλαμος ψύξεωςCooperative Programme for Evaluation and Monitoring

of the Long-Range Transmission of Transboundary Air Pollutants in Europe (EMEP) Πρόγραμμα Συνεργασίας για Παρακολούθηση και Αξιολόγηση της σε Μεγάλη Απόσταση Μεταφοράς Ατμοσφαιρικών Ρύπων στην Ευρώπη

Co-ordination Συντονισμός (π.χ. διοικητικός)Copolymer ΣυμπολυμερέςCopper Χαλκός ή κύπριο ή κούπριο (Cu)Copper acetate Οξικός χαλκός (CuC2H3O2)Copper bromide Βρωμιούχος χαλκός (CuBr2)Copper carbonate Ανθρακικός χαλκός (CuCO3 ή Cu2(CO3)3)Copper chlorate Χλωρικός χαλκός (CuClO3 ή Cu(ClO3)2)Copper cyanide Κυανιούχος χαλκός (CuCN)Copper fluoride Φθοριούχος χαλκός (CuF2)Copper hydroxide Υδροξείδιο του χαλκού (CuOH ή Cu(OH)2)Copper iodine Ιωδιούχος χαλκός (CuI2)Copper methanesulfonate Μεθανοσουλφονικός χαλκός Copper nitrate Νιτρικός χαλκός (Cu(NO3)2)Copper phosphate Φωσφορικός χαλκός (Cu3PO4 ή Cu3(PO4)2)Copper phthalocyanine Φθαλοκυανίνη χαλκούCopper sulphate or vitriol blue Θειικός χαλκός ή

γαλαζόπετρα (CuSO4.5 H2O)Co-precipitation ΣυγκαθίζησηCore Πυρήνας, κέντροCores in cables Πόλοι καλωδίων Cork Φελλός

Corn oil Καλαμποκέλαιο, αραβοσιτέλαιοCorneal ΚερατοειδήςCorporate accountability Επιχειρηματική ευθύνηCorporate culture Εταιρική κουλτούραCorporate Social Responsibility (CSR) Εταιρική κοινωνική

ευθύνηCorrect ΟρθόCorrective action Διορθωτική ενέργειαCorrective Effective Temperature (CET) Διορθωμένη

Αποτελεσματική ΘερμοκρασίαCorrelation ΣυσχέτισηCorrelation analysis Ανάλυση συσχέτισηςCorrelation coefficient Συντελεστής συσχέτισηςCorrelogram Διάγραμμα συσχέτισηςCorrosion ΔιάβρωσηCorrosion protection Προστασία από οξείδωσηCorrosive ΔιαβρωτικόCorrosive substances (C) Διαβρωτικές ουσίεςCorrosives Διαβρωτικά μέσαCorticotropin ΚορτικοτροπίνηCortisone Κορτιζόνη (C21H28O5)Corynomycolenic acid Κορυνομυκολενικό οξύ (C32H62O3)Cosmic rays Κοσμικές ακτίνεςCost ΚόστοςCost-benefit analysis Ανάλυση κόστους-οφέλουςCosts of accidents Κόστος των ατυχημάτωνCOTIF see Convention concerning International Carriage by

Rail Cotton dust Σκόνη βαμβακιούCottonseed oil ΒαμβακέλαιοCough ΒήχαςCouncil of the European Union Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής

ΈνωσηςCounterweight Αντίβαρο (π.χ. σε ασανσέρ)Covalent ΟμοιοπολικόςCrack ΡωγμήCracking Πυρόλυση ή διάσπαση ή κατατεμαχισμόςCradles ΚουβούκλιαCramp ΚράμπαCrane ΓερανόςCranial nerves Εγκεφαλικά νεύραCrate Κλωβός / καφάσιCreatinine or 1-methylglycocyanidine Κρεατινίνη ή

1- μεθυλογλυκοκυανιδίνη (C4H7N3O)Creeping ΕρπυσμόςCreosote Κρεόζωτο Cresol Κρεζόλη (C7H8O)

lexiko011s112.indd 34 10/29/08 1:27:54 PM

Page 33: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

35

C

Cyclohexyl

Cresyl acetate Οξικός κρεζυλεστέραςCresylic acid dιphenolized Διφαινολικός εστέρας του

κρεζυλικού οξέοςCrew ΠλήρωμαCristobalite ΧριστοβαλίτηςCriteria ΚριτήριαCritical batch size Κρίσιμο μέγεθος φουρνιάς δειγμάτωνCritical control points (CCP) Κρίσιμα σημεία ελέγχουCritical group Κρίσιμη ομάδαCritical levels Κρίσιμες στάθμεςCritical limits Κρίσιμα όριαCritical load Κρίσιμο φορτίοCritical region Κρίσιμη περιοχήCritical sulphur deposition Κρίσιμη εναπόθεση θείουCritical temperature Κρίσιμη θερμοκρασίαCritical value Κρίσιμη τιμήCritically safety index (CSI) Δείκτης ασφάλειας

κρισιμότητας Cross reactivity Διασταυρούμενη δραστικότηταCross sensitivity Ευαισθησία παρεμπόδισης ουσίαςCrotonaldehyde or crotonic aldehyde or 2-butenal or

butyraldehyde Κροτωναλδεΰδη ή κροτωνική αλδεΰδη ή 2-βουτενάλη ή βουτυραλδεΰδη ή βουτυρική αλδεϋδη (C4H6O)

Crotonic acid Κροτωνικό οξύ (C4H6O2)Crotonic aldehyde see crotonaldehyde Crown ethers Αιθέρες στέμματοςCrude ΑκατέργαστοςCrude oil Αργό πετρέλαιοCrude tall oil Ακατέργαστο ρητινέλαιοCrufomate Κρουφομικό άλας (C12H19ClNO3P)Crushing Θραύση, σύνθλιψηCrushing of concrete roadway Θραύση οδών σκυροδέματοςCryofluorane or Freon 114 or

1,2-dichloro-1,1,2,2-tetrafluoroethane Κρυοφλουοράνη ή φρέον 114 ή 1,2-διχλωρο-1,1,2,2-τετραφθοροαιθάνιο (C2Cl2F4)

Cryogenic receptacle Κρυογονικό δοχείοCrystals ΚρύσταλλοιCSC see International Convention for Safe Containers Cultivation ΚαλλιέργειαCumene hydroperoxide Υδροϋπεροξείδιο του κουμολίουCumene or cumol or 2-phenylpropane or

isopropylbenzene Κουμόλιο ή 2-φαινυλοπροπάνιο ή ισοπροπυλοβενζόλιο (C6H5CH(CH3)2)

Cumol see cumene Cumulative dose Συσσωρευτική δόση

Cumulative exposure Αθροιστική έκθεσηCumulative trauma disorders Παθήσεις συσσωρευμένου

τραύματοςCurium Κιούριο (Cm)Current ΡεύμαCurrent density (J) Πυκνότητα ρεύματος Current to voltage converter Μετατροπέας ρεύματος σε τάσηCurve Καμπύλη (μαθηματική)Curve fitting Προσαρμογή καμπύληςCustomer Πελάτης Customer satisfaction Ικανοποίηση πελάτηCutting ΚοπήCutting fluids Ρευστά κοπήςCyanamide Κυαναμίδιο (CH2N2)Cyanates Κυανικές ενώσειςCyanic acid Κυανικό οξύ (HOC≡N)Cyanide salts Άλατα του κυανίου ή κυανιούχα άλαταCyanides Κυανίδια 2-cyano-2-propanol see acetone cyanohydrin Cyanoacetic ester or ethyl cyanoacetate Κυανοοξικός

εστέρας ή κυανοοξικός αιθυλεστέρας (N≡CCH2COOC2H5)Cyanobenzene see benzonitrile Cyanogen chloride Χλωριούχο κυανογόνο (CClN)Cyanogen or dicyan or ethane dinitrile Κυανογόνο ή

δικυάνιο ή αιθανοδινιτρίλιο (C2N2)Cyanohydrin ΚυανοϋδρίνηCyanopyridine ΚυανοπυριδίνηCyanosis ΚυάνωσηCyclic aliphatic hydrocarbons Κυκλικοί αλειφατικοί

υδρογονάνθρακεςCyclic anhydrides Κυκλικοί ανυδρίτεςCyclic imides Κυκλικά ιμίδιαCyclobutane Κυκλοβουτάνιο (C4H8)Cyclobutene Κυκλοβουτένιο (C4H6)Cycloctadiene ΚυκλοοκταδιένιοCyclodextrin Κυκλοδεξτρίνη (C42H70O35)Cyclododecatriene ΚυκλοδωδεκατριένιοCycloheptane Κυκλοεπτάνιο (C7H14)Cyclohexadiene ΚυκλοεξαδιένιοCyclohexane Κυκλοεξάνιο (C6H12)Cyclohexanecarboxylic acid Κυκλοεξανοκαρβοξυλικό οξύ

(C6H11COOH0Cyclohexanol Κυκλοεξανόλη (C6H12O)Cyclohexanone Κυκλοεξανόνη (C6H10O)Cyclohexene Κυκλοεξένιο (C6H10)Cyclohexene oxide ΚυκλοεξενοξείδιοCyclohexyl Κυκλοεξύλιο

lexiko011s112.indd 35 10/29/08 1:27:54 PM

Page 34: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

36

Decyl alcohol

Cyclohexyl acetate Οξικός κυκλοεξυλεστέρας Cyclohexylamine Κυκλοεξυλαμίνη (C6H13N)Cyclohexyldimethylamine or imethylcyclohexanamine

Κυκλοεξυλοδιμεθυλαμίνη ή διμεθυλοκυκλοεξαναμίνη (C8H17N)

Cyclonite or hexogen (RDX) Κυκλωνίτης ή εξογόνο (C3H6Ν6Ο6)

Cyclooctatetraenyl dianion Διανιόν κυκλοοκτατετραενυλίουCyclopentadiene Κυκλοπενταδιένιο (C5H6)Cyclopentadienyl anion Ανιόν κυκλοπενταδιενίουCyclopentane Κυκλοπεντάνιο (C5H10)Cyclopentane carboxylic acid Κυκλοπεντανοκαρβοξυλικό

οξύCyclopentane oxide ΚυκλοπεντανοξείδιοCyclopentanol ΚυκλοπεντανόληCyclopentanone Κυκλοπεντανόνη (C5H8Ο)

Cyclopentene Κυκλοπεντένιο (C5H8)Cyclopentenophenanthrene ΚυκλοπεντανοφαινανθρένιοCyclopentenyl cation Κατιόν κυκλοπεντενυλίουCyclopropane carboxylic acid Κυκλοπροπανοκαρβοξυλικό

οξύCyclopropenyl cation Κατιόν κυκλοπροπενίουCyclopropyl cation ΚυκλοπροπυλοκατιόνCyhexatin Κυεξατίνη (C18H34OSn)Cylinder ΚύλινδροςCymenes ΚυμένιαCysteine Κυστεΐνη (Cys, C) (C3H7NO2S)Cysteinylglycine Κυστεϊνυλογλυκίνη (Cys-Gly)Cystine Κυστίνη (Cys- Cys) (C6H12N2O4S2)Cytosine or 2-oxo-4-aminopyrimidine Κυτοσίνη ή 2-οξο-4-αμινοπυριμιδίνη (C4H5N3O)Cytotoxic medicine (drugs) Κυτταροτοξικά φάρμακα

D

Daily personal noise exposure of a worker (LEP,d) Ημερήσια ατομική ηχοέκθεση εργαζομένου

Dalapon or 2,2- dichloropropionic acid Νταλαπόν ή 2,2-διχλωροπροπιονικό οξύ (C3H4Cl2O2)

Damage ΒλάβηDamped oscillation Φθίνουσα ταλάντωσηDampening ΎγρανσηDamping factor or extinction coefficient Συντελεστής

απόσβεσηςDanger ΚίνδυνοςDanger signal Σήμα κινδύνουDanger zone Ζώνη κινδύνουDangerous area Επικίνδυνη περιοχήDangerous for the environment Επικίνδυνο για το

περιβάλλονDangerous goods Επικίνδυνα εμπορεύματαDangerous reaction Επικίνδυνη αντίδρασηDangerous substance Επικίνδυνη ουσίαDangerous substances management Διαχείριση

επικίνδυνων ουσιώνDate to date operations Καθημερινές λειτουργίεςDaubing ΕπικάλυψηDays lost Απωλεσθείσες ημέρες3 days or more accidents Ατυχήματα με απουσία άνω των

τριών ημερώνDead weight tester Δοκιμαστές νεκρού βάρουςDead weight tons (D.W.T) Ωφέλιμο φορτίο

Debarking ΑποφλοίωσηDebarking and Heat Treatment (DB HT) Αποφλοίωση και

θερμική μεταχείρισηDebarking and Methyl bromide treatment (DB MB)

Αποφλοίωση και μεταχείριση με βρωμιούχο μεθύλιοDecaborane Δεκαβοράνιο (B10H14)Decahydronaphthalene see decalin Decalin or decahydronaphthalene Δεκαλίνη ή

δεκαϋδροναφθαλίνιο ή δεκαϋδρογονωμένη ναφθαλίνη (C10H18)

Decane Δεκάνιο (C10H22)Decanoic acid see capric acid Decene ΔεκένιοDecision ΑπόφασηDecision limit (CCα) Όριο απόφασηςDecision tree Διάγραμμα αποφάσεωνDeck ΚατάστρωμαDeclaration ΔήλωσηDecline phase Φάση κάμψηςDecomposition Αποσύνθεση ή διάσπασηDecompression ΑποσυμπίεσηDecontamination ΑπολύμανσηDecrease pollution source strength Ελάττωση

δυναμικότητας πηγής διαρροήςDecyl acetate Οξικός δεκυλεστέραςDecyl acrylate Ακρυλικός δεκυλεστέρας (C13H24O2)Decyl alcohol Δεκυλική αλκοόλη (C10H22Ο)

lexiko011s112.indd 36 10/29/08 1:27:54 PM

Page 35: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

37

CD

Dialkylacetoacetic ester

Decyloxytetra hydrothiophene dioxide Διοξείδιο του δεκυλοξυτετραϋδροθειοφαινίου

Decyne ΔεκίνιοDefibrating Αφαίρεση ινώνDefinition ΟρισμόςDeflagration Κατάκαυση Deformation ΠαραμόρφωσηDegreasing ΑπολίπανσηDegreasing agents Υλικά απολίπανσηςDegree of protection of enclosures Βαθμός προστασίας

περιβλημάτωνDegrees of freedom Βαθμοί ελευθερίαςDehydroabietic ΑφυδροαβιετικόDehydrocholesterol Αφυδροχολιστερόλη ή

δεϋδροχολιστερόληDehydrohalogenation ΑφυδραλογόνωσηDeionized water Απιονισμένο νερόDelay ΚαθυστέρησηDelegation ΑνάθεσηDelivery point Σημείο μεταβίβασης αερίου, σημείο

παράδοσης του αερίουDemercuration ΑφυδραργύρωσηDemeton Δήμητον (C8H19O3PS2)Demolition ΚατεδάφισηDemolition work employing mobile recycling plants

Κατεδάφιση με χρήση κινητού εξοπλισμού ανακύκλωσηςDemountable tank Αποσυναρμολογούμενη δεξαμενή,

αποσυνδεόμενη δεξαμενήDenaturation ΜετουσίωσηDendroketose ΔενδροκετόζηDense ΠυκνόDensity (d) ΠυκνότηταDensity of flow rate Πυκνότητα ροής αέραDeoxidation ΑπoξείδωσηDeoxyribonucleic acid (DNA) Δεοξυριβονουκλεϊνικό οξύDepartment ΤμήμαDepartmental culture Κουλτούρα τμημάτωνDepigmentation Αφαίρεση χρωστικήςDepleted uranium Εξαντλημένο ουράνιοDeposited ΚατακαθιζόμενοDepression ΚατάθλιψηDerivative ΠαράγωγοςDermal contact Δερματική επαφήDermal exposure Δερματική έκθεσηDermatitis ΔερματίτιδαDermatotoxicant ΔερματοτοξικόDermatotoxicology Δερματοτοξικολογία

Derricks ΦορτωτήρεςDescender devices Μέσα κατάβασηςDescription ΠεριγραφήDescriptive chemistry Περιγραφική χημείαDesiccation ΑποξήρανσηDesiccator ΞηραντήραςDesign ΣχέδιοDesign of experiments Σχεδιασμός πειραμάτωνDesign pressure (DP) Πίεση σχεδιασμούDesign review Ανασκόπηση σχεδιασμούDesorption ΕκρόφησηDesorption efficiency Αποτελεσματικότητα εκρόφησηςDestruction or catastrophe ΚαταστροφήDestructive detectors Καταστροφικοί ανιχνευτέςDestructive interference Συμβολή με απόσβεσηDesulfonation Αποσουλφούρωση, αποσούλφωσηDesulphurisation rate Βαθμός αποθείωσηςDetectability ΑνιχνευσιμότηταDetection ΑνίχνευσηDetection capability (CCβ) Ικανότητα ανίχνευσηςDetection limit or limit of detection (LOD) Όριο ανίχνευσης

ή όριο ανιχνευσιμότηταςDetector ΑνιχνευτήςDetergent ΑπορρυπαντικόDeterminate error see systematic error Determination ΠροσδιορισμόςDetonation ΕκπυρσοκρότησηDetoxication ΑποτοξίνωσηDeuterium Δευτέριο ή βαρύ υδρογόνο (2H, D)Deuterium oxide Οξείδιο του δευτερίου ή βαρύ ύδωρ (D2O)Developmental toxicity Εξελικτική τοξικότηταDeviation ΑπόκλισηDeviation analysis Ανάλυση των αποκρίσεωνDeviation permit Άδεια παρέκκλισηςDextran ΔεξτράνηDextrose or glucose Δεξτρόζη, γλυκόζη (C6H12O6)Diabetes mellitus Σακχαρώδης διαβήτηςDiacetic ester see ethyl acetoacetate Diacetone alcohol or 4-hydroxy-4-methyl-2-pentanone

Διακετονική αλκοόλη ή διακετονοαλκοόλη ή 4-υδροξυ-4-μεθυλο-2-πεντανόνη ή 2-υδρόξυ-2-μεθυλοπενταν-4-όνη (C6H12Ο2)

Diagnosis ΔιάγνωσηDiagnostic test Διαγνωστική δοκιμήDiagram ΔιάγραμμαDialkylacetoacetic ester Διαλκυλοακετοξικός εστέρας

(CH3COCRR΄COOH)

lexiko011s112.indd 37 10/29/08 1:27:54 PM

Page 36: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

38

Diethyl ketone or 3-pentanone

Dialkylmalonic ester Διαλκυλομηλονικός εστέρας (RR΄C(COOC2H5)2)

Diallyl ether Διαλλυλαιθέρας (C6H10Ο)Dialysis Διαπίδυσηp-diaminodiphenyl see benzidine 1,6-diaminohexane see hexamethylenediamine Diamorphine see heroin Diaphragm ΔιάφραγμαDiarrhea ΔιάρροιαDiatomaceous earth Γη διατόμων (SiO2)Diazinon Διάζινον (C12H21N2O3PS)1,2-diazole see pyrazole Diazomethane Διαζωμεθάνιο (CH2N2)Diazonium salt Διαζωνιακό άλας (ArN2

+X-)Diazophenanthrene ΔιαζωφαινανθρένιοDibenzalacetone Διβενζαλακετόνη

(C6H5CH=CHCOCH=CHC6H5)Dibenzanthracene ΔιβεζανθρακένιοDiborane Διβοράνιο (Β2Η6)Dibromobenzene Διβρωμοβενζόλιο (C6H4Βr2)Dibromobutane Διβρωμοβουτάνιο (C4H8Br2)Dibromoethylene see ethylene dibromide Dibromomethane see methylene bromide Dibromonitrobenzene ΔιβρωμονιτροβενζόλιοDibromonorcarane Διβρωμονορκαράνιο1,2-dibromopropane or propylene bromide

1,2-διβρωμοπροπάνιο ή προπυλενοβρωμίδιο (C3H6Br2)Dibutyl aminoethanol Διβουτυλαμινοαιθανόλη (C10H23ΝΟ)Dibutyl hydrogen phosphonate Υδροδιβουτυλοφωσφονικός

εστέραςDibutyl phenyl phospate Φωσφορικός

διβουτυλοφαινυλεστέρας (C14H23O4P)Dibutyl phosphate Φωσφορικό διβουτύλιο ή φωσφορικός

διβουτυλεστέρας (C8H19O4P)Dibutyl phthalate Φθαλικό διβουτύλιο ή φθαλικός

διβουτυλεστέρας (C16H22O4)Dibutylamine Διβουτυλαμίνη (C8H19N)Dicarboxylic acid or oxalic acid or ethanedioic acid

Δικαρβοξυλικό οξύ ή οξαλικό οξύ ή αιθανοδιοϊκό οξύ (C2H2O4)Dicarboxylic acid see dicarboxylic acid Dichloro dimethyl hydantoin Διχλωροδιμεθυλυδαντοΐνη

(C5H6Cl2N2O2)Dichloro methylpentane Διχλωρομεθυλοπεντάνιο Dichloroacetylene Διχλωροακετυλένιο (C2Cl2)Dichlorobenzene Διχλωροβενζόλιο (C6H4Cl2)p-dichlorobenzene (PDCB) p-διχλωροβενζόλιο (C6H4Cl2)Dichlorobenzidine Διχλωροβενζιδίνη (C12H10Cl2N2)

Dichlorobutene ΔιχλωροβουτένιοDichlorodifluoromethane Διχλωροδιφθορομεθάνιο (CCl2F2)Dichlorodimethylsilane Διχλωροδιμεθυλοσιλάνιο (C2H6Cl2Si)Dichlorodiphenyltrichloroethane (DDT)

Διχλωροδιφαινυλοτριχλωραιθάνιο (C14H9Cl5)Dichloroethane or ethylenedichloride Διχλωροαιθάνιο ή

αιθυλενοδιχλωρίδιο (C2H4Cl2)1,1-dichloroethene see vinylidene chloride Dichloroethyl ether Διχλωροαιθυλαιθέρας ή

2,2-διχλωροδιαιθυλαιθέρας (C4H8Cl2O)1,1-dichloroethylene see vinylidene chloride Dichloroethylene see ethylene dichloride Dichloroexane ΔιχλωροεξάνιοDichlorofluoromethane Διχλωροφθορομεθάνιο (CHCl2F)Dichloroisopropyl ether ΔιχλωροϊσοπροπυλαιθέραςDichloromethane see methylene chloride Dichloromethylsilane Διχλωρομεθυλοσιλάνιο (CH4Cl2Si)Dichloronitroethane Διχλωρονιτροαιθάνιο (C2H3Cl2NO2)Dichloropentadiene ΔιχλωροπενταδιένιοDichlorophenol Διχλωροφαινόλη (C6H4Cl2O)Dichlorophenoxyacetic acid Διχλωροφαινοξυοξικό οξύ1,2-dichloropropane see propylene dichloride Dichloropropene Διχλωροπροπένιο (C3H4Cl2)2,2-dichloropropionic acid see dalapon Dichlorotetrafluoroethane Διχλωροτετραφθοροαιθάνιο

(C2Cl2F4)Diclorvos (DDVP) Διχλωρβός (C4H7Cl2O4P)Dicrotophos Δικροτοφώς (C8H16NO5P)1,4-dicyanobutane see adiponitrile Dicyclohexylamine Δικυκλοεξυλαμίνη (C12H23N)Dicyclopentadiene or 3α,4,7,7α,-tetrahydro-4,7-methanoindene

Δικυκλοπενταδιένιο ή 3α,4,7,7α-τετραϋδρο-4,7-μεθανινδένιο (C10H12)

Dicyclopentadienyl iron (ferrocene) Δικυκλοπενταδιενυλιούχος σίδηρος (φερροκένιο) (C10H10Fe)

Die grinders Λειαντές με υποδοχή εργαλείωνDieldrin Διελδρίνη (C12H8Cl6O)Dielectric test Δοκιμή διηλεκτρικής σταθεράςDiene ΔιένιοDiepoxide ΔιεποξείδιοDiesel Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, βαρύ πετρέλαιο, ντίζελDiethanolamine Διαιθανολαμίνη (C4H11NO2)Diethyl isopropyl methyloctane

ΔιαιθυλοισοπροπυλομεθυλοκτάνιοDiethyl ketone or 3-pentanone Διαιθυλοκετόνη ή

3-πεντανόνη (C5H10Ο)

lexiko011s112.indd 38 10/29/08 1:27:54 PM

Page 37: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

39

D

Dimethylamino pentene

Diethyl phthalate (DEP) Φθαλικός διαιθυλεστέρας (C12H14O4)Diethyl sulphate Θειικός διαιθυλεστέρας (C4H10SO4)Diethylamine Διαιθυλαμίνη (C4H11N)Diethylaminoethanol Διαιθυλαμινοαιθανόλη (C6H15NO)Diethylaniline Διαιθυλανιλίνη (C10H15N)Diethylbenzene Διαιθυλοβενζόλιο (C10H14)Diethylene glycol Διαιθυλενογλυκόλη (C4H10O3)Diethylene glycol monoethyl ether see carbitol Diethylene triamine Διαιθυλενοτριαμίνη (C4H13N3)Diethylether Διαιθυλαιθέρας ή διαιθυλικός αιθέρας (C4H10O)Difference ΔιαφοράDifferential detectors Διαφορικοί ανιχνευτέςDifferential pulse anodic stripping voltametry (DPASV)

Ανοδική αναδιαλυτική βολταμετρία διαφορικού παλμούDifferentiator ΔιαφοριστήςDiffused pain Διάχυτος πόνοςDiffusion ΔιάχυσηDiffusion current Ρεύμα διάχυσηςDiffusive sampler Δειγματολήπτης διάχυσηςDifluorobenzene Διφθοροβενζόλιο (C6H4F2)Difluorodibromomethane Διφθοροδιβρωμομεθάνιο ή

διβρωμοδιφθορομεθάνιο (CBr2F2)1,1-difluoroethene see vinylidene fluoride 1,1-difluoroethylene see vinylidene fluoride Digestive system Πεπτικό σύστημαDiglycidyl ether (DGE) Διγλυκιδυλαιθέρας (C6H10Ο3)Dignity at work Αξιοπρέπεια στην εργασίαDihaloethane ΔιαλοαιθάνιοDihalomethane ΔιαλομεθάνιοDihexyloctylphosphine oxide Οξείδιο της

διεξυλοκτυλοφωσφίνης2,3-dihydro-4H-pyran (DHP) 2,3-διυδρο-4Η-πυράνιοDihydrogen selenide Σεληνίδιο του διϋδρογόνουDihydromyrcene Διυδρομυρσένιο (C10H18)Dihydronaphthalene Διυδροναφθαλίνιο2,3-dihydroxy butanedioic acid see tartaric acid 1,2-dihydroxybenzene see pyrocatechol 1,3-dihydroxybenzene see resorcinol Dihydroxybenzene see hydroquinone Diiodobenzene ΔιιωδοβενζόλιοDiisobutyl ketone Διισοβουτυλοκετόνη (C9H18O)Diisobutyl phthalate Φθαλικός διισοβουτυλεστέρας (C16H22O4)Diisobutylamine Διισοβουτυλαμίνη (C8H19N)Diisobutylene ΔιισοβουτυλένιοDiisopropanylamine ΔιισοπροπανολαμίνηDiisopropyl ether ΔιισοπροπυλαιθέραςDiisopropylamine Διισοπροπυλαμίνη (C6H15Ν)

Diisopropylbenzene ΔιισοπροπυλοβενζόλιοDiketopiperazine ΔικετοπιπεραζίνηDiluent ΑραιωτικόDilute Αραιώνω ή αραιόDilution of pastes Αραίωση κόλλαςDilution ventilation Αερισμός με αραίωση του υπάρχοντος

αέραDimension ΔιάστασηDimer ΔιμερέςDimerization Διμερισμός3,4-dimethoxybenzaldehyde see veratraldehyde Dimethoxybenzyl alcohol Διμεθοξυβενζυλική αλκοόληDimethoxymethane or methylal or methylformal

Διμεθοξυμεθάνιο (C3H8O2)Dimethoxypropane ΔιμεθοξυπροπάνιοDimethyl adipate Αδιπικός διμεθυλεστέρας (C8H14O4)Dimethyl butanol ΔιμεθυλοβουτανόληDimethyl butene ΔιμεθυλοβουτένιοDimethyl carbamoyl chloride

ΔιμεθυλοκαρβαμοϋλοχλωρίδιοDimethyl ether or methoxymethane Διμεθυλαιθέρας ή

μεθοξυμεθάνιοDimethyl glutarate Γλουταρικός διμεθυλεστέραςDimethyl hydrogen phosphite Όξινο φωσφορώδες

διμεθύλιο (C2H7O3P)Dimethyl hydroperoxide see butylhydroperoxide Dimethyl octanoic acid Διμεθυλοκτανοϊκό οξύDimethyl phthalate Φθαλικός διμεθυλεστέρας (C10H10O4)Dimethyl succinate Ηλεκτρικός διμεθυλεστέραςDimethyl sulfate Θειικός διμεθυλεστέρας ή θειικό διμεθύλιο

(C2H6SO4)Dimethyl sulfide or 2-thiopropane Σουλφίδιο του

διμεθυλίου ή 2-θειοπροπάνιο ή θειούχο διμεθύλιο (C2H6S)Dimethyl sulfoxide Διμεθυλοσουλφοξείδιο (C2H6OS)Dimethyl trichlorophenyl thiophosphate see fenclorophos 2,3-dimethyl-2-butene 2,3-διμεθυλο-2-βουτένιο2,2-dimethyl-2-silapentane-5-sulphonate 2,2-διμεθυλο-2-σιλανοπεντάνιο-5-σουλφονικό άλαςDimethylacetamide Διμεθυλακεταμίδιο (C4H9NO)Dimethylacetylene or 2-butyne Διμεθυλακετυλένιο ή

2-βουτίνιοDimethylallyl pyrophosphate

Διμεθυλοαλλυλοπυροφωσφορικός εστέραςDimethylamine Διμεθυλαμίνη (C2H7N)Dimethylamino methyl butene

ΔιμεθυλαμινομεθυλοβουτένιοDimethylamino pentene Διμεθυλαμινοπεντένιο

lexiko011s112.indd 39 10/29/08 1:27:54 PM

Page 38: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

40

Disinfection of equipment

Dimethylaminoconaninone ΔιμεθυλαμινοκονανινόνηDimethylammonium nitrate Νιτρικό διμεθυλοαμμώνιοDimethylaniline Διμεθυλανιλίνη (C8H11N)Dimethylanilinium acetate Οξικό διμεθυλοανιλίνιοDimethylantraquinone ΔιμεθυλοανθρακινόνηDimethylarsenic acid see cacodylic acid Dimethylbenzene see xylene Dimethylbutane Διμεθυλοβουτάνιο2,2-dimethylbutanoic acid see ethyldimethylacetic acid Dimethylchloroether see chloromethyl methyl ether Dimethylcyclohexanamine see cyclohexyldimethylamine Dimethylethanolamine Διμεθυλοαιθανολαμίνη (C4H11N)Dimethylethoxysilane Διμεθυλαιθοξυπυρίτιο ή

διμεθυλαιθοξυσιλάνιοN,N-dimethylformamide (DMF) Ν,Ν-διμεθυλοφορμαμίδιο

(C3H7NO)Dimethylhydrazine Διμεθυλυδραζίνη (C2H8N2)Dimethylisoquinoline ΔιμεθυλοϊσοκινολίνηN,N-dimethylmethanamine see trimethylamine Dimethylnitrosamine see nitrosodimethylamine Dimethylurea Διμεθυλουρία (C3H8N2O)Dimethylvaleric acid Διμεθυλοβαλεριανικό οξύDinitolmide or 3,5-dinitro-o-toluamide or 2-methyl-3,5-dinitrobenzamide Δινιτολμίδιο ή

3,5-δινιτρο-ο-τολουαμίδιο ή 2-μεθυλο-3,5-δινιτροβενζαμίδιο (C8H7NO5)

Dinitroaniline Δινιτροανιλίνη (C6H5N3O4)Dinitrobenzene Δινιτροβενζόλιο (C6H4N2O4)Dinitrobenzoic acid Δινιτροβενζοϊκό οξύDinitrobenzoyl chloride ΔινιτροβενζοϋλοχλωρίδιοDinitrochlorobenzene ΔινιτροχλωροβενζόλιοDinitrocresol Δινιτροκρεζόλη (C7H6N2O5)Dinitrofluorobenzene (DNFB) ΔινιτροφθοροβενζόλιοDinitrogen oxide or nitrous oxide or nitrogen protoxide

Υποξείδιο του αζώτου ή πρωτοξείδιο του αζώτου ή ιλαρό αέριο (N2O)

Dinitronaphthalene Δινιτροναφθαλίνιο (C10H6N2O4)3,5-dinitro-o-toluamide see dinitolmide Dinitrophenol Δινιτροφαινόλη (C6H4N2O5)Dinitrotoluene Δινιτροτολουόλιο (C7H6N2O4)Dinucleotide ΔινουκλεοτίδιοDiode array detection (DAD) Ανίχνευση συστοιχίας διόδωνDioxalanone ΔιοξαλανόνηDioxane Διοξάνιο (O(CH2CH2)2O)Dioxathion Διοξάθειον (C12H26O6P2S4)Dioxolane Διοξολάνη (C3H6O2)Dipentene or limonene Διπεντένιο ή λιμονένιο (C10H13)

Diphenyl carbonate Ανθρακικό διφαινύλιο (C13H10Ο3)Diphenyl ether or phenyl ether Διφαινυλαιθέρας ή

φαινυλαιθέρας (C12H10O)Diphenyl or biphenyl Διφαινύλιο (C12H10)Diphenylamine see biphenylamine N,N-diphenylaniline see triphenylamine N,N-diphenylbenzenamine see triphenylamine Diphenylcyclopropenone ΔιφαινυλοκυκλοπροπενόνηDiphenylguanidine Διφαινυλογουανιδίνη (C13H13N3)4,4-diphenylmethane diisocyanate see methylene

bisphenyl isocyanate Diphenylmethanol or benzydrol Διφαινυλομεθανόλη ή

βενζυδρόληDiphenylmethyl ΔιφαινυλομεθύλιοDiphenylol or biphenylol Διφαινυλόλη (C12H10O)Diphosphopyridinenucleotide

ΔιφωσφοπυριδινονουκλεοτίδιοDipropyl ketone Διπροπυλοκετόνη (C7H14O)Dipropylene glycol methyl ether or bis-(2-methoxypropyl)

ether (DPGME) Μεθυλογλυκολοδιπροπυλενικός αιθέρας ή δις-(2-μεθοξυπροπυλ)αιθέρας (C7H16O3)

Dips Διαλύματα εμβάπτισηςDiquat Δικουάτ (C12H12N2)Direct acting lift Ανελκυστήρας άμεσης επενέργειαςDirect current Συνεχές ρεύμαDirective ΟδηγίαDirector Διευθυντής (π.χ υπηρεσίας, τομέα)Disability Ανικανότητα, αναπηρίαDisabled workers Εργαζόμενοι με ειδικές ανάγκεςDisaccharide ΔισακχαρίτηςDisasters ΚαταστροφέςDischarge ΕκφόρτισηDischarge pressure Πίεση εκκένωσηςDiscipline Επιστημονικός κλάδοςDiscrete ΔιακριτόςDiscrete distributions Ασυνεχείς κατανομέςDiscrete organic chemical Καθορισμένο οργανικό χημικό

προϊόνDiscretionary ΔιακριτικόςDiscrimination Διάκριση (π.χ. φυλετική)Disease Ασθένεια, νόσος, νόσημαDisease occurrence Περιστατικά ασθένειαςDisease susceptibility ΕυπάθειαDisent at work Αξιοπρέπεια στην εργασίαDisinfectant ΑπολυμαντικόDisinfection ΑπολύμανσηDisinfection of equipment Απολύμανση του εξοπλισμού

lexiko011s112.indd 40 10/29/08 1:27:55 PM

Page 39: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

41

D

Durene

Dislocation ΕξαρθρώσηDismantling ΑποσυναρμολόγησηDismissal ΑπόλυσηDispersion ΔιασποράDisplays Ενδεικτικά όργαναDisposal ΑπόρριψηDisproportionation ΑναδιάταξηDissection Διαχωρισμός ή ανατομήDissociation ΔιάστασηDissociation constant (pKa) Σταθερή διαλυτότηταDissolution ΔιαλυτοποίησηDissolved gases Διαλυμένα αέριαDissolving of wood-protecting salts Διάλυση αλάτων

προστασίας ξύλουDistillation ΑπόσταξηDistilled water Απεσταγμένο νερόDistinctive odour Χαρακτηριστική οσμήDistribution ΚατανομήDistribution free test Δοκιμή ανεξάρτητης κατανομήςDistribution system Σύστημα διανομήςDisulfiram Δισουλφιράμ (C10H20N2S4)Disulfoton Δισούλφοτον (C8H19O2PS3)Diuresis ΔιούρησηDiuretics ΔιουρητικάDiuron Δίουρον (C9H10Cl2N2O)Divider circuit Κύκλωμα διαιρέτηDiving apparatus Συσκευή κατάδυσηςDivinyl benzene Διβινυλοβενζόλιο (C10H10)Divinyl ether ΔιβινυλαιθέραςDivision of labour Καταμερισμός εργασίαςDizziness ΖαλάδαDo not exceed (DNE) Να μην υπερβείDo nothing strategy Καμιά ενέργειαDocumentation ΤεκμηρίωσηDocumentation and Information centre Κέντρο

Τεκμηρίωσης και ΠληροφόρησηςDodecane Δωδεκάνιο (C12H26)Dodecanoic acid see lauric acid 1-dodecanol see lauryl alcohol Dodecene Δωδεκένιο (C12H24)Dodecyl alcohol Δωδεκυλαλκοόλη (C12H26O)Dodecyl diphenyl ether disulphonate Δισουλφονικός

δωδεκυλοδιφαινυλαιθέραςDodecyl methacrylate Μεθακρυλικός δωδεκυλεστέραςDodecyl phenol Δωδεκυλοφαινόλη (C18H30O)Dodecyne Δωδεκίνιο (C12H20)Dolomite Δολομίτης (CaCO3.MgCO3)

Domino effect Φαινόμενο ντόμινοDonor ΔότηςDoped ΕνισχυμένοDosage ΔοσολογίαDose ΔόσηDouble acting switch Διακόπτης διπλής ενέργειαςDouble blind Διπλό τυφλόDouble helix Διπλή έλικα (του DNA)Double pole switch Διακόπτης διπολικόςDoubt ΑμφιβολίαDown acting valve Βαλβίδα καθόδου (ασανσέρ)Draft standard Σχέδιο ΠροτύπουDragline Εκσκαφέας συρόμενης πτυοσκάφηςDrain ΑποχέτευσηDrawer ΣυρτάριDrawing ΕλκυσμόςDressing ΑνάμιξηDrift ΟλίσθησηDrilling Τρυπανισμός, διάτρησηDrilling brines Άλμες διατρήσεως Drilling platforms Πλατφόρμες γεώτρησηςDrills ΔράπαναDrinking water Πόσιμο νερόDriver fatigue Κόπωση του οδηγούDrowning ΠνιγμόςDruft ΒύθισμαDrug Φάρμακο Drug abuse Κατάχρηση φαρμάκωνDrug addiction Εξάρτηση από ναρκωτικάDrug induced hypersensitivity Φαρμακευτική υπερευαισθησίαDrum Τύμπανο, βαρέλι / καρούλιDry ΞηρόςDry chemical powder Ξηρή χημική σκόνηDry cleaning Στεγνό καθάρισμαDry construction Ξηρά δόμησηDrying oils Ξηραντικά έλαιαDrying stove Στεγνωτήρας παρτίδαςDubnium Δούβνιο (Db)Duct Αγωγός (π.χ. υδραυλικός, αερίων)Dumper Ανατρεπόμενο (φορτηγό)Dunnage Ξύλινα υλικά σφήνωσης και υποστήριξης φορτίωνDuplicate Διπλασιάζω, αντίγραφοDuplicate measurement Διπλή μέτρησηDuplicate sample Διπλό δείγμαDurability Ανθεκτικότητα, αντοχή στον χρόνοDuration ΔιάρκειαDurene Δουρόλιο

lexiko011s112.indd 41 10/29/08 1:27:55 PM

Page 40: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

42

Electrode of the second order

Dust ΣκόνηDust control Έλεγχος της σκόνηςDust explosions Εκρήξεις σκόνηςDust masks Προσωπίδες για τη σκόνηDyeing Βαφή Dyes Βαφές

Dyestuff ΧρωστικήDynamic range Δυναμική περιοχή (της μεθόδου)Dypnone Δυπνόνη (C16H14O)Dyspepsia ΔυσπεψίαDyspnea ΔύσπνοιαDysprosium Δυσπρόσιο (Dy)

E

Ear ΑυτίEar plugs Προστατευτικά βύσματα αυτιού, ωτοβύσματαEarly retirement Πρόωρη συνταξιοδότησηEarmuffs Προστατευτικά καλύμματα των αυτιώνEarphone ΑκουστικόEarthing ΓείωσηEarthing of conducting screens Γείωση αγώγιμων

θωρακίσεωνEarth-moving machinery Χωματουργικά μηχανήματαEarthwork ΧωματουργικάECE Regulation Κανονισμός ΕΕEchometer see sound level meter Eclampsia ΕκλαμψίαEco Management and Audit Scheme (EMAS) Σύστημα

περιβαλλοντικής διαχείρισης, σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου

Economic activity Οικονομική δραστηριότηταEconomy ΟικονομίαEczema ΈκζεμαEdema ΟίδημαEducation, Audiovisual and Culture Executive Agency,

Brussels (Belgium) Εκτελεστικός οργανισμός εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών θεμάτων και πολιτισμού, με έδρα τις Βρυξέλλες, (Βέλγιο)

Effect ΑποτέλεσμαEffect concentration (EC50) Συγκέντρωση πρόκλησης

αποτελέσματος, διάμεση δραστική συγκέντρωση (για το 50% του πληθυσμού των πειραματοζώων)

Effective ΑποτελεσματικόςEffective band width Πραγματικό πλάτος ζώνηςEffective temperature index (ET) Δείκτης αισθητής

θερμοκρασίαςEffects of Accidents Επιπτώσεις ατυχημάτωνEffects of Industrial Accidents Επιπτώσεις βιομηχανικών

ατυχημάτωνEfficiency characteristics Χαρακτηριστικά επίδοσηςEinsteinium Αϊνστάνιο (Es)

Elasticity ΕλαστικότηταElbow ΑγκώναςElbow injurie Κάκωση του αγκώναElectric counductivity Ηλεκτρική αγωγιμότηταElectric current Ηλεκτρικό ρεύμαElectric field Ηλεκτρικό πεδίοElectric field strength (E) Ένταση ηλεκτρικού πεδίου (Ε)Electric motor ΗλεκτροκινητήραςElectric panel Ηλεκτρικός πίνακαςElectric safety chain Αλυσίδα ηλεκτρικής ασφάλειας (ασανσέρ)Electric shock ΗλεκτροπληξίαElectric signal Ηλεκτρικό σήμαElectric soldering iron Ηλεκτρικό σίδερο συγκόλλησηςElectric welding ΗλεκτροσυγκόλλησηElectrical ΗλεκτρικόςElectrical accidents Ατυχήματα που οφείλονται στο

ηλεκτρικό ρεύμαElectrical anti-creep system Ηλεκτρικό σύστημα αποφυγής

της μετατόπισηςElectrical apparatus Ηλεκτρικές συσκευέςElectrical cabling and wiring Ηλεκτρικές καλωδιώσειςElectrical equipment Ηλεκτρικός εξοπλισμός Electrical hazards Ηλεκτρικοί κίνδυνοι ή κίνδυνοι από το

ηλεκτρικό ρεύμαElectrical installation Ηλεκτρική εγκαταστάσηElectrical isolation Ηλεκτρική μόνωσηElectrical parameters of cables Ηλεκτρικές παράμετροι

καλωδίωνElectrical protection Ηλεκτρική προστασίαElectrical safety Προφύλαξη από ηλεκτροπληξίαElectrical separation Ηλεκτρικός διαχωρισμόςElectrical tachometer Ηλεκτρικό στροφόμετροElectricity ΗλεκτρισμόςElectrochemical ΗλεκτροχημικόςElectrocution ΗλεκτροπληξίαElectrode ΗλεκτρόδιοElectrode of the second order Ηλεκτρόδιο δευτέρου είδους

lexiko011s112.indd 42 10/29/08 1:27:55 PM

Page 41: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

43

DE

Endoscopy

Electrofusion ΗλεκτροσύντηξηElectrolysis ΗλεκτρόλυσηElectrolytes ΗλεκτρολύτεςElectromagnetic field Ηλεκτρομαγνητικό πεδίοElectromagnetic force Ηλεκτρομαγνητική δύναμηElectromagnetic radiation Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολίαElectromagnetic spectrum Ηλεκτρομαγνητικό φάσμαElectromyography ΗλεκτρομυογραφίαElectron ΗλεκτρόνιοElectron capture detection (ECD) Ανίχνευση σύλληψης

ηλεκτρονίωνElectronic ΗλεκτρονικόElectronic impact ionization (EI) Ιονισμός (μορίου) με

σύγκρουση με ηλεκτρόνιοElectronic work monitoring Ηλεκτρονική παρακολούθηση

εργασιώνElectrophoresis ΗλεκτροφόρησηElectroplating industry Βιομηχανία γαλβανισμούElectroptical effects Ηλεκτροοπτικά φαινόμεναElectrosensitive protective devices Ηλεκτροευαίσθητες

προστατευτικές διατάξειςElectroslag ΗλεκτοσκωρίωσηElectrostatic properties Ηλεκτροστατικές ιδιότητεςElectrostatic spraying Ψεκασμός ηλεκτροστατικόςElement ΣτοιχείοElement map Πίνακας στοιχείωνElement specific chromatography Ειδική χρωματογραφία

στοιχείωνElementary occupations Ανειδίκευτοι εργάτεςElevated work platforms Υπερανυψωμένη εξέδρα εργασίαςElevating platforms see lifting platform Elevator Ανελκυστήρας ή ασανσέρElimination of hazards Εξάλειψη κινδύνωνElongation after cooling Επιμήκυνση μετά την ψύξηElongation at break Επιμήκυνση κατά τη θραύσηEluotropic series Ισχύς έκλουσης ή σειρά έκλουσηςEmanation ΈκλυσηEmbirittlement ΕυθραυστότηταEmbryotoxicity ΕμβριοτοξικότηταEmergency exits Έξοδοι κινδύνουEmergency generator Γεννήτρια ανάγκηςEmergency Management System (EMS) Οδηγός έκτακτης

ανάγκηςEmergency operation Λειτουργία σε έκτακτη ανάγκηEmergency plan Σχέδιο έκτακτης ανάγκηςEmergency planning Σχεδιασμός αντιμετώπισης έκτακτων

καταστάσεων

Emergency procedures Διαδικασίες έκτακτης ανάγκηςEmergency procedures for ships carrying dangerous

gοοds (EMS) Οδηγός ενεργειών εκτάκτου ανάγκης σε πλοία που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία

Emergency response Αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκηςEmergency services Υπηρεσίες επειγόντων περιστατικώνEmergency showers Ντους για την ασφάλεια του προσωπικούEmergency situation Κατάσταση έκτακτης ανάγκηςEmergency stop Διάταξη Επείγουσας διακοπήςEmergency switch-off Διακοπή έκτακτης ανάγκηςEmergency temperature Θερμοκρασία κινδύνουEmery Σμυριδόπετρα, σμύριδα (Al2O3)Emission ΕκπομπήEmission reduction unit (ERU) Μονάδα μείωσης των

εκπομπώνEmission standards Πρότυπα επίπεδα εκπομπώνEmission value Τιμή εκπομπήςEmission wavelength Μήκος κύματος εκπομπήςEmitter ΕκπομπόςEmphysema ΕμφύσημαEmpirical formula Εμπειρικός τύποςEmpirical research Εμπειρική έρευναEmployability ΑπασχολησιμότηταEmployee ΕργαζόμενοςEmployee liability Ευθύνη μισθωτούEmployer ΕργοδότηςEmployer liability Ευθύνη εργοδότηEmployers’ insurance contribution Εργοδοτική εισφοράEmployment ΑπασχόλησηEmployment of minors Εργασία ανηλίκωνEmpyema ΕμπύημαEmulsin ΕμουλσίνηEmulsion Γαλάκτωμα ή αιώρημαEN standard Πρότυπο ΕΝEnablers Δυνάμεις επίτευξηςEnabling device Διάταξη ενεργοποίησηςEnamine ΕναμίνηEncapsulation ΕγκιβωτισμόςEnclosure ΕγκλεισμόςEnd of shift Τέλος βάρδιαςEnd of workweek Τέλος της εργάσιμης εβδομάδαςEndocrine disruption Ενδοκρινής διάσπασηEndocrine disruptors Ενδοκρινικοί διαταράκτεςEndocrine toxicology Ενδοκρινική τοξικολογίαEndocrinological disorders Ενδοκρινολογικές παθήσειςEndoplasmic reticulum Ενδοπλασματικό δίκτυοEndoscopy Ενδοσκόπηση

lexiko011s112.indd 43 10/29/08 1:27:55 PM

Page 42: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

44

Erythema

Endosuflan Ενδοσουλφάν (C9H6Cl6O3S)Endothermic reaction Ενδόθερμη αντίδρασηEndotoxins ΕνδοτοξίνεςEndrin Ενδρίνη (C12H8Cl8O)Enediol ΕνεδιόληEnergy ΕνέργειαEnergy absorber Απορροφητής ενέργειαςEnergy content Ενεργειακό περιεχόμενοEnergy-isolating devices Διατάξεις απομόνωσης ενέργειαςEnflurane ΕνφθοράνιοEnforcement Εφαρμογή (π.χ. νόμου)Engine ΚινητήραςEngine exhaust ΕξάτμισηEngineer ΜηχανικόςEngineering (e.g chemical engineering) Μηχανική (π.χ.

χημική μηχανική)Engineering controls Μηχανολογία συστημάτων ελέγχουEnol ΕνόληEnriched uranium Εμπλουτισμένο ουράνιοEntanglement ΕμπλοκήEnterprise ΕπιχείρησηEntrance ΕίσοδοςEntry permit Άδεια εισόδουEnvironment ΠεριβάλλονEnvironmental chemistry Περιβαλλοντική χημείαEnvironmental exposure Περιβαλλοντική έκθεσηEnvironmental Management System (EMS) Σύστημα

Περιβαλλοντικής ΔιαχείρισηςEnvironmental monitoring Περιβαλλοντική παρακολούθησηEnvironmental pollutants Ρύποι/ρυπογόνες ουσίες του

περιβάλλοντοςEnvironmental pollution Ρύπανση του περιβάλλοντοςEnvironmental protection Προστασία του περιβάλλοντοςEnvironmental Protection Agency (EPA) Υπηρεσία

Προστασίας του Περιβάλλοντος (των ΗΠΑ)Environmental protection management Διαχείριση της

προστασίας του περιβάλλοντοςEnvironmental Quality Standards (EQS) Πρότυπα ποιότητας

περιβάλλοντοςEnvironmental study Περιβαλλοντική μελέτηEnvironmentally hazardous substances Ουσίες επιβλαβείς

για το περιβάλλονEnzyme ΈνζυμοEphedrine [ΕΡΗ] Εφεδρίνη (C10H15NO)Epichlorhydrin Επιχλωρυδρίνη (C3H5ClO)Epidemiological measurements Επιδημιολογικές μετρήσειςEpidemiological methods Επιδημιολογικές μέθοδοι

Epidemiological study Επιδημιολογική μελέτηEpidemiology ΕπιδημιολογίαEpidermal ΕπιδερμικόςEpigastric pain Επιγαστρικός πόνοςEpinephrine or adrenaline Επινεφρίνη ή αδρεναλίνη

(C9H13NO3)Epithelium ΕπιθήλιοEpoxide Εποξείδιο2,3-epoxy-1-propanol see glycidol Epoxypentane ΕποξυπεντάνιοEpoxypropane see propylene oxide Equal opportunities Ίσες ευκαιρίεςEquality ΙσότηταEquilibrium ΙσορροπίαEquipment ΕξοπλισμόςEquipment design Σχεδιασμός εξοπλισμούEquipment for chemical processes Συσκευές χημικής

επεξεργασίαςEquipment for heat treatment Συσκευές θερμικής

επεξεργασίαςEquipment for raising persons Εξοπλισμοί ανέλκυσης

ατόμωνEquipment intended for use in potentially explosive

atmospheres (ATEX) Εξοπλισμός που προορίζεται για χρήση σε εκρήξιμες ατμόσφαιρες

Equipment modification Μετατροπή εξοπλισμούEquipment replacement Αντικατάσταση εξοπλισμούEquipment testing Δοκιμή εξοπλισμούEquivalent ΙσοδύναμοEquivalent continuous noise level (Leq) Ισοδύναμη

συνεχής στάθμη θορύβουEquivalent dose (ΗT) Ισοδύναμη δόση Erbium Έρβιο (Er)Ergocalciferol or calciferol or vitamin D2

Εργοκαλσιφερόλη ή καλσιφερόλη ή βιταμίνη D2 (C28H44O)Ergonomic design principles Αρχές εργονομικού

σχεδιασμούErgonomic factors Εργονομικοί παράγοντεςErgonomic hazards Εργονομικοί κίνδυνοιErgonomical ΕργονομικόςErgonomics ΕργονομίαErgonomics of the thermal environment Εργονομία

θερμικού περιβάλλοντοςErgonomist ΕργονόμοςErgosterol ΕργοστερόληError or mistake Σφάλμα ή λάθοςErythema Ερύθημα

lexiko011s112.indd 44 10/29/08 1:27:55 PM

Page 43: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

45

E

Ethyl cyanobutyrate

Erythrose ΕρυθρόζηEscalator Κυλιόμενη κλίμακαEscape device Συσκευή διαφυγήςEscape plan Σχέδιο διαφυγήςEsophagus ΟισοφάγοςEssential Health and Safety Requirements (EHSRs)

Βασικές απαιτήσεις ασφάλειας και υγείαςEssential oils Αρωματικά έλαιαEstablishment Δημιουργία (π.χ. θεσμού)Ester Εστέρας (RCOOR’)Ester gum Εστερική γόμαEstimate ΕκτίμημαEstimated value Εκτιμώμενη τιμήEstrogen ΟιστρογόνοEstrone Οιστρόνη (C18H22O2)Ethanal or acetaldehyde Αιθανάλη ή ακεταλδεΰδη (C2H4O)Ethanamide or acetamide Αιθαναμίδιο ή ακεταμίδιο

(CH3CONH2)Ethane Αιθάνιο (C2H6)Ethane dinitrile see cyanogen Ethanediol Αιθανοδιόλη1,2-ethanediol see ethylene glycol Ethanenitrile or acetonitrile or methyl cyanide

Αιθανονιτρίλιο ή ακετονιτρίλιο ή μεθυλοκυανίδιο ή οξικό νιτρίλιο (C2H3N)

Ethanethiol or ethyl mercaptan Αιθανοθειόλη ή αιθυλομερκαπτάνη (C2H6S)

Ethanoic acid or acetic acid Αιθανοϊκό οξύ ή οξικό οξύ (C2H4O2)

Ethanol see ethyl alcohol Ethanolamine or 2- aminoethanol Αιθανολαμίνη ή

2-αμινοαιθανόλη (C2H7NO)Ethanolamine phosphoglyceride see phosphatidyl

ethanolamine Ethanoyl Αιθανοΰλιο (CH3CO)Ethene or ethylene Αιθένιο ή αιθυλένιο (C2H4)Ethenyl ethanoate see vinyl acetate Ethers ΑιθέρεςEthion ΑιθιόνEthoxide ΑιθοξείδιοEthoxy-4-nitrophenoxy-phenylphosphine sulfide (EPN)

Θειούχος αιθοξυ-4-νιτροφαινοξυ φαινυλοφωσφίνη ή αιθοξυ-4-νιτροφαινοξυ θειοφαινυλοφωσφίνη (C14H14NO4PS)

2-ethoxyethyl acetate or ethylene glycol ethyl ether acetate (EGEEA) Οξικός 2-αιθοξυαιθυλεστέρας (C6H12O3)

Ethoxymethanol Αιθοξυμεθανόλη (C4H10O2)Ethyl Αιθύλιο (C2H5)

Ethyl 3-oxo-2-methylpentanoate or ethyl α-methyl-β-ketovalerate 3-οξο-2-μεθυλοπεντανοϊκός αιθυλεστέρας ή α-μεθυλο-β-κετοβαλεριανικός αιθυλεστέρας

Ethyl acetate Οξικός αιθυλεστέρας (C4H8O2)Ethyl acetoacetate or diacetic ester or acetoacetic ester

or ethyl acetylacetonate Ακετοξικός αιθυλεστέρας ή διοξικός εστέρας ή ακετοξικός εστέρας ή ακετυλακετονικός αιθυλεστέρας (C6H10O3)

Ethyl acetylacetonate see ethyl acetoacetate Ethyl acrylate or ethyl propenoate Ακρυλικός αιθυλεστέρας

ή προπενικός αιθυλεστέρας (C5H8O2)Ethyl adipate Αδιπικός αιθυλεστέρας

(C2H5OOC(CH2)4COOC2H5)Ethyl alcohol or ethanol Αιθυλική αλκοόλη ή αιθανόλη ή

οινόπνευμα (C2H6O)Ethyl alkylacetoacetate Αλκυλακετοξικός αιθυλεστέρας

(RC6H9O3)Ethyl alkylmalonate Αλκυλομηλονικός αιθυλεστέρας ή

αιθυλοαλκυλομηλονικός εστέραςEthyl aminobenzoate Αμινοβενζοϊκός αιθυλεστέραςEthyl amyl ketone Αιθυλοαμυλοκετόνη (C8H16O)Ethyl benzene Αιθυλοβενζόλιο (C8H10)Ethyl benzoate Βενζοϊκός αιθυλεστέρας ή αιθυλεστέρας του

βενζοϊκού οξέος (C6H5COOC2H5)Ethyl bromide Αιθυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο αιθύλιο ή

βρωμοαιθάνιο (C2H5Br)Ethyl bromoacetate Βρωμοοξικός αιθυλεστέρας (C4H7BrO2)Ethyl bromopropionate Αιθυλοβρωμοπροπιονικός εστέρας

ή βρωμοπροπιονικός αιθυλεστέραςEthyl butyl ether (ETBE) ΑιθυλοβουτυλαιθέραςEthyl butyl ketone or 3-heptanone Αιθυλοβουτυλοκετόνη ή

3-επτανόνη (C7H14O)Ethyl butyrate Βουτυρικός αιθυλεστέρας (C6H12O2)Ethyl carbamate see urethane Ethyl carbonate Ανθρακικός αιθυλεστέρας (C2H5OC=OOC2H5)Ethyl chloride Αιθυλοχλωρίδιο ή χλωροαιθάνιο ή

χλωριούχο αιθύλιο (C2H5Cl)Ethyl chloroacetate Χλωροξικός αιθυλεστέρας

(ClCH2COOC2H5)Ethyl chlorocarbonate Χλωροανθρακικός αιθυλεστέρας

(C2H5OC=OCl)Ethyl cinnamate Κινναμωμικός αιθυλεστέρας

(C6H5CH=CHCOOC2H5)Ethyl crotonate Κροτωνικός αιθυλεστέρας (C6H10O2)Ethyl cyanoacetate see cyanoacetic ester Ethyl cyanoacrylate Κυανοακρυλικός αιθυλεστέρας (C6H7NO2)

lexiko011s112.indd 45 10/29/08 1:27:55 PM

Page 44: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

46

Ethylmethylamine

Ethyl cyanobutyrate Κυανοβουτυρικός αιθυλεστέραςEthyl cyclopentylacetate Κυκλοπεντυλοξικός αιθυλεστέραςEthyl ethanoate or acetic ester Οξικός εστέρας

(CH3COOCH2CH3)Ethyl ether or diethyl ether Αιθυλαιθέρας (C4H10O)Ethyl ethoxypropionate Αιθοξυπροπιονικός αιθυλεστέρας Ethyl formate Μυρμηκικός αιθυλεστέρας (C3H6O2)Ethyl formylacetate Φορμυλοξικός αιθυλεστέραςEthyl hexadecanoate see ethyl palmitate Ethyl hydrogen sulfate Όξινο θειικό αιθύλιοEthyl iodide or iodoethane Αιθυλοϊωδίδιο ή ιωδοαιθάνιο

(C2H5O2)Ethyl isobutylacetoacetate Ισοβουτυλοακετοξικός

αιθυλεστέραςEthyl isobutylmalonate Αιθυλοϊσοβουτυλομηλονικός εστέρας Ethyl mercaptan see ethanethiol Ethyl methacrylate or ethyl 2-methyl-2-propenoate

Μεθακρυλικός αιθυλεστέρας ή αιθυλο-2-μεθυλο-2-προπιονικός εστέρας (C6H10O2)

Ethyl methyl propylmalonate Μεθυλοπροπυλομηλονικός αιθυλεστέρας

Ethyl nitrobenzoate Νιτροβενζοϊκός αιθυλεστέραςEthyl palmitate or ethyl hexadecanoate Αιθυλεστέρας

παλμιτικού οξέος ή δεκαεξανοϊκός αιθυλεστέρας ή παλμιτικός αιθυλεστέρας

Ethyl phenyl ether see phenetole Ethyl phenylacetate Φαινυλοξικός αιθυλεστέραςEthyl propenoate see ethyl acrylate Ethyl propionate Προπιονικός αιθυλεστέρας (C5H10O2)Ethyl propylacrolein ΑιθυλoπροπυλακρολεΐνηEthyl silicate or tetraethoxysilane Πυριτικό αιθύλιο ή

τετρααιθοξυσιλάνιο (C8H20O4Si)Ethyl stearate Στεατικός αιθυλεστέραςEthyl toluenesulfonate or ethyl tosylate

Τολουολοσουλφονικός αιθυλεστέρας ή τοσυλοαιθυλεστέραςEthyl tosylate see ethyl toluenesulfonate Ethyl valerate Βαλεριανικός αιθυλεστέραςEthyl-4-aminobenzoate see benzocaine Ethylacetylene or butyne Αιθυλακετυλένιο ή βουτίνιοEthylamine Αιθυλαμίνη ή αμινοαιθάνιο (C2H7N)Ethylbutylamine ΑιθυλοβουτυλαμίνηEthylcyclohexane ΑιθυλοκυκλοεξάνιοEthylcyclohexylamine ΑιθυλοκυκλοεξυλαμίνηEthyldimethylacetic acid or 2,2-dimethylbutanoic acid

Αιθυλοδιμεθυλοξικό οξύ ή 2,2-διμεθυλοβουτανοϊκό οξύEthylene bromohydrin or 2-bromoethanol

Αιθυλενοβρωμοϋδρίνη ή 2-βρωμοαιθανόλη (C2H5BrO)

Ethylene chlorohydrin Αιθυλενοχλωροϋδρίνη (C2H5ClO)Ethylene cyanohydrin Αιθυλενοκυανοϋδρίνη (C2H5CNO)Ethylene dibromide or dibromoethylene

Αιθυλενοδιβρωμίδιο ή διβρωμιούχο αιθυλένιο ή διβρωμοαιθυλένιο (C2H4Br2)

Ethylene dichloride or dichloroethylene Αιθυλενοδιχλωρίδιο ή διχλωριούχο αιθύλιο ή διχλωροαιθυλένιο (C2H4Cl2)

Ethylene diglycol monoethyl ether see carbitol Ethylene glycol butyl ether acetate Οξικός

αιθυλενογλυκολοβουτυλαιθέραςEthylene glycol diacetate Διοξικός εστέρας της

αιθυλενογλυκόλης (C6H10O4)Ethylene glycol dinitrate (EGDN) Δινιτρική

αιθυλενογλυκόλη ή νιτρογλυκόλη (C2H4N2O6)Ethylene glycol ethyl ether acetate see

2-ethoxyethyl acetate Ethylene glycol methyl ether acetate Οξικός μεθυλεστέρας

της αιθυλενογλυκόληςEthylene glycol methyl ether see methoxyethanol Ethylene glycol monoalkyl ether Μονοαλκυλαιθέρας της

αιθυλενογλυκόληςEthylene glycol monoethyl ether acetate see

2-methoxyethyl acetate Ethylene glycol or 1,2-ethanediol Αιθυλενογλυκόλη ή

1,2-αιθανοδιόλη (C2H6O2)Ethylene hexachloride see hexachloroethane Ethylene oxide Αιθυλενοξείδιο ή οξείδιο του αιθυλενίου

(C2H4O)Ethylene see ethene Ethylene tetrachloride see tetrachloroethylene Ethylenediamine Αιθυλενοδιαμίνη (C2H8N2)Ethylenediaminediacetic acid tetrasodium salt

Αιθυλενοδιαμινοδιοξικό τετρανάτριο (C10H16N2O8.4Na)Ethylenediaminetetra acetic acid (EDTA)

Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό οξύ (C10H16N2O8)Ethylenimine Αιθυλενοϊμίνη (C2H5N)Ethylhexanoic acid Αιθυλοεξανοϊκό οξύEthylhexyl acrylate Ακρυλικός αιθυλεξυλεστέραςEthylhexylamine ΑιθυλεξυλαμίνηEthylhexylphosphoric acid Αιθυλεξυλοφωσφορικό οξύEthylhexylphthalate Φθαλικός αιθυλεξυλεστέρας ή

φθαλικός οκτυλεστέρας (C24H38O4)Ethylidene norbornene Αιθυλιδενονορβορνένιο (C9H12)Ethyllithium ΑιθυλολίθιοEthylmagnesium bromide Βρωμιούχο αιθυλομαγνήσιοEthylmethylamine Μεθυλοαιθυλαμίνη ή αιθυλομεθυλαμίνη

lexiko011s112.indd 46 10/29/08 1:27:55 PM

Page 45: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

47

E

European Union Institute for Security Studies

Ethylmorpholine Αιθυλομορφολίνη (C6H13NO)Ethylphenol Αιθυλοφαινόλη (C8H10O)Ethylsuccinic acid Aιθυλοηλεκτρικό οξύEthyltoluene ΑιθυλοτολουόλιοEthyne see acetylene Ethynylithium ΑιθινυλολίθιοEudalene Ευδαλένιο (C14H16)Eugenol or oil of cloves Ευγενόλη ή γαρυφαλλέλαιο (C10H22O2)European Accreditation of Laboratories (EAL) Ευρωπαϊκή

Ένωση Φορέων Διαπίστευσης ΕργαστηρίωνEuropean Agency for Safety and Health at Work, Bilbao

(Spain) (EU-OSHA) Ευρωπαϊκός οργανισμός για την ασφάλεια και την υγεία στο χώρο της εργασίας, με έδρα το Μπιλμπάο (Ισπανία)

European Agency for the Management of Operational Cooperation at the External Borders of the Member States of the European Union, Warsaw (Poland) (FRONTEX) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαχείρισης Εξωτερικών Συνόρων, με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία)

European Aviation Safety Agency, Cologne (Germany) (EASA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας, με έδρα την Κολωνία (Γερμανία)

European Centre for Disease Prevention and Control, Stockholm (Sweden) (ECDC) Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Πρόληψη και τον Έλεγχο των Νόσων, με έδρα τη Στοκχόλμη (Σουηδία)

European Centre for the Development of Vocational Training, Thessaloniki (Greece) (CEDEFOP) Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα)

European Chemicals Agency, Helsinki (Finland) (ECHA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, με έδρα το Ελσίνκι (Φιλανδία)

European Civil Aviation Conference (ECAC) Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πολιτικής Αεροπορίας

European Commission Ευρωπαϊκή ΕπιτροπήEuropean Council Ευρωπαϊκό ΣυμβούλιοEuropean Environment Agency, Copenhagen (Denmark)

(EEA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, με έδρα την Κοπεγχάγη (Δανία)

European Environment Information and Observation Network (ΕΙΟΝΕΤ) Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφοριών και Παρατηρήσεων για το Περιβάλλον

European Food Safety Authority, Parma (Italy) (EFSA) Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, με έδρα την Πάρμα (Ιταλία)

European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions, Dublin (Ireland) (EUROFOUND) Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία)

European Fundamental Rights Agency, Vienna (Austria) (EFRA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με έδρα τη Βιέννη (Αυστρία)

European Inventory of Existing Commercial Chemical Substances (EINECS) Ευρωπαϊκό Ευρετήριο Υφιστάμενων Εμπορικών Χημικών Ουσιών

European List of Notified Chemical Substances (ELINCS) Ευρωπαϊκός κατάλογος κοινοποιημένων χημικών ουσιών

European Maritime Safety Agency, Lisbon (Portugal) (EMSA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα, με έδρα τη Λισσαβόνα (Πορτογαλία)

European Medicines Agency, London (United Kingdom) (EMEA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Αξιολόγησης των Φαρμακευτικών Προϊόντων, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο)

European Monitoring Centre for Drugs and Drug Addiction, Lisbon (Portugal) (EMCDDA) Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, με έδρα τη Λισσαβόνα (Πορτογαλία)

European Network and Information Security Agency, Heraklion (Greece) (ENISA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών, με έδρα το Ηράκλειο (Ελλάδα)

European Parliament Ευρωπαϊκό ΚοινοβούλιοEuropean Prestandard (ENV) Πειραματικό Ευρωπαϊκό

ΠρότυποEuropean Railway Agency, Valenciennes and Lille

(France) (ERA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων, με έδρα τις πόλεις Valenciennes και Lille (Γαλλία)

European Reconstruction Agency, Thessaloniki (Greece) (ERA) Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα)

European Standard (ΕΝ) Ευρωπαϊκό ΠρότυποEuropean Topic Centre on Air and Climate Change (ETC/

ACC) Ευρωπαϊκό Θεματικό Κέντρο για τον Αέρα και την Κλιματική Μεταβολή

European Training Foundation, Turin (Italy) (ETF) Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, με έδρα το Τορίνο (Ιταλία)

European Union Ευρωπαϊκή ΈνωσηEuropean Union Institute for Security Studies, Paris

lexiko011s112.indd 47 10/29/08 1:27:55 PM

Page 46: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

48

Eye wash kits

(France) (EUISS) Ινστιτούτο Μελετών για Θέματα Ασφάλειας, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία)

European Week on Safety and Health at Work Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία

European Οrganisations Ευρωπαϊκοί ΟργανισμοίEuropium Ευρώπιο (Eu)Eutectic point Eυτηκτικό σημείοEutrophication ΕυτροφισμόςEvacuations ΕκκενώσειςEvaluation Αξιολόγηση, εκτίμησηEvaluation study Μελέτη εκτίμησηςEvaporation ΕξάτμισηEvidence-based Occupational Medicine Αποδεικτική

ιατρική της εργασίαςExamination centre Εξεταστικό κέντροExamination of control measures Εξέταση των μέτρων

ελέγχουExamination report Έκθεση εξέτασηςExaminer ΕξεταστήςExamining body Φορέας εξέτασηςExanthema ΕξάνθημαExcavation ΕκσκαφήExcavation of the building pit Εκσκαφές θεμελίωνExcavator ΕκσκαφέαςExcess ΠερίσσειαExcess flow valve Ασφαλιστικός διακόπτης παροχής αερίουExchange capacity Ανταλλακτική χωρητικότηταExciter ΔιεγέρτηςExclusive use Αποκλειστική χρήσηExcretion Έκκριση (π.χ. ούρων)Executive agencies Εκτελεστικοί οργανισμοίExecutive body Εκτελεστικό όργανοExertion ΚαταπόνησηExfoliated vermiculite Διαφυλλισμένος βερμικουλίτηςExhalation ΕκπνοήExhaust gases ΚαυσαέριαExhausts ΚαυσαέριαExit ΈξοδοςExit slit Σχισμή εξόδουExothermic reaction Εξώθερμη αντίδρασηExpanded clay Διογκωμένη άργιλοςExpanded perlite Διογκωμένος περλίτηςExpanded perlite board Πλάκα διογκωμένου περλίτηExpanded polysterene Διογκωμένη πολυστερίνηExpanded polyvinyl chloride Διογκωμένο

πολυβινυλοχλωρίδιο

Expanded rubber Διογκωμένο ελαστικόExpanding foam Διογκούμενος αφρόςExperience ΕμπειρίαExperimental design Πειραματικός σχεδιασμόςExperimentally ΠειραματικάExpert ΕμπειρογνώμοναςExpiration date Ημερομηνία λήξηςExpired air Εκπνεόμενος αέραςExplosion ΈκρηξηExplosion control Έλεγχος έκρηξηςExplosion limit Όριο εκρηκτικότηταςExplosion proof ΑντιεκρηκτικόExplosive Εκρηκτική ύλη, εκρηκτικόExplosive atmosphere Εκρηκτική ατμόσφαιραExplosive gas atmosphere Εκρήξιμη ατμόσφαιρα αερίωνExplosive range Εκρηκτική ζώνηExplosive substance (E) Εκρηκτική ουσίαExponent ΕκθέτηςExponential function Εκθετική συνάρτησηExposure ΈκθεσηExposure assessment Εκτίμηση έκθεσηςExposure routes Οδοί έκθεσηςExtension cords Καλώδια επέκτασηςExtent of validation Έκταση της επικύρωσηςExternal ambient temperature Θερμοκρασία περιβάλλοντος

στην εξωτερική πλευράExtinction coefficient see damping factor Extract ΕκχύλισμαExtraction Εκχύλιση / εξαγωγή αέρα, απαγωγή αέραExtrapolation Προεκβολή ή προέκτασηExtremely flammable Εξαιρετικά εύφλεκτοExtruded foam Εξηλασμένος αφρόςExtruded polystyrene foam Εξηλασμένος αφρός

πολυστερίνηςExtruder ΕξωθητήραςExylresorcinol ΕξυλορεσορκινόληEye Μάτι, οφθαλμόςEye cancer Καρκίνος των οφθαλμώνEye injuries Βλάβες των οφθαλμώνEye irritation Ερεθισμός των οφθαλμώνEye protections Προστατευτικά οφθαλμών, προστατευτικά

μέσα οφθαλμών, μέσα προστασίας ματιώνEye wash kits Σετ πλύσης οφθαλμών, σύνεργα πλύσης

οφθαλμών

lexiko011s112.indd 48 10/29/08 1:27:55 PM

Page 47: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

49

EF

Finger

Facade cladding Επενδύσεις προσόψεωνFacade engineering Μηχανική προσόψεωνFacade scaffolds Ικριώματα προσόψεωςFace ΠρόσωποFace protection Προστασία προσώπουFace shields Προστατευτικές προσωπίδεςFacecutting ΤορνίρισμαFaceshields Ασπίδες προσώπουFacility ΔιευκόλυνσηFacility contingency plan (FCP) Εγκεκριμένο σχέδιο

έκτακτης ανάγκης (της παράκτιας ή υπεράκτιας εγκατάστασης διακίνησης πετρελαιοειδών ή εξόρυξης πετρελαίου)

Factor ΠαράγονταςFactory ΕργοστάσιοFacultative anaerobes Προαιρετικώς αναερόβιαFailure Αστοχία Failure to danger Επικίνδυνη αστοχίαFair-finishing ΛείανσηFall ΠτώσηFall arrest systems Συστήματα προστασίας από πτώσηFalsework ΨευδοκατασκευήFan ΑνεμιστήραςFar infrared Άπω υπέρυθρηFarnesyl pyrophosphate Φαρνεσυλοπυροφωσφορικός

εστέραςFastener Σύνδεσμος (ήλος, βίδα, κοχλίας κ.λ.π.)Fatal accidents see fatalities Fatalities or fatal accidents Θανατηφόρα ατυχήματαFatigue ΚούρασηFats ΛίπηFault ΣφάλμαFault considerations Υποθέσεις σφαλμάτωνFault tree analysis (FTA) Δένδρο ανάλυσης σφαλμάτων Fauna ΠανίδαFeasibility study Μελέτη σκοπιμότηταςFeature ΧαρακτηριστικόFebrile ΕμπύρετοςFeedback Ανατροφοδότηση ή ανάδρασηFeeder ΤροφοδότηςFeedforward control system Σύστημα ελέγχου

πρωτοτροφοδότησηςFemale ΘηλυκόςFemale employment Εργασία γυναικώνFenamiphos Φαιναμιφώς (C13H22NO3PS)

Fenclorophos or ronnel or dimethyl trichlorophenyl thiophosphate Φαινχλωροφώς ή ροννέλ ή διμεθυλοτριχλωροφαινυλοτριφωσφορικός εστέρας (C8H8Cl3O3PS)

Fensulfothion Φαινσουλφοθείον (C11H17O4PS2)Fenthion Φαινθείον (C10H15O3PS2)Ferbam Φερβάμ (C9H18N3S6Fe)Fermentation ΖύμωσηFermenters ΧωνευτήριαFermium Φέρμιο (Fm)Ferric chloride Χλωριούχος σίδηρος (ΙΙΙ)Ferric nitrate or iron nitrate Νιτρικός σίδηρος (Fe(NO)3)Ferritin ΦερριτίνηFerrocene Φερροκένιο (C10H10Fe)Ferrovanadium dust Σκόνη σιδηροβαναδίου Fertility ΓονιμότηταFertilizer ΛίπασμαFever ΠυρετόςFiberglass ΥαλοβάμβακαςFibre ΊναFibreboard Ινοσανίδες Fibril ΙνίδιοFibrin ΦιβρίνηFibrinogen ΙνωδογόνοFibroblast ΙνοβλάστηςFibrogenic agents Ινογόνοι παράγοντεςFibroin ΦιβροΐνηFibrosis ΊνωσηFibrous protein Ινώδης πρωτεΐνηFidelity ΠιστότηταField blank Τυφλό πεδίουFighter ΠυροσβέστηςFile (office) Φάκελος, αρχείο, ντοσιέFile (tool) ΛίμαFiller ΠληρωτήςFilling ΠλήρωσηFilling conditions Συνθήκες πληρώσεωςFilling pressure Πίεση πλήρωσηςFilling ratio Λόγος πλήρωσηςFilter ΦίλτροFilter mask ΦιλτρόμασκαFiltration ΔιήθησηFinal construction cleanup Τελικός καθαρισμός κατασκευήςFinding Διαπίστωση, εύρημα (π.χ. αξιολόγησης, εκτίμησης)Finger Δάκτυλο

F

lexiko011s112.indd 49 10/29/08 1:27:55 PM

Page 48: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

50

Fluoromethylpropane

Fingerprint absorption band Ταινίες απορρόφησης δακτυλικών αποτυπωμάτων

Fire Φωτιά, πυρκαγιάFire alarms Συναγερμοί πυρκαγιάςFire blanket Αντιπυρική κουβέρταFire brigades Πυροσβεστικές υπηρεσίεςFire drills Ασκήσεις πυρασφάλειαςFire escapes Έξοδος πυρκαγιάςFire fighting ΠυρόσβεσηFire fighting cabinet (FFC) Πυροσβεστική φωλιάFire hoses Εύκαμπτοι πυροσβεστικοί σωλήνες

(πυροσβεστικές μάνικες)Fire protection Πυροπροστασία ή πυρασφάλειαFire resistant paint Χρώμα πυράντοχοFire resistant substances Πυρίμαχες ουσίεςFire retardant paint or flame retardant paint Χρώμα

πυροπροστασίαςFireboard Ινοσανίδες Fire-extinguisher ΠυροσβεστήραςFirefighter ΠυροσβέστηςFire-fighting hoses Σωλήνες πυρόσβεσηςFireproofing of buildings Πυροπροστασία κτηρίωνFirst aid Πρώτες βοήθειεςFirst aid kit Κιβώτιο πρώτων βοηθειώνFissile material Σχάσιμο υλικόFistula ΣυρίγγιοFitting ΠροσαρμογήFixed contamination Μόνιμη μόλυνσηFixed firefighting system Μόνιμο σύστημα πυρόσβεσηςFixed guard Σταθερός προφυλακτήραςFixed ladders Σταθερές σκάλεςFixed tank Σταθερή δεξαμενήFlagellae Βλεφαρίδες ή μαστίγιαFlake ΦολίδαFlame ΦλόγαFlame arrester ΦλογοπαγίδαFlame ionization detection (FID) Ανίχνευση ιονισμού φλόγαςFlame photometric detector (FPD) Φωτομετρικός

ανιχνευτής φλόγαςFlame propagation Διάδοση φλόγαςFlame screen Δικτυωτό διάφραγμα Flame spectroscopy Φασματοσκοπία φλόγας,

φλογοφωτομετρίαFlameproof enclosure Αντιπυρικό περίβλημαFlameproof joints Πυροστεγείς σύνδεσμοιFlaming off ΠυρόλυσηFlammable Εύφλεκτος

Flammable component Εύφλεκτο συστατικό (για αερολύματα και φύσιγγες αερίων)

Flammable dust Εύφλεκτη σκόνηFlammable gas Εύφλεκτο αέριοFlammable liquids Εύφλεκτα υγράFlammable range Εύφλεκτη ζώνηFlammable solids Εύφλεκτα στερεάFlammable substance (F, F+) Εύφλεκτη ουσίαFlash point Σημείο ανάφλεξηςFlask ΦιάληFlat roof construction Κατασκευή επίπεδης οροφήςFlatwork ironers Επίπεδα σιδερωτήριαFlavylium chloride Χλωριούχο φλαβύλιοFlexibility Ευκαμψία / κινητικότητα (εργαζομένων)Flexible ΕύκαμπτοFlexible cable Εύκαμπτο καλώδιοFlexible cord Εύκαμπτο καλώδιοFlexible working hours Ελαστικό ωράριοFlexural elastic modulus Συντελεστής ελαστικότηταςFlight Information Region (FIR) Σύστημα πληροφόρησης

πτήσεωνFloat crane Πλωτός γερανόςFloating dock Πλωτή δεξαμενήFloor Δάπεδο, πάτωμαFloor conveyor ΤαινιόδρομοςFloor polishes Γυαλιστικά πατωμάτωνFlora ΧλωρίδαFlour dust Σκόνη αλευριούFlow Ροή ή παροχήFlow chart Διάγραμμα ροήςFlow coating Ρευστές επιστρώσειςFlow rate Ταχύτητα ροήςFlow-diagram Διάγραμμα ροήςFluctuation Διακύμανση (τιμής)Flue gases ΚαυσαέριαFluids ΥγράFluorescence ΦθορισμόςFluorescence spectroscopy Φασματοσκοπία φθορισμού Fluorides Φθοριούχες ενώσεις Fluorimetry or fluorometry ΦθορισμομετρίαFluorinated organic compounds Φθοριωμένες οργανικές

ενώσειςFluorine Φθόριο (F)Fluorobenzene Φθοροβενζόλιο (C6H5F)Fluoroethene see vinyl fluoride Fluoroethylene see vinyl fluoride Fluoromethylpropane Φθορομεθυλοπροπάνιο

lexiko011s112.indd 50 10/29/08 1:27:56 PM

Page 49: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

51

F

Fume

Fluoronaphthalene ΦθοροναφθαλίνιοFluorophenol ΦθοροφαινόληFluorosis Φθορίωση (χρόνια δηλητηρίαση με φθόριο)Fluorotoluene ΦθοροτολουόλιοFlux Cored Arc Welding (FCAW or FCA) Συγκόλληση τόξου

με σωληνωτό σύρμα που περιέχει πάσταFlyash Πτητική τέφρα, ιπτάμενη τέφραFoam ΑφρόςFoam compound Συμπυκνωμένο αφρογόνοFoam concentrate Συμπυκνωμένο αφρογόνοFoam filling Αφρός γέμισηςFoam solution Διαλυμένο αφρογόνοFoaming ΑφροδιόγκωσηFocus groups Ομάδες εντοπισμού προβλημάτωνFoil ΈλασμαFolders ΔιπλωτήριαFolic acid or vitamin B3 Φολικό οξύ ή βιταμίνη Β3

Fonofos ΦόνοφωςFood processing machinery Mηχανήματα επεξεργασίας

τροφίμωνFood safety Ασφάλεια τροφίμωνFood safety policy Πολιτική ασφάλειας τροφίμωνFoot ΠόδιFoot and mouth disease Αφθώδης πυρετόςFoot protectors Μέσα προστασίας ποδιώνFootwear ΥποδήματαForce ΔύναμηForced ventilation Εξαναγκασμένος αερισμόςForecasting ΠρόβλεψηForeign worker Αλλοδαπός εργαζόμενοςForepeak Στεγανό σύγκρουσηςForestry machinery Δασοκομικά μηχανήματαForging ΣφυρηλάτησηForklift Περονοφόρο ανυψωτικό όχημαForklift trucks Ανυψωτικά καροτσάκιαForm Ξυλότυπος /φόρμα / έντυποFormaldehyde or methanal Φορμαλδεΰδη ή μεθανάλη ή

μυρμηκική αλδεΰδη (CH2O)Formalin ΦορμαλίνηFormamide Φορμαμίδιο (CH3NO)Format of certificate Μορφότυπος πιστοποιητικούFormic acid or methanoic acid Μυρμηκικό οξύ ή μεθανοϊκό

οξύ ή μεθανικό οξύ ή φορμικό οξύ (CH2O2)Forming machines Μηχανές διαμόρφωσηςFormonitrile see hydrogen cyanide Forms of work organisation Μορφές οργάνωσης της

εργασίας

Formulation ΔιαμόρφωσηFormwork Ξυλότυπος (καλούπωμα)Formwork removal Αφαίρεση ξυλοτύπωνFortified sample material Εμβολιασμένο υλικό δείγματοςFortuitous contact Ακούσια επαφήFoundation ΘεμελίωσηFounding ΧύτευσηFoundries ΧυτήριαFourier transform infrared spectroscopy (FTIR)

Φασματομετρία υπερύθρου (μέσω) μετασχηματισμού Fourier

Fracture ΚάταγμαFragile ΕύθραυστοFragment chip ΘραύσμαFragmentation ΤεμαχισμόςFragments ΘραύσματαFrame ΠλαίσιοFramework directine Οδηγία πλαίσιοFrancium Φράγκιο (Fr)Free fall Ελεύθερη πτώσηFreeze drying Αποξήρανση με ψύξηFreezing Ψύξη, κατάψυξηFrequency Συχνότητα Frequency distribution Κατανομή συχνότηταςFrequency meter ΣυχνόμετροFrequency modulation Διαμόρφωση συχνότηταςFrequency range Περιοχή συχνοτήτωνFrequency rate Δείκτης συχνότηταςFriction ΤριβήFront end loaders Φορτωτές με εμπρόσθιο κάδο φόρτωσηςFrostbites ΚρυοπαγήματαFructofuranoside ΦρουκτοφουρανοζίτηςFructopyranose ΦρουκτοπυρανόζηFructose Φρουκτόζη (C6H12O6)Fructoside ΦρουκτοζίτηςFuel ΚαύσιμοFuel oil ΜαζούτFull body harnesses Ολόσωμες προσδέσειςFull face mask Μάσκα ολόκληρου προσώπουFull load Πλήρες φορτίοFull load pressure Πίεση υπό πλήρες φορτίο (ασανσέρ)Full scan Πλήρης σάρωσηFuller’s Earth Σμηκτίς γηFull-time work Εργασία πλήρους απασχόλησηςFumaric acid or trans-butenedioic acid Φουμαρικό οξύ ή

trans-βουτενοδιοϊκό οξύ (trans-HOOCCH=CHCOOH)Fume Καπνός

lexiko011s112.indd 51 10/29/08 1:27:56 PM

Page 50: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

52

Genetically modified organisms

Fume hood ΑπορροφητήραςFumigation ΥποκαπνισμόςFumigation certificate Πιστοποιητικό απεντόμωσηςFunction Συνάρτηση ή λειτουργίαFunctional aspects Λειτουργικά δεδομέναFunctional requirements Λειτουργικές απαιτήσειςFunctional safety Λειτουργική ασφάλειαFunctioning ΛειτουργίαFungi ΜύκητεςFungicides ΜυκητοκτόναFunnel ΚαπνοδόχοςFuran Φουράνιο (C4H4O)2-furancarboxaldehyde see furfural Furanose Φουρανόζη

Furanoside ΦουρανοζίτηςFurfural or furfuraldehyde or 2-furancarboxaldehyde

Φουρφουράλη ή φουρφουραλδεΰδη ή 2-φουρανοκαρβοξαλδεΰδη (C5H4O2)

Furfuraldehyde see furfural Furfuryl alcohol Φουρφουρυλική αλκοόλη (C5H6O2)Furnace slag Σκωρία μετάλλουFuroic acid or pyromucic acid Φουροϊκό οξύ (C5H4O3)Fuse Ασφάλεια (ηλεκτρική)Fused ΣύντηκτοςFusible ΕύτηκτοςFusing presses Πρέσες θερμοκόλλησηςFusion process Μέθοδος τήξηςFuzzy behaviour Ασαφής προσέγγιση

G

Gadolinium Γαδολίνιο (Gd)Gaiters ΠερικνημίδεςGalactaric acid see mucic acid Galactopyranose ΓαλακτοπυρανόζηGalactose Γαλακτόζη (C6H12O6)Galena Γαληνίτης (PbS)Gallic acid Κηκιδικό οξύGallium Γάλλιο (Ga)Galvanization process Διαδικασίες γαλβανισμούGanglia ΓάγγλιαGangway Διάδρομος, κινητή σκάλαGap Διάκενο ή οπή ή κενό διάστημαGarment ΡούχοGas ΑέριοGas Carrier Υγραεριοφόρο πλοίοGas Carries Code Κώδικας υγραεριοφόρωνGas cartridge Φυσίγγιο αερίουGas chromatography (GC) Αέρια χρωματογραφίαGas cylinder Φιάλη αερίουGas cylinder valve Βαλβίδα φιάλης αερίουGas explosions Εκρήξεις αερίουGas filters Φίλτρα αερίωνGas free certificate Πιστοποιητικό απαλλαγής επικίνδυνων

αερίωνGas masks Αντιασφυξιογόνες μάσκεςGas oil Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, αεριέλαιοGas phase Αέρια φάσηGas-air mixtures Μείγματα αερίου-αέραGases under pressure Αέρια υπό πίεση

Gasoline ΒενζίνηGas-powered tools Εργαλεία που λειτουργούν με αέριοGastric juice Γαστρικό υγρόGastrointestinal (Gl) Γαστρεντερικό σύστημα (ΓΕ)Gastrointestinal diseases Γαστρεντερικές παθήσειςGastrointestinal tract Γαστρεντερική οδόςGauge pressure Πίεση μετρητήGause ΕνδείκτηςGaussian distribution Κατανομή GaussGauze Γάζα (π.χ. χειρουργίου)Gelatin ΖελατίνηGelatinous ΖελατινώδηςGelation ΖελατινοποίησηGene technology Γενετική τεχνολογίαGeneral formula Γενικός τύποςGeneral requirements Γενικές απαιτήσειςGeneral survey Γενική επιθεώρησηGeneral ventilation Γενικός εξαερισμόςGenerator Γεννήτρια, ηλεκτρογεννήτριαGenes ΓονίδιαGenetic code Γενετικός κώδικαςGenetic damage Γενετική βλάβηGenetic engineering Γενετική μηχανικήGenetic polymorphisms Γενετικός πολυμορφισμόςGenetic toxicology Γενετική τοξικολογίαGenetic variation Γενοτυπική παραλλαγήGenetically modified food Γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμαGenetically modified organisms Γενετικά τροποποιημένοι

οργανισμοί

lexiko011s112.indd 52 10/29/08 1:27:56 PM

Page 51: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

53

FG

Graft

Genetics ΓενετικήGenitals Γεννητικά όργαναGenotoxic ΓενοτοξικόςGenotoxic effects Γονοτοξικές επιδράσειςGentiobiose Γεντιοβιόζη (C12H22O11)Geometric mean Γεωμετρικός μέσος όροςGeranyl pyrophosphate Γερανυλοπυροφωσφορικός εστέραςGermanium Γερμάνιο (Ge)Germanium tetrahydrite Τετραϋδρίδιο του γερμανίου (GeH4)Germicides ΜικροβιοκτόναGingival ΟύλαGland ΑδέναςGlare ΘάμβωσηGlass ΓυαλίGlass block Μηχανή αμμοβολής με σφαιρίδια γυαλιούGlaucoma ΓλαύκωμαGlazing work ΥαλοπίνακεςGlobal average Συνολικός μέσος όροςGlobal Maritime Distress and Safety System (GMDSS)

Παγκόσμιο Ναυτιλιακό σύστημα κινδύνου και ασφάλειαςGlobally Harmonised System of Classification and

Labelling of Chemicals (GHS) Σύστημα οικουμενικής εναρμόνισης για την ταξινόμηση και την επισήμανση των επικίνδυνων χημικών ουσιών ή Παγκοσμίως εναρμονισμένο σύστημα ταξινόμησης και επισήμανσης των χημικών προϊόντων

Globin ΣφαιρίνηGlobular protein Σφαιρική πρωτεΐνηGloss Στιλπνότητα, γυαλάδαGloud point Σημείο θολώσεωςGloves ΓάντιαGlucitol or sorbitol Γλουσιτόλη ή σορβιτόληGluconic acid Γλουκονικό οξύGlucopyranose ΓλυκοπυρανόζηGlucosazone ΓλυκοζαζόνηGlucose see dextrose Glucoside ΓλυκοζίτηςGlucuronic acid Γλυκουρονικό οξύ (HOOC(CHOH)4CHO)Glue ΚόλλαGluing ΚόλλησηGlutamic acid or α-aminoglutaric acid Γλουταμικό οξύ ή

α-αμινογλουταρικό οξύ (Glu, E) (C5H9NO4)Glutamine Γλουταμίνη (Gln, Q) (C5H10N2O3)Glutamylcysteine Γλουταμυλοκυστεΐνη (Glu-Cys)Glutamylcysteinylglycine ΓλουταμυλοκυστεϊνυλογλυκίνηGlutaraldehyde or 1,5-pentanedione Γλουταραλδεΰδη ή

1,5-πεντανοδιόνη (C5H8O2)

Glutaric acid or pentanedioic acid or saccharic acid Γλουταρικό οξύ ή πεντανοδιοϊκό οξύ ή σακχαρικό οξύ (C5H8O4)

Glutathione or glutamylcysteinylglycine Γλουταθειόνη (C10H17N3O6S)

Glyceraldehyde or 2,3-dihydroxypropanal Γλυκεριναλδεΰδη ή γλυκεραλδεΰδη ή 2,3-διυδροξυπροπανάλη (CH2OHCHOHCHO)

Glyceride ΓλυκερίδιοGlycerin or glycerol or 1,2,3-trihydroxypropane Γλυκερίνη

ή γλυκερόλη ή τριυδροξυπροπάνιο ή 1,2,3-προπανοτριόλη (C3H8O3)

Glycerol see glycerin Glycidol or 2,3-epoxy-1-propanol Γλυκιδόλη ή 2,3-εποξυ-1-προπανόλη (C3H6O2)Glycidyl ester Γλυκιδυλικός εστέρας Glycine hydrochlorite Υδροχλωρική γλυκίνη

(ClH3NCH2COOH)Glycine or aminoacetic acid or aminoethanoic acid or

glycocoll Γλυκίνη ή αμινοοξικό οξύ ή αμινοαιθανικό οξύ (Gly, G) (C2H5NO2)

Glycocoll see glycine Glycol ethers ΓλυκολαιθέρεςGlycols ΓλυκόλεςGlycolysis ΓλυκόλυσηGlyoxal Γλυοξάλη (C2H2O2)Goggles Προστατευτικά γυαλιάGoiter ΒρογχοκήληGolay cell Κυψελίδα Golay (αέριο θερμόμετρο)Gold Χρυσός ή αούριο (Au)Gonorrhea ΒλεννόρροιαGood laboratory practice (GLP) Καλή εργαστηριακή

πρακτικήGood measurement practice (GMP) Καλή πρακτική

μέτρησηςGood practice Καλή πρακτικήGoods lift Ανελκυστήρας φορτίωνGoods passenger lift Ανελκυστήρας φορτίων με συνοδεία

ατόμωνGoverning board Συμβούλιο πιστοποίησηςGovernor Ρυθμιστής στροφώνGP grade see chemically pure Grade ΒαθμόςGrader ΙσοπεδωτήςGradient elution Προγραμματισμένη έκλουση ή βαθμιδωτή

έκλουση Graft Μόσχευμα, εμβόλιο

lexiko011s112.indd 53 10/29/08 1:27:56 PM

Page 52: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

54

Handling

Grain ΚόκκοςGrain dust Σκόνη κόκκων Gramicidin ΓραμισιδίνηGraphical representation Γραφική παράστασηGraphite ΓραφίτηςGraphite furnace atomic absorption spectrometry (GFAAS)

Φασματομετρία ατομικής απορρόφησης με φούρνο γραφίτηGraphite-electrode Ηλεκτρόδιο γραφίτηGrating diffraction Φράγμα περίθλασηςGray water Φαιόχροα ύδαταGrease ΓράσσοGreek Atomic Energy Commission Ελληνική Επιτροπή

Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ)Greenhouse ΘερμοκήπιοGrinder Λειαντής ή τροχιστήςGrinding Λείανση / άλεσηGrinding machines Λειαντικές μηχανές / μηχανές

ακονίσματος / μηχανές ισοπέδωσης / μηχανές άλεσηςGrip surface Επιφάνεια λαβήςGross sample Χονδρικό δείγμαGross tonnage Ολική χωρητικότηταGrounding ΓείωσηGroup Ομάδα

Group culture Κουλτούρα ομάδων Group work Ομαδική εργασίαGrowth ΑύξησηGrowth factor Παράγοντας ανάπτυξηςGuaiacol or o-hydroxyanisole Γουαϊακόλη ή

ο-υδροξυανισόλη (C7H8O2)Guanine Γουανίνη (G) (C5H5N5O)Guarantee welds Υδραυλική δοκιμήGuard Προφυλακτήρας / φύλακας ασφαλείαςGuidance ΚαθοδήγησηGuidelines Οδηγίες, κατευθυντήριες γραμμέςGulopyranose ΓουλοπυρανόζηGulose ΓουλόζηGum ΟύλοGum Rosin Κολοφώνιο φυσικής ρητίνηςGuncotton ΒαμβακοπυρίτιδαGutter ΥδρορροήGutter cleaning Καθαρισμός υδρορροώνGuttering installers Εγκαταστάτες υδρορροώνGuvacine ΓουβακίνηGypsum Γύψος (CaSO4)Gyrocompass Γυροπυξίδα

H

HACCP control HACCP υπό έλεγχοHACCP plan Σχέδιο HACCPHACCP see Hazard Analysis and Critical Control Points HACCP study Μελέτη HACCPHACCP study and planning Μελέτη & σχεδιασμός HACCPHACCP team Ομάδα HACCPHACCP team leader Συντονιστής HACCPHACCP validation Επικύρωση HACCPHaematology Αιματολογία, αιματολογικές εξετάσειςHaemolysis ΑιμόλυσηHafnium Άφνιο (Hf)Hahniun Χάνιο (Ha)Half mask Μάσκα μισού προσώπουHalid ion ΑλογονοϊόνHallucinogen ΠαραισθησιογόνοHalogenated hydrocarbons Αλογονοπαράγωγα

υδρογονανθράκωνHalogenated organic compounds Αλογονωμένες οργανικές

ενώσειςHalogenation Αλογόνωση

Halohydrin ΑλογονοϋδρίνηHaloketone ΑλογονοκετόνηHalophiles Αλόφιλα ή αλατόφιλαHalothane Αλοθάνιο (C2HBrClF3)Hammering Ήλωση, διάτρηση, σφυρηλάτησηHammers ΣφυριάHand ΧέριHand activity level Επίπεδο δραστηριότητας του χεριούHand guards Προστατευτικά χεριού/γάντιαHand injuries Κακώσεις άκρας χειρόςHand protection Γάντια προστασίαςHand tools Εργαλεία χεριούHand-arm system Σύστημα χεριού-βραχίονα Hand-arm vibration Δόνηση μεταδιδόμενη στο σύστημα

άκρας χειρός -βραχίοναHand-arm vibration syndrome Σύνδρομο δόνησης άκρας

χειρός-βραχίοναHand-guided machinery Χειροκατευθυνόμενες μηχανέςHandle ΧειρολαβήHandling Χειρισμός, διαχείριση (π.χ. φυσικού αντικειμένου)

lexiko011s112.indd 54 10/29/08 1:27:56 PM

Page 53: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

55

GH

Helix

Handling device Συσκευή διακίνησηςHandling of sample Χειρισμός δείγματοςHandrail Κoυπαστή, κιγκλίδωμαHarassement (e.g. sexual) Παρενόχληση (π.χ. σεξουαλική)Hard wood Σκληρό ξύλοHard wood dust Σκόνη από σκληρό ξύλοHardening oils Σκληρυντικά έλαιαHardness ΣκληρότηταHarm Ζημιά, βλάβηHarmful ΕπιβλαβέςHarmful substances (Xn) Επιβλαβείς ουσίεςHarmless by experience Εμπειρικά επικίνδυνοHarmonic mean Αρμονικός μέσος όροςHarmonization ΕναρμόνισηHarmonization Document (HD) Έγγραφο Εναρμόνισης Harmonized Standards Εναρμονισμένα ΠρότυπαHarness ΠρόσδεσηHarnesses Ιμάντες πρόσδεσηςHazard ΚίνδυνοςHazard analysis Ανάλυση κινδύνωνHazard Analysis and Critical Control Points (HACCP)

Ανάλυση κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου Hazard and Operability (HAZOP) analysis Μελέτη

επικινδυνότητας και λειτουργικότηταςHazard and Operability Studies Μελέτες κινδύνου και

λειτουργικότηταςHazard identification Αναγνώριση κινδύνουHazard recording Καταγραφή κινδύνωνHazard warnings Σήματα κινδύνουHazard zone Επικίνδυνη ζώνηHazardous agent Βλαπτικός παράγονταςHazardous area Επικίνδυνη περιοχήHazardous installation Επικίνδυνες εγκαταστάσειςHazardous materials Επικίνδυνες ύλεςHazardous situation Επικίνδυνη κατάστασηHazards at work Εργασιακοί κίνδυνοιHAZOP analysis see Hazard and Operability analysis Head ΚεφάλιHead injuries Κρανιακές κακώσειςHead protection Προστασία κεφαλήςHeadache ΠονοκέφαλοςHeadforms Ομοιώματα κεφαλήςHeadgear Κάλυμμα κεφαλήςHeadroom Άνω απόληξη φρέατος (ασανσέρ)Health ΥγείαHealth and safety policy Πολιτική για την υγεία και την

ασφάλεια

Health care access Πρόσβαση στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης

Health education Αγωγή υγείαςHealth effects Επιπτώσεις στην υγείαHealth inequalities Ανισότητες στην υγείαHealth insurance Ασφάλεια υγείας ή ασφάλιση υγείαςHealth monitoring Έλεγχος της υγείαςHealth promosion activities at the workplace Ενέργειες

προώθησης της υγείας στο χώρο εργασίαςHealth promotion Προαγωγή της υγείαςHealth record card Βιβλιάριο υγείαςHealth screening Ιατρικός έλεγχοςHealth surveillance Επίβλεψη της υγείας ή επιτήρηση της

υγείαςHealthy ΥγιήςHearing ΑκοήHearing Level (HL) Επίπεδο ακοήςHearing loss or weak hearing Απώλεια ακοής, βαρηκοΐαHearing protectors Μέσα προστασίας της ακοής ή

προστατευτικά ακοήςHearing Threshold Level (HTL) Επίπεδο ακοής κατωφλίουHeart ΚαρδιάHeart attack ΈμφραγμαHeart disease Καρδιακή πάθησηHeat ΘερμότηταHeat capacity ΘερμοχωρητικότηταHeat flow Ροή θερμότηταςHeat flow meter (HFM) Μετρητής θερμορροήςHeat loss Απώλεια θερμότηταςHeat sensitive adhesives Θερμοευαίσθητες κόλλεςHeat stress Θερμική καταπόνησηHeat stress index (HIS) Δείκτης θερμικής καταπόνησηςHeat stroke ΘερμοπληξίαHeat transfer Μεταφορά θερμότηταςHeat treatment (HT) Θερμική κατεργασίαHeating ΘέρμανσηHeating diesel Πετρέλαιο θέρμανσηςHeating installation Εγκατάσταση θέρμανσηςHeat-sensitive detectors Θερμοευαίσθητοι ανιχνευτές Heavy fuel oil Βαρύ μαζούτHeavy isotope Βαρύ ισότοποHeavy lifting Ανύψωση βαρέων φορτίωνHeavy metals Βαρέα μέταλλαHeight equivalent to a theoretical plate (H.E.T.P or H) Ύψος

ισοδύναμο με μια θεωρητική πλάκαHelium Ήλιο (He)Helix Έλικα

lexiko011s112.indd 55 10/29/08 1:27:56 PM

Page 54: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

56

Hexylene glycol

Hellenic Marks of Conformity Ελληνικά σήματα συμμόρφωσηςHelmet ΚράνοςHemangioma ΑιμαγγείωμαHematin ΑιματίνηHematology or haematology Αιματολογία, αιματολογική

εξέτασηHematoma ΑιμάτωμαHematotoxocity Τοξικολογία αιμοποιητικού συστήματοςHematuria ΑιματουρίαHeme ΑίμηHemiacetal ΗμιακετάληHemimellitene ΗμιμελλιτόλιοHemithioacetal Ημιθειοακετάλη Hemoglobin ΑιμοσφαιρίνηHemolysis ΑιμόλυσηHemorrhage ΑιμορραγίαHemorrhagic fever Αιμορραγικός πυρετόςHepatitis ΗπατίτιςHepatocellular carcinoma Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμαHepatotoxicant ΗπατοτοξικόHepatotoxicity ΗπατοτοξικότηταHepatotoxicology ΗπατοτοξικολογίαHeptachlor Επταχλώριο (C10H5Cl7)Heptachlor epoxide Εποξείδιο του επταχλωρίουHeptaldehyde or heptanal Επταλδεΰδη ή επτανάλη (C7H14O)Heptanal see heptaldehyde Heptane Επτάνιο (C7H16)Heptanedioic acid see pimelic acid Heptanol Επτανόλη (C7H16O)Heptanone Επτανόνη2-heptanone see methyl amyl ketone 3-heptanone see ethyl butyl ketone Heptene Επτένιο (C7H14)Heptyl ΕπτύλιοHeptyl acetate Οξικός επτυλεστέραςHeptylamine or aminoheptane Επτυλαμίνη ή αμινοεπτάνιο

(CH3(CH2)5CH2NH2)Heptyne Επτίνιο (C7H12)Herbicides ΦυτοκτόναHeredity ΚληρονομικότηταHermetically closed Ερμητικά κλειστόHermetically closed tank Ερμητικά κλειστή δεξαμενήHernias ΚήληHeroin or diamorphine Ηρωΐνη (C21H23NO5)Herz Χέρτζ (κύκλοι ανά δευτερόλεπτο)Heterocyclic bases Ετεροκυκλικές βάσειςHexachlorobenzene Εξαχλωροβενζόλιο (C6Cl6)

Hexachlorobutadiene Εξαχλωροβουταδιένιο (C4Cl6)Hexachlorocyclohexane ΕξαχλωροκυκλοεξάνιοHexachlorocyclopentadiene Εξαχλωροκυκλοπενταδιένιο

(C5Cl6)Hexachloroethane or ethylene hexachloride

Εξαχλωροαιθάνιο ή εξαχλωριούχο αιθυλένιο (C2Cl6)Hexachloronaphthalene Εξαχλωροναφθαλένιο ή

εξαχλωροναφθαλίνιοHexadecane see cetane Hexadecanoic acid see palmitic acid Hexadiene Εξαδιένιο2,4-hexadienoic acid see sorbic acid Hexafluoroacetone Εξαφθοροακετόνη (C3F6O)Hexahydrocumene see isopropylcyclohexane Hexahydropyrazine see piperazine Hexahydropyridine see piperidine Hexamethyl phosphoramide ΕξαμεθυλοφωσφοραμίδιοHexamethylbenzene ΕξαμεθυλοβενζόλιοHexamethylene diisocyanate (HMDI) Διισοκυανικό

εξαμεθυλένιο (C8H12Ν2Ο2)Hexamethylenediamine or 1,6-diaminohexane

Εξαμεθυλενοδιαμίνη ή 1,6-διαμινοεξάνιοHexamethyleneimine ΕξαμεθυλενοϊμίνηHexamethylenetetramine see methamin Hexanamide see caproamide Hexane Εξάνιο (C6H14)Hexanediamine Εξανοδιαμίνη (C6H14N2)1,6-hexanedioic acid see adipic acid Hexanedione or acetonylacetone Εξανοδιόνη ή

ακετονυλακετόνηHexanoic acid see caproic acid Hexanone Εξανόνη (C6H12O)2-hexanone see methyl butyl ketone Hexanone see methyl isobutyl ketone Hexaphenylethane ΕξαφαινυλαιθάνιοHexene Εξένιο (C6H12)Hexogen see cyclonite Hexose Εξόζη (C6H12Ο6)Hexyl Εξύλιο (C6H13

-)Hexyl acetate Οξικός εξυλεστέρας ή οξικός

διμεθυλοβουτυλεστέρας (C8H16O2)Hexyl adipate Αδιπικός εξυλεστέραςHexyl chloride ΕξυλοχλωρίδιοHexyl lithium ΕξυλολίθιοHexyldioctylphosphine oxide Οξείδιο της

εξυλοδιοκτυλοφωσφίνηςHexylene glycol Εξυλενογλυκόλη (C6H14O2)

lexiko011s112.indd 56 10/29/08 1:27:56 PM

Page 55: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

57

H

Hydrochloric acid or hydrochloride or hydrogen chloride

Hexyne or butylacetylene Εξίνιο ή βουτυλακετυλένιοHigh frequency (HF) Υψηλή συχνότηταHigh gloss Υψηλή γυαλάδαHigh molecular weight (HMW) Υψηλό μοριακό βάροςHigh performance liquid chromatography or High

Pressure Liquid Chromatography (HPLC) Υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης ή υγρή χρωματογραφία υψηλής πίεσης

High performance thin layer chromatography (HPTLC) Χρωματογραφία λεπτής στοιβάδας υψηλής απόδοσης

High resolution Υψηλή διαχωριστική ικανότηταHigh resolution mass spectometry (HRMS) Φασματομετρία

μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητοςHigh speed of work Ταχύς ρυθμός εργασίαςHigh Speed Passenger Craft Ταχύπλοο φορτηγό πλοίοHigh visibility warning clothing Προειδοποιητική

ενδυμασία για την άμεση οπτική αντίληψηHigh-density lipoprotein (HDL) Λιποπρωτεΐνη υψηλής

πυκνότηταςHighly flammable Πολύ εύφλεκτοHigh-pressure cleaners Μηχανές καθαρισμού υψηλής

πίεσης / καθαριστές υψηλής πίεσηςHip Ισχίο ή γοφόςHippuric acid or N-benzoylglycine Ιππουρικό οξύ (C9H9ΝΟ3)Histamine Ισταμίνη (C5H9N3)Histidine Ιστιδίνη (His, H) (C6H9N3O2)Histogram ΙστόγραμμαHoe Τσάπα, αξίναHoist Αναβατόριο φορτίωνHoisting devices Εξοπλισμός ανύψωσηςHoists ΑναβατήρεςHold up ΚατακράτησηHolding ΚράτημαHold-to run control device Διάταξη ελέγχου με συνεχή

ενεργοποίησηHole Οπή ή τρύπαHolistic approach Ολιστική προσέγγισηHolmium Όλμιο (Ho)Home workers Κατ’οίκον εργαζόμενοιHome-based work Κατ΄οίκον εργασίαHomogeneity ΟμοιογένειαHoneycomp ΚυψελοεϊδήςHood Κάλυμμα κεφαλής / απαγωγόςHormone ΟρμόνηHorsepower ΙπποδύναμηHose coupling ΤαχυσύνδεσμοιHose reel Τυλικτήρας σωλήνων

Hospital ΝοσοκομείοHospital acquired infections Νοσοκομειακές λοιμώξειςHospitalization ΠερίθαλψηHot ΖεστόςHot melt adhesives Θερμότηκτες κόλλεςHot plastic welding Θερμοκόλληση πλαστικούHot plate Θερμαντική πλάκαHot work Θερμή εργασίαHuman body Ανθρώπινο σώμαHuman error Ανθρώπινο σφάλμαHuman exposure Ανθρώπινη έκθεσηHuman factor Ανθρώπινος παράγονταςHuman relations Ανθρώπινες σχέσειςHuman resource development Ανάπτυξη των ανθρώπινων

πόρωνHumanisation of work Προσαρμογή της εργασίας στον

άνθρωποHumidity ΥγρασίαHunger ΠείναHurting oneself on an object Κτύπημα από πρόσκρουση σε

αντικείμενοHybridization ΥβριδισμόςHydration see addition of water Hydraulic excavator Υδραυλικός εκσκαφέαςHydraulic guillotine shear cutting Υδραυλικό ψαλίδιHydraulic lift Ανελκυστήρας υδραυλικός Hydraulic oils Υδραυλικά έλαιαHydraulic piston Υδραυλικό έμβολοHydraulic power tools Υδραυλικά εργαλείαHydraulic press brake Υδραυλική στράντζαHydraulic presses Υδραυλικές πρέσεςHydrazine Υδραζίνη (H2N2)Hydrazine hydrochloride Υδροχλωρική υδραζίνη (N2H5Cl)Hydrazinodiacetic acid Υδραζινοδιοξικό οξύHydrazoic acid or azoimide Υδραζωικό οξύ (N3N)Hydrazone Υδραζόνη (C=N-NH2)Hydrid ΥδρίδιοHydride generation atomic absorption spectrophotometry

(HYAAS) Φασματοφωτομετρία ατομικής απορρόφησης με σύστημα παραγωγής υδριδίων

Hydroaromatic compounds Υδροαρωματικές ενώσειςHydrobenzoic acid Υδροξυβενζοϊκό οξύ (HOC6H4COOH)Hydroboration ΥδροβορίωσηHydrocarbon Υδρογονάνθρακας (HC)Hydrocarbon solvent Πετρελαϊκός διαλύτηςHydrochloric acid or hydrochloride or hydrogen chloride

Υδροχλωρικό οξύ ή υδροχλώριο ή υδρίδιο του χλωρίου (HCl)

lexiko011s112.indd 57 10/29/08 1:27:56 PM

Page 56: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

58

Hypothermia

Hydrochloride see hydrochloric acid Hydrocracking ΥδρογονοδιάσπασηHydrocyanic acid see hydrogen cyanide Hydrofluoric acid Υδροφθορικό οξύHydrogen Υδρογόνο (Η, H2: ως αέριο)Hydrogen bromide or hydrobromic acid Υδροβρώμιο ή

υδρίδιο του βρωμίου (HBr)Hydrogen chloride see hydrochloric acid Hydrogen cyanide or hydrocyanic acid or formonitrile

or prussic acid Υδροκυάνιο ή υδρίδιο του κυανίου ή κυανίδιο του υδρογόνου ή φορμονιτρίλιο ή πρωσσικό οξύ (HCN)

Hydrogen dioxide see hydrogen peroxide Hydrogen fluoride Υδροφθόριο ή υδρίδιο του φθορίου (HF)Hydrogen peroxide or hydrogen dioxide Υπεροξείδιο του

υδρογόνου (H2O2)Hydrogen selenide or selenium hydride Υδρίδιο του

σεληνίου ή υδροσελήνιο (H2Se)Hydrogen sulfide or hydrosulfuric acid Υδρόθειο ή θειούχο

υδρογόνο ή υδρίδιο του θείου (H2S)Hydrogen telluride ΥδροτελλούριοHydrogenated terphenyls Υδρογονωμένα τερφαινύλιαHydrogenation ΥδρογόνωσηHydrolysis ΥδρόλυσηHydronium ion Ιόν οξωνίου ή υδρονίου ή υδροξωνίου (H3O

+)Hydrophobic or lipophilic Υδρόφοβο ή λιπόφιλοHydroquinone or dihydroxybenzene Υδροκινόνη ή

διυδροξυβενζόλιο (C6H6O2)Hydrostatic pressure Υδροστατική πίεσηHydrostatically balanced loading Φόρτωση με υδροστατική

ισορροπίαHydroxide ΥδροξείδιοHydroxide ion Ιόν υδροξυλίουHydroxy acid ΥδροξυοξύHydroxy benzenedisulfonic acid

Υδροξυβενζολοδισουλφονικό οξύHydroxy ether Υδροξυαιθέρας2-hydroxy-4-(methylthio)butanoic acid

2-υδροξυ-4-(μεθυλοθειο)βουτανοϊκό οξύ o-hydroxyanisole see guaiacol p-hydroxyazobenzene or p-(phenylazo)phenol

p-υδροξυαζωβενζόλιο ή p-(φαινυλαζω)φαινόλη

o-hydroxybenzaldehyde see salicylaldehyde Hydroxybenzene see phenol 2-hydroxybenzyl alcohol see saligenin 3-hydroxybutanal see acetaldol Hydroxybutanal see hydroxybutyraldehyde Hydroxybutyraldehyde or hydroxybutanal

Υδροξυβουτυραλδεΰδη ή υδροξυβουτανάληHydroxyethyl acrylate Ακρυλικός υδροξυαιθυλεστέραςHydroxylamine Υδροξυλαμίνη (H2N-OH)Hydroxylation ΥδροξυλίωσηHydroxylysine Υδροξυλυσίνη (Hyl)Hydroxyproline Υδροξυπρολίνη (Hyp)Hydroxypropionic acid Υδροξυπροπιονικό οξύα-hydroxypropionic acid see lactic acid Hydroxypropyl acrylate Ακρυλικός υδροξυπροπυλεστέρας

(C6H10O3)Hydroxypyrene Υδροξυπυρένιοβ-hydroxy-α-methylvaleraldehyde or

3-hydroxy-2-methylpentanal β-υδροξυ-α-μεθυλοβαλεριαναλδεΰδη ή 3-υδροξυ-2-μεθυλοπεντανάλη (CH3CH2CHOHCCH3C=O)

Hygiene ΥγιεινήHygiene and Safety at Work Council (HSW Council)

Συμβούλιο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΣΥΑΕ)Hygienic ΥγιεινόςHygrine Υγρίνη (C8H15ON)Hygrinic acid Υγρινικό οξύ (C6H11O2N)Hygroscopic ΥγροσκοπικόςHygrostat ΥγροστάτηςHyperbola ΥπερβολήHypersensitivity ΥπερευαισθησίαHypersthenic syndrome Υπερσθενικό σύνδρομοHypertension ΥπέρτασηHyperthermia ΥπερθερμίαHyphae ΥφέςHypnotic ΥπνωτικόHypochlorite ΥποχλωριώδεςHypochlorite sodium Υποχλωριώδες νάτριοHypophysis see pituitary gland Hyposthenic syndrome Υποσθενικό σύνδρομοHypotension ΥπότασηHypothermia Υποθερμία

lexiko011s112.indd 58 10/29/08 1:27:56 PM

Page 57: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

59

HI

Industrial worker

IBC see intermediate bulk container ICAO see International Civil Aviation Organization ICAO Technical Instructions for the Safe Transport of

Dangerous Goods by Air Τεχνικές οδηγίες για την ασφαλή μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων αεροπορικώς

Ice ΠάγοςIcosane Εικοσάνιο (C20H42)Identical Standards Ταυτόσημα ΠρότυπαIdentification ΤαυτοποίησηIdentification of hazard Αναγνώριση κινδύνουIdentified product Ταυτοποιημένο προϊόνIdentify Ταυτοποιώ ή ταυτίζω ή αναγνωρίζω Idopyranose ΙδοπυρανόζηIdose ΙδόζηIgnition ΑνάφλεξηIgnition temperature Θερμοκρασία ανάφλεξηςIllumination ΦωτισμόςImidazole Ιμιδαζόλιο (C3H4N2)Imide ΙμίδιοImine Ιμίνη (R2C=NR΄)Iminium ion Ιόν ιμινίουImmersion Εμβάπτιση, εμβύθισηImmume system Ανοσοποιητικό σύστημαImmunity ΑνοσίαImmunoelectrophoresis ΑνοσοηλεκτροφόρησηImmunofermental method Ανοσοενζυματική μέθοδοςImmunogram ΑνοσογράφημαImmunological Contact Dermatitis Ανοσολογική

δερματίτιδα εξ επαφής (ΔΕΕ)Immunology ΑνοσολογίαImmunotoxicant ΑνοσοτοξικόImmunotoxicity Ανοσοτοξικότητα Immunotoxicology ΑνοσολογοτοξικολογίαIMO see International Maritime Organization Impact drill Κρουστικό τρυπάνιImpact drilling Κρουστική διάτρησηImpact wrench Κρουστικό κλειδίImpair Εξασθενίζω ή μειώνωImpartiality ΑμεροληψίαImpedance Σύνθετη αντίστασηImpeding device Περιοριστική διάταξηImplementation Εφαρμογή, υλοποίησηImplication ΕπίπτωσηImpregnating agent Εμποτιστικό υλικόImpulse Ώθηση

Impurity tests Έλεγχοι προσμίξεωνIn house methods Εσωτερικές μέθοδοιIn situ ΕπιτόπουInactivated Μη ενεργοποιημένοςInactive ΑνενεργόςIncidence ΕπίπτωσηIncidence rate Δείκτης επίπτωσηςIncident Συμβάν, περιστατικόIncident rate Δείκτης συμβάντωνInclusion bodies ΈγκλεισταIncorporate ΕνσωματώνωIncrease ΑύξησηIncreased safety Αυξημένη ασφάλειαIncrement Μέρος δείγματοςIndanthrene golden yellow (GK) Χρυσοκίτρινο ινδανθρένιοIndanthrone ΙνδανθρόνηIndene Ινδένιο (C9H8)Indeterminate error Απροσδιόριστο σφάλμαIndex ΔείκτηςIndicative Occupational limit values (IOELV) Κατάλογος

Ενδεικτικών Επαγγελματικών Οριακών Τιμών Indicator ΔείκτηςIndigo ΙνδικόIndirect acting lift Ανελκυστήρας έμμεσης επενέργειαςIndium Ίνδιο (In)Individual Μονάδα, άτομοIndividual work Ατομική εργασίαIndolecarboxaldehyde ΙνδολοκαρβοξαλδεΰδηIndoxyl Ινδοξύλιο (C8H7NO)Induced field Επαγώμενο πεδίοInduction motor Κινητήρας επαγωγήςInductively coupled plasma (ICP) Επαγωγικώς συζευγμένο

πλάσμαIndustrial accident Βιομηχανικό ατύχημαIndustrial effluent sludges Βιομηχανικές λυματολάσπεςIndustrial equipment Βιομηχανικός εξοπλισμόςIndustrial floor Βιομηχανικό δάπεδοIndustrial hygiene Βιομηχανική υγιεινήIndustrial laundry machinery Βιομηχανικά πλυντήριαIndustrial reactors Βιομηχανικοί αντιδραστήρεςIndustrial safety helmet Βιομηχανικό κράνος ασφαλείαςIndustrial toxicology Βιομηχανική τοξικολογίαIndustrial use Βιομηχανική χρήσηIndustrial waste Βιομηχανικά απόβληταIndustrial worker Εργάτης βιομηχανίας ή βιομηχανικός εργάτης

I

lexiko011s112.indd 59 10/29/08 1:27:56 PM

Page 58: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

60

Interaction

Industry ΒιομηχανίαInert condition Αδρανής κατάστασηInert gas Αδρανές αέριοInert gas distribution system Σύστημα διανομής αδρανούς

αερίουInert gas plant Εγκατάσταση παραγωγής αδρανούς αερίουInert gas system (IGS) Σύστημα αδρανούς αερίουInertia ΑδράνειαInerting ΑδρανοποίησηInfection Μόλυνση ή μετάδοση ή μολυσματική ασθένειαInfectious disease Μολυσματική ασθένειαInflammation ΦλεγμονήInflammatory mediators Φλεγμονώδεις μεσολαβητέςInformation dissemination Διάδοση των πληροφοριώνInformation for use Πληροφορίες χρήσηςInformation signals Σήματα πληροφόρησηςInformation source Πηγή πληροφοριώνInformation value Πληροφοριακή τιμήInfrared (IR) ΥπέρυθροInfrared filters Φίλτρα υπέρυθρης ακτινοβολίαςInfrared radiation Υπέρυθρη ακτινοβολίαInfrared spectrophotometry (IR) Φασματοφωτομετρία

υπερύθρουInfrared spectroscopy (IR) Φασματοσκοπία υπερύθρουIngestion ΚατάποσηIngredient ΣυστατικόInhalable fraction Εισπνεύσιμο κλάσμαInhalation ΕισπνοήInherent safety see intrinsic safety Inherently safe design measure Μέτρο εγγενούς

ασφάλειαςInhibitor ΑναστολέαςInhibitory concentration (IC50) Δόση αναστολής 50%Initial medical examination Αρχική ιατρική εξέτασηInjection ΈνεσηInjection into drilled holes Έγχυση εντός διατρήσεωνInjured workers’ files Φάκελοι των τραυματισμένων

εργαζομένωνInjured workers’ rights Δικαιώματα τραυματισμένων

εργαζομένωνInjuries from moving machine part Τραυματισμοί από

κινούμενα μέρη μηχανών Injury Τραύμα ή τραυματισμόςInjury recording Καταγραφή ατυχημάτωνInks ΜελάνιαInlet valve Βαλβίδα εισαγωγήςInner ankle bones Οστά έσω σφυρών

Inner packaging Εσωτερική συσκευασίαInner receptacle Εσωτερικό δοχείοInorganic acids Ανόργανα οξέαInorganic chemistry Ανόργανη χημείαInorganic compound Ανόργανη ένωσηInorganic dusts Σκόνη από ανόργανες ουσίεςInput Είσοδος (π.χ ηλεκτρονικού σήματος)Insecticide ΕντομοκτόνοInsert earphones Βυσματοειδή ακουστικάInsoluble ΑδιάλυτοςInsoluble compound Αδιάλυτη ενώσηInspection ΕπιθεώρησηInspection body Φορέας ελέγχου, Οργανισμός ΕπιθεώρησηςInspection report Έκθεση ελέγχουInspector ΕπιβλέπωνInstallation ΕγκατάστασηInstallation work Εσωτερική εγκατάστασηInstantaneous safety gear Συσκευής αρπάγης ακαριαίας

πέδησης (ασανσέρ)Instruction ΟδηγίαInstrument ΌργανοInstrumental ΕνόργανοςInsufficient ΑνεπαρκήςInsufficient work spacing Ανεπαρκής χώρος εργασίαςInsulating flange Μονωτική φλάντζαInsulating foam Μονωτικός αφρόςInsulating material Μονωτικό υλικό, στεγανωτικό υλικόInsulating tape Ταινία μονωτικήInsulation ΜόνωσηInsulation clothes Μονωτικά ενδύματαInsulation construction Κατασκευή μονώσεωνInsulators ΜονωτήρεςInsulin ΙνσουλίνηInsured ΑσφαλισμένοςIntake ΠρόσληψηIntegral action Ολοκληρωτική δράσηIntegral detectors Ανιχνευτές ολοκλήρωσηςIntegral lighting of machines Ενσωματωμένος φωτισμός

μηχανώνIntelligent Energy Executive Agency, Brussels (Belgium)

Εκτελεστικός οργανισμός για την ευφυή ενέργεια, με έδρα τις Βρυξέλλες, (Βέλγιο)

Intelligibility of speech Αντιληπτότητα της ομιλίαςIntensity ΈντασηIntensity of absorption Ένταση απορρόφησηςIntensity of work Ένταση εργασίαςInteraction Αλληλεπίδραση

lexiko011s112.indd 60 10/29/08 1:27:56 PM

Page 59: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

61

I

International Ships and Port Facilities Security Code

Intercalibration ΔιαβαθμονόμησηIntercept ΠαρεμβολήInterchangeability ΕναλλαξιμότηταInterested party Ενδιαφερόμενο μέρος Interface ΔιεπιφάνειαInterface detector Ανιχνευτής διαχωριστικής επιφάνειαςInterferogram ΣυμβολόγραμμαInterferometer ΣυμβολόμετροInterferometric measurements Συμβολομετρικές μετρήσειςIntergovernmental Panel on Climate Change (IPCC)

Διακυβερνητική Επιτροπή για τις Κλιματικές ΑλλαγέςInterior construction Εσωτερική κατασκευήInterlaboratory comparison Διεργαστηριακή σύγκρισηInterlaboratory round robin data Διεργαστηριακά δεδομέναInterlaboratory study (comparison) Διεργαστηριακή μελέτη

(σύγκριση)Interlaboratory test Διεργαστηριακή δοκιμήInterlaboratory trial Διεργαστηριακή δοκιμασίαInterlocking device Διάταξη ενδομανδάλωσηςInterlocking guard Προφυλακτήρας με ενδομανδάλωσηInterlocking guard with a start function Προφυλακτήρας

με ενδομανδάλωση με αυτόματη έναρξηInterlocking guard with guard locking Προφυλακτήρας με

ενδομανδάλωση που κλειδώνει ή ασφαλίζεταιIntermediate ΕνδιάμεσοIntermediate bulk container (IBC) Εμπορευματοκιβώτιο

μεσαίας χωρητικότητας για φορτία χύδηνIntermediate packaging Ενδιάμεση συσκευασίαIntermediate precision Ενδιάμεση επαναληψιμότηταIntermodal loading units Διατροπικές μονάδες φόρτωσηςInternal combustion engine Κινητήρας εσωτερικής καύσηςInternal combustion engine powered truck Όχημα με

κινητήρα εσωτερικής καύσηςInternal conversion (C) Εσωτερική μετατροπήInternal injuries Εσωτερικά τραύματαInternal regulation Εσωτερικός κανονισμόςInternal standard (IS) Εσωτερικό πρότυποInternal workplace inspections Εσωτερική επιθεώρηση του

χώρου εργασίαςInternational Agency for Research on Cancer (IARC)

Διεθνής Οργανισμός Ερευνών ΚαρκίνουInternational Atomic Energy Agency (IAEA) Διεθνής

Επιτροπή Ατομικής ΕνέργειαςInternational Chamber of Shipping (ICS) Διεθνές

Ναυτιλιακό ΕπιμελητήριοInternational Chemical Safety Cards (ICSC) Διεθνείς

Κάρτες Χημικής Ασφάλειας

International Civil Aviation Organization (ICAO) Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας

International Code for construction and equipment of ships carrying dangerous chemicals in bulk (IBC Code) Διεθνής κώδικας σχετικός με τη ναυπήγηση και τον εξοπλισμό των πλοίων που μεταφέρουν χύδην επικίνδυνες χημικές ουσίες (κώδικας IBC), του διεθνούς ναυτιλιακού οργανισμού (ΙΜΟ)

International Code for the construction and equipment of ships carrying liquefied gases in bulk (IGC Code) Διεθνής κώδικας σχετικός με τη ναυπήγηση και τον εξοπλισμό των πλοίων που μεταφέρουν χύδην υγροποιημένα αέρια (κώδικας IGC), του ΙΜΟ

International Commission for Occupational and Environmental Health Διεθνής Επιτροπή για την Επαγγελματική και Περιβαλλοντική Υγιεινή

International Confederation of Free Trade Unions Διεθνής Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων

International Convention for Safe Containers (CSC) Διεθνής Σύμβαση για Ασφαλή Εμπορευματοκιβώτια

International Convention for the Safety of Life at Sea (SOLAS) Διεθνής σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (ΠΑΑΖΕΘ)

International Convention on Maritime Search and Rescue (SAR) Διεθνής Σύμβαση για τη ναυτική έρευνα και διάσωση

International harmonisation Διεθνής εναρμόνισηInternational labour law Διεθνές εργατικό δίκαιοInternational Life-Saving Appliance (LSA Code) Διεθνής

Κώδικας Σωστικών ΜέσωνInternational Maritime Dangerous Goods Code (IMDG

Code) Διεθνής ναυτιλιακός κώδικας για τη μεταφορά των επικίνδυνων εμπορευμάτων (κώδικας IMDG)

International Maritime Organization (IMO) Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός

International Oil Pollution Prevention Certificate (IOPPC) Διεθνές Πιστοποιητικό Πρόληψης της Ρύπανσης από Πετρέλαιο

International organisations Διεθνείς οργανισμοίInternational Organization for Standardization (ISO)

Διεθνής Οργανισμός ΤυποποίησηςInternational Safety Management Code (ISM-Code)

Διεθνής Κώδικας Ασφαλούς Διαχειρίσεως Πλοίων (ΔΚΑΔ)

International Ships and Port Facilities Security Code (ISPS Code) Διεθνής Κώδικας Ασφάλειας Πλοίων και Λιμενικών Εγκαταστάσεων

lexiko011s112.indd 61 10/29/08 1:27:57 PM

Page 60: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

62

Isodurene

International Social Security Association (ISSA) Διεθνής Ομοσπονδία Κοινωνικής Ασφάλισης

International Standard Διεθνές ΠρότυποInternational Standardization Διεθνής ΤυποποίησηInternational Union of Railways (UIC) Διεθνής Ένωση

ΣιδηροδρόμωνInternational Waste Identification Code (IWIC) Διεθνής

Κωδικός Ταυτοποίησης Αποβλήτων Internationally Harmonized Standards Διεθνώς

Εναρμονισμένα ΠρότυπαInternationals association of port and harbours (IΑΡΗ)

Διεθνής Ένωση ΛιμένωνInterpolation ΠαρεμβολήInterpretation ΕρμηνείαInterpretation of results Ερμηνεία των αποτελεσμάτωνInterpretive document Ερμηνευτικό έγγραφοIntersystem crossing (X) Εσωτερική διασταύρωσηIntervention ΠαρεμβάσηIntervention studies Μελέτες παρέμβασηςInterview ΣυνέντευξηIntestines ΈντεραIntolerance ΔυσανεξίαIntrinsic safety or inherent safety Εγγενής ασφάλειαIntrinsically safe Ασφαλές από κατασκευής, εγγενώς

ασφαλέςIntrinsically safe apparatus Εγγενώς ασφαλής μηχανήInversion Αναστροφή ή ιμβερτοποίησηInverter Αναστροφέας προσήμουInvestigation Έρευνα (π.χ. ατυχήματος)Involvement in field Εμπλοκή στον τομέαIobutanol see isobutyl alcohol Iodine Ιώδιο (I)Iodoaniline ΙωδοανιλίνηIodobenzene Ιωδοβενζόλιο (C6H5I)Iodobutane see butyl iodide Iodoethane see ethyl iodide Iodoform or triiodomethane Ιωδοφόρμιο ή τριιωδομεθάνιο

(CHI3)Iodomethylpropane ΙωδομεθυλοπροπάνιοIodonaphthalene ΙωδοναφθαλίνιοIodophenol Ιωδοφαινόλη2-iodopropane or isopropyl iodide 2-ιωδοπροπάνιο ή

ισοπροπυλοϊωδίδιο ή ιωδιούχο ισοπροπύλιοIodotoluene ΙωδοτολουόλιοIon chromatography (IC) Ιοντική χρωματογραφία Ion exchangers ΙοντοανταλλάκτεςIonisation, ionization Ιονισμός, ιοντισμός

Ionization potential Δυναμικό ιονισμούIonizing radiation Ιοντίζουσα ακτινοβολίαIridium Ιρίδιο (Ir)Iron Σίδηρος ή φέρριο (Fe)Iron nitrate see ferric nitrate Iron oxide Οξείδιο του σιδήρου (ΙΙ) ή (III) (FeO ή Fe2O3)Iron pentacarbonyl Πεντακαρβονύλιο του σιδήρου (C5FeO5)Ironing presses Πρέσες σιδερώματοςIrradiation ΑκτινοβόλησηIrreversible effect Μόνιμη επίδρασηIrrigation Άρδευση ή πότισμαIrritant ΕρεθιστικόIrritant contact dermatitis Ερεθιστική δερματίτιδαIrritating substances (Xi) Ερεθιστικές ουσίεςIrritation ΕρεθισμόςIschemia ΙσχαιμίαISO see International Organization for Standardization Isoamyl acetate or isopentyl acetate or

3-methyl-1-butyl acetate Οξικός ισοαμυλεστέρας ή οξικό ισοπεντύλιο ή οξικός 3-μεθυλο-1-βουτυλεστέρας (C7H14O2)

Isoamyl alcohol Ισοαμυλική αλκοόλη (C5H12O)Isobutane or methylpropane Ισοβουτάνιο ή

2-μεθυλοπροπάνιο (C4H10)Isobutanol see isobutyl alcohol Isobutyl ΙσοβουτύλιοIsobutyl acetate Οξικός ισοβουτυλεστέρας (C6H12O2)Isobutyl alcohol or 2-methyl-1-propanol or iobutanol

Ισοβουτυλική αλκοόλη ή 2-μεθυλο-1-προπανόλη ή ισοβουτανόλη (C4H10O)

Isobutyl bromide Ισοβουτυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο ισοβουτύλιο ((CH3)2CHCH2Br)

Isobutyl chloride or 1-chloro-2-methylpropane Ισοβουτυλοχλωρίδιο ή 1-χλωρο-2-μεθυλοπροπάνιο ή χλωριούχο ισοβουτύλιο

Isobutylamine Ισοβουτυλαμίνη (C4H11N)Isobutylene ΙσοβουτυλένιοIsobutylmalonate Ισοβουτυλομηλονικός εστέραςIsobutyraldehyde Ισοβουτυρική αλδεΰδη (C4H8O)Isobutyric acid Ισοβουτυρικό οξύ (C4H8O2)Isocaproaldehyde or γ-methylvaleraldehyde

or 4-methylpentanal Ισοκαπροναλδεΰδη ή γ-μεθυλοβαλεριαναλδεΰδη ή 4-μεθυλοπεντανάλη

Isocaproic acid or 4-methylpentanoic acid Ισοκαπρονικό οξύ ή 4-μεθυλοπεντανοϊκό οξύ ((CH3)2CHCH2CH2COOH)

Isocrotonic acid Ισοκροτωνικό οξύ (cis-CH3CH=CHCOOH)Isocyanates ΙσοκυανικάIsodurene Ισοδουρόλιο

lexiko011s112.indd 62 10/29/08 1:27:57 PM

Page 61: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

63

IJ

Job analysis and design

Isoelectric point Ισοηλεκτρικό σημείοIsoeugenol or oil of nutmeg Ισοευγενόλη ή έλαιο

μοσχοκάρυδου (C10H12O2)Isohexane or methyl pentane Ισοεξάνιο ή μεθυλοπεντάνιο

(C6H14)Isohexyl chloride ΙσοεξυλοχλωρίδιοIsohexylnaphthalene ΙσοεξυλοναφθαλίνιοIsolated work Απομονωμένη εργασίαIsoleucine or α-amino-β-methylvaleric acid Ισολευκίνη ή

α-αμινο-β-μεθυλοβαλεριανικό οξύ (Ile, I) (C6H13NO2)Isonicotinic acid Ισονικοτινικό οξύIsonicotinic acid hydrazide or isoniazid Υδραζίδιο

ισονικοτινικού οξέος ή ισονιαζίδιοIsooctanol see isooctyl alcohol Isooctyl alcohol or isooctanol Ισοοκτυλική αλκοόλη ή

ισοοκτανόλη (C8H18O)Isopentane or 2-methylbutane Ισοπεντάνιο ή

2-μεθυλοβουτάνιο (C5H12)Isopentenyl pyrophosphate Ισοπεντενυλοπυροφωσφορικός

εστέρας ή πυροφωσφορικός ισοπεντενυλεστέραςIsopentyl acetate see isoamyl acetate Isopentyl chloride Ισοπεντυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο

ισοπεντύλιοIsophorone diisocyanate (IPDI) Διισοκυανικός εστέρας της

ισοφορόνης (C12H18N2O2)Isophorone or 3,5,5-trimethyl-3-cyclohexene-5-one or

3,5,5-trimethyl-2-cyclohexene-1-one Ισοφορόνη ή 3,5,5-τριμεθυλο-3-κυκλοεξεν-5-όνη ή 3,5,5-τριμεθυλο-2-κυκλοεξεν-1-όνη (C9H14O)

Isophoronediamine (IPD) Ισοφορονοδιαμίνη (C10H22N2)Isophthalic acid or m-phthalic acid Ισοφθαλικό οξύ ή

m-φθαλικό οξύ (C8H6O4)Isoprene or 2-methyl-1,3-butadiene Ισοπρένιο ή

2-μεθυλο-1,3-βουταδιένιο (C5H12O2)Isopropanol see isopropyl alcohol Isopropanolamine or 1-amino-2-propanol

Ισοπροπανολαμίνη ή 1-αμινο-2-προπανόλη (C3H9NO)Isopropoxyethanol or isopropyl glycol

Ισοπροποξυαιθανόλη ή ισοπροπυλογλυκόλη ή (C5H8)

Isopropyl ΙσοπροπύλιοIsopropyl acetate Οξικός ισοπροπυλεστέρας (C5H10O2)Isopropyl alcohol or 2-propanol or isopropanol

Ισοπροπυλική αλκοόλη ή 2-προπανόλη ή ισοπροπανόλη (C3H8O)

Isopropyl bromide or 2-bromopropane Ισοπροπυλοβρωμίδιο ή 2-βρωμοπροπάνιο ή βρωμιούχο ισοπροπύλιο (C3H7Br)

Isopropyl chloride or 2-chloropropane Ισοπροπυλοχλωρίδιο ή 2-χλωροπροπάνιο ή χλωριούχο ισοπροπύλιο (C3H7Cl)

Isopropyl ether Ισοπροπυλαιθέρας ή ισοπροπυλικός αιθέρας (C6H14O)

Isopropyl glycidyl ether (IGE) Ισοπροπυλογλυκιδυλαιθέρας (C6H12O2)

Isopropyl glycol see isopropoxyethanol Isopropyl hydrogen sulfate Όξινο θειικό ισοπροπύλιοIsopropyl iodide see 2-iodopropane Isopropyl methyl ketone see methyl isopropyl ketone Isopropyl propyl ether Ισοπροπυλοπροπυλαιθέρας Isopropylamine or 2-aminopropane Ισοπροπυλαμίνη ή

2-αμινοπροπάνιο (C3H9N)Isopropylaniline Ισοπροπυλανιλίνη (C9H13N)Isopropylbenzene see cumene Isopropylcyclohexane or hexahydrocumene

or normanthane Ισοπροπυλοκυκλοεξάνιο ή εξαϋδροκουμόλιο ή νορμανθάνιο (C9H18)

Isopropylmethylacetylene or 4-methyl-2-pentyne Ισοπροπυλομεθυλακετυλένιο ή 4-μεθυλο-2-πεντίνιο

Isopropylnaphthalene ΙσοπροπυλοναφθαλίνιοIsopropylphenanthrene ΙσοπροπυλοφαινανθρένιοIsopropyltoluene ΙσοπροπυλοτολουόλιοIsoproylacetone see methyl isobutyl ketone Isoquinoline Ισοκινολίνη (C9H7N)Isotope ΙσότοποIsotrehalose ΙσοτρεαλόζηIsovaleraldehyde ΙσοβαλεραλδεΰδηIssue date Ημερομηνία έκδοσηςItch Φαγούρα

J

Jackhammers Διατρητικές σφύρες, αερόσφυρες χειρός Jacks ΓρύλλοιJaw ΓνάθοςJerrican Μπιτόνι

Jet ΑκροφύσιοJob Δουλειά, εργασίαJob analysis and design Ανάλυση και σχεδιασμός της θέσης

εργασίας

lexiko011s112.indd 63 10/29/08 1:27:57 PM

Page 62: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

64

Lacquer

Job experience Επαγγελματική πείραJob exposure Επαγγελματική έκθεσηJob insecurity Επαγγελματική ανασφάλειαJob quality Ποιότητα εργασίαςJob satisfaction Επαγγελματική ικανοποίησηJob search Αναζήτηση εργασίαςJoint Αρμός

Joint commission for the accreditation of health organizations (JCAHO) Μικτή επιτροπή για την πιστοποίηση οργανισμών περίθαλψης

Joint cutters Κοπτικό αρμώνJointing Ζεύξη, αρμολόγησηJoints Αρθρώσεις

K

Kaolin or china clay ΚαολίνηςKaolinite Καολινίτης (Al2O3.2SiO2.2H2O)Keratin ΚερατίνηKernelling Πυρηνοληψία (καρότα)Kerosene ΚηροζίνηKetal Κετάλη (RC(OR”)2R’)Keten Κετένιο (CH2=CO)Ketene Κετένη (C2H2O)Ketoglutaric acid Κετογλουταρικό οξύKetoisocaproic acid Κετοϊσοκαπριονικό οξύKetone ΚετόνηKetone acid ΚετονοξύKetopentose ΚετοπεντόζηKetose ΚετόζηKettles ΚαζάνιαKeyboard Πληκτρολόγιο

Kidney ΝεφρόςKidney colic Κολικός νεφρούKilns ΚλίβανοιKinematic viscosity Κινηματικό ιξώδεςKinesiology ΚινησιολογίαKnee ΓόνατοKnee protectors Μέσα προστασίας γονάτων,

επιγονατίδεςKnife ΜαχαίριKnife handling Χειρισμός μαχαιριώνKnife switch Διακόπτης μαχαιρωτόςKnowledge ΓνώσηKryolith or cryolite Κρυόλιθος (AlF3.3NaF)Krypton Κρυπτό (Kr)Kurtosis Κύρτωση

L

Label or mark Ετικέτα, σήμα, σημάδιLabelled Επισημασμένος, ιχνηθετημένοςLabelling Επισήμανση (π.χ. χημικών ουσιών ή

παρασκευασμάτων)Laboratory ΕργαστήριοLaboratory apparatus Εργαστηριακή συσκευήLaboratory bias Συστηματικό εργαστηριακό σφάλμαLaboratory equipment Εργαστηριακός εξοπλισμός ή

εξοπλισμός εργαστηρίουLaboratory frame Εργαστηριακό πλαίσιοLaboratory method Εργαστηριακή μέθοδοςLaboratory personnel Εργαστηριακό προσωπικό ή

προσωπικό εργαστηρίουLaboratory safety Ασφάλεια στα εργαστήριαLaboratory sample Εργαστηριακό δείγμα

Laboratory test Εργαστηριακή δοκιμήLaboratory work Εργαστηριακή εργασία, εργασίες

εργαστηρίουLabour contracts Συμβάσεις εργασίαςLabour cost Κόστος εργασίαςLabour inspector Επιθεωρητής εργασίαςLabour Inspectorate Επιθεώρηση εργασίαςLabour law Εργατική νομοθεσίαLabour market Αγορά εργασίαςLabour or work ΕργασίαLabour relations Σχέσεις εργασίαςLabour shortage Έλλειψη εργατικών χεριώνLacerations ΣχισίματαLack of control Έλλειψη ελέγχουLacquer Λάκκα

lexiko011s112.indd 64 10/29/08 1:27:57 PM

Page 63: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

65

JKL

Light-gauge metal packaging

Lacrimating agents Δακρυγόνοι παράγοντεςLactam ΛακτάμηLactic acid or α-hydroxypropionic acid or acetonic acid

or milk acid Γαλακτικό οξύ ή α-υδροξυπροπιονικό οξύ ή ακετονικό οξύ (C3H6O3)

Lactide Λακτίδιο (C6H8O4)Lactobionic acid Λακτοβιονικό οξύLactoglobulin ΛακτοσφαιρίνηLactone ΛακτόνηLactonitrile ΛακτονιτρίλιοLactosazone ΛακτοζαζόνηLactose Λακτόζη (C12H22O11)Ladder Σκάλα, (φορητή) κλίμακαLag ΥστέρησηLag phase Λανθάνουσα φάσηLamellae ΦολίδεςLaminar-flow Ομαλή ροήLaminating Ελασματοποίηση (επένδυση)Lanolin ΛανολίνηLanosterol or isocholesterol Λανοστερόλη (C30H50O)Lanthanids Λανθανίδες ή σπάνιες γαίες (Ln)Lanthanum Λανθάνιο (La)Lanyards ΚορδόνιαLarge container Μεγάλο εμπορευματοκιβώτιοLarge packaging Μεγάλη συσκευασίαLarynx ΛάρυγγαςLaser ΛέιζερLaser radiation Ακτινοβολία λέιζερLate effects Μακροχρόνιες επιπτώσειςLate impact Μακροχρόνιες επιπτώσειςLatent ΛανθάνωνLatent period Περίοδος επώασηςLatex allergy Αλλεργία στο λάτεξLauric acid or dodecanoic acid Λαυρικό οξύ ή δωδεκανοϊκό

οξύ (C12H24O2)Lauric alcohol see lauryl alcohol Lauryl alcohol or lauric alcohol or 1-dodecanol Λαυρική

αλκοόλη ή 1-δωδεκανόλη (C12H26O)Lauryl hydrogen sulfate Όξινος θειικός λαυρυλεστέραςLaw ΝόμοςLawrencium Λωρένσιο (Lr)Laying ΕπίστρωσηLead Μόλυβδος ή πλούμπιο (Pb)Lead arsenate Αρσενικικός μόλυβδος (Pb3(AsO4)2)Lead azide Αζίδιο του μολύβδου (Pb(N3)2)Lead carbonate Ανθρακικός μόλυβδος (PbCO3)Lead chromate Χρωμικός μόλυβδος (PbCrO4)

Lead dioxide Διοξείδιο του μολύβδου (PbO2)Lead iodide Ιωδιούχος μόλυβδος (PbI2)Lead nitrate Νιτρικός μόλυβδος (Pb(NO3)2

Lead styphnate Στυφνικός μόλυβδος (C6HN3O8Pb)Lead sulfide Θειούχος μόλυβδος (PbS)Leakage ΔιαρροήLeakproofness test Δοκιμή στεγανότηταςLeast square method Μέθοδος των ελαχίστων τετραγώνωνLeave of absence Άδεια απουσίαςLeg ΚνήμηLeg protection Προστασία κάτω άκρωνLeg protectors Μέσα προστασίας κνημών Legal circumstances Νομικές συνθήκεςLegal requirements Νομικές απαιτήσειςLegal status Νομική υπόστασηLegal working hours Νόμιμο ωράριο εργασίαςLegionnaires’ disease Νόσος των λεγεωναρίωνLength ΜήκοςLeptospira ΛεπτοσπείραLeptospirosis ΛεπτοσπείρωσηLethal ΘανατηφόροςLethal concentration (LC50) Θανατηφόρα συγκέντρωση (για

το 50% πληθυσμού πειραματοζώων)Leucine or α-aminoisocaproic acid (Leu, L) Λευκίνη ή

α-αμινοϊσοκαπροϊκό οξύ ή 2-αμινο-4-μεθυλο-πεντανικό οξύ (C6H13NO2)

Leukaemia ΛευχαιμίαLevel ΕπίπεδοLevel detector Ανιχνευτής στάθμης σήματοςLevel of interest Επίπεδο που ενδιαφέρειLeveling ΙσοπέδωσηLevers ΜοχλοίLevuloze Λεβουλόζη (C6H12O6)Liability Νομική ευθύνηLiberation ΑπελευθέρωσηLife belts Σωσίβιες ζώνεςLife line Σχοινί ασφαλείαςLifejacket Σωσίβιο γιλέκοLift see elevator Lifting Άρση ή σήκωμα ή ανύψωση βάρουςLifting equipment Εξοπλισμός ανύψωσηςLifting platform Ανυψωτική εξέδρα (πλατφόρμα)Lifting pulleys Ανυψωτικές τροχαλίεςLight ΦώςLight well Φωταγωγός κτιρίουLight-gauge metal packaging Μεταλλική συσκευασία

ελαφρού περιτυπώματος

lexiko011s112.indd 65 10/29/08 1:27:57 PM

Page 64: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

66

Log book

Lighting ΦωτισμόςLightning protection Προστασία από κεραυνόLightweight aggregate concrete Ελαφροβαρές αδρανές

σκυρόδεμα Lignite or brown coal ΛιγνίτηςLigroin (light naphtha) Λιγροΐνη (ελαφρά ναφθένια)Limestone ΑσβεστόλιθοςLimit ΌριοLimit of linearity (LOL) Όριο γραμμικότηταςLimit of quantitation (LOQ) Όριο ποσοτικοποίησηςLimit test Έλεγχος ορίουLimit value Οριακή τιμήLimited movement control device Τερματικός διακόπτηςLimiter ΠεριοριστήςLimiting device Τερματικό Limonene see dipentene Linalol Λιναλόλη (C10H18O)Lindane or gamma-Hexachlorocyclohexane Λινδάνιο

(C6H6Cl6)Line printer Εκτυπωτής γραμμώνLinear circuit Γραμμικό κύκλωμαLinear combination Γραμμικός συνδυασμόςLinear dynamic range Γραμμική δυναμική περιοχήLinear regression Γραμμική συμμεταβολήLinearity ΓραμμικότηταLiner ΕπένδυσηLines of authority ΙεραρχίαLinkage ΔιαρροήLinoleic acid or cis,cis-9,12-octadecadienoic acid

Λινελαϊκό οξύ ή cis,cis-9,12-δεκαοκταδεκανοϊκό οξύ (C18H32O2)

Linolenic acid Λινολενικό οξύ (C18H30O2)Linseed oil ΛινέλαιοLipophilic ΛιποφιλικόLipophilic see hydrophobic Lipoprotein ΛιποπρωτεΐνηLiquid ΥγρόLiquid chemical wastes Υγρά χημικά απόβληταLiquid chemicals Χημικά υγράLiquid chromatography (LC) Υγρή χρωματογραφίαLiquid Crystal Display (LCD) Οθόνη υγρών κρυστάλλωνLiquid crystal polymers Υγροκρυσταλλικά πολυμερήLiquid fertilizer distributors Διανομείς υγρών λιπασμάτωνLiquid nitrogen Υγρό άζωτο (LN2)Liquid under pressure Υγρά υπό πίεσηLiquid waste Υγρά απόβληταLiquified natural gas (LNG) Υγροποιημένο φυσικό αέριο

Liquified petroleum gas (LPG) Υγροποιημένο αέριο πετρελαίου ή υγραέριο

List of chemical elements classified according to their atomic number (Z) Κατάλογος χημικών στοιχείων ταξινομημένων σύμφωνα με τον ατομικό τους αριθμό (Ζ)

List of dangerous substances classified in the order of the atomic number of the element most characteristic of their properties Κατάλογος των επικινδύνων ουσιών ταξινομημένων βάσει του ατομικού αριθμού του στοιχείου του πλέον χαρακτηριστικού των ιδιοτήτων τους

Lithium Λίθιο (Li)Lithium acetate Οξικό λίθιο (LiC2H3O2)Lithium acetylide Ακετυλίδιο του λιθίουLithium butylcopper ΛιθιοβουτυλοχαλκόςLithium carbonate Ανθρακικό λίθιο (Li2CO3)Lithium chlorate Χλωρικό λίθιο (LiClO3)Lithium dialkylcopper Λιθιοδιαλκυλοχαλκός (R2CuLi)Lithium hydride Υδρίδιο του λιθίου (HLi)Lithium hydroxide Υδροξείδιο του λιθίου (LiOH)Lithium methylacetylide Μεθυλακετυλίδιο του λιθίουLithium nitrate Νιτρικό λίθιο (LiNO3)Lithium pentylacetylide Πεντυλακετυλίδιο του λιθίουLithium phosphate Φωσφορικό λίθιο (Li3PO4)Lithium sulfate Θειικό λίθιο (Li2SO3)Lithopone ΛιθοπόνιοLive parts Μέρη υπό τάσηLiver Ήπαρ ή συκώτιLiver diseases Ηπατικές παθήσειςLoad ΦορτίoLoad boards Σανίδες φόρτωσηςLoad sharing Κατανομή φορτίουLoader ΦορτωτήςLoading for transport Φόρτωση μεταφοράςLoading overall Φόρτωση από πάνωLoading platforms Αποβάθρες φόρτωσης Local contingency plan (LCP) Εγκεκριμένο τοπικό σχέδιο

έκτακτης ανάγκης της Λιμενικής ΑρχήςLocal dose Τοπική δόσηLocal exhaust ventilation Τοπικός εξαερισμόςLocal pain Τοπικός πόνοςLocal reaction Τοπική αντίδρασηLocalization ΕντοπισμόςLocalize or locate ΕντοπίζωLockout/tagout procedures Διαδικασίες ασφάλισης/

τοποθέτησης ετικέτας (lockout/tagout)Loft ΠατάριLog book Ημερολόγιο

lexiko011s112.indd 66 10/29/08 1:27:57 PM

Page 65: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

67

LM

Machining

Log phase Λογαριθμική φάση ανάπτυξηςLogarithmic ΛογαριθμικήLogarithmic distribution Λογαριθμική κατανομήLogging operations Εργασίες υλοτόμησηςLogic system Λογικό σύστημαLogistic function Λογιστική συνάρτησηLone workers Απομονωμένοι εργαζόμενοιLong latency period Μακρόχρονη λανθάνουσα περίοδοςLongitudinal Διαμήκης Longitudinal relaxation time Διαμήκης χρόνος

αποκατάστασηςLongitudinal study Διαμήκης μελέτηLong-term exposure to excessive noise Μακροχρόνια

έκθεση σε υπερβολικό θόρυβοLoop ΒρόγχοςLoss ΑπώλειαLoss of limb ΑκρωτηριασμόςLost working time Απώλεια χρόνου εργασίαςLot ΠαρτίδαLoudspeaker ΜεγάφωνοLow back disorders Παθήσεις μέσηςLow dispersible radioactive material Χαμηλής διασποράς

ραδιενεργό υλικόLow frequency (LF) Χαμηλή συχνότηταLow molecular mass liquid crystals Απλοί υγροί

κρύσταλλοιLow molecular weight (LMW) Χαμηλό μοριακό βάροςLow resolution mass spectrometry(LRMS) Φασματομετρία

μάζας χαμηλής διακριτικής ικανότηταςLow specific activity material (LSA) Χαμηλής ειδικής

δραστικότητας υλικόLow temperature ashing (LTA) Αποτέφρωση χαμηλής

θερμοκρασίαςLow temperature asphalt Άσφαλτος χαμηλής θερμοκρασίαςLow toxicity alpha emitters Χαμηλής τοξικότητας άλφα

εκπομποί

Lower assessment threshold Κατώτερο όριο εκτίμησηςLower calorific value of a fuel (Hu) Κατώτερη θερμογόνος

δύναμη Lower Explosive Limit (LEL) Κατώτερο εκρηκτικό όριο,

κατώτερο όριο ανάφλεξηςLower limb disorders Διαταραχές των κάτω άκρωνLower limbs Κάτω άκραLower limit Χαμηλότερο όριοLowest dose of adverse health effects (LDAHE) Κατώτατη

δόση με παρατηρήσιμη επιβλαβή επίδρασηLowest Observed Adverse Effects Concentration (LOAEC)

Χαμηλότερη συγκέντρωση όπου παρατηρούνται επιβλαβή αποτελέσματα

Lowest observed effects concentration (LOEC) Ελάχιστη συγκέντρωση παρατηρούμενης επίδρασης

Lowest observed effects level (LOEL) Χαμηλότερο επίπεδο όπου παρατηρείται αποτέλεσμα

Low-noise machinery Συσκευή χαμηλού θορύβουLubricating ΛίπανσηLubricating oil or Lub oil Ορυκτέλαιο, λιπαντέλαιοLukewarm ΧλιαρόLumbago ΟσφυαλγίαLuminous transmittance Φωτεινή διαπερατότηταLump ΣύντηγμαLung ΠνεύμοναςLung cancer Καρκίνος του πνεύμοναLung edema Πνευμονικό οίδημαLung fibrosis Πνευμονική ίνωσηLung function Πνευμονική λειτουργίαLutecium Λουτίσιο (Lu)Lutidines Λουτιδίνες Lymphatic system Λεμφικό σύστημαLymphocyte ΛεμφοκύτταροLysine Λυσίνη ή 2,6-διαμινο εξανικό οξύ (Lys, K) (C6H14NO2)Lyxose Λυξόζη

M

Machine ΜηχανήMachine design Σχεδιασμός μηχανήςMachine dictated work pace Ρυθμός εργασίας

καθοριζόμενος από τη μηχανήMachine guarding Συστήματα προστασίας για την αποφυγή

των ατυχημάτων από μηχανήματα

Machine room Μηχανοστάσιο Machine safety Ασφάλεια των μηχανώνMachine tool ΕργαλειομηχανήMachines for chemical processes Μηχανές για χημικές

διεργασίεςMachining Μηχανουργική κατεργασία

lexiko011s112.indd 67 10/29/08 1:27:57 PM

Page 66: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

68

Manpower

Macromolecules ΜακρομόριαMagnesia see magnesium oxide Magnesite Μαγνησίτης (MgCO3)Magnesium Μαγνήσιο (Mg)Magnesium acetate Οξικό μαγνήσιο (Mg(C2H3O2)2)Magnesium carbonate Ανθρακικό μαγνήσιο (MgCO3)Magnesium chlorate Χλωρικό μαγνήσιο (Mg(ClO3)2)Magnesium hydroxide Υδροξείδιο του μαγνησίου (Mg(OH)2)Magnesium nitrate Νιτρικό μαγνήσιο (Mg(NO3)2)Magnesium oxide or magnesia Οξείδιο του μαγνησίου ή

μαγνησία (MgO)Magnesium phospate Φωσφορικό μαγνήσιο (Mg3(PO4)2)Magnesium sulfate Θειικό μαγνήσιο (MgSO4)Magnet ΜαγνήτηςMagnetic circuit Μαγνητικό κύκλωμαMagnetic field strength (H) Ένταση μαγνητικού πεδίου Magnetic fields Μαγνητικά πεδίαMagnetic flux density (B) Πυκνότητα μαγνητικής ροής

(Μαγνητική επαγωγή) Main contact Επαφή κυρίαMainstreaming Ένταξη (μιας διάστασης στην οικεία

κοινοτική πολιτική)Maintainability Συντηρησιμότητα ή δυνατότητα συντήρησηςMaintaining the HACCP system Τήρηση του συστήματος

HACCPMaintenance ΣυντήρησηMaintenance of control measures Συντήρηση των μέσων

ελέγχουMaintenance personnel Προσωπικό συντήρησηςMajor accident Ατύχημα μεγάλης έκτασηςMajor changes Μεταβολές μείζονος σημασίαςMajor industrial accident Βιομηχανικό ατύχημα μεγάλης

έκτασης (ΒΑΜΕ)Major new stationary combustion source Μείζων νέα

σταθερή πηγή καύσηςMalathion Μαλαθείον (C10H19O6PS2)Male ΑρσενικόςMaleic acid or cis-butenedioic acid Μηλεϊνικό οξύ ή cis-βουτενοδιοϊκό οξύ (C4H4O4)Maleic anhydrite or cis-butenedioic anhydrite Μηλεϊνικός

ανυδρίτης ή cis-βουτενοδιοϊκό ανυδρίτης (C4H2O3)Malfunction indicator (MI) Δείκτης δυσλειτουργίαςMalic acid or hydroxysuccinic acid Μηλικό οξύ ή

υδροξυηλεκτρικό οξύ (C4H6O5)Malic ester Μηλικός εστέραςMalignance ΚακοήθειαMalignant melanoma (MM) Κακόηθες μελάνωμα

Malonic acid or propanedioic acid Μηλονικό οξύ ή προπανοδιοϊκό οξύ (C3H4O4)

Malonic ester Μηλονικός εστέρας (CH2(COOC2H5)2)Maltase ΜαλτάσηMaltobionic acid Μαλτοβιονικό οξύMaltose Μαλτόζη (C12H22O11)Man ΆνδραςMan made vitreous fibres (MMV) Τεχνητές γυάλινες ίνεςManagement Διαχείριση, διοίκησηManagement by objective Διοίκηση ανά στόχοManagement Oversight and Risk Tree (MORT) Δέντρο

Διοικητικής Αβλεψίας και ΕπικινδυνότηταςManagement Representative Εκπρόσωπος Διοίκησης Management review Ανασκόπηση της διαχείρισηςManagement system Σύστημα Διοίκησης Mandelic acid Αμυγδαλικό οξύ (C8H8O3)Mandelonitrile ΑμυγδαλονιτρίλιοManganate Μαγγανικό (MnO4

2-)Manganese Μαγγάνιο (Mn)Manganese acetate Οξικό μαγγάνιο (Mn(C2H3O2)2 ή Mn(C2H3O2)4)Manganese carbonate Ανθρακικό μαγγάνιο (MnCO3 ή

Mn(CO3)2)Manganese chlorate Χλωρικό μαγγάνιο (Mn(ClO3)2 ή

Mn(ClO3)4)Manganese cyclopentadienyl tricarbonyl

Τρικαρβονυλοκυκλοπενταδιενυλικό μαγγάνιο (C8H5MnO3)Manganese hydroxide Υδροξείδιο του μαγγανίου (Mn(OH)2

ή Mn(OH)4)Manganese nitrate Νιτρικό μαγγάνιο (Mn(NO3)2 ή Mn(NO3)4)Manganese phospate Φωσφορικό μαγγάνιο (Mn3(PO4)2 ή

Mn3(PO4)4)Manganese sulfate Θειικό μαγγάνιο (MnSO4 ή Mn(SO4)2)Manganism Μαγγανισμός Manipulated variable Χειριζόμενη μεταβλητήMan-machine interface (MMI) Διασύνδεση ανθρώπου-μηχανήςMan-made fibres Συνθετικές ίνεςMannan ΜαννάνηMannaric acid or mannosaccharic acid Μανναρικό οξύ ή

μαννοσακχαρικό οξύMannitol Μαννιτόλη (C6H14O6)Mannonic acid Μαννονικό οξύMannopyranose ΜαννοπυρανόζηMannosaccharic acid see mannaric acid Mannose Μαννόζη (C6H12O6)Mannuronic acid Μαννουρονικό οξύManpower Ανθρώπινο δυναμικό

lexiko011s112.indd 68 10/29/08 1:27:57 PM

Page 67: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

69

M

Mean square successive differences

Manual arc welding Ηλεκτροκόλληση χειρόςManual clean up Χειρωνακτικός καθαρισμόςManual handling Χειρωνακτικός χειρισμόςManual handling of loads Χειρωνακτική διακίνηση φορτίωνManual Metal Arc (MMA) or Shielded Metal Arc Welding

(SMAW or SMA) Συγκόλληση τόξου με επενδυμένο ηλεκτρόδιο

Manual of Analytical Methods Εγχειρίδιο Αναλυτικών Μεθόδων

Manual of Tests and Criteria Εγχειρίδιο Δοκιμών και Κριτηρίων

Manual on oil pollution Εγχειρίδιο ρύπανσης από πετρέλαιοManual work Χειρωνακτική εργασίαMarble ΜάρμαροMarble workers ΜαρμαροτεχνίτεςMarine chemist Χημικός ναυτιλίαςMarine gas oil Ντίζελ πλοίωνMarine Pollution (MARPOL) Διεθνής σύμβαση για την

πρόληψη της ρύπανσης από τα πλοίαMarine pollution emergency response support system

(MPERSS) Επιχειρησιακό σχέδιο ενεργειών σε περίπτωση ρύπανσης της θάλασσας από πετρελαιοκηλίδα

Maritime Safety Committee (MSC) Επιτροπή Ναυτικής Ασφάλειας του IMO

Marking or labelling Σήμανση (π.χ μηχανών)Mask ΜάσκαMass ΜάζαMass balance Ισορροπία μάζαςMass Flow Rate (MFR) Δείκτης ροής Mass fraction Κλάσμα μάζαςMass of package Μάζα κόλουMass spectrometry Φασματομετρία μάζαςMass spectrum` Φάσμα μαζώνMass/charge ratio (m/z) Λόγος μάζας/φορτίουMass-spectrometric detection Ανίχνευση με

φασματομετρία μάζαςMast ΙστόςMastic asphalt Χυτή άσφαλτος, μαστιχομονώσηMaterial ΥλικόMaterial handling equipment Μέσα χειρισμού των υλικώνMaterial Safety Data Sheet (MSDS) Δελτίο Δεδομένων

Ασφάλειας ΠροϊόντοςMaterial transport Μεταφορά υλικώνMaterials handling hazards Κίνδυνοι από την διαχείριση

υλικώνMaternity leave Άδεια μητρότηταςMatrix Μήτρα / πίνακας

Maximum acceptable concentration Οριακές τιμές μικρής διάρκειας έκθεσης

Maximum allowable working pressure (MAWP) Μέγιστη επιτρεπτή πίεση εργασίας

Maximum capacity Μέγιστη χωρητικότηταMaximum exposure limit Μέγιστο όριο έκθεσηςMaximum external capacitance Μέγιστη εξωτερική

χωρητικότηταMaximum external inductance Μέγιστη εξωτερική επαγωγήMaximum external inductance to resistance ratio Λόγος

μέγιστης εξωτερικής επαγωγής και αντίστασηςMaximum Incidental Pressure (MIP) Μέγιστη

εμφανιζόμενη πίεσηMaximum input current Μέγιστο ρεύμα εισόδουMaximum input power Μέγιστη ισχύς εισόδουMaximum input voltage Μέγιστη τάση εισόδουMaximum internal capacitance Μέγιστη εσωτερική

χωρητικότηταMaximum internal inductance Μέγιστη εσωτερική επαγωγήMaximum internal inductance to resistance ratio Λόγος

μέγιστης εσωτερικής επαγωγής και αντίστασηςMaximum net mass Μέγιστο καθαρό βάροςMaximum normal operating pressure Μέγιστη κανονική

πίεση λειτουργίαςMaximum normalized deviation Μέγιστη ανηγμένη απόκλισηMaximum Operating Pressure (MOP) Μέγιστη πίεση

λειτουργίαςMaximum output current Μέγιστο ρεύμα εξόδουMaximum output power Μέγιστη ισχύς εξόδουMaximum output voltage Μέγιστη τάση εξόδουMaximum permissible gross mass (MPGM) Μέγιστο

επιτρεπτό μεικτό βάρος Maximum permissible load Μέγιστο επιτρεπτό φορτίοMaximum service temperature Μέγιστη θερμοκρασία

λειτουργίαςMaximum surface temperature Μέγιστη θερμοκρασία

επιφάνειαςMaximum tolerable concentration (LC0 or MTC) Μέγιστη

ανεκτή συγκέντρωσηMaximum tolerable dose or Maximum tolerated dose (LD0

or MTD) Μέγιστη ανεκτή δόσηMaximum working pressure Μέγιστη πίεση εργασίας Mean Μέσος όροςMean generation time Μέσος χρόνος γενεάςMean Photo Effect (MPE) Μέση φωτοεπίδρασηMean square successive differences Μέσος όρος των

τετραγώνων των διαδοχικών διαφορών

lexiko011s112.indd 69 10/29/08 1:27:57 PM

Page 68: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

70

Metal pipe

Measurement ΜέτρησηMeasurement and assessment Μέτρηση και αξιολόγησηMeasurement range Εύρος μετρήσεωνMeasuring instrument Όργανο μέτρησηςMechanic (e.g. car mechanic) Μηχανικός αυτοκινήτωνMechanical cleaning Μηχανικός καθαρισμόςMechanical containment Μηχανικός εγκλωβισμόςMechanical dispersion Μηχανική διασποράMechanical handling Μηχανικός χειρισμόςMechanical harvesters Συλλεκτικές μηχανέςMechanical interface Μηχανική διεπαφήMechanical presses Μηχανικοί πιεστήρεςMechanical properties Μηχανικές ιδιότητεςMechanical restraint device Διάταξη μηχανικής

απομόνωσηςMechanical risks Μηχανικών κίνδυνοιMechanical vibration Μηχανική δονήσηMechanics Μηχανική (κλάδος της φυσικής)Mechanisation ΜηχανοποίησηMechanism ΜηχανισμόςMedian Διάμεση τιμή ή διάμεσοςMedian Lethal dose (LD50) Διάμεσος θανατηφόρος δόση (για

το 50% πληθυσμού πειραματοζώων) Medical advice Ιατρική συμβουλήMedical consultation Ιατρική επίσκεψηMedical diagnosis Ιατρική διάγνωσηMedical equipment Ιατρικός εξοπλισμόςMedical examination or check up Ιατρικός έλεγχοςMedical First Aid Guide (MFAG) Ιατρικός οδηγός πρώτων

βοηθειών (του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού)Medical gloves Ιατρικά γάντιαMedical provision Παροχή ιατρικών υπηρεσιώνMedical service Ιατρική υπηρεσίαMedical survey Ιατρική έρευναMedical treatment Ιατρική περίθαλψηMedical wastes Ιατρικά απόβληταMedication Χορήγηση φαρμάκουMedicine Φάρμακο ή ιατρικήMefenamic acid Μεφαιναμικό οξύMelezitose ΜελεζιτόζηMelibiose Μελιβιόζη (C12H22O11)Melt – Mass Flow Rate (MFR) Τήξη – δείκτης ροήςMelt flow index (MFI) Δείκτης ροήςMelting ΤήξηMelting point (MP) Σημείο τήξηςMember of a vehicle crew Μέλος πληρώματος οχήματοςMember State Κράτος μέλος

Memorandum of Understanding on Paris State Control (MOU) Μνημόνιο συνεννόησης των Παρισίων για τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος του λιμένα

Memory ΜνήμηMendelevium Μεντελέβιο (Md)Mental disorders Διανοητική διαταραχήMental fatigue Διανοητική κόπωσηMental harm Διανοητική βλάβηMental illness Διανοητική ασθένειαMental workload Διανοητική κόπωσηMercaptans or thiols Μερκαπτάνες ή θειόλες (RSH)Mercaptoacetic acid or trioglycolic acid Μερκαπτοοξικό

οξύ ή τριογλυκολικό οξύ (C2H4O2S)Mercaptobenzothiazol ΜερκαπτοβενζοθειαζόληMercaptoethanol Μερκαπτοαιθανόλη (C2H6OS)Merchant ship search and rescue manual (MERSAR)

Εγχειρίδιο Έρευνας και Διάσωσης Εμπορικών ΠλοίωνMercuric acetate Οξικός υδράργυροςMercuric trifluoroacetate Τριφθοροξεικός υδράργυροςMercury Υδράργυρος ή μερκούριο (Hg)Mercury fulminate Βροντώδης υδράργυρος Hg(ONC)2

Mesh type Τύπου πλέγματοςMesitoic acid or 2,4,6-trimethylbenzoic acid Μεσιτοϊκό οξύ

ή 2,4,6-τριμεθυλοβενζοϊκό οξύMesityl oxide or 4-methyl-3-penten-2-one Μεσιτυλοξείδιο

ή 4-μεθυλο-3-πεντεν-2-όνη ή οξείδιο του μεσιτυλίου ((CH3)2C=CHCOCH3)

Mesitylene or 1,3,5-trimethylbenzene Μεσιτυλένιο ή 1,3,5-τριμεθυλοβενζόλιο (C9H12)

Mesophiles ΜεσόφιλαMesothelioma ΜεσοθηλίωμαMessenger RNA Αγγελιοφόρο RNAMesyl Μεσύλιο (Ms)Meta- (m-) Μετα-Metabolic disorder Μεταβολική δυσλειτουργίαMetabolic heat Μεταβολική θερμότηταMetabolite ΜεταβολίτηςMetal ΜέταλλοMetal acetylides ΜεταλλοακετυλίδιαMetal cladding Μεταλλική επένδυση (πλέγμα)Metal compounds Μεταλλικές ενώσειςMetal fume fever Πυρετός από μέταλλοMetal IBC Μεταλλικό IBCMetal Inert Gas (MIG) or Metal Active gas (MAG) or

Gas Metal Arc Welding (GMAW or GMA) Συγκόλληση συμπαγούς σύρματος σε προστατευτική ατμόσφαιρα αερίου

Metal pipe Μεταλλικός σωλήνας

lexiko011s112.indd 70 10/29/08 1:27:57 PM

Page 69: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

71

M

Methyl isobutyl ketone

Metal welding unit (MWU) Μονάδα συγκόλλησης μετάλλωνMetallic wastes Απορρίμματα μετάλλωνMetallurgical products Μεταλλουργικά προϊόνταMetal-working business Μεταλλουργική βιομηχανίαMetalworking machinery Μεταλλουργικά μηχανήματαMetaphase ΜετάφασηMetaphase chromosomes Μεταφασικά χρωμοσώματαMetatartaric acid Μετατρυγικό οξύMethacrylic acid amide or methacrylic amide

Μεθακρυλαμίδιο ή μεθακρυλικό αμίδιο (C4H7NO)Methacrylic acid or 2-methylpropenoic acid Μεθακρυλικό

οξύ ή 2-μεθυλοπροπενοϊκό οξύ (C4H6O2)Methacrylic amide see methacrylic acid amide Methacrylic resin Μεθακρυλική ρητίνηMethamin or hexamethylenetetramine Μεθεναμίνη ή

εξαμεθυλενοτετραμίνη (C6H12N4)Methane or marsh gas Μεθάνιο ή ελεογενές αέριο (CH4)Methane trichloride see chloroform Methanethiol see methyl mercaptan Methanoic acid see formic acid Methanol or methyl alcohol Μεθανόλη ή μεθυλική αλκοόλη

ή καρβινόλη ή ξυλόπνευμα (CH4O)Methionine Μεθειονίνη (Met, M)Method ΜέθοδοςMethod of competition Μέθοδος ανταγωνισμούMethod requiring environmental corrections Μέθοδος που

απαιτεί περιβαλλοντικές διορθώσειςMethodology ΜεθοδολογίαMethods for the Determination of Hazardous Substances

(MDHS) Μέθοδοι Προσδιορισμού Επικίνδυνων ΟυσιώνMethomyl Μεθομύλιο (C5H10N2O2S)2-methoxy-1-methyl ethyl acetate

2-οξικό μεθοξυ-1-μεθυλοαιθύλιοMethoxyaniline see anisidine p-methoxybenzaldehyde see anisaldehyde Methoxybenzoic acid Μεθοξυβενζοϊκό οξύ (CH3OC6H4COOH)p-methoxybenzoic acid see anisic acid Methoxychlor (DMTD) Μεθοξυχλώριο (C16H15Cl3O2)Methoxyethanol or ethylene glycol methyl ether (EGME)

Μεθοξυαιθανόλη ή μεθυλαιθέρας της αιθυλενογλυκόλης (C3H8O2)

2-methoxyethyl acetate or ethylene glycol monoethyl ether acetate (EGMEA) Οξικός 2-μεθοξυαιθυλεστέρας (C5H10O3)

Methoxyhexane ΜεθοξυεξάνιοMethoxymethane see dimethyl ether Methoxyphenol Μεθοξυφαινόλη (C7H8O2)

Methoxypropanol ΜεθοξυπροπανόληMethyl Μεθύλιο (CH3)Methyl acetate or methyl acetic ester or methyl ethanoate Οξικός μεθυλεστέρας ή μεθυλοοξικός

εστέρας ή μεθυλοαιθανοϊκός εστέρας (C3H6O2)Methyl acetic ester see methyl acetate Methyl acetylene- propadiene mixture (MAPP) Μίγμα

μεθυλακετυλενίου-προπαδιενίου Methyl acrylate Ακρυλικός μεθυλεστέρας (CH2=CHCOOCH3)Methyl alcohol see methanol Methyl amyl ketone or butylacetone or 2-heptanone

(MAK) Μεθυλαμυλική κετόνη ή μεθυλαμυλοκετόνη ή βουτυλακετόνη ή 2-επτανόνη (C7H14O)

Methyl bromide or bromomethane Μεθυλοβρωμίδιο ή βρωμομεθάνιο ή βρωμιούχο μεθύλιο (CH3Br)

Methyl butene ΜεθυλοβουτένιοMethyl butenoic acid Μεθυλοβουτενοϊκό οξύMethyl butyl ketone Μεθυλοβουτυλοκετόνη (C6H12O)Methyl butyl ketone or propylacetone or 2-hexanone

(MBK) Μεθυλοβουτυλο κετόνη ή προπυλοακετόνη ή 2-εξανόνη (C6H12O)

Methyl chloride or chloromethane Μεθυλοχλωρίδιο ή χλωρομεθάνιο ή χλωριούχο μεθύλιο (CH3Cl)

Methyl chloroform Μεθυλοχλωροφόρμιο (C2H3Cl3)Methyl cyanide see ethanenitrile Methyl cyanoacrilate Κυανοακρυλικός μεθυλεστέρας (C5H5NO2)Methyl demeton Μεθυλοδήμητον (C6H15O3PS2)Methyl dodecanoate see methyl laurate Methyl ethanoate see methyl acetate Methyl ethyl ketone peroxide Υπεροξείδιο της

μεθυλοαιθυλοκετόνης (C8H18O4)Methyl ethyl ketone see butanone Methyl formate or methyl methanoate Μυρμηκικός

μεθυλεστέρας ή μυρμηκικό μεθύλιο ή μεθανικός μεθυλεστέρας (C2H4O2)

Methyl hexanone ΜεθυλοεξανόνηMethyl hydrazine Μεθυλυδραζίνη (CH6N2)Methyl iodide Μεθυλοϊωδίδιο ή ιωδομεθάνιο ή ιωδιούχο

μεθύλιο (CH3I)Methyl isoamyl ketone Μεθυλοϊσοαμυλοκετόνη ή

μεθυλοϊσοαμυλική κετόνη (C7H14O)Methyl isobutyl carbinol Μεθυλοϊσοβουτυλοκαρβινόλη

(C6H14O)Methyl isobutyl ketone or hexanone or isoproylacetone or

4-methyl-2-pentanone (MIBK) Μεθυλοϊσοβουτυλοκετόνη ή εξανόνη ή ισοπροπυλοακετόνη ή 4-μεθυλο-2-πεντανόνη (C6H12O)

lexiko011s112.indd 71 10/29/08 1:27:58 PM

Page 70: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

72

Methylpyridine

Methyl isocyanate Ισοκυανικό μεθύλιο (C2H3NO)Methyl isopropyl ketone or isopropyl methyl ketone or

3-methyl-2-butanone (MIPK) Μεθυλοϊσοπροπυλοκετόνη ή ισοπροπυλομεθυλοκετόνη ή 3-μεθυλο-2-βουτανόνη (C5H10O)

Methyl laurate or methyl dodecanoate Μεθυλεστέρας του λαυρικού οξέος ή λαυρικός μεθυλεστέρας ή δωδεκανοϊκός μεθυλεστέρας

Methyl mercaptan or methanethiol Μεθυλομερκαπτάνη ή μεθανοθειόλη (CH4S)

Methyl methacrylate Μεθακρυλικός μεθυλεστέρας (CH2=C(CH3)COOC2H5)

Methyl methanoate see methyl formate Methyl oleate or methyl cis-9-octadecenoate Ελαϊκός

μεθυλεστέρας ή cis-δεκαοκτενοϊκός μεθυλεστέραςMethyl orange Πορτοκαλλόχρουν του μεθυλίουMethyl oxirane see propylene oxide Methyl parathion Μεθυλοπαραθείον (C8H10NO5PS)Methyl pentane see isohexane Methyl phenyl ether see anisole Methyl phenyl ketone see acetophenone Methyl phosphite see trimethylphosphite Methyl propanol see butanol Methyl propyl ketone or pentanone Μεθυλοπροπυλοκετόνη

ή πεντανόνη (C5H10O)Methyl pyrolidone Μεθυλοπυρολιδόνη (C5H9NO)Methyl salicylate Σαλικυλικός μεθυλεστέρας (C8H8O3)Methyl silicate Πυριτικό μεθύλιο (C4H12O4Si)Methyl vinyl ketone or 2-butenone Μεθυλοβινυλοκετόνη ή

2-βουτενόνη (C4H6O)Methyl-4-oxo-7-methyloctanoate

4-οξο-7-μεθυλοοκτανοϊκός μεθυλεστέρας2-methylacetonitrile see acetone cyanohydrin Methylacetylene see propyne 2-methylacronitrile or 2-hydroxy-2-methylpropionitrile

2-μεθυλοακρονιτρίλιο ή 2-υδροξυ-2-μεθυλοπροπιονιτρίλιο (C4H7NO)

Methylacrylonitrile Μεθυλοακρυλονιτρίλιο (C4H5N)Methylal ΜεθυλάληMethylamine Μεθυλαμίνη (CH5N)Methylaniline see toluidine Methylbenzene see toluene 2-methylbutane see isopentane Methylbutanoic acid Μεθυλοβουτανοϊκό οξύMethylbutenyl triflate

3-μεθυλοβουτενυλοτριφθομεθανοσουλφονικός εστέραςMethylbutenyl trifluoroethyl ether

Μεθυλοβουτενυλοτριφθοροαιθυλαιθέρας

Methylbutyric acid Μεθυλοβουτυρικό οξύMethylcaproic acid Μεθυλοκαπρονικό οξύMethylchloropindol see clopidol Methylcinnamic acid Μεθυλοκινναμωμικό οξύMethylcyclohexanol Μεθυλοκυκλοεξανόλη (C7H14O)Methylcyclohexanone Μεθυλοκυκλοεξανόνη (C7H12O)Methylcyclopentadienyl manganese tricarbonyl

Τρικαρβονυλομεθυλοκυκλοπενταδιενυλικό μαγγάνιο (C9H7MnO3)

Methylene Μεθυλένιο (CH2-)4,4-methylene bis(2-chloroaniline) (MBOCA, MOCA)

4,4-μεθυλενο-δις (2-χλωροανιλίνη) ή 2,2-διχλωρο-4,4-μεθυλενοδιανιλίνη (C13H12Cl2N2)

Methylene bis(4-cyclo-hexylisocyanate) δις (4-κυκλοεξυλο-ισοκυανικό) μεθυλένιο (C15H22N2O2)Methylene bisphenyl isocyanate or 4,4-diphenylmethane

diisocyanate (MDI) Ισοκυανικό διφαινυλο μεθυλένιο ή διισοκυανικό-4,4-διφαινυλομεθάνιο ή διισοκυανικός εστέρας του διφαινυλομεθανίου (C15H10N2O2)

Methylene blue Μπλε του μεθυλένιουMethylene bromide or dibromomethane or methylene

dibromide Μεθυλενοβρωμίδιο ή διβρωμομεθάνιο ή διβρωμιούχο μεθυλένιο (CH2Br2)

Methylene bromochloride see chlorobromomethane Methylene chloride or dichloromethane or methylene

dichloride Μεθυλενοχλωρίδιο ή διχλωρομεθάνιο ή διχλωριούχο μεθυλένιο (CH2Cl2) (DCM)

Methylene dibromide see methylene bromide Methylene dichloride see methylene chloride 3,4-methylenedioxybenzaldehyde see piperonal Methylenetriphenylphosphorane

Μεθυλενοτριφαινυλοφωσφοράνιο (Ph3P=CH2)1-methylglycocyanidine see creatinine ο-methylmorphine see codeine Methylnaphthalene ΜεθυλοναφθαλίνιοMethylocholanthrene ΜεθυλοχολανθρένιοMethylocyclohexane Μεθυλοκυκλοεξάνιο (C7H14)2-methyloquinoline or quinaldine 2-μεθυλοκινολίνη ή

κιναλδίνη4-methylpentanal see isocaproaldehyde Methylpentanal see methylvaleraldehyde 4-methylpentanoic acid see isocaproic acid Methylpentanoic acid see methylvaleric acid Methylphenoxyacetic acid Μεθυλοφαινοξυοξικό οξύ Methylpropane see isobutane 2-methylpropenoic acid see methacrylic acid Methylpyridine Μεθυλοπυριδίνη (C6H7N)

lexiko011s112.indd 72 10/29/08 1:27:58 PM

Page 71: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

73

M

Molar extinction coefficient

Methylpyrrolidine Μεθυλοπυρρολιδίνη (C5H11N)Methyl-sec-butyl ketone or 3-methyl-2-pentanone

Μεθυλο-sec-βουτυλο κετόνη ή 3-μεθυλο-2-πεντανόνη

Methylstyrene see vinyl toluene Methyl-tert-butyl ether (MTBE) Μεθυλο-tert-

βουτυλαιθέραςMethyltoluene see dimethylbenzene Methyltrichlorosilane Τριχλωρομεθυλοσιλάνιο (CH3Cl3Si)Methylvaleraldehyde or methylpentanal

Μεθυλοβαλεριαναλδεΰδη ή μεθυλοπεντανάληγ-methylvaleraldehyde see isocaproaldehyde Methylvaleric acid or methylpentanoic acid

Μεθυλοβαλεριανικό οξύ ή μεθυλοπεντανοϊκό οξύMethylvinylcarbinyl ΜεθυλοβινυλοκαρβινύλιοMetribuzin Μετριβουζίνη (C8H14N4O5)Metrology ΜετρολογίαMevinphos Μεβινφώς (C7H13O6P)Mica or biotite or muscovite Μαρμαρυγία ή μίκα ή βιοτίτης

ή μοσχοβίτηςMicelles ΜικύλλιαMicro-aerophiles ΜικροαερόφιλαMicrobiological hazards Μικροβιολογικοί κίνδυνοιMicroclimate ΜικροκλίμαMicroorganism ΜικροοργανισμόςMicrowave radiation Μικροκυματική ακτινοβολίαMicrowave Spectroscopy Φασματοσκοπία μικροκυμάτωνMicrowaves ΜικροκύματαMigraine ΗμικρανίαMigrant workers Μεταναστεύοντες εργαζόμενοι Mild steel Μαλακός χάλυβαςMilk acid see lactic acid Mill ΜύλοςMilling ΦρεζάρισμαMillion particles per cubic foot (mppcf) Εκατομμύρια

σωματίδια ανα κυβικό πόδιMine ΟρυχείοMine safety Ασφάλεια στα ορυχεία ή τα μεταλλείαMineral ΟρυκτόMineral fibres Ανόργανες ίνεςMineral oil mist Ομίχλη ορυκτελαίωνMinimum allowable toxicant concentration (MATC)

Ελάχιστη επιτρεπόμενη δόση τοξικής ουσίαςMinimum breaking load of a rope Ελάχιστο φορτίο

θραύσης συρματόσχοινου (ασανσέρ)Minimum recommended air sample volume (VOL-MIN)

Ελάχιστος συνιστώμενος όγκος δειγματοληψίας αέρα

Minimum required performance limit (MRPL) Ελάχιστο απαιτούμενο όριο επίδοσης

Minimum Required strength (MRS) Ελάχιστη απαιτούμενη αντοχή

Minimum Threshold concentration (MTC) Ελάχιστη συγκέντρωση κατωφλίου

Minimum Toxic Concentration (MTC) Ελάχιστη τοξική συγκέντρωση

Mining machinery Μηχανήματα εξόρυξηςMinisterial decree Υπουργική απόφασηMinistry of Rural Development and Food Υπουργείο

Αγροτικής Ανάπτυξης και ΤροφίμωνMinor accidents Ελαφρά ατυχήματαMinor changes Μεταβολές ήσσονος σημασίαςMiscibility ΑναμιξιμότηταMishandled baggage Αποσκευές λανθασμένης διαχείρισηςMist ΟμίχληMistake see error Mixed cellulose ester membrane filter (MCEF) Φίλτρο

μεμβράνης μικτού εστέρα κυτταρίνηςMixer Μίκτης, αναμικτήραςMixture ΜίγμαMobbing ΠαρενόχλησηMobile fire extinguisher Τροχήλατος πυροσβεστήραςMobile ladders Κινητές σκάλεςMobile machinery Κινητές μηχανέςMobile offshore drilling units Κινητές μονάδες γεώτρησης

ανοικτής θαλλάσηςMobile phase Κινητή φάσηMobile recycling of road demolition waste Κινητός

εξοπλισμός ανακύκλησης προϊόντων αποξήλωσης οδώνMobile scaffolds Κινητά ικριώματαMobile workers Μετακινούμενοι εργαζόμενοιMobile workplaces Κινητές θέσεις εργασίαςMode Επικρατούσα τιμή/ τρόπος, τρόπος λειτουργίαςModel ΠρότυποModel of organizational stress Μοντέλο οργανωσιακού

στρεςModerate thermal environment Μη ακραίο θερμικό

περιβάλλονModifier ΤροποποιητήςModulation ΔιαμόρφωσηMoisture ΥγρασίαMolar absorptivity Μοριακή απορροφητικότητα ή μοριακός

συντελεστής απόσβεσηςMolar extinction coefficient Συντελεστής μοριακής

απόσβεσης

lexiko011s112.indd 73 10/29/08 1:27:58 PM

Page 72: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

74

Myeloproliferative

Molasses ΜελάσσηMolds (moulds) Μύκητες ή μούχλαMolecular biology Μοριακή βιολογίαMolecular formula Μοριακός τύποςMolecular ion or parent ion (M+) Μοριακό ιόν ή μητρικό ιόνMolecular mass Μοριακή μάζαMolecular sieve Μοριακό κόσκινοMolecular structure Μοριακή δομήMolecular weight (MW) Μοριακό βάρος (ΜΒ)Molecular weight determination Προσδιορισμός μοριακού

βάρουςMolten Τηγμένος ή λιωμένοςMolten materials Τηγμένα υλικάMolten metal splash Εκτίναξη τετηγμένου μετάλλουMolybdenum Μολυβδαίνιο (Mo)Molybdenum disulfide Διθειούχο μολυβδαίνιο (MoS2)Monitoring Παρακολούθηση, επιτήρησηMonitoring of gases and vapours Παρακολούθηση αερίων

και ατμώνMonitoring of microorganisms Παρακολούθηση

μικροοργανισμώνMonitoring test Δοκιμή παρακολούθησηςMono chloroethylene see chloroethene Monoalkylacetoacetic ester Μονοαλκυλοξικός εστέραςMonoalkylmalonic ester Μονοαλκυλομηλονικός εστέρας

(RCH(COOC2H5)2)Monochloro derivate ΜονοχλωροπαράγωγοMonocrotophos Μονοκροτωφώς (C7H14 NO5P)Monomer ΜονομερέςMonosaccharide ΜονοσακχαρίτηςMonotonous work Μονότονη εργασίαMorphine Μορφίνη (C17H19NO3)Morpholine Μορφολίνη (C4H9NO)Morphologic changes Μορφολογικές αλλαγέςMortality ΘνησιμότηταMossbauer Spectroscopy Φασματοσκοπία MossbauerMother ΜητέραMotor ΚινητήραςMotor fuel anti-knock compounds Αντικροτικά σύνθετα

κινητήρων Motor vehicles Μηχανοκίνητα οχήματαMotors supplied at varying frequency and voltage

Κινητήρες με μεταβλητή τροφοδοσία συχνότητας και τάσηςMould Καλούπι ή μήτρα Mouth ΣτόμαMouthpiece assembly Σύστημα στομίδας

Mouthpiece assembly mask Μάσκα με στομίδαMovable apparatus Κινητή συσκευήMovable guard Κινητός προφυλακτήραςMoving boundaries Κινούμενες ζώνεςMoving parts Κινούμενα μέρηMoving platen machinery Μηχανήματα κινούμενης

τράπεζαςMoving vehicles Κινούμενα οχήματαMucic acid or galactaric acid or

2,3,4,5-tetrahydroxyhexanedioic acid Βλεννικό οξύ ή γαλακταρικό οξύ ή 2,3,4,5-τετραϋδροξυ εξανοδιοϊκό οξύ

Mucochloric acid Μουκοχλωρικό οξύ ή βλεννοχλωρικό οξύ (C4H2Cl2O3)

Mucosa ΒλεννογόνοςMucostasis ΒλεννόστασιςMucous membrane Βλεννώδης μεμβράνηMulti-core cable Πολυπολικό καλώδιοMultifactorial nature Πολυπαραγοντική φύσηMulti-factorial work hazards Πολυπαραγοντικοί κίνδυνοιMultilateral approval Πολυμερής έγκρισηMultilinear Events Sequencing (MES) Πολυγραμμική

Ακολουθία ΓεγονότωνMultiple causation theory Θεωρία πολλαπλών αιτιώνMultiple channel analyser Πολυκαναλικός αναλυτήςMultiple chemical sensitivity (MCS) Πολλαπλή ευαισθησία

σε χημικούς παράγοντεςMultiple- element gas container (MEGC)

Εμπορευματοκιβώτιο αερίων πολλαπλών –στοιχείωνMultiple injuries Πολλαπλές κακώσειςMultiplexer ΠολυπλέκτηςMuscles ΜύεςMuscovite see mica Musculoskeletal diseases Οστεομυικές ασθένειεςMusculoskeletal disorders (MSDs) Μυοσκελετικές

παθήσειςMushroom workers lung Πνεύμονας καλλιεργητών

μανιταριώνMutagenesis ΜεταλλαξιγένεσηMutagenic ΜεταλλαξιογόνοMutagenicity ΜεταλλακτικότηταMutagens Μεταλλαξιογόνες ουσίεςMutation ΜετάλλαξηMutual inductance Αμοιβαία επαγωγήMycarose ΜυκαρόζηMycotoxins ΜυκοτοξίνεςMyelodysplastic syndrome Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομοMyeloproliferative Μυελοϋπερπλαστικό σύνδρομο

lexiko011s112.indd 74 10/29/08 1:27:58 PM

Page 73: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

75

MN

Neopentane

Myosin ΜυοσίνηMyrcene Μυρσένιο (C10H16)

Myristic acid or tetradecanoic acid Μυριστικό οξύ ή τετραδεκανοϊκό οξύ (C14H28O2)

N

Nail Ήλος, καρφίNaked lights Ακάλυπτες πηγές ανάφλεξηςNaled or dimethyl-1,2-dibromo-2,2-dichloroethyl

phosphate Ναλέντ ή διμεθυλο-1,2-διβρωμο-2,2-διχλωροαιθυλοφωσφορικός εστέρας (C4H7Br2Cl2O4P)

Name of substance Ονομασία ουσίαςNape ΑυχέναςNaphtha ΝάφθαNaphthalaldehyde ΝαφθαλαλδεΰδηNaphthalene Ναφθαλίνιο ή ναφθαλίνη ή ναφθαλένιο

(C10H8)Naphthalene diisocyanate Διισοκυανικός εστέρας του

ναφθαλινίου (C12H6Ν2Ο2)Naphthalenecarboxylic acid see naphthoic acid Naphthalenesulfonic acid Ναφθαλινοσουλφονικό οξύNaphthenic acid Ναφθενικό οξύNaphthoic acid or naphthalenecarboxylic acid Ναφθοϊκό

οξύ ή ναφθαλινοκαρβοξυλικό οξύ (C11H8Ο2)Naphthol Ναφθόλη (C10H8O)Naphthonitrile ΝαφθονιτρίλιοNaphthoquinone ΝαφθοκινόνηNaphthoyl chloride ΝαφθοϋλοχλωρίδιοNaphthyl acetamide ΝαφθυλοακεταμίδιοNaphthyl acetic acid Ναφθυλοοξικό οξύNaphthyl butyric acid Ναφθυλοβουτυρικό οξύNaphthyl ethyl ketone ΝαφθυλοαιθυλοκετόνηNaphthyl methanol Ναφθυλομεθανόληα-naphthyl thiourea see ANTU Naphthylamine or aminonaphthalene Ναφθυλαμίνη ή

αμινοναφθαλίνιο (C10H9N)Naphthylethanol ΝαφθυλοαιθανόληNarcosis ΝάρκωσηNarcotics ΝαρκωτικάNarrow-band masking noise Θόρυβος επικάλυψης

περιορισμένου φάσματοςNasal ΡηνικόςNasal cancer Καρκίνος της ρινικής κοιλότηταςNasal lavage Ρινική πλύσηNational authorities Εθνικές αρχέςNational contingency plan (NCP) Εθνικό σχέδιο

αντιμετώπισης περιστατικών ρύπανσης της θάλασσας από πετρέλαιο και άλλες επιβλαβείς ουσίες

National deviation Εθνική ΑπόκλισηNational information network Εθνικό δίκτυο πληροφοριώνNational Institute for Occupational Safety and Health

(NIOSH) Εθνικό Ινστιτούτο για την Επαγγελματική Υγεία και Ασφάλεια (των ΗΠΑ)

National level Εθνικό επίπεδοNational On-Scene Commander (NOSC) Εθνικός

σύνδεσμος καταπολέμησης της ρύπανσης (ΕΣΚΡ)National organisations Εθνικοί οργανισμοίNational standard Εθνικό πρότυποNational standardization Εθνική τυποποίησηNational technical Information Service (NTIS) Εθνική

Υπηρεσία Τεχνικής Πληροφόρησης (των ΗΠΑ)Natural causes Παθολογικά αίτιαNatural environment Φυσικό περιβάλλονNatural gas Φυσικό αέριοNatural gasoline Φυσική βενζίνηNatural line width Φυσικό εύρος φασματικών γραμμώνNatural radioactivity Φυσική ραδιενέργειαNatural stone Φυσικός λίθοςNatural uranium Φυσικό ουράνιοNatural ventilation Φυσικός αερισμόςNausea ΝαυτίαNear accidents Παρ’ολίγον ατυχήματαNear misses Παρ’ολίγον απώλειες (ατυχήματα)Nebulae ΝέφηNeck ΛαιμόςNeck injuries Κακώσεις του αυχέναNecrosis ΝέκρωσηNeedle punching Ήλωση, διάτρηση, σφυρηλάτησηNeedle scalers Λατομικά σφυριά, κρουστικά βελόνιαNeedles ΒελόνεςNeedlesticks Νυγμοί με βελόνηNegligible ΑμελητέοςNeoamyl alcohol see neopentyl alcohol Neodecanoic acid Νεοδεκανοϊκό οξύNeodymium Νεοδύμιο (Nd)Neon Νέο (Ne)Neopentane Νεοπεντάνιο (C5H12)

lexiko011s112.indd 75 10/29/08 1:27:58 PM

Page 74: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

76

Nitronaphthalene

Neopentanoic acid see pivalic acid Neopentanol see neopentyl alcohol Neopentyl Νεοπεντύλιο ή 2,2-διμεθυλοπροπύλιο ((CH3)CCH2)Neopentyl alcohol or 2,2-dimethyl-1-propanol or

neopentanol or neoamyl alcohol Νεοπεντυλική αλκοόλη ή 2,2-διμεθυλο-1-προπανόλη ή νεοπεντανόλη ή νεοαμυλική αλκοόλη (C5H12O)

Neopentyl chloride Νεοπεντυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο νεοπεντύλιο

Neoplasia ΝεοπλασίαNeotrehalose ΝεοτρεαλόζηNephrotoxicants ΝεφροτοξικάNephrotoxicity ΝεφροτοξικότηταNeptunium Ποσειδώνιο ή νεπτούνιο (Np)Nerol Νερόλη (C10H18O)Nerve ΝεύροNerve damages Βλάβες των νεύρωνNerve growth factor (NGF) Αυξητικός παράγοντας νεύρωνNervonic acid Νερβονικό οξύ (C24H46O2)Net retention volume (VN) Καθαρός όγκος συγκράτησηςNetwork ΔίκτυοNeuropathy ΝευροπάθειαNeuropsychiatric diseases Νευροψυχιατρικές διαταραχέςNeurotoxic substances Νευροτοξικές ουσίεςNeurotoxicants ΝευροτοξικάNeurotoxicity ΝευροτοξικότηταNeurotoxicological ΝευροτοξικολογικόNeurotoxicological risk Νευροτοξικολογικός κίνδυνοςNeurotoxicology ΝευροτοξικολογίαNeutralization ΕξουδετέρωσηNeutralization equivalent Ισοδύναμο σημείο εξουδετέρωσηςNeutron ΝετρόνιοNevus ΣπίλοςNew forms of work Νέες μορφές εργασίαςNew research findings Νέα πορίσματα ερευνώνNew technology Νέα τεχνολογίαNew workers Νεοπροσληφθέντες εργαζόμενοιNiacin see nicotinic acid Nickel Νικέλιο ή νικκόλιο (Ni)Nickel carbonyl or tetracarbonyl nickel Νικελοκαρβονύλιο

ή καρβονύλιο του νικελίου ή τετρακαρβονυλονικέλιο (C4O4Ni)

Nicotinamide adenine dinucleotide (NAD) Νικοτιναμιδοαδενινοδινουκλεοτίδιο

Nicotinamide adenine dinucleotide phosphate (NADP) Φωσφορικό νικοτιναμιδοαδενινοδινουκλεοτίδιο

Nicotine Νικοτίνη (C10H14N2)

Nicotinic acid or niacin or 3-pyridinecarboxylic acid Νικοτινικό οξύ ή νιασίνη ή 3-πυριδινοκαρβοξυλικό οξύ (C6H5NO2)

Nicotinoyl chloride Νικοτινοϋλοχλωρίδιο (C6H4ONCl)Night shift Νυχτερινή βάρδιαNight work Νυχτερινή εργασίαNiobium Νιόβιο (Nb)Nitrapyrin Νιτραπυρίνη (C3H3Cl4N)Nitrate Νιτρικό (NO3

-)Nitrating acid (mixture of sulphuric and nitric acids) Οξύ

νίτρωσης (μίγμα θειικών και νιτρικών αλάτων)Nitration ΝίτρωσηNitric acid Νιτρικό οξύ (HNO3)Nitric acid propyl ester see propyl nitrate Nitric oxide Μονοξείδιο του αζώτου (NO)Nitrile Νιτρίλιο (C≡N)Nitrile synthesis Νιτριλική σύνθεσηNitrite Νιτρώδες (NO2

-)Nitro compounds Νιτρoενώσεις (R-NO2)Nitro methylbenzophenone ΝιτρομεθυλοβενζοφαινόνηNitroacetanilide Νιτροακετανιλίδιο (O2NC6H4NHCOCH3)p-nitroacetophenone or methyl p-nitrophenylketone

p-νιτροακετοφαινόνη ή μεθυλο p-νιτροφαινυλοκετόνηNitroaniline Νιτροανιλίνη (C6H6N2O2)Nitroanisole Νιτροανισόλη (C7H7NO3)Nitrobenzaldehyde ΝιτροβενζαλδεΰδηNitrobenzene Νιτροβενζόλιο ή έλαιο της μιρβάνας (C6H5NO2)Nitrobenzoic acid Νιτροβενζοϊκό οξύ (O2NC6H4COOH)Nitrobenzoyl chloride ΝιτροβενζοϋλοχλωρίδιοNitrobenzyl ester ΝιτροβενζυλεστέραςNitrocellulose Νιτροκυτταρίνη ([C6H7O2(ONO2)3]n)Nitrochlorobenzene Νιτροχλωροβενζόλιο ή 1-χλωρο-4-νιτροβενζόλιο (C6H4ClNO2)Nitrodiphenyl ΝιτροδιφαινύλιοNitroethane Νιτροαιθάνιο (C2H5NO2)Nitrogen Άζωτο ή νιτρογόνο (Ν, N2: ως αέριο)Nitrogen dioxide Διοξείδιο του αζώτου (NO2)Nitrogen protoxide see dinitrogen oxide Nitrogen trifluoride Τριφθοριούχο άζωτο ή τριφθορίδιο του

αζώτου (F3N)Nitroglycerin or 1,2,3-propanetriol trinitrate (NG)

Νιτρογλυκερίνη ή τρινιτρικός γλυκερινεστέρας ή 1,2,3-τρινιτρική προπανοτριόλη (C3H5N3O9)

Nitroisophthalic acid Νιτροϊσοφθαλικό οξύNitromandelic acid Νιτροαμυγδαλικό οξύNitromethane Νιτρομεθάνιο (CH3NO2)Nitronaphthalene Νιτροναφθαλίνιο

lexiko011s112.indd 76 10/29/08 1:27:58 PM

Page 75: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

77

N

Not safe for men – not safe for fire

Nitrophenol Νιτροφαινόλη (C6H5NO3)Nitropropane Νιτροπροπάνιο (C3H7NO2)Nitroprusside Νιτροπρωσσικό ([Fe(CN)5NO]2-)Nitroquinoline ΝιτροκινολίνηNitrosamines Νιτροζαμίνες (RR’N-N=O)Nitroso compounds Νιτρωδoένωσεις (Ar-N=Ο)Nitrosodimethylamine or dimethylnitrosamine (DMN)

Νιτρωδοδιμεθυλαμίνη ή διμεθυλονιτροζαμίνη (C2H6N2O)Nitrostyrene Νιτροστυρόλιο (C6H5CH=CHNO2)Nitroterephthalic acid Νιτροτερεφθαλικό οξύNitrotoluene Νιτροτολουόλιο (C7H7NO2)Nitrous acid Νιτρώδες οξύ (HNO2)Nitrous oxide see dinitrogen oxide No observed adverse effect level or no observable

adverse effect level (NOAEL) Επίπεδο μη παρατήρησης δυσμενών επιδράσεων ή επίπεδο με μη παρατηρούμενες αρνητικές συνέπειες

No observed adverse effects concentration (NOAEC) Συγκέντρωση με μη παρατηρούμενη επίδραση σε συγκεκριμένο παράγοντα υγείας οργανισμού

No Observed Effect Concentration (NOEC) Συγκέντρωση στην οποία δεν παρατηρείται επίδραση ή συγκέντρωση μη παρατηρούμενης επίδρασης ή συγκέντρωση μη παρατηρούμενου αποτελέσματος

No observed effect level (NOEL) Δόση χωρίς παρατηρήσιμη επίδραση

Nobelium Νομπέλιο (No)Noise ΘόρυβοςNoise control Έλεγχος θορύβουNoise control strategy Στρατηγική ελέγχου του θορύβουNoise emission value Τιμή εκπομπής θορύβουNoise exposure ΗχοέκθεσηNoise level measurement Μέτρηση της έντασης του θορύβουNoise management Διαχείριση θορύβουNoise pollution ΗχορύπανσηNoise prediction Πρόβλεψη θορύβουNoise reduction Εξασθένιση θορύβου ή μείωση θορύβουNoise reduction rating (NRR) Δείκτης απόσβεσης ήχου (για

ωτοασπίδες)Noiseless ΑθόρυβοNomenclature ΟνοματολογίαNominal capacity of the receptacle Ονομαστική

χωρητικότητα δοχείουNominal diameter Ονομαστική διάμετροςNon flammable Μη εύφλεκτοNon immunological contact dermatitis Μη ανοσολογική

δερματίτιδα εξ επαφής

Non return valve Βαλβίδα αντεπιστροφήςNon toxic Μη τοξικόNonane Εννεάνιο (C9H20)Noncompliance Μη-συμμόρφωσηNonconformity Μη-συμμόρφωσηNon-cutting forming Μορφοποίηση χωρίς κοπήNondestructive detector Μη καταστροφικός ανιχνευτήςNonene ΕννεαένιοNon-fatal accidents Μη θανατηφόρα ατυχήματαNon-fixed contamination Μη μόνιμη μόλυνσηNon-hazardous area Μη επικίνδυνη περιοχήNon-ionising radiation Μη ιοντίζουσα ακτινοβολίαNon-linear optics (NLO) Μη γραμμικά οπτικά υλικάNon-sheathed single core Μονόκλωνο καλώδιο χωρίς μανδύα Nonyl Εννεΰλιο (C9H19)Nonyl acetate Εννεϋλοξικός εστέρας ή οξικός νονυλεστέραςNonyl alcohol Εννεϋλαλκοόλη ή νονυλοαλκοόληNonyl phenol Εννεϋλοφαινόλη ή νονυλοφαινόνηNonyl phenol poly(4-12) ethoxylates

Πολυ (4-12) αιθοξυλικοί εστέρες της εννεϋλοφαινόλης ή πολυ (4-12) αιθοξυλικοί εστέρες της νονυλοφαινόλης

Nonylphenol ΕννεϋλοφαινόληNonyne ΕννεΐνιοNorbonylene see norbornene Norbornene or norbonylene or norcamphene Νορβορνένιο

(C7H10)Norborneol ΝορβορνεόληNorcamphene see norbornene Norcarane ΝορκαράνιοNormal (n-) ΚανονικόςNormal distribution Κανονική κατανομήNormal error curve Κανονική καμπύλη σφαλμάτωνNormal fluorescence (F) Κανονικός φθορισμόςNormal hours Κανονικό ωράριοNormal operation Κανονική λειτουργίαNormal range Κανονικό εύροςNormal temperature and pressure (NTP) Κανονικές

συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσηςNormality (N) ΚανονικότηταNormanthane see isopropylcyclohexane Normative document Κανονιστικό έγγραφοNose ΜύτηNot otherwise specified (NOS) Εκτός άλλως οριζόμενοNot otherwise specified entry (NOS entry) Καταχώρηση

ε.α.ο. (εκτός άλλως οριζόμενο)Not safe for men – not safe for fire Μη ασφαλείς για τον

άνθρωπο –μη ασφαλείς για θερμές εργασίες

lexiko011s112.indd 77 10/29/08 1:27:58 PM

Page 76: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

78

Octachloronapthalene

Notice of Intended Changes (NIC) Σημείωση Προτειθεμένων Αλλαγών

Notification ΚοινοποίησηNotification of accidents Αναγγελία ατυχημάτωνNotification of chemical substances Γνωστοποίηση

χημικών ουσιώνNozzle ΑκροφύσιοNuclear fuel Πυρηνικό καύσιμοNuclear installations Πυρηνικές εγκαταστάσειςNuclear magnetic resonance (NMR) Πυρηνικός μαγνητικός

συντονισμός

Nucleic acid Νουκλεϊνικό οξύNucleoprotein ΝουκλεοπρωτεΐνηNucleotide-excision repair Νουκλεοτιδική εκτομήNucleus Πυρήνας (π.χ. του ατόμου)Null hypothesis Μηδενική υπόθεσηNull point Σημείο μηδένNumbness ΜούδιασμαNursing mothers Θηλάζουσες μητέρεςNut runner Καρυδάκι Nutrient agar Θρεπτικό άγαρNutrition Διατροφή

O

Oak Δρύς ή βελανιδιάOak dust Σκόνη βελανιδιάςOat ΒρώμηObesity ΠαχυσαρκίαObjective Evidence Αντικειμενικά Στοιχεία Obligate aerobes Υποχρεωτικώς αερόβιαObligate anaerobes Υποχρεωτικώς αναερόβιαObligation ΥποχρέωσηObservation ΠαρατήρησηObstruction ΑπόφραξηObstructive respiratory diseases Αποφρακτική

πνευμονοπάθειαOccasional workstation Περιστασιακή θέση εργασίαςOccular ΟφθαλμικόςOccupation ΕπάγγελμαOccupational ΕπαγγελματικόςOccupational accident Επαγγελματικό ατύχημαOccupational Air Requirement (OAR) Προδιαγραφές του

αέρα στο περιβάλλον εργασίαςOccupational disease Επαγγελματική ασθένειαOccupational disease case definition Κριτήρια οριοθέτησης

της ιατρικής της εργασίαςOccupational environment Εργασιακό περιβάλλον ή

περιβάλλον εργασίαςOccupational exposure Επαγγελματική έκθεσηOccupational Exposure Limit (OEL) Όριο Επαγγελματικής

ΈκθεσηςOccupational exposure standards Πρότυπα επαγγελματικής

έκθεσηςOccupational hazard Επαγγελματικός κίνδυνοςOccupational health Επαγγελματική υγεία ή εργασιακή

υγεία ή υγεία στην εργασία

Occupational health nurse Νοσοκόμος εργασίαςOccupational health physician Ιατρός εργασίαςOccupational health surveillance Επιτήρηση της υγείας

στην εργασίαOccupational hearing loss Επαγγελματική βαρηκοΐαOccupational hygienist Υγιεινολόγος εργασίαςOccupational integration Επαγγελματική ένταξηOccupational medicine Ιατρική της ΕργασίαςOccupational medicine specialty Ειδικότητα της Ιατρικής

της ΕργασίαςOccupational mobility Επαγγελματική κινητικότηταOccupational noise Επαγγελματικός θόρυβοςOccupational nursing Βοηθητικό προσωπικό για την Ιατρική

της ΕργασίαςOccupational physician Γιατρός εργασίαςOccupational physiology Φυσιολογία της εργασίαςOccupational psychology Ψυχολογία της εργασίας,

επαγγελματική ψυχολογίαOccupational safety Επαγγελματική ασφάλεια ή εργασιακή

ασφάλεια ή ασφάλεια στην εργασίαOccupational Safety and Health (OSH or OHS)

Επαγγελματική ασφάλεια και υγεία ή ασφάλεια και υγεία στην εργασία (ΕΥΑ ή ΥΑΕ)

Occupational safety and health (OSH) management system Σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία (ΑΥΕ)

Occupational safety and health standards Πρότυπα επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας

Occupational satisfaction Επαγγελματική ικανοποίησηOccupational status Επαγγελματική κατάστασηOccupational therapy ΕργασιοθεραπείαOctachloronapthalene Οκταχλωροναφθαλίνιο (C10Cl8)

lexiko011s112.indd 78 10/29/08 1:27:58 PM

Page 77: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

79

NO

Organisation or organization

cis,cis-9,12-octadecadienoic acid see linoleic acid Octadecane Δεκαοκτάνιο (C18H38)Octadecanoic acid see stearic acid Octane Οκτάνιο (C8H18)Octane number Αριθμός οκτανίουOctanoic acid see caprylic acid Octene ΟκτένιοOctyl ΟκτύλιοOctyl aldehyde ΟκτυλαλδεΰδηOctylphenol ΟκτυλοφαινόληOctyne ΟκτίνιοOdour ΟσμήOdour control Έλεγχος οσμώνOdourless ΆοσμοOffice ΓραφείοOffice equipment Εξοπλισμός γραφείουOffice layout Διάταξη (διευθέτηση) του γραφείουOffice work Εργασία γραφείουOff-line Έμμεση σύνδεσηOffset ΑντισταθμίζωOffshore bulk container Εμπορευματοκιβώτιο φορτίου

χύδην ανοιχτής θαλάσσηςOffshore installations Εγκαταστάσεις ανοιχτής θάλασσαςOff-the-job activities Δραστηριότητες εκτός του χώρου

εργασίαςOff-the-job training Εκπαίδευση εκτός του χώρου εργασίαςOil companies international marine fοrum (OCIMF)

Διεθνές φόρουμ εταιρειών πετρελαίουOil immersion Βύθιση σε λάδιOil of aniseed see anethole Oil of cloves see eugenol Oil of nutmeg see isoeugenol Oil Pollution Prevention Certificate (OPPC) Πιστοποιητικό

Πρόληψης της Ρύπανσης από ΠετρέλαιοOil refinery Διυλιστήριο πετρελαίουOil Tanker ΠετρελαιοφόροOintment ΑλοιφήOlefins ΟλεφίνεςOleic acid or cis-9-octadecenoic acid Ελαϊκό οξύ ή

cis-δεκαοκτενοϊκό οξύ (C18H34O2)Oleomargarine ΟλεομαργαρίνηOleum Όλεουμ (ατμίζον θειικό οξύ) Oley alcohol or cis-9-octadecen-1-ol Ελαϊκή αλκοόλη ή

cis-9-δεκαοκτεν-1-όληOleylamine ΟλεϊλαμίνηOligosaccharide ΟλιγοσακχαρίτηςOliguria Ολιγουρία

Ombrometer see rain-gauge On board diagnostics (OBD) Ενσωματωμένο σύστημα

διάγνωσηςOn-call workers Εργαζόμενοι σε διαθεσιμότηταOne-way restrictor Βαλβίδα περιορισμού της ροής On-line Άμεση σύνδεσηOn-Scene Commander Τοπικός ΣυντονιστήςOn-the-job training Εκπαίδευση στην εργασίαOpen container Ανοικτό εμπορευματοκιβώτιοOpen fractures Σύνθετα κατάγματαOpen materials Υλικά ανοιχτάOpen structure Ανοικτή δομήOpen up Ανοίγω συσκευήOpen vehicle Ανοιχτό όχημαOpen-circuit Ανοιχτού κυκλώματος (π.χ συσκευή)Openings in wall Οπή στον τοίχοOperating plant Εγκαταστάσεις εν λειτουργίαOperating pressure (OP) Πίεση λειτουργίαςOperation Λειτουργία ή χειρισμόςOperational amplifier Τελεστικός ενισχυτήςOperator ΧειριστήςOperator’s cab Κουβούκλιο χειριστήOphthalmological examination Οφθαλμολογική εξέτασηOpium ΌπιοOptic nerve Οπτικό νεύροOptical data storage Οπτική αποθήκευση δεδομένωνOptical density Οπτική πυκνότηταOptical instruments Οπτικά εργαλείαOptical purity Οπτική καθαρότηταOptical test methods Μέθοδοι οπτικών δοκιμώνOptically active Οπτικά ενεργόOptically active substrate Οπτικά ενεργό υπόστρωμαOptically inactive Οπτικά ανενεργόOptics Οπτική Optimization Βελτιστοποίηση (μεθόδου)Optimum function Βέλτιστη απόκρισηOptimum velocity Βέλτιστη ταχύτηταOral absorption Απορρόφηση δια της κατάποσηςOral cavity Στοματική κοιλότηταOrganic acids Οργανικά οξέαOrganic chemistry Οργανική χημείαOrganic compounds Οργανικές ενώσειςOrganic dusts Σκόνη από οργανικές ουσίεςOrganic peroxides Οργανικά υπεροξείδια Organic psycho syndrome Ψυχο-οργανικό σύνδρομοOrganisation of work Οργάνωση εργασίαςOrganisation or organization Οργάνωση

lexiko011s112.indd 79 10/29/08 1:27:58 PM

Page 78: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

80

Painting

Organisational climate Οργανωτικό κλίμαOrganisational culture Οργανωτική αγωγήOrganisational OSH consultant Σύμβουλος οργάνωσης στον

τομέα της ΕΑΥOrganisational structure Οργανωτική δομήOrganism Οργανισμός (π.χ. βιολογικός)Organization Οργανισμός (π.χ. υπηρεσία)Organization chart ΟργανόγραμμαOrganochlorines ΟργανοχλωριωμέναOrganophosphates Οργανοφωσφορικά άλαταOrientation ΠροσανατολισμόςOrientation factor Παράγοντας προσανατολισμούOrphenadrine citrate Κιτρική ορφεναδρίνηOrtho- (o-) Ορθο-Orthohydroxybenzoic acid see salicylic acid Orthopedics ΟρθοπεδικήOrthophosphoric acid see phosphoric acid Osazone ΟσαζόνηOscillation ΤαλάντωσηOscillator ΤαλαντωτήςOSH monitoring Παρακολούθηση της ΕΑΥOSH policy Πολιτική υγείας και ασφάλειας στην εργασία (ΥΑΕ)OSH research Έρευνα στον τομέα της ΕΑΥOSH see Occupational safety and health OSH systems and programmes Συστήματα και

προγράμματα ΕΑΥOsmium Όσμιο (Os)Osmium tetroxide Τετροξείδιο του οσμίου (OsO4)Osmosis ΌσμωσηOsmotic pressure Οσμωτική πίεσηOsteoporosis ΟστεοπόρωσηOtitis ΩτίτιδαOtotoxic ΩτοτοξικόOutdoor work Εργασία σε εξωτερικό χώροOuter packaging Εξωτερική συσκευασίαOutlet Στόμιο εξαγωγής ή έξοδος

Outlet valve Βαλβίδα εξαγωγήςOutlier Εκτρεπόμενη τιμή ή άστοχη τιμήOutlying observation Εκτρεπόμενη παρατήρησηOutput Έξοδος (π.χ ηλεκτρονικού σήματος)Over speed ΥπερτάχυνσηOverall performance Συνολική απόδοσηOverall specificity Ολική ειδικότηταOveralls Ολόσωμες στολέςOverload Υπερφόρτωση ή υπερφόρτισηOverload protection Προστασία από υπερφόρτωσηOverpack Υπερσυσκευασία, υπερδέμαOverpressure ΥπερπίεσηOver-speed governor Περιοριστήρας ταχύτητας (ασανσέρ)Overtime ΥπερεργασίαOvertone frequency Υπερτονική συχνότηταOverview ΕπισκόπησηOvervoltage Υπέρταση (ηλεκτρική)Overweight ΥπέρβαροςOxalic acid see dicarboxylic acid Oxidation ΟξείδωσηOxidation potential Δυναμικό οξείδωσηςOxide ΟξείδιοOxidiser or oxidizer ΟξειδωτικόOxidizing substance Οξειδωτική ουσίαOxime Οξίμη (C=N-OH)Oxirane Οξιράνιο2-oxopropanoic acid see pyruvic acid Oxygen Οξυγόνο (Ο, O2: ως αέριο)Oxygen difluoride Διφθοριούχο οξυγόνοOxymercuration ΟξυυδραργύρωσηOxytocin ΟξυτοκίνηOzone Όζον (O3)Ozone layer Στιβάδα του όζοντοςOzonide ΟζονίδιοOzonolysis Οζονόλυση

P

Paced work Εργασία με καθορισμένο ρυθμόPackage Δέμα, κόλοPackaged cargo Συσκευασμένο φορτίοPackaging Συσκευασία, μέσα συσκευασίαςPackaging materials Υλικά συσκευασίαςPacker ΣυσκευαστήςPacking Συσκευασία

Packing blocks Μέσα συσκευασίαςPacking group Ομάδα συσκευασίαςPain ΠόνοςPaint ΧρώμαPaint roller Ρολό για βαφήPaintbrush ΠινέλοPainting Βαφή

lexiko011s112.indd 80 10/29/08 1:27:58 PM

Page 79: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

81

OP

Pentaerythrotetranitrate

Palladium Παλλάδιο (Pd)Pallet ΠαλέταPallet collars Ταινίες περίδεσης παλετώνPallet truck Παλετοφόρο μηχάνημαPalm kernel oil Έλαιο φοινικοκαρύουPalmitic acid or hexadecanoic acid Παλμιτικό οξύ ή

δεκαεξανικό οξύ (CH3(CH2)14COOH)Palpitation ΤαχυπαλμίαPamaquine see plasmochin Pancreas ΠάγκρεαςPanel setting ΕπένδυσηPanic ΠανικόςPanose ΠανόζηPapaverine Παπαβερίνη (C20H21O4N)Para- (p-) Παρα-Paracetamol or 4-acetaminophenol Παρακεταμόλη ή

4-ακετοαμινοφαινόλη (C8H9NO2)Paraffin ΠαραφίνηParaffin wax fume Καπνοί κηρού παραφίνηςParaformaldehyde Παραφορμαλδεΰδη ((CH2O)n)Paraldehyde Παραλδεΰδη (C6H12O3)Parallel connection Παράλληλη σύνδεσηParameter ΠαράμετροςParaquat Παρακουάτ (C12H14N2)Parasite ΠαράσιτοParasiticide ΠαρασιτοκτόνοParathion Παραθείον (C10H14NO2PS)Pareto analysis Ανάλυση ParetoParquetry ΠαρκέταPart time contracts Συμβάσεις μερικής απασχόλησηςPartial contraflow Αντίθετη κίνηση κυκλοφορίαςParticipation ΣυμμετοχήParticipative observation Συμμετοχική παρατήρησηParticle filter Φίλτρο σωματιδίωνParticles Σωματίδια (π.χ. πρωτόνια)Particulate matter Σωματιδιακή ύληParticulate monitoring Παρακολούθηση σωματιδίωνParticulates Σωματίδια (π.χ. σκόνης)Particulates Not Otherwise Specified (PNOS) Ακαθόριστα

σωματίδιαParts per billion (ppb) Μέρη στο δισεκατομμύριοParts per billion per volume (ppbv) Μέρη στο

δισεκατομμύριο κατ’όγκοParts per million (ppm) Μέρη στο εκατομμύριοParts per million per volume (ppmv) Μέρη στο

εκατομμύριο κατ’όγκοParts per trillion (ppt) Μέρη στο τρισεκατομμύριο

Part-time work Εργασία μερικής απασχόλησηςPart-time workers Εργαζόμενοι μερικής απασχόλησηςPassage ΔιάδρομοςPassage and collection of flammables Δίοδος και

συσσώρευση εύφλεκτων στοιχείωνPassenger Επιβάτης Passenger conveyor Κυλιόμενο πεζοδρόμιοPassenger lift Ανελκυστήρας ατόμωνPassenger ship Επιβατηγό πλοίοPassive smoking Παθητικό κάπνισμαPatch testing Δερματικές δοκιμέςPatella ΕπιγονατίδαPathogenesis ΠαθογένεσηPatient Ασθενής (άρρωστος)Patient handling Χειρισμός του σώματος του ασθενούςPatient satisfaction Ικανοποίηση ασθενώνPavement breakers Θραύστες πεζοδρομίουPaving work ΑσφαλτόστρωσηPawl device Διάταξη σφηνώματος Peak ΚορυφήPeak area Εμβαδόν κορυφήςPeak Expiratory Flow Rate (PEFR) Κορυφαία ταχύτητα

εκπνευστικής ροήςPeak purity test Έλεγχος καθαρότητας της κορυφής του

αναλυτήPeak sound level (acute exposure) Ανώτατη ηχοστάθμη

(οξεία έκθεση)Peak value ΚορυφοτιμήPeak width Εύρος κορυφήςPear oil see amyl acetate Peat ΤύρφηPeat fly ash Πτητική τέφρα τύρφηςPectic acid Πηκτικό οξύPectin ΠηκτίνηPenalty ΠοινήPenetration Διείσδυση ή διάτρηση Penicillin Πενικιλίνη (G)Pentaborane Πενταβοράνιο (B5H9)Pentachloronaphathalene Πενταχλωροναφθαλίνιο (C10H3Cl5)Pentachloronitrobenzene Πενταχλωρονιτροβενζόλιο

(C6Cl5NΟ2)Pentachlorophenol (PCP) Πενταχλωροφαινόλη (C6HCl5O)Pentadecyl methacrylate Πενταδεκυλομεθακρυλικός

εστέραςPentaerythritol Πενταερυθριτόλη (C5H12O4)Pentaerythrotetranitrate (PETN) Πεντρίτης ή τετρανιτρικός

πενταερυθρίτης

lexiko011s112.indd 81 10/29/08 1:27:59 PM

Page 80: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

82

Phenol or hydroxybenzene or phenic acid or carbolic acid

Pentamethylbenzene ΠενταμεθυλοβενζόλιοPentanal see valeraldehyde Pentane Πεντάνιο (C5H12)Pentanedioic acid see glutaric acid 1,5-pentanedione see glutaraldehyde 2,4-pentanedione see acetyl acetone Pentanenitrile see valeronitrile Pentanoic acid see valeric acid 3-pentanone see diethyl ketone Pentanone see methyl propyl ketone Pentene Πεντένιο (C5H10)Pentose ΠεντόζηPentozan ΠεντοζάνιοPentyl ΠεντύλιοPentyl acetate see amyl acetate Pentyl chloride or 1-chloropentane Πεντυλοχλωρίδιο ή

1-χλωροπεντάνιο (C5H11Cl)tert-pentyl chloride or 2-chloro-2-methylbutane tert-

πεντυλοχλωρίδιο ή 2-χλωρο-2-μεθυλοβουτάνιοtert-pentyl iodide or 2-iodo-2-methylbutane

tert-πεντυλοϊωδίδιο ή 2-ιωδο-2-μεθυλοβουτάνιοPentyne Πεντίνιο (C5O8)Peptide ΠεπτίδιοPercent recovery Εκατοστιαία ανάκτησηPerchlorate Υπερχλωρικό (ClO4

-)Perchloroethylene see tetrachloroethylene Perchloromethyl mercaptan Υπερχλωρομεθυλομερκαπτάνη

(CCl4S)Perchloryl fluoride Τριοξυχλωροφθορίδιο ή

υπερχλωρυλοφθορίδιο (ClFO3)Percutaneous absorption Διαδερμική απορρόφησηPerfluoroisobutylene ΥπερφθοροϊσοβουτυλένιοPerformance Απόδοση, επίδοσηPerformance audit Επιθεώρηση απόδοσηςPerformance benchmarking Συγκριτική αξιολόγηση ή

συγκριτική βελτιστοποίησηPerformance characteristic Χαρακτηριστικό επίδοσηςPerformance criteria Κριτήρια επίδοσηςPerformance indicators Δείκτες επίδοσηςPerformance measures and rewards Μετρήσεις επίδοσης

και επιβραβεύσειςPerformance of certification Λειτουργία πιστοποίησηςPerformance of tests Εκτέλεση των δοκιμώνPeriod of validity Περίοδος ισχύοςPeriodic acid Υπεριωδικό οξύ (HIO4)Periodical medical examinations Περιοδικές ιατρικές

εξετάσεις

Perlite ΠερλίτηςPermanent contracts Σύμβαση αορίστου χρόνουPermanent disabilities Μόνιμες αναπηρίεςPermanent workplaces Μόνιμες θέσεις εργασίαςPermeability ΔιαπερατότηταPermitted limit Επιτρεπόμενο όριοPeroxide ΥπεροξείδιοPeroxyacetic acid Υπεροξικό οξύ (C2H4O3)Peroxyacids Υπεροξέα (RCOOOH)Peroxybenzoic acid Υπεροξυβενζοϊκό οξύ (C7H6Ο3)Peroxyformic acid Υπεροξυμυρμηκικό οξύPersistent ΑνθεκτικόςPersonal buoyancy aids Ατομικά βοηθήματα επίπλευσηςPersonal eye-protection Μέσα ατομικής προστασίας ματιώνPersonal hygiene Ατομική υγιεινήPersonal monitoring Ατομική παρακολούθησηPersonal protection Ατομική προστασίαPersonal protective equipment (PPE) Μέσα ατομικής

προστασίας (ΜΑΠ)Personnel ΠροσωπικόPersonnel downsizing Μείωση του προσωπικούPersonnel selection Επιλογή του προσωπικούPersonnel turnover Κινητικότητα προσωπικούPersons with special needs Άτομα με ειδικές ανάγκεςPersulfates Υπερθειικά άλαταPervasiveness ΔιαχυτικότηταPesticide ΦυτοφάρμακοPetrol ΒενζίνηPetrol stations Πρατήρια καυσίμωνPetroleum coke see asphalt Petroleum ether Πετρελαϊκός αιθέραςPetroleum or gas oil ΠετρέλαιοPetroleum products Πετρελαϊκά προϊόνταPhagocytosis ΦαγοκυττάρωσηPharynx ΦάρυγγαςPhase ΦάσηPhase contrast microscopy (PCM) Μικροσκοπία

αντίστροφης φάσηςPhenanthrene Φαινανθρένιο (C14H10)Phenazone or antipyrine Φαιναζόνη ή αντιπυρίνη

(C11H12N2O)Phenetole or ethyl phenyl ether Φαινετόλη ή

αιθυλοφαινυλοαιθέρας (C6H5OC2H5)Phenic acid see phenol Phenol or hydroxybenzene or phenic acid or carbolic acid

Φαινόλη ή υδροξυβενζόλιο ή φαινικό οξύ ή καρβολικό οξύ (C6H6O)

lexiko011s112.indd 82 10/29/08 1:27:59 PM

Page 81: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

83

P

Photoelectron spectroscopy

Phenothiazine Φαινοθειαζίνη (C12H9NS)Phenyl acetate Οξικός φαινυλεστέραςPhenyl butene ΦαινυλοβουτένιοPhenyl carbitol ΦαινυλοκαρβιτόληPhenyl cyanide see benzonitrile Phenyl ether see diphenyl ether Phenyl glycidyl ether (PGE) Φαινυλoγλυκιδυλαιθέρας

(C9H10O2)Phenyl isocyanate or carbanyl Φαινυλοϊσοκυανίδιο ή

καρβανύλιο (C7H5NO)Phenyl isothiocyanate ΦαινυλοϊσοθειοκυανικόPhenyl mercaptan Φαινυλoμερκαπτάνη (C6H6S)Phenyl methyl propanol ΦαινυλομεθυλοπροπανόληPhenyl naphthylamine Φαινυλοναφθυλαμίνη (C16H13N)1-phenyl-2-propanone see benzyl methyl ketone Phenylacetaldehyde or phenylethanal Φαινυλακεταλδεΰδη

ή φαινυλαιθανάληPhenylacetic acid or phenylethanoic acid Φαινυλοξικό οξύ

ή φαινυλαιθανοϊκό οξύ (C6H5CH2COOH)Phenylacetonitrile or benzyl cyanide Φαινυλακετονιτρίλιο ή

βενζυλοκυανίδιο (C8H7N)Phenylalanine Φαινυλαλανίνη (C9H11NO2)Phenylamine see aniline Phenylbutyric acid Φαινυλοβουτυρικό οξύ (C10H12O2)Phenylenediamine Φαινυλενοδιαμίνη (C6H8N2)Phenylethanal see phenylacetaldehyde Phenylethanoic acid see phenylacetic acid Phenylethanol or phenylethyl alcohol Φαινυλαιθανόλη ή

φαινυλαιθυλική αλκοόλη ή φαινυλαιθυλαλκοόλη (C8H10O)Phenylethyl ΦαινυλαιθύλιοPhenylethyl alcohol see phenylethanol Phenylethyl bromide see bromophenylethane Phenylethylamine ΦαινυλοαιθυλαμίνηPhenylethylene see styrene Phenylfluoroform see benzotrifluoride Phenylhydrazine Φαινυλυδραζίνη (C6H8N2)Phenylhydrazine hydrochloride Υδροχλωρική

φαινυλυδραζίνη (C6H8N2ClH)Phenylhydrazone Φαινυλυδραζόνη (C=N-NHCONH2)Phenylisoquinoline ΦαινυλοϊσοκινολίνηPhenylmalonic ester Φαινυλομηλονικός εστέραςPhenylmethanal see benzaldehyde Phenylpentanedione ΦαινυλοπεντανοδιόνηPhenylphosphine Φαινυλoφωσφίνη (C6H7P)2-phenylpropane see cumene Phenylpropanoic acid Φαινυλοπροπανοϊκό οξύ3-phenylpropenal see cinnamaldehyde

Phenylpropene Φαινυλοπροπένιο3-phenylpropene see allylbenzene Phenylpropionic acid Φαινυλοπροπιονικό οξύPhenylthiohydantoin ΦαινυλοθειοϋδαντοΐνηPhenyltrimethylammonium iodide Ιωδιούχο

φαινυλοτριμεθυλοαμμώνιοPhobias ΦοβίεςPhorate Φορικό άλας (C7H17O2PS3)Phosgene or carbonyl chloride Φωσγένιο ή

καρβονυλοχλωρίδιο (COCl2)Phosphate ΦωσφορικόPhosphate ester Φωσφορικός εστέραςPhosphatidyl choline or choline phosphoglyceride

Φωσφατιδυλοχολίνη ή φωσφογλυκερίδιο χολίνηςPhosphatidyl ethanolamine or ethanolamine

phosphoglyceride Φωσφατιδυλοαιθανολαμίνη ή φωσφογλυκερίδιο αιθανολαμίνης

Phosphazenes Φωσφαζένια Phosphide ΦωσφίδιοPhosphine Φωσφίνη (PH3)Phosphite ΦωσφορώδηςPhosphoglyceric acid Φωσφογλυκερινικό οξύ (C3H7O7P)Phosphoglyceride ΦωσφογλυκερίδιoPhosphonium salt Φωσφωνιακό άλαςPhosphorescence ΦωσφορισμόςPhosphorescence spectroscopy Φασματοσκοπία

φωσφορισμούPhosphoric acid or orthophosphoric acid Φωσφορικό οξύ

ή ορθοφωσφορικό οξύ (H3PO4)Phosphorus (yellow) Φωσφόρος (κίτρινος) (P4)Phosphorus oxychloride Οξυχλωριούχος φωσφόρος (POCl3)Phosphorus pentachloride Πενταχλωριούχος φωσφόρος

(PCl5)Phosphorus pentasulfide Πενταθειούχος φωσφόρος (P2S5)Phosphorus pentoxide Πεντοξείδιο του φωσφόρου (PO5)Phosphorus trichloride Τριχλωριούχος φωσφόρος (PCl3)Phosphorus trihalide Τριαλογονούχος φωσφόροςPhossy jaw Σιαγόνα φωσφόρουPhoto Irritation Factor (PIF) Συντελεστής φωτοερεθισμούPhotocell ΦωτοκύτταροPhotochemic keratitis Φωτοηλεκτρική κερατίτιδαPhotochemical reaction Φωτοχημική αντίδρασηPhotodegradation ΦωτοδιάσπασηPhotoelectric detector Φωτοηλεκτρικός ανιχνευτήςPhotoelectric element Φωτοηλεκτρικό στοιχείοPhotoelectron spectroscopy Φωτοηλεκτρονική

φασματοσκοπία

lexiko011s112.indd 83 10/29/08 1:27:59 PM

Page 82: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

84

Plug

Photoionization ΦωτοϊονισμούPhotoionization detection (PID) Ανίχνευση φωτοϊοντισμούPhotolysis ΦωτόλυσηPhotosensitivity ΦωτοευαισθησίαPhototubes ΦωτολυχνίεςPhotovoltaic cells Φωτοβολταϊκά στοιχείαPhthalamide Φθαλαμίδιο (C8H8N2O2)Phthalic acid Φθαλικό οξύ (C6H4(COOH)2)m-phthalic acid see isophthalic acid Phthalic anhydride Φθαλικός ανυδρίτης (C8H4O3)Phthalimidomalonic ester Φθαλιμιδομηλονικός εστέρας Phthalodinitrile Φθαλοδινιτρίλιο (C8H4N2)Physical agent Φυσικός παράγονταςPhysical fatigue Σωματική κόπωσηPhysical harm Σωματική βλάβηPhysical hazards Φυσικοί κίνδυνοιPhysical parameters Φυσικές παράμετροιPhysical properties Φυσικές ιδιότητεςPhysical violence Σωματική βίαPhysical work Σωματική εργασίαPhysico-chemical origin Φυσικοχημική προέλευσηPhysics ΦυσικήPhysiological work measurement Μέτρηση φυσιολογίας

της εργασίαςPhysiology ΦυσιολογίαPhysiotherapy (UK) or physical therapy (USA)

Φυσικοθεραπεία, φυσιοθεραπείαPickup balers Ανυψωτικά περισυλλογής δεμάτωνPicloram or 4-amino-3,5,6-trichloro-picolimic acid (ATCP)

Πιχλωράμ ή 4-αμινο-3,5,6-τριχλωρο πικολιμικό οξύ (C6H3Cl3 N2O2)

Picoline ΠικολίνηPicolinic acid Πικολινικό οξύPicramide see 2,4,6-trinitroaniline Picric acid or 2,4,6-trinitrophenol or 2-hydroxy-1,3,5-trinitrobenzene Πικρικό οξύ ή

2,4,6-τρινιτροφαινόλη ή 2-υδροξυ-1,3,5-τρινιτροβενζόλιο (C6H3N3O7)

Picryl chloride see trinitrochlorobenzene Pigments ΠιγμένταPile hammer ΑερόσφυραPiling ΣτοίβαγμαPiling equipment Εξοπλισμός για θεμελίωσηPimelic acid or heptanedioic acid Πιμελικό οξύ ή

επτανοδιοϊκό οξύ (C7H12O4)Pincers ΤανάλιεςPindone Πινδόνη

Pine oil ΠευκέλαιοPinene Πινένιο (C10H16)Pipe Σωλήνας, αγωγόςPipelayer ΣωληνοθέτηςPipeline ΣωλήνωσηPipeline construction Κατασκευή σωληνοδικτύωνPiperazine dihydrochloride Διϋδροχλωριούχος πιπεραζίνη

(C4H10N2.2HCl)Piperazine or hexahydropyrazine Πιπεραζίνη ή

εξαϋδροπυραζίνη (C4H10N2)Piperidine or hexahydropyridine Πιπεριδίνη ή

εξαϋδροπυριδίνη (C5H11N)Piperonal or 3,4-methylenedioxybenzaldehyde

Πιπερονάλη ή 3,4-μεθυλενοδιοξυβενζαλδεΰδη (C8H6O3)Pipette (pipet) Σιφώνιο ή πιπέταPiping ΣωλήνωσηPit Κάτω απόληξη φρέατοςPituitary gland or hypophysis ΥπόφυσηPivalic acid or neopentanoic acid Πιβαλικό οξύ ή

νεοπεντανοϊκό οξύ (C5H10O2)Placement assistance Παροχή βοήθειας σχετικά με τις

θέσεις εργασίαςPlan Σχέδιο ή πρόγραμμαPlane polarized light Επίπεδα πολωμένο φωςPlaning ΠλάνισμαPlaning machine Μηχανή πλανίσματοςPlanning ΠρογραμματισμόςPlanning of the workflow Προγραμματισμός της ροής εργασιώνPlant ΕγκατάστασηPlasma ΠλάσμαPlasma Arc Welding (PAW) Συγκόλληση τόξου πλάσματοςPlasma-cutting Κοπή με πλάσμαPlasmochin or pamaquine Πλασμοχίνη ή παμακίνηPlaster ΕπίχρισμαPlastering ΕπικονίαμαPlastic material Πλαστικό υλικόPlasticizer ΠλαστικοποιητήςPlastics ΠλαστικάPlate beam splitter Πλάκα διαχωριστήPlate theory Θεωρία των πλακώνPlatelet factor Αιμοπεταλικός παράγονταςPlatform Εξέδρα (πλατφόρμα)Platinum Λευκόχρυσος ή πλατίνιο (Pt)Plier ΠένσαPlot Διάγραμμα ή γραφική παράστασηPloutonium Πλουτώνιο (Pu)Plug Ρευματολήπτης

lexiko011s112.indd 84 10/29/08 1:27:59 PM

Page 83: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

85

P

Potential hazard

Plug fuse Ασφάλεια κοχλιωτήPlumber ΥδραυλικόςPneumatic pick Κρουστική σφύραPneumatic tools Εργαλεία πεπιεσμένου αέραPneumatic vices Σφιγκτήρες πεπιεσμένου αέραPneumoconiosis ΠνευμονοκονίωσηPoint detectors Σημειακοί ανιχνευτέςPoison ΔηλητήριοPoisoning ΔηλητηρίασηPoisoning remedies Αντίδοτα δηλητηρίασηςPolar ΠολικόςPolarized light microscopy (PLM) Μικροσκοπία πολωμένου

φωτόςPole ΠόλοςPolicy ΠολιτικήPolicy makers Αρμόδιοι χάραξης πολιτικήςPolish grinding ΣτιλβολείανσηPolisher Στιλβωτής ή συσκευή στίλβωσηςPolishing Στίλβωση, λείανσηPolishing machines Στιλβωτικές μηχανέςPollutant ΡύποςPollution ΡύπανσηPolonium Πολώνιο (Po)Polyalkylene oxide polyol Πολυαλκοόλες

πολυαλκυλενοξειδίουPolybutadiene ΠολυβουταδιένιοPolychlorinated biphenyls or aroclor or clofen (PCBs)

Πολυχλωροδιφαινύλια ή πολυχλωριωμένα διφαινύλια ή αροχλώρ ή κλοφέν

Polychlorinated triphenyl (PCT) Πολυχλωροτριφαινύλια ή πολυχλωριωμένα τριφαινύλια

Polychloroprene ΠολυχλωροπρένιοPolydimethylsiloxane (PDMS) ΠολυμεθυλοσιλοξάνιοPolyene ΠολυένιοPolyetheramine ΠολυαιθεραμίνεςPolyethylene (PE) Πολυαιθυλένιο ((C2H4)x)Polyisoprene Πολυισοπρένιο ή φυσικό καουτσούκPolymer ΠολυμερέςPolymerization ΠολυμερισμόςPolymethylene polyphenyl isocyanate Ισοκυανικός

πολυμεθυλενο πολυφαινυλεστέρας Polymorphic gene Πολυμορφικό γονίδιοPolynuclear aromatic hydrocarbons (PAH) Πολυπυρηνικοί

αρωματικοί υδρογονάνθρακες ή πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες

Polynucleotide ΠολυνουκλεοτίδιοPolyolefinamine Πολυολεφιναμίνη

Polypeptide ΠολυπεπτίδιοPolysaccharides ΠολυσακχαρίτεςPolystyrene (PS) Πολυστυρένιο ή πολυστυρόλιοPolytetrafluoroethylene (PTFE) or teflon

Πολυτετραφθοροαιθυλένιο ή τεφλόν ((C2F4)x)Polyvinyl chloride (PVC) Πολυβινυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο

πολυβινύλιοPoor job design Κακός σχεδιασμός της θέσης εργασίαςPopulation Πληθυσμός ή πλήθος (δειγμάτων)Population effects Επιδράσεις στον πληθυσμόPorcelain ΠορσελάνηPorosity ΠορώδεςPorphin or porphyrin ΠορφυρίνηPort contingency plan (PCP) Εγκεκριμένο σχέδιο

έκτακτης ανάγκης του φορέα διοίκησης ή εκμετάλλευσης του λιμένα

Portable ΦορητόςPortable apparatus Φορητή συσκευήPortable chain saw Φορητό αλυσοπρίονοPortable pump Φορητή αντλίαPortable tank Φορητή δεξαμενήPortable tank operator Χειριστής φορητής δεξαμενής Portland cement Τσιμέντο ΠόρτλαντPossibilities of development Δυνατότητες εξέλιξηςPossible risk Πιθανός κίνδυνοςPost-traumatic stress syndrome Σύνδρομο του

μετατραυματικού άγχουςPostures Στάσεις εργασίαςPotassa see potassium hydroxide Potassium Κάλιο ή ποτάσσιο (K)Potassium bicarbonate Όξινο ανθρακικό κάλιοPotassium butoxide Βουτοξείδιο του καλίου (C4H9KO)Potassium carbonate Ανθρακικό κάλιο (CK2O3)Potassium citrate Κιτρικό κάλιοPotassium dibromopropionate Διβρωμοπροπιονικό κάλιοPotassium hydroxide or potassa Υδροξείδιο του καλίου ή

ποτάσσα (KOH)Potassium nitrate Νιτρικό κάλιο ή νίτρο (KNO3)Potassium oleate Ελαϊκό κάλιοPotassium perchlorate Υπερχλωρικό κάλιο (KClO4) Potassium permanganate Υπερμαγγανικό κάλιο (KMNO4)Potassium phthalate Φθαλικό κάλιοPotential ΔυναμικόPotential difference Διαφορά δυναμικούPotential energy Δυναμική ενέργειαPotential equalization Εξισορρόπηση δυναμικούPotential hazard Δυνητικός κίνδυνος, πιθανός κίνδυνος

lexiko011s112.indd 85 10/29/08 1:27:59 PM

Page 84: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

86

Professional use

Potentially explosive atmospheres Δυνητικά εκρηκτικές ατμόσφαιρες, εκρήξιμες ατμόσφαιρες

Pour point Σημείο ροήςPowder ΣκόνηPowder coating Επικάλυψη με σκόνη, βαφή πούδρας (επίπαση)Powder filling Πλήρωση με σκόνηPowder-actuated tools Εργαλεία που ενεργοποιούνται με

πυρίτιδαPower ΙσχύςPower curve Καμπύλη ισχύοςPower density (S) Πυκνότητα ισχύος (S)Power factor Συντελεστής ισχύοςPower lines Γραμμές τροφοδοσίας, ηλεκτροφόρα καλώδιαPower of test Δύναμη δοκιμήςPower shovel Καδοφόρος εκσκαφέαςPower stations Σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειαςPower supply equipment Εξοπλισμός παροχής ισχύοςPower tools Εργαλεία ισχύοςPower trowels Μηχανές επιχρισμάτων Powered tools Δυναμικά εργαλείαPractical test Πρακτική δοκιμήPractice ΠρακτικήPractice parameters Παράμετροι κλινικής πρακτικήςPractice specifications Προδιαγραφές κλινικής πρακτικήςPraseodymium Πρασινοδύμιο (Pr)Precaution ΠροφύλαξηPrecipitate ΊζημαPrecipitation ΚαθίζησηPrecision Πιστότητα ή επαναληπτικότηταPrecursor ion Μητρικό ιόνPredicted Percentage of Dissatisfied (PPD) Προβλεπόμενο

ποσοστό δυσαρέσκειαςPre-fabricated concrete parts Προκατασκευασμένα

στοιχεία σκυροδέματοςPregnancy ΕγκυμοσύνηPregnaneone ΠρεγνανεόνηPregnant woman ΈγκυοςPregnant workers Έγκυες εργαζόμενεςPrehnitene or 1,2,3,4-tetramethylbenzene Πρενιτόλιο ή

1,2,3,4-τετραμεθυλοβενζόλιο (C6H2(CH3)4)Preparation Παρασκευή, παρασκεύασμαPrepolymer ΠροπολυμερέςPreservative ΣυντηρητικόPresidencial decree Προεδρικό διάταγμα (Π.Δ)Press ΠρέσαPress brakes ΣτράντζεςPress welder Πιεστήριο συγκόλλησης

Pressing Προώθηση (πρέσα)Pressure ΠίεσηPressure drum Βαρέλι πίεσηςPressure receptacle Δοχείο πίεσηςPressure relief valve Περιοριστήρας πίεσης (ασανσέρ)Pressure surge Υδραυλικό πλήγμαPressure systems Συστήματα πίεσηςPressure vessel Δοχείο πίεσηςPressurized apparatus Συσκευές υπό πίεσηPressurized gas cartridge Υψηλής πίεσης κύλινδρος,

δοχείο αερολύματοςPrevalence ratio Επικρατούσα αναλογίαPrevention ΠρόληψηPreventive medical examinations Προληπτικές ιατρικές

εξετάσειςPrill ΠαστίλιαPrimary prevention Πρωτογενής πρόληψηPrimary standard Πρωτογενές πρότυποPrimer ΑστάριPrimeverose Πριμεβερόζη (C11H20O10)Priming ΑστάρωμαPrincipal contracts Κύριες συμβάσειςPrinciple ΑρχήPrinter ΕκτυπωτήςPrior to shift Πριν την αρχή της βάρδιαςPrivate sector Ιδιωτικός τομέαςProbability ΠιθανότηταProbability factor Συντελεστής πιθανότηταςProblem-solving Επίλυση προβλημάτωνProcedural manual Εγχειρίδιο διαδικασιών Procedure Πορεία ή διαδικασίαProcess Διεργασία / διαδικασίαProcess control Έλεγχος διεργασίαςProcess specifications Προδιαγραφές κλινικής πρακτικήςProcessing Μεταποίηση, επεξεργασίαProduct ΠροϊόνProduct quality Ποιότητα των προϊόντωνProduction ΠαραγωγήProduction disturbances Διαταραχές (επιπτώσεις) στην

παραγωγήProduction quality Ποιότητα παραγωγήςProductivity ΠαραγωγικότηταProfessional autonomy Επαγγελματική αυτονομίαProfessional corporations Επαγγελματικές οργανώσειςProfessional education Επαγγελματική εκπαίδευσηProfessional staff committees Επιτροπές προσωπικούProfessional use Επαγγελματική χρήση

lexiko011s112.indd 86 10/29/08 1:27:59 PM

Page 85: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

87

P

Protection of stranded ends

Proficiency study Μελέτη ικανότηταςProficiency testing Δοκιμή ή έλεγχος ικανότηταςProfit ΚέρδοςPrognosis ΠρόγνωσηProgram evaluation Αξιολόγηση του προγράμματοςProgressive safety gear Συσκευή αρπάγης προοδευτικής

πέδησης (ασανσέρ)Prohibited Ingredients Απαγορευμένα ΣυστατικάProhibition ΑπαγόρευσηProhibition notices Δελτίο απαγόρευσης ουσιώνProline or 2-pyrrolidinecarboxylic acid Προλίνη (Pro, P)

(C5H9NO2)Prolonged exposure Παρατεταμένη έκθεσηPromethium Προμήθειο (Pm)Promotion ΠροαγωγήPropagation ΔιάδοσηPropagation of errors Μετάδοση σφαλμάτωνPropanal see propionaldehyde Propane Προπάνιο (C3H8)Propane sultone Σουλτονικό προπάνιο (C3H6O3S)1,2-propanediamine see propylenediamine Propanedioic acid see malonic acid Propanediol Προπανοδιόλη (C3H8O2)Propaneepichlorohydrine Προπανεπιχλωροϋδρίνη1,2,3-propanetriol trinitrate see nitroglycerin 2-propanol see isopropyl alcohol Propanol or propyl alcohol Προπανόλη ή προπυλική

αλκοόλη ή προπυλαλκοόληPropanone see acetone Propanoyl see propionyl Propargyl alcohol Προπαργυλική αλκοόλη (C3H4O)Propeller pitch Βήμα έλικαPropene or propylene Προπένιο ή

προπυλένιο (CH3CH=CH2, C3H6)Propenenitrile see acrylonitrile Propenoic acid see acrylic acid Propiolactone Προπιολακτόνη (C3H4O2)Propionaldehyde or propanal Προπιοναλδεΰδη ή

προπανάλη ή προπιονική αλδεΰδη (C3H6O)Propionaldehyde see propanal Propionamide ΠροπιοναμίδιοPropionic acid Προπιονικό οξύ ή προπανικό οξύ (C3H6O2)Propionyl chloride ΠροπιονυλοχλωρίδιοPropionyl or propanoyl Προπιονύλιο (C2H5CO-)Proportionate mortality ratios (PMRs) Αναλογικό πηλίκο

θνησιμότηταςPropoxur Προποξούριο (C11H15NO3)

Propulsion ΠρόωσηPropyl Προπύλιο (C3H7)Propyl acetate Οξικός προπυλεστέρας (C5H10O2)Propyl alcohol or propanol Προπυλική αλκοόλη ή

προπανόλη (C3H8O ή PrOH)Propyl bromide or bromopropane Προπυλοβρωμίδιο ή

βρωμοπροπάνιο (C3H7Br)Propyl chloride or chloropropane Προπυλοχλωρίδιο ή

χλωροπροπάνιοPropyl ether Προπυλαιθέρας (C6H14O)Propyl naphthalene ΠροπυλοναφθαλίνιοPropyl nitrate or nitric acid propyl ester Νιτρικό προπύλιο

ή νιτρικός προπυλεστέρας (C3H7O3)Propylacetone see methyl butyl ketone Propylamine or 1-aminopropane Προπυλαμίνη ή

1-αμινοπροπάνιο (C3H9N)Propylene bromide see 1,2-dibromopropane Propylene chlorohydrin or 1-chloro-2-propanol

Προπυλοχλωροϋδρίνη ή 1-χλωρο-2-προπανόλη (C3H7ClO)Propylene dichloride or 1,2-dichloropropane

Διχλωροπροπυλένιο ή 1,2-διχλωροπροπάνιο ή προπυλενοδιχλωρίδιο (C3H6Cl2)

Propylene glycol dinitrate Δινιτρική προπυλενογλυκόλη (C3H6N2O6)

Propylene glycol monomethyl ether or 1-methoxy-2-propanol (PGME) Προπυλενογλυκολομονομεθυλαιθέρας ή 1-μεθοξυ-2-προπανόλη (C4H10O2)

Propylene imine Προπυλενοϊμίνη (C3H7N)Propylene oxide or epoxypropane or methyl oxirane

Προπυλενοξείδιο ή οξείδιο του προπυλενίου ή εποξυπροπάνιο ή μεθυλοξιράνιο (C3H6O)

Propylene see propene Propylenediamine or 1,2-propanediamine

Προπυλενοδιαμίνη ή 1,2-προπανoδιαμίνη (C3H10N2)Propyne or methylacetylene Προπίνιο ή μεθυλακετυλένιο

(CH3C≡CH)Propynyllithium ΠροπινυλολίθιοPrority pollutants Πρωτογενείς ρύποιProsecutions Ποινικές κυρώσεις (διώξεις)Prospective ΠροσδοκώμενοςProtactinium Πρωτακτίνιο (Pa)Protected IBC Προστατευόμενο IBCProtection Προστασία ή προφύλαξηProtection of particularly sensitive areas Προστασία

ευαίσθητων περιοχώνProtection of stranded ends Προστασία πολύκλωνων άκρων

lexiko011s112.indd 87 10/29/08 1:27:59 PM

Page 86: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

88

Pyruvic acid or 2-oxopropanoic acid

Protective and preventive services Υπηρεσίες προστασίας και πρόληψης

Protective apron Προστατευτική ποδιάProtective clothing Προστατευτική ενδυμασίαProtective devices Προστατευτικές συσκευέςProtective film Προστατευτικό υμένιοProtective gloves Προστατευτικά γάντιαProtective measure Προστατευτικό μέτρο ή μέτρο

προστασίαςProtective system Σύστημα προστασίαςProtein ΠρωτεΐνηProtium Πρώτιο (1H)Protocol ΠρωτόκολλοProtocol for a specific purpose (PSP) Πρωτόκολλο για

ειδικό σκοπόProton ΠρωτόνιοProvocation tests Δοκιμή πρόκλησηςPrussic acid see hydrogen cyanide Pseudocumene or 1,2,4-trimethylbenzene Ψευδοκουμόλιο

ή 1,2,4-τριμεθυλοβενζόλιο (C9H12)Pseudotropine ΨευδοτροπίνηPsicose ΨικόζηPsychiatric disorders Ψυχιατρικές διαταραχέςPsychological agents Ψυχολογικοί παράγοντεςPsychological and organisational hazards Ψυχολογικοί και

οργανωτικοί κίνδυνοιPsychological climate Ψυχολογικό κλίμαPsychosocial issues Ψυχοκοινωνικοί παράγοντεςPsychosocial work environment Ψυχοκοινωνικό

εργασιακό περιβάλλονPsychrophiles ΨυχρόφιλαPublic ΚοινόPublic authority Δημόσια αρχήPublic awareness Ευαισθητοποίηση του κοινούPublic Health Δημόσια ΥγείαPublic Health Executive Agency, Luxembourg

Εκτελεστικός Οργανισμός για τη Δημόσια Υγεία, με έδρα το Λουξεμβούργο

Public sector Δημόσιος τομέαςPublic spaces Δημόσιοι χώροιPublication ΔημοσίευσηPulley room Τροχαλιοστάσιο (ασανσέρ)Pulling Έλξη, τράβηγμαPulmonary edema Πνευμονικό οίδημαPulmonary fibrosis Πνευμονική ίνωση

Pulmonary function Πνευμονική λειτουργίαPulmonary toxicology Πνευμονική τοξικολογίαPulp ΠολτόςPump ΑντλίαPump room ΑντλιοστάσιοPumped sorbent tubes Απορροφητικοί σωληνίσκοι με αντλίαPunches ΣουβλιάPunching ΤρυπανισμόςPuncture Διάτρηση, παρακέντησηPure ΚαθαρόςPure tone air conduction audiometers Καθαροτονικά

ακοόμετρα αέρινης αγωγήςPure tone vibrator Δονητής καθαρού τόνουPurging ΕκκένωσηPurine Πουρίνη (C5H4N4)Purpose Σκοπός ή πρόθεσηPushing Ώθηση, σπρώξιμοPylon ΠυλώναςPyloroplastry ΠυλωροπλαστικήPyran ΠυράνιοPyranose ΠυρανόζηPyranoside ΠυρανοζίτηςPyrazole or 1,2-diazole Πυραζόλιο (C3H4N2)Pyrene Πυρένιο (C16H10)Pyrethrins see pyrethrum Pyrethroids ΠυρεθροειδήPyrethrum or pyrethrins ΠύρεθροPyridine Πυριδίνη (C5H5N)3-pyridinecarboxylic acid see nicotinic acid Pyridinium chlorocromate Χλωροχρωμική πυριδίνηPyrimidine Πυριμιδίνη (C4H4N2)Pyrocatechol or 1,2-dihydroxybenzene Πυροκατεχόλη ή

1,2-διυδροξυβενζόλιο (C6H6O2)Pyrogallol or 1,2,3-trihydroxybenzene Πυρογαλλόλη ή

1,2,3-τριυδροξυβενζόλιο (C6H6O3)Pyrolysis ΠυρόλυσηPyrolysis products Προϊόντα πυρόλυσηςPyroxilin ΠυροξιλίνηPyrrole Πυρρόλιο (C4H5N)Pyrrolidine Πυρρολιδίνη (C4H9N)2-pyrrolidinecarboxylic acid see proline Pyrroline ΠυρρολίνηPyruvate Πυρουβικό (CH3COCOO-)Pyruvic acid or 2-oxopropanoic acid Πυρουβικό οξύ ή

2-οξοπροπανοϊκό οξύ (CH3COCOOH)

lexiko011s112.indd 88 10/29/08 1:27:59 PM

Page 87: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

89

PQR

Radioactive equilibrium

Qualification ΕπάρκειαQualified experts Ειδικευμένοι εμπειρογνώμονεςQualitative analysis Ποιοτική ανάλυσηQualitative elemental analysis Ποιοτική στοιχειακή

ανάλυσηQualitative method Ποιοτική μέθοδοςQuality ΠοιότηταQuality assessment Εκτίμηση ποιότηταςQuality assurance Διασφάλιση ποιότηταςQuality audit Επιθεώρηση ποιότητας Quality audit observation Παρατήρηση κατά την

επιθεώρηση της ποιότηταςQuality auditor Επιθεωρητής ποιότηταςQuality characteristics Χαρακτηριστικά ποιότηταςQuality circle Κύκλος ποιότηταςQuality control Έλεγχος ποιότητας, ποιοτικός έλεγχοςQuality correction cycle Κύκλος διορθωτικής προσαρμογής

ποιότηταςQuality evaluation Αξιολόγηση / αποτίμηση της ποιότηταςQuality improvement (QI) Βελτίωση ποιότηταςQuality management (QM) Διοίκηση ή διαχείριση ποιότηταςQuality management system (QMS) Σύστημα διαχείρισης

ποιότηταςQuality manual Εγχειρίδιο ποιότηταςQuality measurement Μέτρηση ποιότηταςQuality objective Στόχος ποιότητας Quality of health care Ποιότητα της υγειονομικής

περίθαλψηςQuality of life Ποιότητα ζωήςQuality of work Ποιότητα εργασίαςQuality plan Σχέδιο ποιότηταςQuality planning Σχεδιασμός ποιότηταςQuality policy Πολιτική ποιότηταςQuality programme Πρόγραμμα ποιότηταςQuality project Πρόγραμμα ποιότητας

Quality records Αρχεία ποιότητας Quality related cost Κόστος σχετιζόμενο με την ποιότηταQuality requirement category Κατηγορία απαιτήσεων

ποιότηταςQuality standards Πρότυπα ποιότηταςQuality strategy Στρατηγική ποιότηταςQuality surveillance Επιτήρηση της ποιότηταςQuality system Σύστημα ποιότητας Quantified Risk Assessment (QRA) Ποσοτική Εκτίμηση της

Επικινδυνότητας (ΠΕΕ)Quantitation limit (QL) Όριο ποσοτικοποίησηςQuantitative analysis Ποσοτική ανάλυσηQuantitative determination Ποσοτικός προσδιορισμόςQuantitative elemental analysis Ποσοτική στοιχειακή

ανάλυσηQuantitative method Ποσοτική μέθοδοςQuantitative Structure – Activity Relationships (QSAR)

Μελέτη ποσοτικής εκτίμησης δομής - δραστικότητας, ποσοτική σχέση δομής - δραστικότητας

Quantity Ποσότητα, μέγεθοςQuarantine ΑπομόνωσηQuarry ΛατομείοQuarrying ΕξόρυξηQuarter square multiplier Πολλαπλασιαστής του ενός

τετάρτου των τετραγώνωνQuartz Χαλαζίας Quarz dust Σκόνη χαλαζίαQuestionnaire ΕρωτηματολόγιοQuinaldine see 2-methyloquinoline Quinhydrone Κινυδρόνη (C12H10O4)Quiniline Κινιλίνη (C9H7N)Quinine Κινίνη (C20H24N2O2)Quinoline Κινολίνη (C9H7N)Quinone Κινόνη (C6H4O2)Quinoxaline Κινοξαλίνη

Q

R

Radiation accidents Ατυχήματα από ακτινοβολίαRadiation hazards Κίνδυνοι από ακτινοβολίαRadiation level Επίπεδο ακτινοβολίαςRadiation measurement Μέτρηση ακτινοβολίαςRadiation protection ΑκτινοπροστασίαRadiation safety Προστασία από ακτινοβολίες

Radio direction finder ΡαδιογωνιόμετροRadioactive ΡαδιενεργόRadioactive contamination Ραδιενεργή μόλυνσηRadioactive contents Ραδιενεργά περιεχόμεναRadioactive deposition Ραδιενεργός εναπόθεσηRadioactive equilibrium Ραδιενεργός ισορροπία

lexiko011s112.indd 89 10/29/08 1:27:59 PM

Page 88: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

90

Reference point

Radioactive isotope Ραδιενεργό ισότοποRadioactive material Ραδιενεργό υλικόRadioactive pollution Ραδιενεργός ρύπανσηRadioactive sources Ραδιενεργές πηγέςRadioactive waste Ραδιενεργά απόβληταRadiofrequency (RF) ΡαδιοσυχνότηταRadiogoniometer ΡαδιογωνιόμετροRadiography ΑκτινογραφίαRadiological ΡαδιολογικόςRadiological accident Ραδιολογικό ατύχημαRadiological emergency Κατάσταση έκτακτης ανάγκης από

ακτινοβολίεςRadionuclide Ραδιενεργό νουκλίδιοRadiotoxicity ΡαδιοτοξικότηταRadium Ράδιο (Ra)Radon Ραδόνιο (Rn)Radwaste Ραδιενεργό κατάλοιποRaffinose Ραφινόζη (C18H39O16)Rain gauge or ombrometer Βροχόμετρο ή ομβρόμετροRaman spectroscopy Φασματοσκοπία RamanRammer ΈμβολοRancidity ΤάγγισμαRandom measurement error Τυχαίο σφάλμα μέτρησηςRandom sample Τυχαίο δείγμαRange ΕύροςRash ΕξάνθημαRasps ΡάσπεςRatchet Καστάνια ή αναστολέαςRate Ταχύτητα, ρυθμόςRate constant Σταθερά ταχύτηταςRated load Ονομαστικό φορτίο Rated speed Ονομαστική ταχύτηταRayon or viscose Τεχνητό μετάξι ή βισκόζη γ–rays Ακτίνες γREACH (Registration, Evaluation, Authorization, of

Chemicals) Καταχώρηση, Αξιολόγηση, Αδειοδότηση των χημικών

Reactant ΑντιδρόνReaction ΑντίδρασηReaction moulding machine Μηχανή αντιδραστικής

διαμόρφωσηςReaction product Προϊόν αντίδρασηςReaction time Χρόνος αντίδρασης Reactivity ΔραστικότηταRead lead Μίνιο ή ερυθρό μικτό οξείδο του μολύβδου

(Pb3O4)Reading Ένδειξη (οργάνου)

Reagent ΑντιδραστήριοReagent blank Τυφλό αντιδραστηρίουReagent grade or analytical grade (AG) Αναλυτικώς

καθαρό αντιδραστήριοReagent of high reactivity Αντιδραστήριο μεγάλης

δραστικότηταςReagent of low reactivity Αντιδραστήριο μικρής

δραστικότηταςReal time Πραγματικός χρόνοςReasonably foreseeable misuse Λογικά προβλέψιμη κακή

χρήσηRecall ΑνάκλησηReceptacle ΔοχείοReciprocating movement Παλινδρομική κίνησηRecognised occupational diseases Αναγνωρισμένες

επαγγελματικές ασθένειεςRecognition ΑναγνώρισηRecognition arrangements Διευθετήσεις αναγνώρισηςRecombination repair Επιδιόρθωση με ανασυνδιασμόRecommendation Σύσταση, υπόδειξηRecommended practice Συνιστώμενη πρακτικήReconditioned packaging Επιδιορθωμένες συσκευασίεςReconstruction ΑνοικοδόμησηRecords of wages Μισθολογικές καταστάσειςRecovery (R) Ανάκτηση, απόδοσηRecovery of the oil spilt Ανάκτηση πετρελαιοειδώνRecreational drugs ΔιεγερτικάRectifier ΑνορθωτήςRecycled plastics material Ανακυκλωμένο πλαστικό

υλικόRecycling Ανακύκληση, ανακύκλωσηRecycling plants in the construction industry

Εγκαταστάσεις ανακύκλωσης απορριμμάτων βιομηχανίας κατασκευών

Red blood count Μέτρηση ερυθρών αιμοσφαιρίων στο αίμαRedness ΕρυθρότηταReduced mass Ανηγμένη μάζαReduction ΑναγωγήReduction potential Δυναμικό αναγωγήςReel Καρούλι, μπομπίνα, eξέλικτροRe-employability ΕπανασχόλησηReference document (RD) Έγγραφο αναφοράς Reference group of the population Ομάδα αναφοράς του

πληθυσμούReference material (RM) Υλικό αναφοράςReference method Μέθοδος αναφοράςReference point Σημείο αναφοράς

lexiko011s112.indd 90 10/29/08 1:27:59 PM

Page 89: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

91

R

Repetitive motion illness

Reference standards Πρότυπες ουσίες αναφοράςReference steel Χάλυβας αναφοράςReference zero Μηδενική στάθμη αναφοράςReflecting plane Ηχοανακλαστικό επίπεδοReflective ΑντανακλαστικόςReflex Αντανακλαστικό ή ανακλαστικόReflex ratio Λόγος επαναρροήςRefractory ΠυρίμαχοRefresher training Συμπληρωματική κατάρτισηRefrigerant gase Ψυκτικό αέριοRefrigerants Ψυκτικά μέσαRefrigeration ΨύξηRefrigeration equipment Ψυκτική μονάδαRefrigeration machinery Ψυκτικά μηχανήματαRefurbishment Ανανέωση, φρεσκάρισμαRegional contingency plan (RCP) Περιφερειακό σχέδιο

έκτακτης ανάγκηςRegional sickness insurance fund (CRAM) Γαλλικό

περιφερειακό ταμείο ασφάλισης ασθενείαςRegional Standard Περιφερειακό ΠρότυποRegional Standardization Περιφερειακή ΤυποποίησηRegisters ΜητρώαRegistration ΚαταχώρησηRegistry of Toxic Effects of Chemical Substances (RTECS)

Κατάλογος Τοξικών Επιπτώσεων Χημικών ΟυσιώνRegrading ΚοσκίνισμαRegrating ΕπαναδικτύωσηRegression analysis Ανάλυση συμμεταβολήςRegression coefficient Συντελεστής συμμεταβολήςRegression line Ευθεία συμμεταβολής ή παλινδρόμησηςRegulation (EU) Κανονισμός (ΕΕ)Regulations concerning the international carriage of

dangerous goods by rail (RID) Κανονισμό σχετικά με τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων

Regulator ΡυθμιστήςRegulatory requirements Απαιτήσεις της νομοθεσίαςRegulatory toxicology Κανονιστική τοξικολογίαRehabilitation Αποκατάσταση, επανένταξηRehabilitation costs Κόστη για την επανένταξη στην εργασίαReinforced concrete construction Κατασκευή οπλισμένου

σκυροδέματοςReinforced plastic Ενισχυμένο πλαστικόReinforcing ΟπλισμόςRe-integration ΕπανένταξηRelative absorbance Σχετική απορρόφησηRelative density Σχετική πυκνότητα

Relative error Σχετικό σφάλμαRelative humidity Σχετική υγρασίαRelative intensity Σχετική έντασηRelative migration to the solvent front (RF) Σχετική

μετακίνηση ως προς το μέτωπο του διαλύτηRelative rate Σχετική ταχύτηταRelative rate of reaction Σχετική ταχύτητα αντίδρασηςRelative standard deviation (RSD) Σχετική τυπική

απόκλισηRelative standard deviations of the laboratory (RSDL)

Σχετική τυπική απόκλιση του εργαστηρίουRelay ΗλεκτρονόμοςRelease of toxic materials Διαρροή τοξικών ουσιώνRelevant density Σχετική πυκνότηταRelevant hazard Σχετικός κίνδυνος Re-leveling Επανισοστάθμιση Reliability ΑξιοπιστίαReliability in safety design Αξιοπιστία του σχεδίου

ασφάλειαςReliable assessment Αξιόπιστη εκτίμησηRelief work ΠερίθαλψηRelocated workers Μετατιθέμενοι εργαζόμενοιRelocation Μετακίνηση σε νέα θέση εργασίαςRemanufactured IBC Ανασκευασμένο IBCRemanufactured packaging Ανακατασκευασμένη

συσκευασίαRemedial measures Διορθωτικές ενέργειεςRemoval Αφαίρεση (υλικού)Removal of cladding Αποξήλωση επενδύσεωνRemoval of ignition sources Απομάκρυνση πηγών

ανάφλεξηςRemoval of old coating Αφαίρεση παλαιών επιστρώσεωνRemoval of rust Αφαίρεση σκωρίας Removal of rust film Αφαίρεση οξειδώσεωνRemoval of scaffolding Αποξήλωση ικριωμάτωνRemoval with vacuum unit Απομάκρυνση με σύστημα

δημιουργίας κενούRenal ΝεφρικόςRepair Επισκευή, επιδιόρθωσηRepeal Κατάργηση ή ακύρωση ή ανάκλησηRepeatability Επαναληπτικότητα (π.χ κινήσεων)Repeatability Επαναληψιμότητα (π.χ μετρήσεων)Repeatability conditions Συνθήκες επαναληψιμότηταςRepeater ΕπαναλήπτηςRepetition Επανάληψη / επαναληπτικότητα (π.χ. κινήσεων)Repetitive motion illness Ασθένεια από επαναλαμβανόμενη

κίνηση

lexiko011s112.indd 91 10/29/08 1:28:00 PM

Page 90: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

92

Rhenium

Repetitive strain injuries Τραυματισμοί από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση, κακώσεις λόγω επαναλαμβανόμενης καταπόνησης

Repetitive work Επαναλαμβανόμενη εργασίαReplacement ventilation Αερισμός με αντικατάσταση του

υπάρχοντος αέραReplicate ΠολλαπλόReplicate measurements Επαναλαμβανόμενες μετρήσειςReport ΑναφοράReporting structure Ιεραρχική δομήReporting system Σύστημα αναφοράςReproducibility ΑναπαραγωγιμότηταReproducibility conditions Συνθήκες αναπαραγωγιμότηταςReproduction toxicology Τοξικολογία αναπαραγωγήςReproductive ΑναπαραγωγικόςReproductive disorders Διαταραχές στο αναπαραγωγικό

σύστημαReproductive system Αναπαραγωγικό σύστημαReproductive toxicity Αναπαραγωγική τοξικότηταReproductive toxicology Τοξικολογία στην αναπαραγωγήReprotoxic substances Ουσίες τοξικές για την

αναπαραγωγήRequirement ΑπαίτησηRescue ΔιάσωσηRescue equipment Εξοπλισμός διάσωσηςRescue harnesses Εξαρτήσεις διάσωσηςRescue lifting devices Ανυψωτικές διατάξεις διάσωσηςRescue loops Βρόγχοι διάσωσηςRescue measures Μέτρα διάσωσηςRescue service vehicles Διασωστικά οχήματαResearch result Αποτέλεσμα έρευναςResearch technique Τεχνική έρευναςResearcher ΕρευνητήςReserpine ΡεζερπίνηReset rate Ρυθμός επαναφοράςResidual fuel oils Καύσιμα υπολείμματαResidual risk Εναπομείνασα επικινδυνότηταResidual tests Έλεγχοι υπολειμμάτωνResidue Υπόλειμμα ή κατάλοιποResilient material Ελαστικό υλικόResin ΡητίνηResistance ΑντίστασηResistance heating devices Διατάξεις θέρμανσης με

αντίστασηResistance welding machine Μηχανή συγκόλλησης με

αντίστασηResistivity Ειδική αντίσταση

Resolution Διαχωριστική ικανότητα ή διαχωριστότηταResonance Συντονισμός (π.χ. μηχανικός, μαγνητικός)Resorcinol or 1,3-benzenediol or 1,3-dihydroxybenzene

Ρεζορκινόλη ή 1,3-βενζενοδιόλη ή 1,3-διυδροξυβενζόλιο (C6H6O2)

Respirable ΑναπνεύσιμοςRespirable dust Αναπνεύσιμη σκόνηRespirable fraction Αναπνεύσιμο κλάσμαRespiration ΑναπνοήRespirators ΑναπνευστήρεςRespiratory diseases Αναπνευστικά νοσήματαRespiratory protective devices Μέσα προστασίας της

αναπνοήςRespiratory sensitisers Εισπνεόμενα αλλεργιογόναRespiratory system Αναπνευστικό σύστημαRespiratory toxicology Τοξικολογία του αναπνευστικού

συστήματοςRespiratory tract Αναπνευστική οδόςResponse Απόκριση ή απάντησηResponse factor Παράγοντας απόκρισηςResponse function Συνάρτηση απόκρισηςResponse ratio Λόγος απόκρισηςResponsibility Υπευθυνότητα / ευθύνη (π.χ.νομική)Rest ΑνάπαυσηRestoration ΑποκατάστασηRestrict access Περιορισμός πρόσβασηςRestrictor Περιοριστήρας παροχής (ασανσέρ)Result ΑποτέλεσμαResuscitation ΑνάνηψηRetardation factor (Rf) Παράγοντας επιβράδυνσηςRetention time (tR) Χρόνος κατακράτησης ή συγκράτησηςReticulocytes ΔικτυοερυθροκύτταραRetinal ΡετινάληRetinol or vitamin A1 Ρετινόλη ή βιταμίνη Α1 (C20H30O)Retirement ΣυνταξιοδότησηRetraction ΣυστολήRetraining ΕπανεκπαίδευσηRetrospective exposure assessment Αναδρομική εκτίμηση

έκθεσηςRetrospective study Αναδρομική μελέτηReused packaging Επαναχρησιμοποιούμενες συσκευασίεςReverberation Αντήχηση, ηχώReverberation time Χρόνος αντήχησηςReview Ανασκόπηση ή αναθεώρησηReview criteria Κριτήρια ανασκόπησηςReward ΑμοιβήRhenium Ρήνιο (Re)

lexiko011s112.indd 92 10/29/08 1:28:00 PM

Page 91: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

93

R

Rutile

Rheumatoid arthritis Ρευματοειδής αρθρίτιςRhinitis ΡινίτιςRhinoscopy ΡινοσκόπησηRhodane ΡοδάνιοRhodium Ρόδιο (Rh)Rib ΠλευρόRibitol ΡιβιτόληRibonucleic acid (RNA) Ριβονουκλεϊνικό οξύRibosazone ΡιβοσαζόνηRibose ΡιβόζηRibulose Ριβουλόζη (C5H10O5)RID see Regulations concerning the international carriage of

dangerous goods by rail Rigid ΆκαμπτοςRigid inner receptacle Άκαμπτο εσωτερικό δοχείοRigid plastics IBC Άκαμπτο πλαστικό IBCRing ΔακτύλιοςRing current Ρεύμα δακτυλίουRipper ΑναμοχλευτήςRisk ΕπικινδυνότηταRisk analysis Ανάλυση επικινδυνότηταςRisk analysis and management Ανάλυση και διαχείριση

κινδύνουRisk assessment Εκτίμηση επικινδυνότητας, εκτίμηση

κινδύνου, εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνουRisk estimation Αξιολόγηση επικινδυνότηταςRisk evaluation Αποτίμηση επικινδυνότηταςRisk management Διαχείριση κινδύνουRisk observatory Παρατηρητήριο των κινδύνωνRisk of explosion Κίνδυνος εκρήξεωςRisk phrases Φράσεις κινδύνου, φράσεις επικινδυνότηταςRiveting ΉλωσηRiveting hammer Σφύρα ήλωσηςRoad accidents Οδικά ατυχήματαRoad building Έργα οδοποιίαςRoad construction machinery Μηχανήματα οδοποιίαςRoad marking work ΟδοσήμανσηRoad safety Οδική ασφάλειαRoad-milling machine Εκγλυπτική μηχανή οδώνRoadworking machine Μηχάνημα οδοποιίαςRobustness ΑνθεκτικότηταRocking vibration Δόνηση αιώρησηςRockwool ΠετροβάμβακαςRole ambiguity Ασάφεια ρόλουRole conflicts Συγκρούσεις ρόλωνRole in organisation Ρόλος στην οργάνωση

Rollering ΚυλινδροβαφήRolling Έλαση /εξέλαση /κυλινδροποίησηRolling smooth ΙσοπέδωσηRollover protection Μέσο προστασίας από την ανατροπήRonnel see fenclorophos Roof ΣτέγηRoof work Εργασία σε στέγεςRoom temperature Θερμοκρασία δωματίουRotary excavator or mole Περιστροφικός εκσκαφέαςRotary hammer Περιστροφική σφύραRotating electrical machinery Περιστροφικό ηλεκτρικό

μηχάνημαRotating field Στρεφόμενο πεδίοRotating frame of reference Περιστρεφόμενο πλαίσιο

αναφοράςRotation ΠεριστροφήRotenone Ροτενόνη (C23H22O6)Rotogravure printing inks Μελάνια ροτογκραβούραςRotor ΔρομέαςRouge Ρούζ Round robin test Διεργαστηριακή δοκιμήRounding ΣτρογγυλοποίησηRounding interval Διάστημα στρογγυλοποίησηςRoutes of exposure Οδοί έκθεσηςRouthenium Ρουθήνιο (Ru)Routine maintenance of rigid IBC’s Συνήθης συντήρηση

άκαμπτων IBCRoutine method Μέθοδος καθημερινής πράξης (ρουτίνας)Rubber ΕλαστικόRubber fumes Αναθυμιάσεις από την κατεργασία καουτσούκRubber solvent (naptha) Διαλύτης καουτσούκ (νάφθα)Rubber-facing ΕλαστικοποίησηRubber-tyred machine Ελαστικοφόρος μηχανήRuberythric acid Ρουβερυθρικό οξύ (C25H26O13)Rubidium Ρουβίδιο (Rb)Ruby Ρουμπίνιο (Al2O3)Ruggedness ΑνθεκτικότηταRuggedness test Δοκιμή αξιοπιστίαςRule ΚανόναςRuled chart paper Βαθμολογημένο χαρτίRupture ΘραύσηRupture valve Βαλβίδα θραύσης Rust ΣκωρίαRutherfordium Ραδερφόρδιο (Rf)Rutile Ρουτίλιο (TiO2)

lexiko011s112.indd 93 10/29/08 1:28:00 PM

Page 92: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

94

Sauna

Saccharic acid see glutaric acid Safe for men - not safe for fire Ασφαλείς για τον άνθρωπο

- μη ασφαλείς για θερμές εργασίεςSafe for men - safe for fire Ασφαλείς για τον άνθρωπο -

ασφαλείς για θερμές εργασίεςSafeguard Διάταξη προστασίας ή προστατευτικό μέτροSafeguarding ΠροστασίαSafety ΑσφάλειαSafety and health committee Επιτροπή υγιεινής και

ασφάλειας της εργασίαςSafety and health management Διαχείριση της ασφάλειας

και της υγείαςSafety and health representatives Εκπρόσωποι υγιεινής

και ασφάλειαςSafety attitudes Προσεγγίσεις ασφάλειαςSafety audits Έλεγχοι ασφάλειαςSafety behaviour Συμπεριφορά ασφάλειαςSafety belts Ζώνες ασφαλείαςSafety boots Μπότες ασφαλείαςSafety communication Επικοινωνία ασφάλειαςSafety consultation Διαβούλευση για θέματα ασφάλειαςSafety culture Αγωγή ασφάλειαςSafety distance Απόσταση ασφάλειαςSafety education Εκπαίδευση μέτρων ασφάλειαςSafety engineer Τεχνικός ασφάλειαςSafety factor Συντελεστής ασφάλειαςSafety footwear Υποδήματα ασφαλείαςSafety function Ασφαλής κατάσταση ή ασφαλής λειτουργίαSafety gear Συσκευή αρπάγης (ασανσέρ)Safety glasses Γυαλιά ασφαλείαςSafety guides Οδηγίες ασφάλειαςSafety harness Εξάρτηση ασφαλείαςSafety helmet Κράνος ασφάλειαςSafety instructions Υποδείξεις ασφάλειαςSafety line Σχοινί ασφάλειαςSafety management Διαχείριση της ασφάλειαςSafety net Δίχτυ ασφάλειαςSafety of machinery Ασφάλεια μηχανής/εξοπλισμούSafety officers Υπεύθυνοι ασφάλειαςSafety performance Επιδόσεις στον τομέα της ασφάλειαςSafety phrases Φράσεις ασφαλούς χρήσης, φράσεις

προφυλάξεωνSafety planning Προγραμματισμός ασφάλειαςSafety policies and procedures Πολιτικές και διαδικασίες

ασφάλειας

Safety programs Προγράμματα ασφάλειαςSafety rope Συρματόσχοινο ασφαλείαςSafety signs Σήμανση ασφάλειαςSafety standards Πρότυπα ασφαλείαςSafety switches Διακόπτες ασφαλείαςSafety systems Συστήματα ασφάλειαςSafety values Αξίες στον τομέα της ασφάλειαςSafety valve Ασφαλιστική βαλβίδα, βαλβίδα ασφαλείαςSafrole or oil of sassafras Σαφρόλη ή έλαιο σασσαφράς

(C10H10O2)Salicin Σαλικίνη (C13H18O7)Salicyl alcohol see saligenin Salicylaldehyde or o-hydroxybenzaldehyde Σαλικυλική

αλδεΰδη ή σαλικυλαλδεΰδη ή ο-υδροξυβενζαλδεΰδη (o-HOC6H4CHO)

Salicylic acid or orthohydroxybenzoic acid Σαλικυλικό οξύ ή ορθο-υδροξυβενζοϊκό οξύ (o-HOC6H4COOH)

Saligenin or salicyl alcohol or 2-hydroxybenzyl alcohol Σαλιγκενίνη ή σαλικυλική αλκοόλη ή 2-υδροξυβενζυλική αλκοόλη (C7H6O2)

Salinity ΑλατότηταSaliva ΣίελοςSalivary glands Σιαλογόνοι αδένεςSalt Άλας, αλάτιSalvage packaging Συσκευασία συλλογήςSamarium Σαμάριο (Sm)Sample ΔείγμαSample blank determination Τυφλός προσδιορισμός

δείγματοςSampler ΔειγματολήπτηςSampling ΔειγματοληψίαSampling flow rate (Q) Ροή δειγματοληψίαςSampling line Δειγματοληπτική γραμμήSanction ΚύρωσηSand blaster Μηχανή αμμοβολήςSand blasting ΑμμοβολήSand blasting chamber Θάλαμος αμμοβολήςSanding ΑμμόστρωσηSanding sealers Επιστρωτικά αμμοβολήςSandstone ΨαμμίτηςSanitation facilities Σύστημα υγιεινήςSaponification ΣαπωνοποίησηSaturation Κορεσμός (του ανιχνευτή) / κορεσμός, διαπότιση,

διάβρεξηSauna Ατμόλουτρο

S

lexiko011s112.indd 94 10/29/08 1:28:00 PM

Page 93: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

95

S

Service equipment

Saw ΠριόνιSawing Πριονισμός Scaffold Σκαλωσιά ή ικρίωμαScalds ΖεματίσματαScampi peelers asthma Ασθένεια των αποφλοιωτών γαρίδωνScandium Σκάνδιο (Sc)Scanning ΣάρωσηScanning electron microscopy (SEM) Ηλεκτρονική

μικροσκοπία σάρωσηςScattering ΣκέδασηSciatica ΙσχιαλγίαScientific Committee on Occupational Exposure Limits

Επιστημονική Επιτροπή για τα Όρια Επαγγελματικής Έκθεσης

Scrabbling Σπάραξη (ξεσκάρωμα)Scraper ΑποξέστηςScraping ΤεμαχισμόςScraping off Τριβίδισμα (απόξεση)Scratch brushing Βούρτσισμα αμυχώνScratch test Δοκιμή με αμυχήScreen Πέτασμα, θωράκιση (π.χ μηχανών), οθόνη (π.χ

υπολογιστή)Screener Ελεγκτής ασφαλείαςScreening ΔιαλογήScreening method Μέθοδος διαλογήςScreening supervisor Επόπτης σημείου ελέγχουScreening test Δοκιμή διαλογήςScrew Βίδα ή στριφώνιScrewdriver ΚατσαβίδιSealed source Κλειστή πηγήSealing Στεγανοποίηση / σφράγισηSealing ring Παρέμβυσμα ή τσιμούχα ή στεγανοποιητικός

δακτύλιοςSearch and Rescue Region (SRR) Περιοχή έρευνας και

διάσωσηςSeasonal workers Εποχιακοί εργαζόμενοιSeat belts Ζώνες καθίσματοςSecondary containment Περίβλημα ανάσχεσης διαρροώνSecondary grade release Έκλυση δευτέρου βαθμούSecondary standard Δευτερογενές πρότυποSecretions ΕκκρίματαSector ΤομέαςSector level Επίπεδο τομέα, τομεακό επίπεδοSecurity Ασφάλεια (φύλαξη)Security control Έλεγχος ασφαλείαςSecurity inspector Επιθεωρητής ασφαλείαςSecurity measures Μέτρα ασφάλειας

Security supervisor Επόπτης ασφάλειαςSedative ΚαταπραϋντικόSediment toxicity Τοξικότητα ιζημάτωνSegment ΤεμάχιοSegregation ΔιαχωρισμόςSegregation of goods Διαχωρισμός των εμπορευμάτωνSeizure Αποπληξία ή αιφνιδιαστική προσβολή ή παροξυσμόςSelected ion monitoring (SIM) Παρακολούθηση

επιλεγμένου ιόντοςSelection ΕπιλογήSelection rules Κανόνες επιλογήςSelectivity Επιλεκτικότητα ή εκλεκτικότηταSelenium Σελήνιο (Se)Selenium hexafluoride Εξαφθοριούχο σελήνιο (SeF6)Selenium hydride see hydrogen selenide Self-accelerating decomposition temperature (SADT)

Θερμοκρασία αυτό-επιταχυνόμενης διάσπασηςSelf-assessment ΑυτοαξιολόγησηSelf-contained mask Αυτόνομη, αυτοτελής μάσκαSelf-employed ΑυτοαπασχολούμενοςSelf-inspection ΑυτοέλεγχοςSelf-rescue ΑυτοδιάσωσηSemicarbazide Σεμικαρβαζίδιο (H2-NNHCONH2)Semicarbazone Σεμικαρβαζόνη (C=N-NHCONH2)Semiconductor ΗμιαγωγόςSeminar ΣεμινάριοSemi-rigid hose Ημιάκαμπτος σωλήναςSendiment ΊζημαSenior executive Ανώτερο στέλεχοςSenior Labour Inspectors Committee (SLIC) Επιτροπή

Ανώτερων Επιθεωρητών ΕργασίαςSense organs Αισθητήρια όργαναSensitive protective equipment Προστατευτικός εξοπλισμός

με αισθητήραSensitivity Ευαισθησία ή ευπάθεια Sensitization Ευαισθητοποίηση Sensitizer ΕυαισθητοποιητήςSensor ΑισθητήραςSensory organs Αισθητήρια όργαναSeparation ΔιαχωρισμόςSerial correlation Σειριακή συσχέτισηSerine or 2-amino-3-hydroxypropanoic acid Σερίνη

(Ser, S) (C3H7NO3)Serum ΟρόςService ΥπηρεσίαService delivery Παροχή υπηρεσιώνService equipment Εξοπλισμός εξυπηρέτησης

lexiko011s112.indd 95 10/29/08 1:28:00 PM

Page 94: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

96

Sister Chromatid Exchanges

Service lift Ανελκυστήρας μικρών φορτίωνSesone ΣεζόνηSet up Σύσταση, δημιουργίαSet-point Σημείο ρύθμισης, σημείο αναφοράςSettled pressure Παγιωμένη πίεσηSevere acute respiratory syndrome Σύνδρομο οξείας

αναπνευστικής ανεπάρκειαςSeverity Μέγεθος κινδύνουSeverity of accidents Σοβαρότητα των ατυχημάτωνSeverity rate Δείκτης βαρύτηταςSewing machine ΡαπτομηχανήSex ΦύλοSex workers Εργαζόμενοι στον τομέα παροχής σεξουαλικών

υπηρεσιώνSexual harassement Σεξουαλική παρενόχλησηShaft ΆξοναςShape ΣχήμαSharps Κοπτερά εργαλείαShearing Κοπή με ψαλίδιSheeted container Εμπορευματοκιβώτιο με κάλυμμαSheeted vehicle Όχημα με κάλυμμαShell Περίβλημα, κέλυφοςShell compartment Διαμέρισμα κελύφουςShield Ασπίδα, διάφραγμαShift ΒάρδιαShift work Εργασία σε βάρδιαShift workers Εργαζόμενοι σε βάρδιεςShipment ΑποστολήShipyard ΝαυπηγείοShivering ΡίγοςShock Κρούση ή χτύπημαShock (e.g. psychological) Σοκ (π.χ. ψυχολογικό)Shore clean up Καθαρισμός ρυπανθείσης ακτογραμμήςShort circuit ΒραχυκύκλωμαShot blaster or shot blasting machine Μηχανή

μεταλλοβολήςShoulder ΏμοςShoulder disorders Παθήσεις ώμωνShoulder injuries Κακώσεις των ώμωνShower Καταιονητήρας, ντουςShunt ΒραχυκυκλωτήςShut down Παύση λειτουργίαςShut-off valve Στρόφιγγα απομόνωσηςSick absence Απουσία λόγω ασθένειαςSick Building Syndrome Σύνδρομο ασθενούς (άρρωστου)

κτιρίου (ΣΑΚ)Sick leave Άδεια ασθενείας

Sick room Θάλαμος ασθενώνSickness ΑδιαθεσίαSickness absence Απουσία λόγω ασθένειαςSiderosis ΣιδήρωσηSieve ΚόσκινοSieving Κοσκίνιση ή κοσκίνισμαSift-proof packaging Αδιαπέραστες συσκευασίεςSignal Σήμα (π.χ. ηλεκτρονικού οργάνου)Signal to noise ratio Σχέση σήματος-θορύβουSignificance level Στάθμη (ή επίπεδο) σημαντικότηταςSignificant figure Σημαντικό ψηφίοSignificant hazard Σημαντικός κίνδυνοςSilane see silicon tetrahydride Silica Πυρίτης λίθοςSilica gel Πυριτική πηκτήSilicon Πυρίτιο ή σιλικόνιο (Si)Silicon carbide Καρβίδιο του πυριτίου ή ανθρακοπυρίτιο

(C-Si)Silicon tetrahydride or silane Τετραϋδρίδιο του πυριτίου ή

σιλάνιο (SiH4)Silicosis ΠυριτίασηSilk ΜετάξιSilo charging Φόρτωση σιλόSilo discharge Απομάστευση σιλόSilos ΣιλόSilver Άργυρος ή ασήμι (Ag)Simazine ΣιμαζίνηSimple apparatus Απλή συσκευήSimple asphyxiant Απλό ασφυξιογόνοSimple harmonic oscillator model Πρότυπο απλού

αρμονικού ταλαντωτήSimulated distillation Εξομοιωμένη απόσταξηSimulation ΠροσομοίωσηSingle acetylene cylinders Μεμονωμένες φιάλες ασετιλίνηςSingle acting jack Ανυψωτική μονάδα απλής ενέργειας

(ασανσέρ)Single acting switch Διακόπτης απλής ενέργειαςSingle channel analyzer Μονοκαναλικός αναλυτήςSingle laboratory study (in-house validation) Μελέτη ενός

μόνο εργαστηρίου (εσωτερική επικύρωση)Single nucleotide polymorphisms (SNPs) Απλός

νουκλεοτιδικός πολυμορφισμόςSingle use Μιας χρήσης (π.χ. γάντια)Sinusitis ΚολπίτιδαSinusoidal ΗμιτονοειδήςSister Chromatid Exchanges (SCEs) Ανταλλαγή αδελφών

χρωματιδίων

lexiko011s112.indd 96 10/29/08 1:28:00 PM

Page 95: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

97

S

Sodium petroleum sulfonate

Sitting Καθιστική στάσηSize ΜέγεθοςSkeleton ΣκελετόςSkew conformation Πλάγια διαμόρφωσηSkids ΜαδέριαSkill analysis Ανάλυση δεξιοτήτωνSkilled worker Ειδικευμένος εργάτηςSkin ΔέρμαSkin absorption Απορρόφηση μέσω του δέρματοςSkin cancer Καρκίνος του δέρματοςSkin disease Δερματική πάθησηSkin irritation Δερματικός ερεθισμόςSkin protection Μέσα προστασίας του δέρματοςSkin sensitisation Ευαισθησία του δέρματος, δερματική

ευαισθητοποίησηSkin sensitisers Δερματοευαισθητοποιητικοί παράγοντεςSkin toxicology Τοξικολογία του δέρματοςSlag ΣκωρίαSlate ΣχιστόλιθοςSlaughterhouse ΣφαγείοSledge hammers ΒαριέςSleep disorders or sleep problems Διαταραχές ύπνουSleepiness ΥπνηλίαSleeplessness or insomnia ΑϋπνίαSleeve ΜανίκιSlicing machine Μηχανή κοπής σε φέτεςSlight Ελαφρός ή ασήμαντοςSlime Λάσπη ή βούρκοςSlings ΑρτάνεςSlippery floors Ολισθηρά δάπεδαSlippery surfaces Ολισθηρές επιφάνειεςSlipping ΟλίσθησηSlit ΣχισμήSlop ΈκπλυμαSlope ΚλίσηSlope detector Ανιχνευτής κλίσηςSludge ΛάσπηSlurry tanker Δεξαμενή υδαρών αποβλήτωνSmall and medium enterprises (SME) Μικρομεσαίες

επιχειρήσεις (ΜΜΕ)Small bowel Λεπτό έντεροSmall container Μικρό εμπορευματοκιβώτιοSmall receptacle container gas Φυσίγγιο αερίουSmallpox ΕυλογιάSmell ΟσμήSmoke ΚαπνόςSmoke detector Ανιχνευτής καπνού

Smoke detector system Σύστημα ανίχνευσης καπνούSmoking ΚάπνισμαSmoothing ΛειότριψηSmothering Σύστημα κατασβέσεως πυρκαϊάςSoaking ΕνυδάτωσηSoap Σάπωνας ή σαπούνιSoapstone ΣαπωνίτηςSocial actors Κοινωνικοί φορείςSocial insurance or social security Κοινωνική ασφάλισηSocial partners Κοινωνικοί εταίροιSocial security see social insurance Social support Κοινωνική υποστήριξηSocket ΡευματοδότηςSodiomalonic ester Νάτριο μηλονικός εστέρας

((CH(COOC2H5)2Na)Sodium Νάτριο ή σόδιο (Na)Sodium acetate Οξικό νάτριο (CH3COONa)Sodium azide Αζίδιο του νατρίου ή νατραζίδιο (NaN3)Sodium benzoate Βενζοϊκό νάτριο (C7H5O2Na)Sodium bisulfite or sodium hydrogen sulfide or sodium

mercaptan Διθειώδες νάτριο ή όξινο θειώδες νάτριο (NaHSO3)

Sodium borohydrate Βοροϋδρίδιο του νατρίουSodium butyrate Βουτυρικό νάτριοSodium chloroacetate Χλωροξικό νάτριο (ClCH2COONa)Sodium cyanoacetate Κυανοξικό νάτριοSodium dichromate Διχρωμικό νάτριο (Na2CrO7)Sodium ethoxide Αιθοξείδιο του νατρίου (C2H5ONa)Sodium fluoroacetate Φθοροοξικό νάτριο (C2H2FO2Na)Sodium fusion Σύντηξη με νάτριοSodium hydrogen sulfide see sodium bisulfite Sodium hydroxide or caustic soda Υδροξείδιο του νατρίου ή

καυστική σόδα (NaOH)Sodium isopropyloxide Ισοπροπυλοξείδιο του νατρίουSodium laurate Λαυρικό νάτριοSodium lauryl sulfate Νατριοθειϊκός λαυρυλεστέρας

(C12H26O4SNa)Sodium mercaptan see sodium bisulfite Sodium metabisulfite Μεταθεϊώδες νάτριο (Na2S2O5)Sodium naphthalenesulfonate Ναφθαλινοσουλφονικό

νάτριοSodium naphthoxide Ναφθοξείδιο του νατρίουSodium nitrate Νιτρικό νάτριο (NaNO3)Sodium o-hydroxybenzoate see sodium salicylate Sodium oxide Οξείδιο του νατρίου (Na2O)Sodium petroleum sulfonate Πετρελαϊκό σουλφονικό

νάτριο

lexiko011s112.indd 97 10/29/08 1:28:00 PM

Page 96: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

98

Spray painting

Sodium phenoxide Φαινοξείδιο του νατρίουSodium salicylate or sodium o-hydroxybenzoate

Σαλικυλικό νάτριο ή ο-υδροξυβενζοϊκό νάτριο (C7H5O3Na)Sodium silicate Πυριτικό νάτριο (Na2SiO3)Sodium tartrate Τρυγικό νάτριο ή ταρταρικό νάτριοSoft start Ήπια εκκίνησηSoft wood Μαλακό ξύλοSoftening point Σημείο τήξηςSoil working machines Μηχανήματα κατεργασίας εδάφουςSolar radiation Ηλιακή ακτινοβολίαSoldering Κασσιτεροκόλληση / μαλακή κόλλησηSolid ΣτερεόSolid mass Συμπαγής μάζαSolid obstacle Στερεό εμπόδιοSolid state Στερεά κατάστασηSolid wastes Στερεά απόβληταSolidification ΣτερεοποίησηSolidification point Σημείο στερεοποίησης, θερμοκρασία

στερεοποίησηςSolubility ΔιαλυτότηταSoluble salt Διαλυτό άλαςSoluble substances Διαλυτές ουσίεςSolution ΔιάλυμαSolvent Διαλυτικό, διαλύτηςSoot Καπνιά ή καπνός (π.χ καμινάδα), αιθάληSorbents Απορροφητικές ουσίεςSorbic acid or 2,4-hexadienoic acid Σορβικό οξύ ή

2,4-εξαδιενοϊκό οξύ (C6H8O2)Sorbitol see glucitol Sorbose Σορβόζη (C6H12O6)Sound ΉχοςSound dose meter ΗχοδοσίμετροSound frequency Συχνότητα ήχουSound insulation ΗχομόνωσηSound intensity Ένταση ήχουSound level meter or echometer ΗχόμετροSound power level Στάθμη ηχητικής ισχύοςSound pressure level Ηχητική στάθμηSound propagation Μετάδοση του ήχουSound sceen ΗχοπέτασμαSource ΠηγήSource of electron Πηγή ηλεκτρονίωνSoybean oil ΣογιέλαιοSpades ΦτυάριαSpark ΣπινθήραςSpasm ΣπασμόςSpecial cause Ειδική αιτία

Special classification for organic substances Ειδική ταξινόμηση των οργανικών ουσιών

Special form radioactive material Ειδικής μορφής ραδιενεργό υλικό

Special National Condition Ειδική Εθνική ΣυνθήκηSpecial provisions Ειδικές διατάξειςSpecific absorptivity Ειδική απορροφητικότηταSpecific activity of a radionuclide Ειδική δραστικότητα

ραδιονουκλειδίουSpecific energy absorption (SA) Ειδική απορρόφηση

ενέργειας Specific energy absorption rate (SAR) Ρυθμός ειδικής

απορρόφησης ενέργειας Specific gravity (sp.gr) Ειδικό βάροςSpecific heat Ειδική θερμότηταSpecific molar absorbance Ειδική γραμμομοριακή

απορρόφησηSpecific rotation Ειδική στροφήSpecification ΠροδιαγραφήSpecific-ion chromatogram Χρωματογράφημα ειδικού

ιόντοςSpecificity ΕιδικότηταSpecimen ΔοκίμιοSpeed ΤαχύτηταSpent blasting grit Εξαντλημένη άμμος αμμοβολήςSpent solvents Χρησιμοποιημένοι διαλύτεςSpermaceti Κητόσπερμα Spermine Σπερμίνη (C8H17N4)Spike Στιγμιαία κορυφή (π.χ θορύβου)Spirit varnishes Αλκοολικά βερνίκιαSpirometry ΣπιρομετρίαSpittle ΠτύελοSplash ΣταγονίδιοSpleen ΣπλήναςSplint ΝάρθηκαςSplit sample Υποδιαιρεμένο δείγμαSplitting ΔιαχωρισμόςSpontaneous flammable ΑυτοαναφλεγόμενοSpontaneous ignition ΑυτανάφλεξηSpontaneously flammable in air Αυτοαναφλέγεται στον

αέραSpores ΣπόριαSport accidents Αθλητικά ατυχήματαSpot ΚηλίδαSpot sample Στιγμιαίο δείγμαSprain ΔιάστρεμμαSpray painting Βάψιμο με ψεκασμό

lexiko011s112.indd 98 10/29/08 1:28:00 PM

Page 97: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

99

S

Stoving enamels

Sprayed asbestos Ψεκασμένος αμίαντοςSprayer ΨεκαστήραςSpraying ΨεκασμόςSpray-vacuuming Ψεκασμός-σάρωσης αναρρόφησηςSpring ΕλατήριοSprinkler system Σύστημα κατασβέσεως πυρκαϊάςSputum Πτύελο ή σάλιοSqualene Σκουαλένιο (C30H50)Squirrel cage rotor Βραχυκυκλωμένος δρομέαςStability ΣταθερότηταStability criteria Κριτήρια σταθερότηταςStaff turnover Εναλλαγή του προσωπικού στις θέσεις εργασίαςStaffing ΣτελέχωσηStaggered conformation Διαβαθμισμένη διαμόρφωσηStairs ΚλιμακοστάσιοStandard ΠρότυποStandard addition Μέθοδος της σταθερής προσθήκηςStandard analyte Πρότυπη αναλυτέα ουσίαStandard deviation Τυπική απόκλισηStandard dimension ratio (SDR) Πρότυπος λόγος διαστάσεωνStandard error Τυπικό σφάλμαStandard method Πρότυπη μέθοδοςStandard operations procedure (SOP) Πορεία προτύπων

χειρισμώνStandard reference material (SRM) Πρότυπο υλικό

αναφοράςStandard reference zero Πρότυπη μηδενική στάθμη

αναφοράςStandardization ΤυποποίησηStandardizing body Τυποποιητικός φορέαςStandards organisations Οργανισμοί τυποποίησηςStandards project Έργο τυποποίησηςStanding Όρθια στάσηStannosis Κασσιτέρωση Starch Άμυλο (C6H10O5)xStar-delta switch Διακόπτης αστέρα τριγώνουStart ΕκκίνησηStarter ΕκκινητήςStatement ΔήλωσηStatement of compliance Δήλωση συμβατότηταςStatic electricity Στατικός ηλεκτρισμόςStatic fields measurement Μέτρηση στατικού πεδίουStatic work Στατικό έργοStationary combustion source Σταθερή πηγή καύσηςStationary phase Ακίνητη φάση ή στατική φάσηStationary recycling of building waste Στατικός εξοπλισμός

ανακύκλησης απορριμμάτων κτισμάτων

Statistic significance Στατιστική σημαντικότηταStatistical certainty Στατιστική βεβαιότηταStatistical Process Control Στατιστικός Έλεγχος Διεργασιών Statistical test Στατιστική δοκιμήStatistically significant Στατιστικά σημαντικόStatistics ΣτατιστικήStatistics on occupational diseases Στατιστικές

επαγγελματικών ασθενειώνSteam cracking Διάσπαση με ατμόSteam-set printing inks Ατμόπηκτα μελάνιαStearamide Στεαραμίδιο ή στεατοαμίδιοStearates ΣτέαταStearic acid or octadecanoic acid Στεατικό οξύ ή

δεκαοκτανικό οξύ (C18H36O2)Stearoylchloride Στεατοϋλοχλωρίδιο ή χλωρίδιο στεατικού

οξέοςSteel ΧάλυβαςSteel construction ΧαλυβοκατασκευήSteel frame Ατσάλινος σκελετόςSteel structural engineering Μηχανική χαλύβδινων

κατασκευώνSteering gear Μηχανισμός πηδαλίουSteering requirements Απαιτήσεις συστήματοςStep change Βηματική μεταβολήStep response Βηματική απόκρισηStep to harmonize Μέτρα εναρμόνισηςStep-ladder Φορητή σκάλαSterilization ΑποστείρωσηSteroid ΣτεροειδέςStibine or antimony hydride Στιβίνη ή υδρίδιο του

αντιμονίου (SbH3)Sticks Επενδεδυμένα ηλεκτρόδιαStilbene Στιλβένιο (C6H5CH=CHC6H5)Stimulants ΔιεγερτικάStipulated (predetermined) conditions Καθορισμένες

(προκαθορισμένες) συνθήκεςStirring ΑνάδευσηStochastic dependence Στοχαστική εξάρτησηStomach ΣτομάχιStone breaking hammers ΒαριοπούλεςStoneware ΨαμμάργιλοςStop discharge Διακοπή διαρροήςStopcock ΣτρόφιγγαStorage ΑποθήκευσηStore ΑποθήκηStoring conditions Συνθήκες αποθήκευσηςStoving enamels Χρώματα φούρνου

lexiko011s112.indd 99 10/29/08 1:28:00 PM

Page 98: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

100

Supreme On-Scene Commander

Strainer Στραγγιστήρι, σουρωτήριStrata ΣτρώματαStratification ΔιαστρωμάτωσηStream vapor Ρεύμα ατμούStrength ΑντοχήStrength Test Pressure (STP) Πίεση δοκιμής αντοχήςStress Άγχος ή στρες / τάση (π.χ. μηχανική)Stress management Καταπολέμηση του άγχουςStressors Στρεσογόνοι παράγοντεςStrike ΑπεργίαStripping Απότριψη, απογύμνωσηStrontium Στρόντιο (Sr)Strontium chromate Χρωμικό στρόντιο (SrCrO3)Strontium nitrate Νιτρικό στρόντιο (Sr(NO3)2)Structural engineering Μηχανική κατασκευώνStructural equipment Δομικός εξοπλισμόςStructure Δομή, διάρθρωσηStructured quality improvement (SQI) Δομημένη βελτίωση

ποιότηταςStrychnine Στρυχνίνη (C21H22N2O2)Styrene or vinylbenzene or phenylethylene Στυρόλιο ή

στυρένιο ή βινυλοβενζόλιο ή φαινυλοαιθυλένιο (C8H8)Subacute toxicity Υποξεία τοξικότηταSubcontracted work Υπεργολαβική εργασίαSubcontractor ΥπεργολάβοςSubcontracts Συμβάσεις υπεργολαβίαςSubdivision ΥποδιαίρεσηSublimation ΕξάχνωσηSubmerged Arc Welding (SAW) Συγκόλληση βυθισμένου τόξουSubsample ΥπόδειγμαSubstance ΟυσίαSubstance abuse Κατάχρηση ουσιώνSubstitute ΥποκατάστατοSubstitute staff Προσωρινό προσωπικόSubstitution ΥποκατάστασηSubstrate ΥπόστρωμαSuccinic acid or butanedioic acid Ηλεκτρικό οξύ ή

βουτανοδιοϊκό οξύ ((CH2)2(COOH)2)Succinic anhydride Ηλεκτρικός ανυδρίτης

(HOOC(CH2)2COOH)Succinimide Ηλεκτριμίδιο (C4H5NO2)Succinoylsulfathiazole ΗλεκτρικοσουλφαθειαζόλιοSucrose Σακχαρόζη (C12H22O11)Sugars ΣάκχαραSulfamerazine ΣουλφαμεραζίνηSulfanilamide Σουλφανιλαμίδιο (C6H8N2O2S)Sulfanilic acid Σουλφανιλικό οξύ (H2NC6H4SO3H)

Sulfates ΘειικάSulfide see thioether Sulfolane see tetramethylene sulfone Sulfonamide ΣουλφοναμίδιοSulfonation ΣούλφωσηSulfonic acid Σουλφονικό οξύ (RSO3H)Sulfonyl chloride ΣουλφονυλοχλωρίδιοSulfotep or tetraethyl dithiopyrophosphate (TEDP)

Σουλφοτέπ ή τετρααιθυλοδιθειοπυροφωσφορικός εστέρας (C8H20O5P2S2)

Sulfur Θείο ή σουλφούριο (S)Sulfur chloride or sulfur monochloride Χλωριούχο θείο ή

μονοχλωριούχο θείο (S2Cl2)Sulfur dioxide Διοξείδιο του θείου (SO2)Sulfur hexafluoride Εξαφθοριούχο θείο ή θειοεξαφθορίδιο

(SF6)Sulfur monochloride see sulfur chloride Sulfur pentafluoride Πενταφθοριούχο θείο ή

θειοπενταφθορίδιο (SF5)Sulfur tetrafluoride Τετραφθοριούχο θείο ή

θειοτετραφθορίδιο (SF4)Sulfur trioxide Τριοξείδιο του θείου (SO3)Sulfuric acid or vitriol Θειικό οξύ ή βιτριόλι (H2SO4)Sulfuric anhydride Θειικός ανυδρίτης (SO3)Sulfuric chlorohydrin see chlorosulfonic acid Sulfuryl fluoride Σουλφουρυλοφθορίδιο (F2O2S)Sulphamic acid Σουλφαμικό οξύSulphur monoxide Μονοξείδιο του θείου (SO)Sulphur oxides management area (SOMA) Περιοχή

διαχείρισης οξειδίων ΘείουSulphurous acid Θειώδες οξύ (H2SO3)Sulprofos ΣουλπροφώςSummation of currents Άθροισμα ρευμάτωνSummation of voltage Σύνδεση σε σειρά (ηλεκτρική)Summer ΑθροιστήςSunday working Κυριακάτικη εργασίαSunglare filters Φίλτρα ηλιακής θάμβωσηςSuper-cooling ΥπέρψυξηSuperficial injuries Επιφανειακά τραύματαSupervision ΕπίβλεψηSupplementary ΣυμπληρωματικόςSupplier Τροφοδοτικό / προμηθευτήςSupporting electrolyte see carrier electrolyte Supreme Labour Council (SLC) Ανώτατο Συμβούλιο

Εργασίας (ΑΣΕ)Supreme On-Scene Commander (SOSC) Ανώτατος

Συντονιστής Καταπολέμησης Ρύπανσης (ΑΣΚΡ)

lexiko011s112.indd 100 10/29/08 1:28:00 PM

Page 99: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

101

ST

Technical name

Surface ΕπιφάνειαSurface coating Επίστρωμα (βαφής)Surface contaminated object (SCO) Επιφανειακά

μολυσμένο αντικείμενοSurface resistivity Επιφανειακή ειδική αντίστασηSurface temperature Θερμοκρασία επιφάνειαςSurface tension Επιφανειακή τάσηSurface treatment Επεξεργασία επιφανειώνSurfactants Ουσίες που δρουν επιφανειακάSurgeries ΧειρουργείαSurveillance Επαγρύπνηση, επιτήρηση (π.χ. ιατρική)Surveillance of the working environment Επίβλεψη του

εργασιακού περιβάλλοντοςSurvey Εποπτεύω, επιθεωρώSurvey method in situ Επιτόπια συνοπτική μέθοδοςSuspension ΑνάρτησηSuspensions ΑιωρήματαSwallow ΚαταπίνωSwap-body ΕμπορευματοκιβώτιοSweating ΕφίδρωσηSweeping Σκούπισμα, σάρωσηSwelling Διόγκωση, φλεγμονή, οίδημαSwings Αρτάνες αιώρησηςSwitch Διακόπτης

Switch board Πίνακας ελέγχουSwitchable luminous transmittance Αυτορυθμιζόμενη

φωτεινή διαπερατότηταSwitchboard Ηλεκτρικός πίνακαςSymbol ΣύμβολοSymclosene or N,N’,N’’-trichloroisocyanuric acid

Συμκλοσένιο ή Ν,Ν’,Ν’’-τριχλωροϊσοκυανουρικό οξύ (C3Cl3N3O3)

Symmetrical ΣυμμετρικόSymmetry ΣυμμετρίαSynchronous motor Σύγχρονος κινητήραςSyndrome ΣύνδρομοSynergistic effect Συνεργική ή συνεργιστική δράσηSynonym ΣυνώνυμοSyringe ΣύριγγαSystem analysis Ανάλυση συστημάτωνSystem of attestation of conformity Σύστημα αξιολόγησης

συμμόρφωσηςSystem suitability testing Έλεγχος καταλληλότητας

συστήματοςSystematic error or determinate error Συστηματικό

σφάλμαSystemic approach Συστημική προσέγγιση

T

Tagatose ΤαγκατόζηTaking down Κατεδάφιση Talc Τάλκης (Mg3Si4O10(OH)2)Tall oil Κολοφώνιο ή ρητινέλαιοTall oil fatty acid Λιπαρό οξύ ελαίου κολοφωνίουTall oil Rosin Κολοφώνιο χαρτοποιίαςTalose ΤαλόζηTampers ΣφύρεςTamping test Δοκιμή συμπύκνωσηςTampons ΒύσματαTank ΔεξαμενήTank record Αρχείο δεξαμενήςTank storage Αποθήκευση δεξαμενώνTank swap body Εμπορευματοκιβώτιο – δεξαμενήTank vehicle Βυτιοφόρο όχημα, όχημα-δεξαμενήTank-container Εμπορευματοκιβώτιο-δεξαμενήTank-container operator Χειριστής εμπορευματοκιβωτίου-

δεξαμενήςTannery machine Μηχανή βυρσοδεψείου

Tanning ΒυρσοδεψίαTanning agents Δεψικές ύλεςTanning liquor Υγρό βυρσοδεψίαςTantalum Ταντάλιο (Ta)Tantalum oxide Οξειδίου του τανταλίου (Ta2O5)Target ΣτόχοςTartaric acid or 2,3-dihydroxy butanedioic acid Τρυγικό

οξύ ή 2,3-διυδροξυβουτενοδιικό οξύ (C4H6O2)Task Εργασία, επιμέρους έργο, δουλειά, καθήκονTaste ΓεύσηTeam ΟμάδαTeamwork Ομαδική εργασίαTear gas see α-chloroacetophenone Technetium Τεχνήτιο (Tc)Technical Committee (TC) Τεχνική ΕπιτροπήTechnical equipment Τεχνικός εξοπλισμόςTechnical grade reagent or commercial grade reagent

Τεχνικώς ή εμπορικώς καθαρό αντιδραστήριοTechnical name Τεχνική ονομασία

lexiko011s112.indd 101 10/29/08 1:28:00 PM

Page 100: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

102

Tetralin

Technical personnel Τεχνικό προσωπικόTechnical regulation Τεχνικός κανονισμόςTechnical requirements Τεχνικές απαιτήσειςTechnical specification Τεχνική προδιαγραφήTechnician Τεχνίτης, τεχνικόςTechnique ΤεχνικήTeenager ΈφηβοςTeflon see polytetrafluoroethylene Teleconferencing ΤηλεδιάσκεψηTeleworker ΤηλεεργαζόμενοςTeleworking ΤηλεεργασίαTellurium Τελλούριο (Te)Tellurium hexafluoride Εξαφθοριούχο τελλούριο (TeF6)Temefos see temephos Temephos or temefos or abate Τεμεφώς (C16H20O6P2S3)Temperature ΘερμοκρασίαTemperature class Κλάσεις θερμοκρασίαςTemperature difference Διαφορά θερμοκρασίαςTemperature sensor Αισθητήρας θερμοκρασίαςTemporary contracts Συμβάσεις ορισμένου χρόνουTemporary work Προσωρινή εργασίαTemporary workers Προσωρινοί εργαζόμενοιTemporary workplaces Προσωρινές θέσεις εργασίαςTendinitis, tendonitis Τενοντίτις, τενοντίτιδαTensile strength Αντοχή σε εφελκυσμόTeratogen ΤερατογόνοTeratogenesis ΤερατογένεσηTeratogenic substances Τερατογόνες ουσίεςTerbium Τέρβιο (Tb)Terephthalic acid or benzenedicarbonate Τερεφθαλικό οξύ

ή βενζολοδικαρβοξυλικό οξύ (C6H4(COOH)2)Terminal Ακροδέκτης (ηλεκτρικός)Terminal ΤερματικόTerminal residue analysis Ανάλυση τελικού υπολείμματοςTermination Απόληξη ή τερματισμόςTerminology Ορολογία, ονοματολογίαTerpene ΤερπένιοTerphenyls Τερφαινύλια (C18H14)Terpinene ΤερπινένιοTest ΔοκιμήTest conditions Συνθήκες δοκιμήςTest method Μέθοδος δοκιμήςTest piece ΔοκίμιοTest portion Δόση προς ανάλυσηTest pressure Πίεση δοκιμήςTest procedure Διαδικασία δοκιμήςTest report Έκθεση ελέγχου, έκθεση δοκιμής

Test sample Δείγμα δοκιμήςTest specimen Δοκίμιο δοκιμήςTest tube Δοκιμαστικός σωλήναςTested processes Δοκιμασμένες διαδικασίεςTesting laboratory Εργαστήριο δοκιμώνTesting of control measures Δοκιμή των μέσων ελέγχουTestosterone Τεστοστερόνη (C19H28O2)Tests material Υλικό δοκιμήςTetrabromoacetylene see acetylene tetrabromide Tetrabromoethane see acetylene tetrabromide Tetrabromomethane see carbon tetrabromide Tetracarbonyl nickel see nickel carbonyl Tetrachlorodibenzodioxine or

2,3,7,8-tetrachlorodibenzo-p-dioxin (TCDD) Τετραχλωριωμένη διοξίνη

Tetrachlorobenzoquinone see chloranil Tetrachlorodifluoro ethane Τετραχλωροδιφθοροαιθάνιο

(C2Cl4F2)Tetrachloroethane Τετραχλωροαιθάνιο (C2H2Cl4)Tetrachloroethylene or ethylene tetrachloride or

perchloroethylene (PCE) Τετραχλωροαιθυλένιο ή τετραχλωρίδιο του αιθυλενίου ή υπερχλωροαιθυλένιο (C2Cl4)

Tetrachlorohydroquinone ΤετραχλωροϋδροκινόνηTetrachloromethane see carbon tetrachloride Tetrachloronapthalene Τετραχλωροναφθαλίνιο (C10H4Cl4)Tetracyanoquinodimethan (TCNQ)

Τετρακυανοκινοδιμεθάνιο (C12H4N4)Tetracyclone Τετρακυκλόνη (S(C29H20O))Tetradecane Δεκατετράνιο (C14H30)Tetradecanoic acid see myristic acid Tetradecylamine Τετραδεκυλαμίνη ή δεκατετραμίνηTetraethoxysilane see ethyl silicate Tetraethyl dithiopyrophosphate see sulfotep Tetraethyl lead Τετρααιθυλιούχος μόλυβδος (C8H12Pb)Tetraethyl pyrophosphate (TEPP) Πυροφωσφορικό

τετρααιθύλιο (C8H20O7P2)Tetraethylammonium perchlorate (TEAP) Υπερχλωρικό

τετρααιθυλαμμώνιοTetrafluoroethylene Τετραφθοροαιθυλένιο (C2F4)Tetrahaloethane ΤετρααλογονοαιθάνιοTetrahaloethylene ΤετρααλογονοαιθυλένιοTetrahydrofuran (THF) Τετραϋδροφουράνιο (C4H8O)1,2,3,4-tetrahydronaphthalene see tetralin Tetrahydropyranyl (THP) ΤετραϋδροπυρανύλιοTetrahydropyranyl ether Τετραϋδροπυρανυλαιθέρας 2,3,4,5-tetrahydroxyhexanedioic acid see mucic acid Tetralin or 1,2,3,4-tetrahydronaphthalene Τετραλίνη

lexiko011s112.indd 102 10/29/08 1:28:01 PM

Page 101: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

103

T

Threshold limit values – Time weighted average

ή 1,2,3,4-τετραϋδροναφθαλίνιο ή τετραϋδρογονομένη ναφθαλίνη (C10H12)

Tetralone ΤετραλόνηTetramethyl lead Τετραμεθυλιούχος μόλυβδος (C4H12Pb)Tetramethyl silane Τετραμεθυλοσιλάνιο (Si(CH3)4)Tetramethylammonium hydroxide Υδροξείδιο του

τετραμεθυλοαμμωνίου (C4H12N.H2O)1,2,3,4-tetramethylbenzene see prehnitene Tetramethylbutanedinitrile see tetramethylsuccinodinitrile Tetramethyldiurane sulfite see thiram Tetramethylene cyanide see adiponitrile Tetramethylene sulfone or sulfolane

Τετραμεθυλενοσουλφόνη ή σουλφολάνηTetramethylenediamine ΤετραμεθυλενοδιαμίνηTetramethylheptane ΤετραμεθυλοεπτάνιοTetramethylpentane ΤετραμεθυλοπεντάνιοTetramethylsuccinodinitrile or tetramethylbutanedinitrile (TMSN)

Τετραμεθυληλεκτροδινιτρίλιο ή τετραμεθυλοβουτανοδινιτρίλιο (C8H12N2)

Tetranitromethane (TNM) Τετρανιτρομεθάνιο (CN4O8)Tetraphenylethene Τετραφαινυλαιθένιο ((C6H5)2C=C(C6H5)2)Tetrasodium diphosphate see tetrasodium pyrophosphate Tetrasodium pyrophosphate or tetrasodium diphosphate

(TSPP) Πυροφωσφορικό τετρανάτριο ή διφωσφορικό τετρανάτριο (Na4O7P2)

Tetrathiuram disulphide see thiram Tetrose ΤετρόζηTetryl Τετρύλιο, τετρύλη (C7H5N5O8)Textile chemicals Χημικές ουσίες υφασμάτωνTextile fibres Υφαντουργικές ίνεςTextile industry ΚλωστοϋφαντουργίαTextile machinery Κλωστοϋφαντουργικό μηχάνημαThallium Θάλλιο (Tl)The European Union’s Judicial Cooperation Unit, the

Hague (Netherlands) (Eurojust) Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας, με έδρα τη Χάγη (Κάτω Χώρες)

Theophylline Θεοφυλλίνη (C7H8N4O2)Theoretical background Θεωρητικό υπόβαθροTheoretical value Θεωρητική τιμήThermal comfort Θερμική άνεσηThermal comfort criteria Κριτήρια θερμικής άνεσηThermal conductivity Θερμική αγωγιμότηταThermal cracking Θερμική διάσπασηThermal cutting Θερμική κοπήThermal cyclization Θερμική κυκλοποίησηThermal enviroment Θερμικό περιβάλλον

Thermal hazard Θερμικός κίνδυνοςThermal insulation Θερμική μόνωση ή θερμομόνωσηThermal protection in operation Θερμική προστασία κατά

τη λειτουργίαThermal radiation Θερμική ακτινοβολίαThermal resistance Θερμική αντίστασηThermal stress Θερμική καταπόνηση, θερμικό στρεςThermal stress measurement Μέτρηση της θερμικής

καταπόνησηςThermophiles ΘερμόφιλαThermoprocessing equipment Εξοπλισμός θερμικής

επεξεργασίαςThermospray ΘερμοψεκασμόςThiamine or vitamin B1 Θειαμίνη ή βιταμίνη Β1Thiazole ΘειαζόλιοThigh ΜηρόςThin-layer chromatography (TLC) Χρωματογραφία λεπτής

στοιβάδαςThinner Διαλυτικό4,4-thiobis(6-tert-butyl-m-cresol)

4,4-θειο-δις(6-τριτοταγής βουτυλο-m-κρεσόλη) (C22H30O2S)Thioether or sulfide Θειοαιθέρας ή σουλφίδιοThioglycolic acid Θειογλυκολικό οξύ (C2H4O2S)Thionyl chloride Θειονυλοχλωρίδιο (SOCl2)Thiophene Θειοφαίνιο2-thiopropane see dimethyl sulfide Thiourea Θειουρία (CH4N2S)Thiram or tetramethyldiurane sulfite or

tetrathiuram disulphide (TMTD) Θειράμ ή θειώδες τετραμεθυλοδιουράνιο (C6H12N2S4)

Third party liability Αστική ευθύνη τρίτωνThirst ΔίψαThoracic ΘωρακικόςThorax ΘώρακαςThorium Θόριο (Th)Thread Σπείρωμα (κοχλία)Threads for facepieces Σπειρώματα για τμήματα προσώπουThree-phase system Τριφασικό σύστημαThreonine Θρεονίνη (Thr, T) (C4H9NO3) Threose Θρεόζη (C4H8O4)Threshold Προδιαγραμμένο όριοThreshold Limit Value - Short -Term Exposure Limit

(TLV-STEL) Οριακή τιμή- Οριακή Τιμή Έκθεσης Μικρής Διάρκειας (των Αμερικανών Υγιεινολόγων)

Threshold limit values – Time weighted average (TLV - TWA) Οριακή τιμή έκθεσης – Χρονικά σταθμισμένη μέση τιμή (των Αμερικανών Υγιεινολόγων)

lexiko011s112.indd 103 10/29/08 1:28:01 PM

Page 102: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

104

Translation Centre for the Bodies of the European Union

Throat cancer Καρκίνος του λάρυγγαThrombosis ΘρόμβωσηThroughput Παροχή/ επιθυμητό προϊόν ανά μονάδα χρόνου Thulium Θούλιο (Tm)Thymine Θυμίνη (Thy, T) (C5H6N2O2) Thymol or oil of thyme and mint or 3-hydroxy-p-cymene

Θυμόλη ή έλαιο του θύμου και της μέντας ή 3-υδροξυ-p-κυμένιο (C10H14O)

Thyroglobulin Θυρογλουβουλίνη ή θυροσφαιρίνηThyroid ΘυρεοειδήςTightly closed Ερμητικά κλειστόTightness ΣτεγανότηταTile ΠλακάκιTime ΧρόνοςTime delay relay Ηλεκτρονόμος χρονικής καθυστερήσεωςTime switch ΧρονοδιακόπτηςTime-weighted averages Χρονοσταθμισμένος μέσος όροςTin Κασσίτερος ή στάννιο (Sn)Tin hydride Υδρίδιο του κασσιτέρουTinnitus Σφύριγμα (αυτιών), βόμβοςTip Ακροφύσιο (π.χ αυτόματης πιπέτας)Titanium Τιτάνιο (Ti)Titanium dioxide Διοξείδιο του τιτανίου (TiO2)Tobacco smoke Καπνός τσιγάρουTOD see total oxygen demand Toe Δάκτυλο ποδιούToecaps Προστατευτικά δακτύλων ποδιώνToilets ΤουαλέτεςTolerance Ανεκτικότητα, ανοχήTolerance interval Διάστημα ανοχήςTolidine Τολιδίνη (C14H16N2)Tolualdehyde ΤολουαλδεΰδηToluene diisocyanate Διισοκυανικό τολουόλιο (C9H6Ν2Ο2)Toluene or methylbenzene Τολουόλιο ή τολουένιο ή

μεθυλοβενζόλιο (C6H5CH3)Toluenesulfonate see tosylate p-toluenesulfonyl chloride or tosyl chloride

p-τολουολοσουλφονυλοχλωρίδιο ή τοσυλοχλωρίδιοToluic acid Τολουικό οξύ (CH3C6H4COOH)Toluidine or aminotoluene or methylaniline Τολουιδίνη ή

αμινοτολουόλιο ή μεθυλοανιλίνη (C7H9N)Tongue ΓλώσσαTool ΕργαλείοTooth ΔόντιTop management Ανώτατη Διοίκηση Topic Centres (TC) Θεματικά κέντρα (του Ευρωπαϊκού

Οργανισμού για την Υγεία και την Ασφάλεια)

Torch light or flash light Ηλεκτρικός φανός χειρόςTorgue ΡοπήTorso Κορμός (π.χ ανθρώπου)Tosyl (Ts) ΤοσύλιοTosyl chloride see p-toluenesulfonyl chloride Tosylate or toluenesulfonate (TsOR) Τοσυλεστέρας ή

τολουοσουλφονικός εστέραςTotal oxygen demand (TOD) Συνολικά απαιτούμενο

οξυγόνο Total quality management (TQM) Διοίκηση ολικής

ποιότητας (ΔΟΠ)Toxaphene see chlorinated camphene Toxic ΤοξικόToxic for reproduction Τοξικό στην αναπαραγωγήToxic gas Τοξικό αέριοToxic load Τοξικό νέφοςToxic metals Τοξικά μέταλλαToxic substance (T, T+) Τοξική ουσίαToxicity testF Δοκιμή τοξικότηταςToxicokinetics ΤοξικοκινητικήToxicology ΤοξικολογίαToxoplasmosis ΤοξοπλάσμωσηTraceability Ιχνηλασιμότητα, ανιχνευσιμότηταTracer method Μέθοδος με ανιχνευτήTractor Ελκυστήρας, τρακτέρTractor-dozers Ερπυστριοφόροι προωθητέςTrade unionism ΣυνδικαλισμόςTrade unions Συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων,

σωματείαTrailers Ρυμουλκούμενα οχήματαTraining ΕπιμόρφωσηTraining assessment Αξιολόγηση της κατάρτισηςTraining courses Προγράμματα κατάρτισηςTraining materials Υλικό κατάρτισηςTraining organisation Οργάνωση κατάρτισηςTraining policy Πολιτική επιμόρφωσηςTranquillizer ΗρεμιστικόTransducer Μορφοτροπέας σήματος / προβολέας

(ηχοβολιστικού)Transesterification ΜετεστεροποίησηTransfer passengers Μετεπιβιβαζόμενοι επιβάτεςTransformer ΜετασχηματιστήςTransistor ΚρυσταλλοτρίοδοςTransition product Προϊόν μετάπτωσηςTransition state Μεταβατική κατάστασηTransitional provision Μεταβατική διάταξηTranslation Centre for the Bodies of the European Union,

lexiko011s112.indd 104 10/29/08 1:28:01 PM

Page 103: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

105

T

1,2,3-trihydroxypropane

Luxembourg (CdT) Κέντρο Μετάφρασης των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έδρα το Λουξεμβούργο

Transmission ΜετάδοσηTransmission electron microscopy (TEM) Ηλεκτρονική

μικροσκοπία μετάδοσηςTransmittance Διαπερατότητα (π.χ. φωτός)Transmitter Μεταδότης, εκπομπός, πομπόςTransparency ΔιαφάνειαTransparency correction Σφάλμα διαφάνειαςTransparent ΔιαφανήςTransport ΜεταφοράTransport accidents Ατυχήματα στον τομέα των μεταφορώνTransport accidents at the workplace Ατυχήματα που

οφείλονται σε μετακινήσεις στον χώρο εργασίαςTransport accidents of dangerous goods Ατυχήματα που

οφείλονται στη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτωνTransport index (TI) Δείκτης μεταφοράςTransport of dangerous goods by rail Σιδηροδρομικές

μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτωνTransport safety Ασφάλεια των μεταφορώνTransport unit Μονάδα μεταφοράςTransportable apparatus Μεταφερόμενη συσκευήTransportable gas cylinders Μεταφερόμενες φιάλες αερίωνTransportation ΜεταφοράTransportation lag Καθυστέρηση μεταφοράςTransversal ΕγκάρσιοςTransversal risks Εγκάρσιοι κίνδυνοιTraumatic epithelial abrasion Τραυματικόή απόπτωση

κερατοειδούςTray ΔίσκοςTreating surfaces Κατεργασίες επιφανειώνTreatment ΕπεξεργασίαTreatment failure Θεραπευτική αποτυχίαTreatment or therapy ΘεραπείαTrehalose Τρεαλόζη (C12H22O11)Trench shield Αντιστήριξη χαντακιούTrencher Εκσκαφέας τάφρωνTrenches ΟρύγματαTrenching Εκσκαφή (π.χ τάφρων)Trends ΤάσειςTriacetin or triacetyl glycerin Τριακετίνη ή

τριακετυλογλυκερόλη (C9H14O6)Triacetyl glycerin see triacetin Trialkylacetic acid Τριαλκυλοξικό οξύTrialkylboranes ΤριαλκυλοβοράνιαTribromoaniline ΤριβρωμοανιλίνηTribromomethane see bromoform

Tributyl phosphate Φωσφορικό τριβουτύλιο (C12H27O4P)Tributyltin compounds Ενώσεις τριβουτυλτίνηςTricarballylic acid Τρικαρβαλλυλικό οξύ (R(C6H8O6))Trichlorfon or (2,2,2-trichloro-1-hydroxyethyl)

dimethylphosphonate Τριχλωρφών ή (2,2,2-τριχλωρο-1-υδροξυαιθυλο)διμεθυλοφωσφορικός εστέρας (C4H8Cl3O4P)

1,1,2-trichloro-1,2,2-trifluoroethane or freon 113 1,1,2-τριχλωρο-1,2,2-τριφθοροαιθάνιο ή φρέον 113 (C2Cl2F4)

Trichloroacetaldehyde or chloral Τριχλωροακεταλδεΰδη ή χλωράλη (C2HCl3O)

Trichloroacetic acid Τριχλωροοξικό οξύ (C2HCl3O2)Trichlorobenzene Τριχλωροβενζόλιο (C6H3Cl3)Trichlorobromomethane see bromotrichloromethane Trichloroethane Τριχλωροαιθάνιο (C2H3Cl3)Trichloroethylene Τριχλωροαιθυλένιο (C2HCl3)Trichlorofluoromethane or freon 11

Τριχλωροφθορομεθάνιο ή φρέον 11 (CCl3F)N,N’,N’’-trichloroisocyanuric acid see symclosene Trichloromethane or chloroform or methane trichloride

Τριχλωρομεθάνιο ή χλωροφόρμιο (CHCl3)Trichloronaphthalene Τριχλωροναφθαλίνιο (C10H5Cl3)Trichlorophenol Τριχλωροφαινόλη (C6H3Cl3O)2,4,5-trichlorophenoxyacetic acid or 2,4,5-T

2,4,5-τριχλωροφαινοξυ οξικό οξύ ή 2,4,5-T (C8H5Cl3O3)Trichlorophenylmethane see benzotrichloride Trichloropropane Τριχλωροπροπάνιο (C3H5Cl3)Trichlorosilane (TCS) ΤριχλωροσιλάνιοTrichlorotrifluoroethane Τριχλωροτριφθοροαιθάνιο (C2Cl3F3)Tricresyl phosphate Φωσφορικός τρικρεζυλεστέρας (C21H21PO4)Tridecane Δεκατριάνιο (C13H28)Tridecanoic acid Τριδεκανοϊκό οξύTridymite ΤριδυμίτηςTriethanolamine (TEA) ΤριαιθανολαμίνηTriethyl phosphate Φωσφορικό τριαιθύλιο (C6H15O4P)Triethylamine Τριαιθυλαμίνη (C6H15N)Triethyleneglycol (TEG) Τριαιθυλενογλυκόλη (C6H14O4)Triflate anion (OTF) Τριφθορομεθανοσουλφονικό ανιόνTrifluorobromomethane see bromotrifluoromethane Trifluoromethanesulfonyl or trifyl (Tf)

Τριφθορομεθανοσουλφονύλιο ή τριφύλιοTrifluralin ΤριφθοραλίνηTrifyl see trifluoromethanesulfonyl Trihaloethylene ΤριαλοαιθυλένιοTrihalomethane Τριαλομεθάνιο1,2,3-trihydroxybenzene see pyrogallol 1,2,3-trihydroxypropane see glycerin

lexiko011s112.indd 105 10/29/08 1:28:01 PM

Page 104: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

106

Uncertainty

Triiodomethane see iodoform Triisopropanolamine or tri-2-propanolamine (TIPA)

Τριισοπροπανολαμίνη ή τρι-2-προπανολαμίνη (C9H21NO3)Trimelitic anhydride Τριμελιτικός ανυδρίτης (C9H4O5)Trimethoxyphospine see trimethylphosphite Trimethyl chlorosilane see chlorotrimethylsilane Trimethylamine or N,N-dimethylmethanamine

Τριμεθυλαμίνη ή Ν,Ν-διμεθυλομεθαναμίνη (C3H9N)Trimethylbenzene Τριμεθυλοβενζόλιο (C9H12)1,2,4-trimethylbenzene see pseudocumene 1,3,5-trimethylbenzene see mesitylene 2,4,6-trimethylbenzoic acid see mesitoic acid Trimethylbenzophenone ΤριμεθυλοβενζοφαινόνηTrimethylglycine see betaine Trimethylpentane ΤριμεθυλοπεντάνιοTrimethylpentene ΤριμεθυλοπεντένιοTrimethylphosphite or trimethoxyphospine or methyl

phosphite Φωσφορώδης εστέρας του τριμεθυλίου ή τριμεθυλο φωσφίνη ή φωσφορώδες μεθύλιο (C3H9O3P)

2,4,6-trinitroaniline or picramide 2,4,6-τρινιτροανιλίνη ή πικραμίδιο (C6H4N4O6)

Trinitrochlorobenzene or picryl chloride Τρινιτροχλωροβενζόλιο ή πικρυλοχλωρίδιο

2,4,6-trinitrotoluene see trinitrotoluene Trinitrotoluene or 2,4,6-trinitrotoluene or trotyl (TNT)

Τρινιτροτολουόλη ή 2,4,6-τρινιτροτολουόλιο ή τροτύλη ή τρινιτροτολουόλιο (C7H5N3O6)

Trioctylphosphine oxide Οξείδιο της τριοκτυλοφωσφίνηςTrioglycolic acid see mercaptoacetic acid Triorthocresyl phosphate Φωσφορικός εστέρας του

τριορθοκρεζυλίου Triose ΤριόζηTrioxane Τριοξάνιο ((CH2O)3)Trip devices Διατάξεις αναστολής λειτουργίαςTriphenyl phosphate (TPP) Φωσφορικός εστέρας του

τριφαινυλίου (C18H15O4P)Triphenylamine or N,N-diphenylaniline or

N,N-diphenylbenzenamine Τριφαινυλαμίνη ή

Ν,Ν-διφαινυλοανιλίνη ή Ν,Ν-διφαινυλοβενζοαμίνη (C18H15N)Triphenylchloromethane ΤριφαινυλοχλωρομεθάνιοTriphenylmethyl ΤριφαινυλομεθύλιοTripoli ΤρίπολιTripropylamine ΤριπροπυλαμίνηTriptycene Τριπτυκένιο (C10H10)Tritium Τρίτιο (3H, T)Trixilyl phosphite Φωσφορώδης τριξιλυλεστέραςTropinic acid Τροπινικό οξύ (C8H13O4N)Tropinone ΤροπινόνηTropolone Τροπολόνη (C7H7O2)Trotyl see trinitrotoluene Truck ΦορτηγόTrue ΑληθέςTrueness ΟρθότηταTryptophane Θρυπτοφάνη (Trp, W) (C11H12N2O2) Tube ΣωλήναςTuberculosis ΦυματίωσηTuberculostearic acid Φυματιοστεατικό οξύTumor necrosis factor (TNF) Παράγοντας νέκρωσης όγκουTungsten Inert Gas (TIG) or Gas Tungsten Arc Welding

(GTAW ) Συγκόλληση τόξου με μη αναλώσιμο ηλεκτρόδιο σε προστατευτική ατμόσφαιρα αερίου

Tungsten or wolfram Βολφράμιο ή τουνγκστένιο (W)Tunnel ΣήραγγαTuranose ΤουρανόζηTurbidity ΘολότηταTurbines ΣτρόβιλοιTurning Τορνάρισμα, τόρνευσηTurning machine ΤόρνοςTurpentine Τερεβινθίνη ή τουρπεντίνη Two hand control device Δίχειρη διάταξη ελέγχουTwo-way switch Διακόπτης δύο θέσεωνType of injurie Τύπος τραυματισμού, φύση της κάκωσηςType of protection Τύπος προστασίαςType of workers Κατηγορίες εργαζομένωνTyphoid fever Τυφοειδής πυρετόςTyrosine Τυροσίνη (Tyr, Y) (C9H11NO3)

U

Ulcer or chancre ΈλκοςUltra sound ΥπέρηχοςUltrafine particles Υπερλεπτόκοκκα σωματίδιαUltraviolet filters Φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίαςUltraviolet light (UV) Υπεριώδες φώς

Ultraviolet radiation Υπεριώδης ακτινοβολίαUN number Αριθμός UN (των Ηνωμένων Εθνών)Unbiased estimate Αστρέβλωτο εκτίμημαUnbiased sample Αμερόληπτο δείγμαUncertainty Αβεβαιότητα

lexiko011s112.indd 106 10/29/08 1:28:01 PM

Page 105: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

107

TUV

Valeramide

Undecane Ενδεκάνιο (C11H24)Undecanoic acid Ενδεκανοϊκό οξύ (C11H20O2)Undecanol see undecyl alcohol Undecene Ενδεκένιο (C11H22)Undecyl alcohol or undecanol Ενδεκυλαλκοόλη ή

ενδεκανόλη (C11H24O)Undercoating Υπόστρωμα (βαφής)Underground mine Υπόγειο ορυχείοUnderreport Περιορισμένη αναφοράUndertaking Ανάληψη δέσμευσης, εργολαβία, επιχείρησηUndesirable consequence Ανεπιθύμητη συνέπειαUndoped Μη ενισχυμένοUnemployed ΆνεργοςUnemployment ΑνεργίαUnemployment policy Πολιτική για την ανεργίαUnexpected start-up Απροσδόκητη εκκίνηση, μη

αναμενόμενη εκκίνησηUnidentified baggage Αποσκευή μη γνωστής ιδιοκτησίαςUnified Standards Ενοποιημένα ΠρότυπαUniform rules concerning the contract for international

carriage of goods by rail (CIM) Ενιαίοι κανόνες για τη σύμβαση διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων

Uniformity ΟμοιομορφίαUnilateral approval Μονομερής έγκρισηUnion officials Συνδικαλιστικά στελέχηUnirradiated thorium Μη εκπέμπον θόριοUnirradiated uranium Μη εκπέμπον ουράνιοUnit ΜονάδαUnit Load Device (ULD) Αυτοτελής Μονάδα Μεταφοράς

ΦορτίουUnited Nations Economic Commission for Europe (UNECE)

Οικονομική Επιτροπή για την Ευρώπη των Ηνωμένων ΕθνώνUnited Nations Model Regulations on the Transport of

Dangerous Goods (UN Model Regulations) Μοντέλο των Ηνωμένων Εθνών για τους κανονισμούς σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων

Unloading ΕκφόρτωσηUnlocking zone Ζώνη απελευθέρωσης (π.χ. σε ασανσέρ)Unpaid work Μη αμειβόμενη εργασίαUnreactive ΑδρανέςUnsafe conditions Επισφαλείς συνθήκες, ανασφαλείς

συνθήκεςUnsaturated ΑκόρεστοςUnsaturated hydrocarbons Ακόρεστοι υδρογονάνθρακεςUnsaturated solution Ακόρεστο διάλυμαUnskilled worker Ανειδίκευτος εργάτηςUnstable ΑσταθήςUploading platforms Αποβάθρες εκφόρτωσηςUpper assessment threshold Ανώτερο όριο εκτίμησηςUpper limb disorders Διαταραχές των άνω άκρωνUpper limbs Άνω άκραUpper limit Ανώτερο όριοUracil Ουρακίλη (U) (C4H4N2O2)Uranium Ουράνιο (Ur)Urea or carbamide Ουρία ή καρβαμίδιο (H2NC=ONH2)Urease ΟυρεάσηUreides ΟυρίδιαUremia ΟυραιμίαUrethane or ethyl carbamate Ουρεθάνη ή καρβαμιδικός

αιθυλεστέρας (H2NC=OOC2H5)Urethra ΟυρήθραUrination ΟύρησηUrine ΟύραUronic acid Ουρονικό οξύUrticaria Κνίδωση, κνησμόςUsability ΕυχρηστότηταUse ΧρήσηUse of warning signals Εκπομπή προειδοποιητικών σημάτωνUser ΧρήστηςUsual workstation Συνήθης θέση εργασίαςUtilization review (UR) Ανασκόπηση χρησιμοποίησης

υπηρεσιώνUV-VIS spectroscopy Φασματοσκοπία υπεριώδους- ορατού

V

Vaccenic acid Βασενικό οξύ (C18H34O2)Vaccination ΕμβολιασμόςVacuum ΚενόVacuum cleaners Ηλεκτρικές σκούπεςVacuum valve Βαλβίδα κενούVacuuming Σάρωση αναρρόφησης

Vacuum-operated waste tank Δεξαμενή αποβλήτων λειτουργίας εν κενό

Vagotomy ΒαγοτομήValeraldehyde or pentanal Βαλεριαλδεΰδη ή πεντανάλη

(C5H10O)Valeramide Βαλεριαναμίδιο (C5H11ΝΟ)

lexiko011s112.indd 107 10/29/08 1:28:01 PM

Page 106: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

108

Vision

Valeric acid or pentanoic acid Βαλεριανικό οξύ ή πεντανοϊκό οξύ (CH3(CH2)3COOH)

Valeronitrile or pentanenitrile Βαλερονιτρίλιο ή πεντανονιτρίλιο

Valeryl chloride ΒαλερυλοχλωρίδιοValidated method Επικυρωμένη μέθοδοςValidation ΕπικύρωσηValidity ΕγκυρότηταValin Βαλίνη (Val, V)Value ΤιμήValve ΒαλβίδαVanadium Βανάδιο (V)Vanadium pentoxide Πεντοξείδιο του βαναδίου (V2O5)Vanillin or oil of vanilla bean Βανιλλίνη ή έλαιο από

κόκκους βανίλλης (C8H8O3)Vapour density Πυκνότητα ατμώνVapour density ratio Σχετική πυκνότητα ατμώνVapour or vapor ΑτμόςVapour pressure (VP) Πίεση ατμών, τάση ατμώνVariability ΜεταβλητότηταVariable displacement pump Αντλία μεταβλητού

εκτοπίσματοςVariance Παραλλακτικότητα ή διακύμανσηVariety ΠοικιλίαVarnish ΒερνίκιVarnishing ΒερνικώματαVarying frequency and voltage Μεταβαλλόμενη συχνότητα

και τάσηVascular pressure Φλεβική πίεσηVaseline ΒαζελίνηVat storage Αποθήκευση κάδωνVehicle Όχημα /φορέαςVelocity ΤαχύτηταVentilation ΕξαερισμόςVentilation rate Ρυθμός εξαερισμούVentilation system Σύστημα αερισμούVentricular ΚοιλιακόςVeratraldehyde or 3,4-dimethoxybenzaldehyde

Βερατραλδεΰδη ή 3,4-διμεθοξυβενζαλδεΰδηVerification Επαλήθευση, επιβεβαίωσηVerification activity ΑξιολόγησηVertigo ΊλιγγοςVery bio-accumulative Άκρως βιοσυσσωρεύσιμοςVery toxic Πολύ τοξικόVessel ΑγγείοVial ΦυαλίδιοVibration Δόνηση

Vibration control Έλεγχος των δονήσεωνVibration measurement Μέτρηση των δονήσεωνVibration transmissibility Μεταδοσιμότητα δονήσεωνVibrational relaxation (R) Δόνηση επαναφοράςVibratory tamping machine Συμπιεστικοί δονητέςVictim ΘύμαVinegar ΞύδιVinyl ΒινύλιοVinyl acetate or vinyl ethanoate or ethenyl ethanoate

Οξικός βινυλεστέρας ή αιθανοϊκός βινυλεστέρας (C4H6O2)

Vinyl bromide or bromoethene or bromoethylene Βινυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο βινύλιο ή βρωμοαιθένιο ή βρωμοαιθυλένιο (C2H3Br)

Vinyl chloride or chloroethene or chloroethylene (VC) Βινυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο βινύλιο ή χλωροαιθένιο ή χλωροαιθυλένιο (C2H3Cl)

Vinyl cyclohexene ΒινυλοκυκλοεξένιοVinyl cyclohexene dioxide Διοξείδιο του

βινυλοκυκλοεξενίου (C8H12O2)Vinyl ethanoate see vinyl acetate Vinyl ethyl ether ΒινυλαιθυλαιθέραςVinyl fluoride or fluoroethene or fluoroethylene

Βινυλοφθορίδιο ή φθοροαιθένιο ή φθοροαιθυλένιο ή φθοριούχο βινύλιο (C2H3F)

Vinyl toluene or methylstyrene Βινυλοτολουόλιο ή μεθυλοστυρόλιο (C9H10)

Vinylbenzene see styrene Vinylic hydrogen Βινυλικό υδρογόνοVinylidene chloride or 1,1-dichloroethylene or

1,1-dichloroethene Βινυλιδενοχλωρίδιο ή 1,1-διχλωροαιθυλένιο ή 1,1-διχλωροαιθένιο (C2H2Cl2)

Vinylidene fluoride or 1,1-difluoroethylene or 1,1-difluoroethene Βινυλιδενοφθορίδιο ή 1,1-διφθοροαιθυλένιο ή 1,1-διφθοροαιθένιο (C2H2F2)

Vinylnaphthalene ΒινυλοναφθαλίνιοViolence ΒίαViral diseases ΙώσειςViral haemorrhagic fever Ιογενής αιμορραγικός πυρετόςVirtual ground Φαινόμενη γείωσηVirus ΙόςViscose see rayon Viscosity ΙξώδεςVisibility clothing Ενδυμασία υψηλής ευκρίνιαςVisible ΟρατόVisible light (Vis) Ορατό φώςVision Όραση

lexiko011s112.indd 108 10/29/08 1:28:01 PM

Page 107: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

109

VW

Well-being

Vision testing Έλεγχος της όρασηςVisitor ΕπισκέπτηςVisual ΟπτικόςVisual danger signal Οπτικό σήμα κινδύνουVisual display unit (VDU) Οθόνη οπτικής απεικόνισης,

μονάδα οπτικής απεικόνισης (ΜΟΑ)Visual evaluation Οπτική αξιολόγησηVisual fatigue Οπτική κόπωσηVisual field Οπτικό πεδίοVitamin ΒιταμίνηVitamin B1 see thiamine Vitamin C see ascorbic acid Vitamin D2 see ergocalciferol Vitamin D3 see cholecalciferol Vitriol blue see copper sulphate Vitriol see sulfuric acid Vocational education Επαγγελματική εκπαίδευσηVocational information Επαγγελματική πληροφόρηση

Vocational training Επαγγελματική κατάρτισηVolatile ΠτητικόςVolatile organic compounds (VOCs) Πτητικές οργανικές

ενώσειςVolatile substance Πτητική ουσίαVolatility ΠτητικότηταVolcanic ΗφαιστειακόςVoltage Ηλεκτρική τάσηVoltage drop Πτώση τάσεωςVoltage regulator Ρυθμιστής τάσηςVolume ΌγκοςVolume per volume (v/v) Όγκος κατ’ όγκοVolumetric flask Ογκομετρική φιάληVomiting ΕμετόςVulcanising agents Παράγοντες βουλκανισμούVulcanization ΒουλκανισμόςVulcanized rubber Βουλκανισμένο καουτσούκ

W

Wash primers Αστάρια φωσφάτωσηςWashing ΈκπλυσηWashing tunnel line Γραμμή πλύσεως σε σήραγγαWaste ΑπόβλητοWaste from chemical treatment Απόβλητα από τη χημική

επεξεργασίαWaste from electrolytic refining Απόβλητα από

ηλεκτρολυτική διύλισηWaste handling Διαχείριση αποβλήτωνWastes from preserving agents Απόβλητα από υλικά

συντήρησηςWatch ΒάρδιαWater Νερό, ύδωρ (H2O)Water blasting ΥδροβολήWater column Υδάτινη στήληWater partitioning Διαχωρισμός νερούWater quality Ποιότητα νερούWater solubility Διαλυτότητα στο νερόWaterproof material Μονωτικό υλικόWatt meter ΒαττόμετροWave ΚύμαWavelength (λ) Μήκος κύματοςWavenumber ΚυματαριθμόςWax Κερί ή κηρόςWaxing Κέρωμα

Waxing machines Μηχανές κερώματοςWeak acid Ασθενές οξύWeak base Ασθενής βάσηWeak hearing Βαρηκοΐα, απώλεια ακοήςWeakness ΑδυναμίαWeather conditions Καιρικές συνθήκεςWeekly average of the daily values (L EP, w) Εβδομαδιαίος

μέσος όρος των ημερήσιων τιμών Weight ΒάροςWeight per volume (w/v) Βάρος διαλυμένης ουσίας προς το

συνολικό όγκοWeight per weight (w/w) Βάρος διαλυμένης ουσίας προς το

συνολικό βάροςWeils disease Νόσος του Weil, λεπτοσπείρωσηWeldability ΣυγκολλητικότηταWeldable ΣυγκολλήσιμοςWelding ΣυγκόλλησηWelding fumes Καπνοί συγκόλλησηςWelding helmet Μάσκα κεφαλής ή κράνος

ηλεκτροσυγκόλλησηςWelding machine with cutting torch Μηχανή συγκόλλησης

με ηλεκτρικό τόξοWelding time Χρόνος συγκόλλησηςWell ΦρέαρWell-being Ευεξία

lexiko011s112.indd 109 10/29/08 1:28:01 PM

Page 108: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

110

World Health Organization

Wet ΥγρόςWet bulb globe temperature (WBGT) Θερμοκρασία υγρού

σφαιρικού θερμομέτρουWet spraying Υγρός ψεκασμόςWetting Διαβροχή ή εφύγρανσηWheat ΣιτάριWhisking ΡευστοποίησηWhite asbestos Λευκός αμίαντοςWhite blood count Μέτρηση λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμαWhite paper Λευκή βίβλοςWhite spirit Ελαφρύ πετρέλαιοWhite-collar workers Υπάλληλοι γραφείουWhole blood Ολικό αίμαWhole-Body Vibration Δόνηση ολοκλήρου του σώματοςWinches ΒαρούλκαWinding ΤύλιγμαWinding temperature sensors Ανιχνευτές προστασίας

περιελίξεωνWiping ΣκούπισμαWire Σύρμα ή καλώδιοWireless ΑσύρματοςWiring Συρμάτωση ή καλωδίωσηWithin-laboratory reproducidility Ενδοεργαστηριακή

αναπαραγωγιμότηταWobbe Index Δείκτης WobbeWolfram see tungsten Women at work Γυναίκες στην εργασίαWood ΞύλοWood dust Ξυλόσκονη ή σκόνη ξύλουWood preservatives Συντηρητικά ξύλουWood pulp ΞυλοπολτόςWood rosin ΞυλοκολοφώνιοWooden barrel Ξύλινο βαρέλιWooden IBC Ξύλινο IBCWoodworking machinery Ξυλουργικά μηχανήματαWool Μαλλί, έριοWork ability Ικανότητα εργασίαςWork accident Εργατικό ατύχημαWork adjustment training Επιμόρφωση με στόχο την

προσαρμογή στην εργασίαWork capacity evaluation Εκτίμηση της ικανότητας εργασίαςWork demands Εργασιακές απαιτήσειςWork environment Περιβάλλον εργασίαςWork equipment Εξοπλισμός εργασίαςWork group (WG) Ομάδα εργασίαςWork instructions Οδηγίες εργασίας Work load Φόρτος εργασίας

Work motivation Παρακίνηση για εργασίαWork organization Οργάνωση εργασίαςWork overload Υπερβολικός φόρτος εργασίαςWork permit Άδεια εργασίαςWork position Θέση εργασίαςWork processes Διεργασίες παραγωγήςWork shift ΒάρδιαWork station ΕργοτάξιοWork systems design Σχεδιασμός συστημάτων εργασίαςWork underload Μειωμένος φόρτος εργασίαςWorker ΕργάτηςWorker consultation Διαβούλευση με τους εργαζομένουςWorker participation Συμμετοχή εργαζομένωνWorkers’ compensation Αποζημίωση εργαζομένωνWorkers’ representative Εκπρόσωπος των εργαζομένωνWorkforce Εργατικό δυναμικόWorking alone Ατομική εργασίαWorking conditions Συνθήκες εργασίαςWorking days Εργάσιμες ημέρεςWorking level (WL) Επίπεδο εργασίαςWorking level months (WLM) Επίπεδο εργασίας μηνών Working mother Εργαζόμενη μητέραWorking of large wall stones Λιθοδομή μεγάλων λίθωνWorking of small wall stones Λιθοδομή μικρών λίθωνWorking pressure Πίεση εργασίαςWorking range Εύρος εργασίαςWorking time Χρόνος εργασίαςWorking time arrangement Κατανομή χρόνου εργασίαςWorkplace Χώρος εργασίαςWorkplace assessment Μελέτη εκτίμησης του χώρου

εργασίαςWorkplace design and layout Σχεδιασμός και διάταξη του

χώρου εργασίαςWorkplace health promotion Προαγωγή της υγείας στο

χώρο της εργασίαςWorkplace monitoring Παρακολούθηση του χώρου

εργασίαςWorkplace transport Μετακινήσεις στον χώρο εργασίαςWork-related health risks Κίνδυνοι για την υγεία στην

εργασίαWork-related musculoskeletal disorders Μυοσκελετικές

παθήσεις που σχετίζονται με την εργασίαWork-related stress Εργασιακό στρεςWorks rule Κανονισμός εργασίαςWorkshops ΣυνεργείαWorkstation Θέση εργασίαςWorld Health Organization Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας

lexiko011s112.indd 110 10/29/08 1:28:01 PM

Page 109: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

111

WXYZ

Zymogen

World Safety Organization Παγκόσμια Οργάνωση ΑσφαλείαςWound Τραύμα, πληγήWoven plastics Υφαντά πλαστικάWrench Κλειδί (γαλλικό)

Wrinkles ΖάρεςWrist ΚαρπόςWrist injuries Κακώσεις του καρπούWritten examination Γραπτή εξέταση

X

Xanthate ΞανθάτιοXenobiotics ΞενοβιοτικάXenon Ξένο (Xe)Xenylamine see biphenylamine X-ray diffraction (XRD) Περίθλαση ακτίνων ΧX-ray fluorescence (XRF) Φθορισμομετρία ή

φασματοσκοπία φθορισμού ακτίνων ΧX-rays Ακτίνες ΧXylan Ξυλάνη

Xylaric acid Ξυλαρικό οξύ (C7H6O4)Xylene diamine ΞυλενοδιαμίνηXylene or dimethylbenzene or xylol or methyltoluene

Ξυλόλιο ή διμεθυλοβενζόλιο ή ξυλένιο ή μεθυλοτολουόλιο (C8H10)

Xylidene Ξυλιδίνη (C8H11N)Xylol see dimethylbenzene Xylopyranose ΞυλοπυρανόζηXylose Ξυλόζη

Y

Yeast Ζύμη ή μαγιά ή ζυμομύκηταςYeast fermentation Ζύμωση με μαγιάYield ΑπόδοσηYlide Υλίδιο (Ph3P=CRR΄)Young worker Νέος εργαζόμενος

Yperite Υπερίτης ((ClCH2CH2)2S)Ytterbium Υττέρβιο (Yb)Yttrium Ύττριο (Y)Yttrium aluminum garnet (YAG) Πυριτικό άλας υττρίου-

αργιλίου

Z

Zeitgeist Επικρατούσα τάσηZeolite ΖεόλιθοςZero air Μηδενικός αέραςZinc Ψευδάργυρος ή τσίγκιο (Zn)Zinc acetate Οξικός ψευδάργυρος ((CH3COO)Zn2)Zinc alkaryl dithiophosphate Αλκαρυλοδιθειοφωσφορικός

ψευδάργυροςZinc alkyl dithiophosphate Αλκυλοδιθειοφωσφορικός

ψευδάργυροςZinc chloride Χλωριούχος ψευδάργυρος (ZnCl2)

Zinc chromates Χρωμικά άλατα του ψευδαργύρουZinc coating ΕπιψευδαργύρωσηZinc oxide Οξείδιο του ψευδαργύρου (ZnO)Zincate Ψευδαργυρικό (ZnO2

2-)Zircon Ζιρκόνιο (ορυκτό) (ZrSiO4)Zirconia Οξείδιο του ζιρκονίου, ζιρκονία (ZrO2)Zirconium Ζιρκόνιο (Zr)Zirconyl Ζιρκονύλιο (ZrO2+)Zymase ΖυμάσηZymogen Ζύμοτζεν, ζυμογόνο

lexiko011s112.indd 111 10/29/08 1:28:01 PM

Page 110: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

112

δφ

lexiko011s112.indd 112 10/29/08 1:28:02 PM

Page 111: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

ΕΛΛΗΝΟΑΓΓΛΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΟΡΩΝ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ & ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

lexiko113s212.indd 113 10/29/08 1:32:12 PM

Page 112: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

lexiko113s212.indd 114 10/29/08 1:32:12 PM

Page 113: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

115

A

Αιθανοδιοϊκό οξύ ή δικαρβοξυλικό οξύ ή οξαλικό οξύ

Αβεβαιότητα UncertaintyΑβιετικό οξύ Abietic acid (C20H30O2)Άγαρ AgarΑγγείο VesselΑγγελιοφόρο RNA Messenger RNAΑγκώνας ElbowΑγορά εργασίας Labour marketΆγχος AnxietyΆγχος ή στρες StressΑγχώδεις διαταραχές Anxiety disordersΑγωγή (π.χ. θερμότητας) ConductionΑγωγή ασφάλειας Safety cultureΑγωγή υγείας Health educationΑγωγιμότητα ConductivityΑγωγός (π.χ. ηλεκτρισμού, θερμότητας) ConductorΑγωγός (π.χ. υδραυλικός, αερίων) Conduit or ductΆδεια απουσίας Leave of absenceΆδεια ασθενείας Sick leaveΆδεια εισόδου Entry permitΆδεια εργασίας Work permitΆδεια ή αδειοδότηση AuthorizationΆδεια μητρότητας Maternity leaveΆδεια παρέκκλισης Deviation permitΑδένας GlandΑδενίνη Adenine (A) (C5H5N5)Αδενοσίνη AdenosineΑδενυλικό οξύ Adenylic acidΑδένωμα AdenomaΑδιαθεσία SicknessΑδιάλυτη ένωση Insoluble compoundΑδιάλυτος Insoluble Αδιαπέραστες συσκευασίες Sift-proof packagingΑδιπικό οξύ ή 1,6-εξανοδιοϊκό οξύ Adipic acid or

1,6-hexanedioic acid (C6H10O4)Αδιπικός αιθυλεστέρας Ethyl adipate

(C2H5OOC(CH2)4COOC2H5)Αδιπικός διμεθυλεστέρας Dimethyl adipate (C8H14O4)Αδιπικός εξυλεστέρας Hexyl adipateΑδιπονιτρίλιο ή τετραμεθυλενοκυανίδιο ή

1,4-δικυανοβουτάνιο Adiponitrile or tetramethylene cyanide or 1,4-dicyanobutane (C6H8N2)

Αδράνεια InertiaΑδρανές UnreactiveΑδρανές αέριο Inert gasΑδρανή Aggregates

Αδρανής κατάσταση Inert conditionΑδρανοποίηση InertingΑδρεναλίνη AdrenalinΑδρενοκορτινάλη Adrenocortinal Αδυναμία WeaknessΑδυναμία συγκέντρωσης Concentration lossΑέρια υπό πίεση Gases under pressureΑέρια φάση Gas phaseΑέρια χρωματογραφία Gas chromatography (GC)Αέριο GasΑερισμός με αντικατάσταση του υπάρχοντος αέρα

Replacement ventilationΑερισμός με αραίωση του υπάρχοντος αέρα Dilution

ventilationΑερόλυμα AerosolΑεροσυμπιεστής Air compressorΑερόσφυρα Pile hammerΑερόσφυρες χειρός JackhammersΑερόφερτο Airborn1-αζαφαινανθρένιο βλέπε 5,6-βενζοκινολίνη Αζεοτροπικό AzeotropeΑζίδιο AzideΑζίδιο του μολύβδου Lead azide (Pb(N3)2)Αζίδιο του νατρίου ή νατραζίδιο Sodium azide (NaN3)Αζιριδίνες AziridinesΑζουλένιο Azulene (C10H8)Αζω-ένωση Azo compound (Ar-N=NAr΄)Άζωτο ή νιτρογόνο Nitrogen (Ν, N2 ως αέριο)Άζωτο της ουρίας στο αίμα Blood urea nintrogenΑζώχρωμα Azo-dye (C6H5N=N C6H4OH)Αθηροσκλήρωση ή αρτηριοσκλήρωση AtherosclerosisΑθλητικά ατυχήματα Sport accidentsΑθόρυβο NoiselessΆθροισμα ρευμάτων Summation of currentsΑθροιστής SummerΑθροιστικά αποτελέσματα Additive effectsΑθροιστική έκθεση Cumulative exposureΑιθάλη Carbon black, shootΑιθανάλη ή ακεταλδεΰδη Ethanal, acetaldehyde (C2H4O)Αιθαναμίδιο ή ακεταμίδιο Ethanamide, acetamide

(CH3CONH2)Αιθάνιο Ethane (C2H6)Αιθανοδινιτρίλιο βλέπε κυανογόνο Αιθανοδιοϊκό οξύ ή δικαρβοξυλικό οξύ ή οξαλικό οξύ

Dicarboxylic acid or oxalic acid or ethanedioic acid (C2H2O4)

A

lexiko113s212.indd 115 10/29/08 1:32:12 PM

Page 114: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

116

Αίμα

Αιθανοδιόλη Ethanediol1,2-αιθανοδιόλη βλέπε αιθυλενογλυκόλη Αιθανοθειόλη ή αιθυλομερκαπτάνη Ethanethiol or

ethyl mercaptan (C2H6S)Αιθανοϊκό οξύ ή οξικό οξύ Ethanoic acid or acetic acid

(C2H4O2)Αιθανοϊκός βινυλεστέρας βλέπε οξικός βινυλεστέρας Αιθανολαμίνη ή 2-αμινοαιθανόλη Ethanolamine or

2- aminoethanol (C2H7NO)Αιθανόλη βλέπε αιθυλική αλκοόλη Αιθανονιτρίλιο ή ακετονιτρίλιο ή μεθυλοκυανίδιο

Ethanenitrile or acetonitrile or methyl cyanide (C2H3N)Αιθανοΰλιο Ethanoyl (CH3CO)Αιθένιο ή αιθυλένιο Ethene or ethylene (C2H4)Αιθέρες EthersΑιθέρες στέμματος Crown ethersΑιθίνιο ή ακετυλένιο ή ασετυλίνη ή οξυλένιο Ethyne or

acetylene (C2H2)Αιθινυλολίθιο EthynylithiumΑιθιόν EthionΑιθοξείδιο Ethoxide Αιθοξείδιο του νατρίου Sodium ethoxide (C2H5ONa)Αιθοξυμεθανόλη Ethoxymethanol (C4H10O2)Αιθοξυπροπιονικός αιθυλεστέρας Ethyl ethoxypropionateΑιθυλo προπυλακρολεΐνη Ethyl propylacrolein Αιθυλαιθέρας Ethyl ether (C4H10O)Αιθυλακετυλένιο ή βουτίνιο Ethylacetylene or butyneΑιθυλαμίνη ή αμινοαιθάνιο Ethylamine (C2H7N)Αιθυλένιο βλέπε αιθένιο Αιθυλενοβρωμοϋδρίνη ή 2-βρωμοαιθανόλη

Ethylene bromohydrin or 2-bromoethanol (C2H5BrO)Αιθυλενογλυκόλη ή 1,2-αιθανοδιόλη Ethylene glycol or

1,2-ethanediol (C2H6O2)Αιθυλενοδιαμίνη Ethylenediamine (C2H8N2)Αιθυλενοδιαμινοδιοξεικό τετρανάτριο

Ethylenediaminediacetic acid tetrasodium salt (C10H16N2O8.4Na)

Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό οξύ Ethylenediaminetetraacetic acid (EDTA) (C10H16N2O8)

Αιθυλενοδιβρωμίδιο ή διβρωμιούχο αιθυλένιο ή διβρωμοαιθυλένιο Ethylene dibromide or dibromoethylene (C2H4Br2)

Αιθυλενοδιχλωρίδιο βλέπε διχλωροαιθυλένιο Αιθυλενοδιχλωρίδιο ή διχλωριούχο αιθύλιο ή

διχλωροαιθυλένιο ή διχλωροαιθάνιο Ethylene dichloride or dichloroethylene or dichloroethane (C2H4Cl2)

Αιθυλενοϊμίνη Ethylenimine (C2H5N)

Αιθυλενοκυανοϋδρίνη Ethylene cyanohydrin (C2H5CNO)Αιθυλενοξείδιο ή οξείδιο του αιθυλενίου Ethylene oxide

(C2H4O)Αιθυλενοχλωροϋδρίνη Ethylene chlorohydrin (C2H5ClO)Αιθυλεξυλαμίνη EthylhexylamineΑιθυλεξυλοφωσφορικό οξύ Ethylhexylphosphoric acidΑιθυλεστέρας παλμιτικού οξέος ή δεκαεξανοϊκός

αιθυλεστέρας ή παλμιτικός αιθυλεστέρας Ethyl palmitate or ethyl hexadecanoate

Αιθυλεστέρας του βενζοϊκού οξέος βλέπε βενζοϊκός αιθυλεστέρας

Αιθυλιδενονορβορνένιο Ethylidene norbornene (C9H12)Αιθυλική αλκοόλη ή αιθανόλη ή οινόπνευμα Ethyl alcohol

or ethanol (C2H6O)Αιθύλιο Ethyl (C2H5)Αιθυλοαλκυλομηλονικός εστέρας βλέπε αλκυλομηλονικός

αιθυλεστέρας Αιθυλοαμυλοκετόνη Ethyl amyl ketone (C8H16O)Αιθυλοβενζόλιο Ethyl benzene (C8H10)Αιθυλοβουτυλαιθέρας Ethyl butyl ether (ETBE)Αιθυλοβουτυλαμίνη EthylbutylamineΑιθυλοβουτυλοκετόνη ή 3-επτανόνη Ethyl butyl ketone or

3-heptanone (C7H14O)Αιθυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο αιθύλιο ή βρωμοαιθάνιο

Ethyl bromide (C2H5Br)Αιθυλοβρωμοπροπιονικός εστέρας ή βρωμοπροπιονικός

αιθυλεστέρας Ethyl bromopropionateΑιθυλοδιμεθυλοξικό οξύ ή 2,2-διμεθυλοβουτανοϊκό οξύ

Ethyldimethylacetic acid or 2,2-dimethylbutanoic acidΑιθυλοεξανοϊκό οξύ Ethylhexanoic acidΑιθυλοηλεκτρικό οξύ Ethylsuccinic acidΑιθυλοισοβουτυλομηλονικός εστέρας Ethyl

isobutylmalonate Αιθυλοϊωδίδιο ή ιωδοαιθάνιο Ethyl iodide or iodoethane

(C2H5O2)Αιθυλοκυκλοεξάνιο EthylcyclohexaneΑιθυλοκυκλοεξυλαμίνη EthylcyclohexylamineΑιθυλολίθιο EthyllithiumΑιθυλομεθυλαμίνη βλέπε μεθυλοαιθυλαμίνη Αιθυλομερκαπτάνη βλέπε αιθανοθειόλη Αιθυλομορφολίνη Ethylmorpholine (C6H13NO)Αιθυλοτολουόλιο EthyltolueneΑιθυλοφαινόλη EthylphenolΑιθυλοφαινυλοαιθέρας βλέπε φαινετόλη Αιθυλοχλωρίδιο ή χλωροαιθάνιο ή χλωριούχο αιθύλιο

Ethyl chloride or chloroethane (C2H5Cl)Αίμα Blood

lexiko113s212.indd 116 10/29/08 1:32:13 PM

Page 115: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

117

A

Ακροδέκτες αγωγών

Αιμαγγείωμα HemangiomaΑιματίνη HematinΑιματολογία Hematology, haematologyΑιματολογικές εξετάσεις Haematology Αιματουρία HematuriaΑιμάτωμα HematomaΑίμη HemeΑιμοληψία Blood specimen collectionΑιμόλυση Hemolysis, haemolysisΑιμοπετάλια αίματος Blood plateletsΑιμοπεταλικός παράγοντας Platelet factorΑιμορραγία Hemorrhage or bleedingΑιμορραγικός πυρετός Hemorrhagic feverΑιμοσφαιρίνη HemoglobinΑϊνστάνιο Einsteinium (Es)Αισθητήρας SensorΑισθητήρας θερμοκρασίας Temperature sensorΑισθητήρια όργανα Sense organs, sensory organsΑιτία ατυχημάτων Cause of an accidentΑιτών ApplicantΑιώρημα βλέπε γαλάκτωμα Ακαθόριστα σωματίδια Particulates Not Otherwise

Specified (PNOS)Ακάλυπτες πηγές ανάφλεξης Naked lightsΆκαμπτο εσωτερικό δοχείο Rigid inner receptacleΆκαμπτο πλαστικό IBC Rigid plastics IBCΆκαμπτος RigidΑκαμψία AcampsiaΑκατέργαστες χλωροϋδρίνες Chlorohydrins crudeΑκατέργαστο ρητινέλαιο Crude tall oilΑκατέργαστος CrudeΑκεταλδεΰδη βλέπε αιθανάλη Ακεταλδόλη ή 3-υδροξυβουτανάλη Acetaldol or

3-hydroxybutanal (C4H8O2)Ακεταλδοξίμη ή οξίμη της ακεταλδεΰδης Acetaldehyde

oxime or acetaldoxime (C2H5NO)Ακετάλη Acetal (C6H14O2)Ακεταμίδιο βλέπε αιθαναμίδιο Ακετανιλίδιο Acetanilide (C6H5NHCOCH3)Ακετοακετανιλίδιο Acetoacetanilide (C10H11NO2)4-ακετοαμινοφαινόλη βλέπε παρακεταμόλη Ακετόλη Acetol (CH3COCH2OH)Ακετόνη βλέπε προπανόνη Ακετονικό οξύ βλέπε γαλακτικό οξύ Ακετονιτρίλιο βλέπε αιθανενιτρίλιο Ακετονοκυανοϋδρίνη ή 2-κυανο-2-προπανόλη ή 2-μεθυλοακετονιτρίλιο Acetone

cyanohydrin or 2-cyano-2-propanol or 2-methylacetonitrile (C4H7NO)

Ακετονυλακετόνη βλέπε εξανοδιόνη Ακετοξικός αιθυλεστέρας ή διοξικός εστέρας ή ακετοξικός

εστέρας ή ακετυλακετονικός αιθυλεστέρας Ethyl acetoacetate or diacetic ester or acetoacetic ester or ethyl acetylacetonate (C6H10O3)

Ακετοξικός εστέρας βλέπε ακετοξικός αιθυλεστέρας Ακετοξυλίωση AcetoxylationΑκετοτολουιδίνη Acetotoluidine (C9H11N)Ακετοφαινόνη ή μεθυλοφαινυλοκετόνη Acetophenone or

methyl phenyl ketone (C6H5COCH3)Ακετυλακετόνη ή 2,4-πεντανοδιόνη Acetyl acetone or

2,4-pentanedione (C5H8O2)Ακετυλακετονικός αιθυλεστέρας βλέπε ακετοξικός

αιθυλεστέρας Ακετυλένιο βλέπε αιθίνιο Ακετυλίδιο του ασβεστίου βλέπε καρβίδιο του ασβεστίου Ακετυλίδιο του λιθίου Lithium acetylideΑκετύλιο AcetylΑκετυλογλουσιτόλη ή ακετυλοσορβιτόλη acetylglucitol or

acetylsorbitolΑκετυλοκυστεΐνη AcetylcysteineΑκετυλοσαλικυλικό οξύ ή ασπιρίνη Acetylsalicylic acid or

aspirin (C9H8O4)Ακετυλοσορβιτόλη βλέπε ακετυλογλουσιτόλη Ακετυλουρία AcetylureaΑκετυλοχλωρίδιο Acetyl chloride (C2H3ClO)Ακετυλοχολίνη Acetylcholine (C7H17NO3)Ακίνητη φάση ή στατική φάση Stationary phaseΑκμή AcneΑκοή HearingΑκονιτικό οξύ Aconitic acid (P(C6H6O6))Ακοομέτρηση Audiometric testingΑκοομετρία AudiometryΑκοομετρική συσκευή Audiometric equipmentΑκοόμετρο AudiometerΑκόρεστο διάλυμα Unsaturated solutionΑκόρεστοι υδρογονάνθρακες Unsaturated hydrocarbonsΑκόρεστος UnsaturatedΑκούσια επαφή Fortuitous contact Ακουστικά σήματα κινδύνου Auditory danger signalsΑκουστική μόνωση Acoustical insulationΑκουστικό EarphoneΑκουστικός AcousticΑκρίβεια AccuracyΑκροδέκτες αγωγών Conductor terminations

lexiko113s212.indd 117 10/29/08 1:32:13 PM

Page 116: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

118

Αλλεργία στο λάτεξ

Ακροδέκτης (ηλεκτρικός) TerminalΑκρολεΐνη ή προπενάλη Acrolein or propenal (CH2=CHCHO)Ακροφύσιο NozzleΑκροφύσιο (π.χ αυτόματης πιπέτας) TipΑκροφύσιο (π.χ πυροσβεστικού σωλήνα) JetΑκρυλαμίδιο Acrylamide (C3H5NO)Ακρυλικό οξύ ή προπενοϊκό οξύ Acrylic acid or propenoic

acid (CH2=CHCOOH)Ακρυλικός αιθυλεξυλεστέρας Ethylhexyl acrylate Ακρυλικός αιθυλεστέρας ή προπενικός αιθυλεστέρας Ethyl

acrylate or ethyl propenoate (C5H8O2)Ακρυλικός βουτυλεστέρας Butyl acrylate (C7H12O2)Ακρυλικός δεκυλεστέρας Decyl acrylate (C13H24O2)Ακρυλικός μεθυλεστέρας Methyl acrylate (CH2=CHCOOCH3)Ακρυλικός υδροξυαιθυλεστέρας Hydroxyethyl acrylateΑκρυλικός υδροξυπροπυλεστέρας Hydroxypropyl acrylate

(C6H10O3)Ακρυλονιτρίλιο ή προπενονιτρίλιο Acrylonitrile or

propenenitrile (CH2=CH-C≡N)Άκρως βιοσυσσωρεύσιμος Very bio-accumulativeΑκρωτηριασμένος AmputeΑκρωτηριασμός Loss of limbΑκτίνες γ γ–raysΑκτίνες Χ X-rays Ακτινίδες ActinoidsΑκτίνιο Actinium (Ac)Ακτινοβόληση IrradiationΑκτινοβολία RadiationΑκτινοβολία λέιζερ Laser radiationΑκτινογραφία RadiographyΑκτινοπροστασία Radiation protectionΑκυλίωση AcylationΑκυλοχλωρίδιο Acyl chloride (RCOCl)Αλανίνη ή α-αμινοπροπιονικό οξύ Alanine or

α-aminopropionic acid (Ala, A) (CH3CHNH2COOH)Άλας ή αλάτι SaltΆλατα του κυανίου ή κυανιούχα άλατα Cyanide saltsΑλατότητα SalinityΑλατόφιλα βλέπε αλόφιλα Αλβουμίνη AlbuminΑλγίνη AlginΑλγινικό οξύ Alginic acidΑλδαρικό οξύ Aldaric acidΑλδεΰδη Aldehyde (RCHO)Αλδιτόλη AlditolΑλδοεξόζη AldohexoseΑλδόζη ή β-υδροξυαλδεΰδη Aldose

Αλδονικό οξύ Aldonic acidΑλδονολακτόνη AldonolactoneΑλδοπεντοζίτης AldopentosideΑλδοστερόνη Aldosterone (C21H28O5)Αλδρίνη Aldrin (C12H8Cl6)Αλειφατικές αλδεΰδες Aliphatic aldehydesΑλειφατικές ενώσεις Aliphatic compoundsΑλειφατικές κετόνες Aliphatic ketonesΑλειφατικοί υδρογονάνθρακες Aliphatic hydrocarbonatesΆλεση GrindingΑληθές TrueΑλιζαρίνη Alizarin (C14H8O4)Αλκάλια AlkalisΑλκαλικότητα AlkalinityΑλκαλοειδή AlkaloidsΑλκαλοειδή του οπίου Alkaloids of opiumΑλκάνια ή παραφίνες Alkanes or paraffinsΑλκαρυλοδιθειοφωσφορικός ψευδάργυρος Zinc alkaryl

dithiophosphateΑλκένια AlkenesΑλκίνιο AlkyneΑλκοόλες AlcoholsΑλκοολικά βερνίκια Spirit varnishesΑλκοολισμός AlcoholismΑλκοόλυση AlcoholysisΑλκυλακετοξικός αιθυλεστέρας Ethyl alkylacetoacetate

(RC6H9O3)Αλκυλαλογονίδιο Alkyl halide (R΄X)Αλκύλια του αργιλίου Aluminium alkylsΑλκύλιο AlkylΑλκυλίωση AlkylationΑλκυλοβενζόλιο Alkylbenzene Αλκυλοβοράνιο AlkylboraneΑλκυλοβρωμίδιο βλέπε βρωμοαλκάνιο Αλκυλοδιαλογονίδιο Alkyl dihalideΑλκυλοδιθειοφωσφορικός ψευδάργυρος Zinc alkyl

dithiophosphateΑλκυλοϊωδίδιο Alkyl iodide (C3H5I)Αλκυλολίθιο Alkyllithium (RLi)Αλκυλομηλονικός αιθυλεστέρας ή αιθυλοαλκυλομηλονικός

εστέρας Ethyl alkylmalonateΑλκυλομηλονικός εστέρας Alkylmalonic ester

(RCH(COOC2H5)2)Αλκυλοτοσυλεστέρας Alkyl tosylate (TsCl)Αλκυλοχλωρίδιο βλέπε χλωροαλκάνιο Αλλεργία AllergyΑλλεργία στο λάτεξ Latex allergy

lexiko113s212.indd 118 10/29/08 1:32:13 PM

Page 117: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

119

A

Αμινοφαινόλη

Αλλεργική ρινίτιδα Allergic rhinitisΑλλεργική φλεγμονή των πνευμονικών κυψελίδων Allergic

alveolitisΑλλεργιογόνο AllergenΑλληλεπίδραση InteractionΑλλιτόλη AllitolΑλλοδαπός εργαζόμενος Foreign workerΑλλοπυρανόζη AllopyranoseΑλλυλική αλκοόλη ή προπεν-1-όλη-3 Allyl alcohol or

propen-1-ol-3 (C3H6Ο)Αλλυλικό υδρογόνο Allylic hydrogenΑλλύλιο Allyl (CH2=CHCH2-)Αλλυλοαλοπρένιο Allyl halopreneΑλλυλοβενζόλιο ή 3-φαινυλοπροπένιο Allylbenzene or

3-phenylpropeneΑλλυλοβρωμίδιο ή 3-βρωμοπροπένιο ή

3-βρωμοπροπυλένιο Allyl bromide or 3-bromopropene or 3-bromopropylene (C3H5Br)

Αλλυλογλυκιδυλαιθέρας Allyl glycidyl ether (AGE) (C6H12Ο2)Αλλυλοκυανίδιο ή κυανιούχο αλλύλιο Allyl cyanideΑλλυλοπροπυλοδισουλφίδιο Allyl propyl disulfide (C6H12S2)Αλλυλοχλωρίδιο ή 3-χλωροπροπένιο ή 3-χλωροπροπυλένιο

ή 3-χλωρο-1-προπένιο ή χλωριούχο αλλύλιο Allyl chloride or 3-chloropropene or 3-chloropropylene or 3-chloro-1-propene (C3H5Cl)

Άλμες διατρήσεως Drilling brines Αλογονοϊόν Halid ionΑλογονοκετόνη Halo ketone

Αλογονοπαράγωγα υδρογονανθράκων Halogenated hydrocarbons

Αλογονοϋδρίνη HalohydrinΑλογονωμένες οργανικές ενώσεις Halogenated organic

compoundsΑλογόνωση HalogenationΑλοθάνιο Halothane (C2HBrClF3)Αλοιφή OintmentΑλουμίνα βλέπε οξείδιο του αργιλίου Αλουμινόχαρτο Aluminium foilΑλόφιλα ή αλατόφιλα HalophilesΑλταρικό οξύ Altaric acidΑλτρόζη AltroseΑλυσίδα ηλεκτρικής ασφάλειας (ασανσέρ) Electric safety

chainΑλυσιδωτός αορτήρας Chain slingΑλυσοπρίονο Chain sawΑμάλγαμα AmalgamΑμελητέος Negligible

Αμερικανική Εταιρεία των Κυβερνητικών Υγιεινολόγων Βιομηχανίας American Conference of Government Industrial Hygienists (ACGIH)

Αμερίκιο Americium (Am)Αμερόληπτο δείγμα Unbiased sampleΑμεροληψία ImpartialityΆμεσες επιπτώσεις Acute effectsΆμεση σύνδεση On-lineΑμίαντος AsbestosΑμιαντοτσιμέντο Asbestos-cementΑμιάντωση Asbestosis Αμίδια και παράγωγά τους Amides and their derivativesΑμιδικό ιόν Amide ion Αμίδιο AmideΑμίνη Amine 4-αμινοαζωβενζόλιο ή 4-αμινο-1,1-αζωβενζόλιο

p-aminoazobenzene or 4-amino-1,1-azobenzene (C12H11N3)Αμινοαιθανικό οξύ βλέπε γλυκίνη Αμινοαιθάνιο βλέπε αιθυλαμίνη 2-αμινοαιθανόλη βλέπε αιθανολαμίνη Αμινοακετοφαινόνη AminoacetophenoneΑμινοανθρακινόνη Aminoanthraquinone (C14H9NO2)Αμινοβενζοϊκό οξύ Aminobenzoic acid (H2NC6H4COOH)Αμινοβενζοϊκός αιθυλεστέρας Ethyl aminobenzoateΑμινοβενζόλιο βλέπε ανιλίνη α-αμινο-β-μεθυλοβαλεριανικό οξύ βλέπε ισολευκίνη α-αμινογλουταρικό οξύ βλέπε γλουταμικό οξύ Αμινογλουτεθιμίδη AminoglutethimideΑμινοδιφαινύλιο Aminodiphenyl (C12H11N)4-αμινοδιφαινύλιο βλέπε διφαινυλαμίνη Αμινοενώσεις Amine compoundsΑμινοεπτάνιο βλέπε επτυλαμίνη Αμινοηλεκτρικό οξύ ή ασπαρτικό οξύ Aminosuccinic acid or

aspartic acid (C4H7NO4) (Asp, D)α-αμινοϊσοκαπροϊκό οξύ βλέπε λευκίνη Αμινοκαπροϊκό οξύ Aminocaproic acidΑμινομεθυλοναφθαλίνιο Aminomethyl naphthalene

(C10H7CH2NH2)Αμινοναφθαλίνιο βλέπε ναφθυλαμίνη Αμινοξύ Amino acidΑμινοοξικό οξύ βλέπε γλυκίνη 1-αμινοπροπάνιο βλέπε προπυλαμίνη 2-αμινοπροπάνιο βλέπε ισοπροπυλαμίνη α-αμινοπροπιονικό οξύ βλέπε αλανίνη Αμινοπυριδίνη Aminopyridine (C5H6N2)Αμινοτολουόλιο βλέπε τολουιδίνη Αμινοφαινόλη Aminophenol (C6H7NO)

lexiko113s212.indd 119 10/29/08 1:32:13 PM

Page 118: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

120

Ανάπαυση

Αμινοφυλλίνη AminophyllineΑμιτρόλη ή 3-αμινο-1,2,4-τριαζόλη Amitrole or

3-amino-1,2,4-triazole (C2H4N4)Αμμινοηλεκτρικό οξύ βλέπε ασπαρτικό οξύ Αμμοβολή Sand-blastingΑμμόστρωση SandingΑμμωνία Ammonia (NH3)Αμμωνόλυση AmmonolysisΑμοιβαία επαγωγή Mutual inductanceΑμοιβή RewardΑμυγδαλέλαιο Almond oilΑμυγδαλικό οξύ Mandelic acid (C8H8O3)Αμυγδαλονιτρίλιο MandelonitrileΑμυλάση AmylaseΆμυλο Starch (C6H10O5)xΑμυλόζη Amylosetert-αμυλομεθυλαιθέρας tert-amyl methyl ether (TAME)Αμυλοπηκτίνη AmylopectinΑμφεταμίνη AmphetamineΑμφιβολία DoubtΑμφιστιβάδα BilayerΑμφολύτης AmpholyteΑμφολυτικό ρυθμιστικό διάλυμα Ampholytic bufferΑναβατήρες HoistsΑναβατόριο φορτίων HoistΑναγγελία ατυχημάτων Notification of accidentsΑναγνώριση RecognitionΑναγνώριση κινδύνου Hazard identification, Identification

of hazardΑναγνωρισμένες επαγγελματικές ασθένειες Recognised

occupational diseasesΑναγωγή ReductionΑνάδευση StirringΑναδιάταξη DisproportionationΑνάδραση βλέπε ανατροφοδότηση Αναδρομική εκτίμηση έκθεσης Retrospective exposure

assessmentΑναδρομική μελέτη Retrospective studyΑναζήτηση εργασίας Job searchΑνάθεση DelegationΑνάθεση καθηκόντων Allocation of functionsΑναθεωρώ ReviewΑναθυμιάσεις από την κατεργασία καουτσούκ Rubber fumesΑναιμία AnaemiaΑναισθησία AnesthesiaΑναισθητικό AnaestheticΑνακατασκευασμένη συσκευασία Remanufactured packaging

Ανάκληση RecallΑνάκτηση Recovery (R) Ανάκτηση πετρελαιοειδών Recovery of the oil spiltΑνακύκληση ή ανακύκλωση RecyclingΑνακυκλωμένο πλαστικό υλικό Recycled plastics materialΑνακύκλωση βλέπε ανακύκληση Αναλγησία AnalgesiaΑναλγητικό AnalgesicΑναλογικό πηλίκο θνησιμότητας Proportionate mortality

ratios (PMRs)Ανάλυση Pareto Pareto analysisΑνάλυση αερίων αίματος Blood gas analysisΑνάλυση δεξιοτήτων Skill analysisΑνάλυση επικινδυνότητας Consequence analysis Ανάλυση και διαχείριση κινδύνου Risk analysis and

managementΑνάλυση και σχεδιασμός της θέσης εργασίας Job analysis

and designΑνάλυση κινδύνων Hazard analysisΑνάλυση κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου Hazard

Analysis and Critical Control Points (HACCP)Ανάλυση κόστους-οφέλους Cost-benefit analysisΑνάλυση συμμεταβολής Regression analysisΑνάλυση συστημάτων System analysisΑνάλυση συσχέτισης Correlation analysisΑνάλυση τελικού υπολείμματος Terminal residue analysisΑνάλυση της διαμόρφωσης Conformation analysisΑνάλυση των αποκρίσεων Deviation analysis Αναλυτέα ουσία ή προσδιοριζόμενο συστατικό ή αναλύτης

AnalyteΑναλυτής συνεχούς ροής Continious analyzerΑναλυτική διαδικασία Analytical procedureΑναλυτική μέθοδος Analytical methodΑναλυτική τεχνική βλέπε τεχνική ανάλυσης Αναλυτική χημεία Analytical chemistryΑναλυτικός προσδιορισμός Analytical determinationΑναλυτικώς καθαρό αντιδραστήριο Reagent grade or

analytical grade (AG)Ανάμιξη DressingΑναμιξιμότητα MiscibilityΑναμοχλευτής RipperΑνάνηψη ResuscitationΑναπαραγωγική τοξικότητα Reproductive toxicityΑναπαραγωγικό σύστημα Reproductive systemΑναπαραγωγικός ReproductiveΑναπαραγωγιμότητα Reproducibility Ανάπαυση Rest

lexiko113s212.indd 120 10/29/08 1:32:13 PM

Page 119: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

121

A

Ανθρώπινος παράγοντας

Αναπηρία DisabilityΑναπνεύσιμη σκόνη Respirable dustΑναπνεύσιμο κλάσμα Respirable fractionΑναπνεύσιμος RespirableΑναπνευστήρες RespiratorsΑναπνευστικά νοσήματα Respiratory diseasesΑναπνευστικά προβλήματα Breathing problemsΑναπνευστική οδός Respiratory tractΑναπνευστική συσκευή Breathing apparatusΑναπνοή Respiration or breathingΑνάπτυξη των ανθρώπινων πόρων Human resource

developmentΑνάρρωση ConvalescenceΑνάρτηση SuspensionΑνασκευασμένο IBC Remanufactured IBCΑνασκόπηση ReviewΑνασκόπηση σύμβασης Contract reviewΑνασκόπηση σχεδιασμού Design reviewΑνασκόπηση της διαχείρισης Management reviewΑνασκόπηση χρησιμοποίησης υπηρεσιών Utilization review

(UR)Αναστολέας InhibitorΑναστροφέας προσήμου InverterΑναστροφή ή ιμβερτοποίηση Inversion Ανατίναξη (με εκρηκτικά) BlastingΑνατομία AnatomyΑνατρεπόμενο (φορτηγό) DumperΑνατροφοδότηση ή ανάδραση FeedbackΑνάφλεξη IgnitionΑναφλέξιμη ουσία Combustible substanceΑναφορά ReportΆνδρας ManΑνδρογόνο AndrogenΑνειδίκευτοι εργάτες Unskilled workers, elementary

occupationsΑνεκτικότητα ToleranceΑνελκυστήρας άμεσης επενέργειας Direct acting liftΑνελκυστήρας ατόμων Passenger liftΑνελκυστήρας έμμεσης επενέργειας Indirect acting liftΑνελκυστήρας ή ασανσέρ Elevator, liftΑνελκυστήρας μικρών φορτίων Service liftΑνελκυστήρας υδραυλικός Hydraulic liftΑνελκυστήρας φορτίων Goods liftΑνελκυστήρας φορτίων με συνοδεία ατόμων Goods

passenger liftΑνεμιστήρας FanΑνενεργός Inactive

Ανεπαρκής InsufficientΑνεπαρκής χώρος εργασίας Insufficient work spacingΑνεπιθύμητη συνέπεια Undesirable consequenceΑνεργία UnemploymentΆνεργος UnemployedΑνηγμένη μάζα Reduced massΑνηθόλη ή ανηθέλαιο Anethole or oil of aniseed or

1-methoxy-4-prop-1-enylbenzene (C10H12O)Ανθεκτικός PersistentΑνθεκτικότητα (π.χ. επικύρωση αναλυτικών μεθόδων)

Ruggedness, robustnessΑνθεκτικότητα ή αντοχή στον χρόνο (π.χ. υλικών) DurabilityΆνθρακας ή καρβόνιο Carbon (C)Ανθρακασβέστιο βλέπε καρβίδιο του ασβεστίου Ανθρακένιο Anthracene (C14H10)Ανθρακικό αμμώνιο Ammonium carbonate ((NH4)2CO3)Ανθρακικό ασβέστιο Calcium carbonate (CaCO3)Ανθρακικό βάριο Barium carbonate (BaCO3)Ανθρακικό βενζυλοχλωρίδιο βλέπε χλωροκαρβονικός

βενζυλεστέρας Ανθρακικό βηρύλλιο Beryllium carbonate (BeCO3)Ανθρακικό βόριο Boron carbonate (B2(CO3)3)Ανθρακικό διφαινύλιο Diphenyl carbonate (C13H10Ο3)Ανθρακικό κάλιο Potassium carbonate (CK2O3)Ανθρακικό λίθιο Lithium carbonate (Li2CO3)Ανθρακικό μαγγάνιο Manganese carbonate (MnCO3 ή

Mn(CO3)2)Ανθρακικό μαγνήσιο Magnesium carbonate (MgCO3)Ανθρακικό οξύ Carbonic acid (H2CO3)Ανθρακικό χρώμιο Chromium carbonate (CrCO3 ή Cr2(CO3)3)Ανθρακικός αιθυλεστέρας Ethyl carbonate (C2H5OC=OOC2H5)Ανθρακικός μόλυβδος Lead carbonate (PbCO3)Ανθρακικός χαλκός Copper carbonate (CuCO3 ή Cu2(CO3)3)Ανθρακινόνη Anthraquinone (C14H8O2)Ανθρακίτης AnthraciteΑνθρακοπυρίτιο βλέπε καρβίδιο του πυριτίου Ανθρακούχος χάλυβας Carbon steelΑνθρακοφουράνιο Carbofuran (C12H15NO3)Ανθράκωση AnthracosisΑνθρανιλικό οξύ Anthranilic acid (o- H2NC6H4COOH)Ανθρόνη Anthrone (C14H10O)Ανθρώπινες σχέσεις Human relationsΑνθρώπινη έκθεση Human exposureΑνθρώπινο δυναμικό ManpowerΑνθρώπινο σφάλμα Human errorΑνθρώπινο σώμα Human bodyΑνθρώπινος παράγοντας Human factor

lexiko113s212.indd 121 10/29/08 1:32:13 PM

Page 120: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

122

Αντιληπτότητα της ομιλίας

Ανθρωπομετρικά δεδομένα Anthropometric dataΑνικανότητα DisabilityΑνιλίνη ή αμινοβενζόλιο ή φαινυλαμίνη Aniline or

aminobenzene or phenylamine (C6H7N)Ανιόν AnionΑνιόν κυκλοπενταδιενίου Cyclopentadienyl anionΑνισαλδεΰδη ή p-μεθοξυβενζαλδεΰδη Anisaldehyde or

p-methoxybenzaldehydeΑνισιδίνη ή μεθοξυανιλίνη Anisidine or methoxyaniline

(C7H9NO)Ανισικό οξύ ή p-μεθοξυβενζοϊκό οξύ Anisic acid or

p-methoxybenzoic acid (p-CH3OC6H4COOH)Ανισόλη ή μεθυλοφαινυλοαιθέρας Anisole or methyl phenyl ether or methoxybenzene (C7H8O)Ανισότητες στην υγεία Health inequalitiesΑνίχνευση DetectionΑνιχνευση ιονισμού φλόγας Flame ionization detection

(FID)Ανίχνευση με φασματομετρία μάζας Mass-spectrometric

detectionΑνίχνευση σύλληψης ηλεκτρονίων Electron capture

detection (ECD)Ανίχνευση συστοιχίας διόδων Diode array detection (DAD)Ανιχνευση φωτοϊοντισμού Photoionization detection (PID)Ανιχνευσιμότητα Traceability, detectabilityΑνιχνευτές προστασίας περιελίξεων Winding temperature

sensorsΑνιχνευτής DetectorΑνιχνευτής διαχωριστικής επιφάνειας Interface detectorΑνιχνευτής καπνού Smoke detectorΑνιχνευτής κλίσης Slope detectorΑνιχνευτής στάθμης σήματος Level detectorΑνοδική αναδιαλυτική ανάλυση Anodic stripping analysisΑνοδική αναδιαλυτική βολταμετρία Anodic stripping

voltametry (ASV)Ανοδική αναδιαλυτική βολταμετρία διαφορικού παλμού

Differential pulse anodic stripping voltametry (DPASV)Ανοδίωση AnodizingΑνοίγω συσκευή Open upΑνοικοδόμηση ReconstructionΑνοικτή δομή Open structureΑνοικτό εμπορευματοκιβώτιο Open containerΑνοιχτό όχημα Open vehicleΑνοιχτού κυκλώματος (π.χ συσκευή) Open-circuitΑνοξία AnoxiaΑνόργανα οξέα Inorganic acidsΑνόργανες ενώσεις Inorganic compounds

Ανόργανες ίνες Mineral fibresΑνόργανη χημεία Inorganic chemistryΑνορθωτής RectifierΑνοσία ImmunityΑνοσμία AnosmiaΑνοσογράφημα ImmunogramΑνοσοενζυματική μέθοδος Immunofermental methodΑνοσοηλεκτροφόρηση ImmunoelectrophoresisΑνοσολογία ImmunologyΑνοσολογική δερματίτιδα εξ επαφής (ΔΕΕ) Immunological

Contact DermatitisΑνοσολογοτοξικολογία ImmunotoxicologyΑνοσοποιητικό σύστημα Immume systemΑνοσοτοξικά ImmunotoxicantsΑνοσοτοξικότητα ImmunotoxicityΑνοχή ToleranceΑνταλλαγή αδελφών χρωματιδίων Sister Chromatid

Exchanges (SCEs)Ανταλλακτική χωρητικότητα Exchange capacityΑντανακλαστικό ή ανακλαστικό ReflexΑντανακλαστικός ReflectiveΑντήχηση ή ηχώ ReverberationΑντιασφυξιογόνες μάσκες Gas masksΑντίβαρο (π.χ. σε ασανσέρ) CounterweightΑντιβιοτικά AntibioticsΑντιγόνα AntigensΑντίγραφο DuplicateΑντίδοτα AntidotesΑντίδοτα δηλητηρίασης Poisoning remediesΑντιδράσεις διάσπασης Cleavage reactionΑντίδραση ReactionΑντίδραση προσθήκης- απόσπασης Addition-elimination

reactionΑντιδραστήριο ReagentΑντιδραστήριο μεγάλης δραστικότητας Reagent of high

reactivityΑντιδραστήριο μικρής δραστικότητας Reagent of low

reactivityΑντιδρόν ReactantΑντιεκρηκτικό Explosion proofΑντίθετη κίνηση κυκλοφορίας Partial contraflowΑντικατάσταση εξοπλισμού Equipment replacementΑντικειμενικά στοιχεία Objective evidenceΑντικροτικά AntiknocksΑντικροτικά σύνθετα κινητήρων Motor fuel anti-knock

compounds Αντιληπτότητα της ομιλίας Intelligibility of speech

lexiko113s212.indd 122 10/29/08 1:32:13 PM

Page 121: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

123

A

Απόβλητα από τη χημική επεξεργασία

Αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης Emergency responseΑντιμόνιο Antimony (Sb)Αντίξοες συνθήκες Adverse conditionsΑντιοξειδωτικά AntioxidantsΑντιπηκτικά AnticoagulantsΑντιπυρική κουβέρτα Fire blanketΑντιπυρικό περίβλημα Flameproof enclosureΑντιπυρίνη βλέπε φαιναζόνη Αντισηπτικό AntisepticΑντισταθμίζω OffsetΑντίσταση ResistanceΑντιστήριξη χαντακιού Trench shieldΑντισώματα AntibodiesΑντιφλεγμονώδη Anti-inflammatoriesΑντλία PumpΑντλία μεταβλητού εκτοπίσματος Variable displacement

pumpΑντλιοστάσιο Pump roomΑντοχή StrengthΑντοχή σε εφελκυσμό Tensile strengthΑντοχή σε εφελκυσμό με κάμψη Bending tensile strengthΑντοχή σε θλίψη ή αντοχή σε συμπίεση ή θλιπτική αντοχή

Compressive strengthΑντοχή σε κάμψη Bending loadΑντοχή σε συμπίεση βλέπε αντοχή σε θλίψη Ανυδρίτης AnhydriteΑνύψωση βαρέων φορτίων Heavy liftingΑνυψωτικά καροτσάκια Forklift trucksΑνυψωτικά περισυλλογής δεμάτων Pick-up balersΑνυψωτικές διατάξεις διάσωσης Rescue lifting devicesΑνυψωτικές τροχαλίες Lifting pulleysΑνυψωτική εξέδρα (πλατφόρμα) Lifting platform, elevating

platformΑνυψωτική μονάδα απλής ενέργειας (π.χ. σε ασανσέρ)

Single acting jackΆνω άκρα Upper limbsΆνω απόληξη φρέατος (π.χ. σε ασανσέρ) HeadroomΑνωμαλίες AbnormalitiesΑνωμερή AnomersΑνώτατη Διοίκηση Top managementΑνώτατη ηχοστάθμη (οξεία έκθεση) Peak sound level (acute

exposure)Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (ΑΣΕ) Supreme Labour

Council (SLC)Ανώτατος Συντονιστής Καταπολέμησης Ρύπανσης (ΑΣΚΡ)

Supreme On-Scene Commander (SOSC)Ανώτερο όριο Upper limit

Ανώτερο όριο εκτίμησης Upper assessment thresholdΑνώτερο στέλεχος Senior executiveΑξίες στον τομέα της ασφάλειας Safety valuesΑξιολόγηση Evaluation, verification activity, assessmentΑξιολόγηση ή αποτίμηση της ποιότητας Quality evaluationΑξιολόγηση της κατάρτισης Training assessmentΑξιολόγηση του προγράμματος Program evaluationΑξιολόγηση χημικής ασφάλειας Chemical Safety

Assessment (CSA)Αξιολογητής ή εκτιμητής ή πραγματογνώμονας AssessorΑξιόπιστη εκτίμηση Reliable assessmentΑξιοπιστία ReliabilityΑξιοπιστία του σχεδίου ασφάλειας Reliability in safety designΑξιοπρέπεια στην εργασία Disent at work, dignity at workΆξονας ShaftΑορτή AortaΆοσμο OdourlessΑπoξείδωση DeoxidationΑπαγορευμένα συστατικά Prohibited ingredientsΑπαγόρευση ProhibitionΑπαγωγή αέρα ExtractionΑπαγωγός Hood, extractionΑπαιτήσεις συστήματος Steering requirementsΑπαιτήσεις της νομοθεσίας Regulatory requirementsΑπαίτηση RequirementΑπανθράκωση CharringΑπάντηση βλέπε απόκριση Απασχόληση EmploymentΑπασχολησιμότητα EmployabilityΑπελευθέρωση LiberationΑπεργία StrikeΑπεσταγμένο νερό Distilled waterΑπιονισμένο νερό Deionized waterΑπλά κατάγματα Closed fracturesΑπλή συσκευή Simple apparatusΑπλό ασφυξιογόνο Simple asphyxiantΑπλοί υγροί κρύσταλλοι Low molecular mass liquid

crystalsΑπλός νουκλεοτιδικός πολυμορφισμός Single nucleotide

polymorphisms (SNPs)Άπνοια ApneaΑποβάθρες εκφόρτωσης Uploading platformsΑποβάθρες φόρτωσης Loading platformsΑπόβλητα από ηλεκτρολυτική διύλιση Waste from

electrolytic refiningΑπόβλητα από τη χημική επεξεργασία Waste from chemical

treatment

lexiko113s212.indd 123 10/29/08 1:32:13 PM

Page 122: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

124

Αποφλοίωση και θερμική μεταχείριση

Απόβλητα από υλικά συντήρησης Wastes from preserving agents

Απόβλητα χημικών ενώσεων Compount wastesΑπόβλητο WasteΑποδεικτική ιατρική της εργασίας Evidence-based

Occupational MedicineΑπόδοση (π.χ. αναλυτικού προσδιορισμού) RecoveryΑπόδοση (π.χ. χημικής αντίδρασης) YieldΑπόδοση (π.χ. εργασίας) PerformanceΑπόδοση στήλης Column efficiencyΑποδοχή παρέκκλισης (π.χ. σε προδιαγραφές) ConcessionΑποδυτήριο Change roomΑποένζυμο ApoenzymeΑποζημίωση CompensationΑποζημίωση εργαζομένων Workers’ compensationΑποθήκευση StorageΑποθήκευση δεξαμενών Tank storageΑποθήκευση κάδων Vat storageΑποθήκη Store, warehouseΑποκατάσταση (π.χ. λειτουργίας) RestorationΑποκατάσταση (π.χ. υγείας) RehabilitationΑποκατάσταση σκυροδέματος Concrete restorationΑποκλειστική χρήση Exclusive useΑπόκλιση DeviationΑπόκριση ή απάντηση ResponseΑπόληξη ή τερματισμός Termination Απολίπανση DegreasingΑπολύμανση Disinfection, decontaminationΑπολύμανση του εξοπλισμού Disinfection of equipmentΑπολυμαντικά DisinfectantsΑπόλυση DismissalΑπόλυτη μέθοδος Absolute methodΑπόλυτο σφάλμα Absolute errorΑπομάκρυνση με σύστημα δημιουργίας κενού Removal

with vacuum unitΑπομάκρυνση πηγών ανάφλεξης Removal of ignition

sourcesΑπομάστευση σιλό Silo dischargeΑπομονωμένη εργασία Isolated workΑπομονωμένοι εργαζόμενοι Lone workersΑπομόνωση QuarantineΑποξέστης ScraperΑποξήλωση επενδύσεων Removal of claddingΑποξήλωση ικριωμάτων Removal of scaffoldingΑποξήρανση DesiccationΑποξήρανση με ψύξη Freeze dryingΑποπληξία ή αιφνιδιαστική προσβολή ή παροξυσμός Seizure

Απορρίμματα μετάλλων Metallic wastesΑπόρριψη DisposalΑπορρόφηση AbsorptionΑπορρόφηση δια της κατάποσης Oral absorptionΑπορρόφηση μέσω του δέρματος Skin absorptionΑπορροφητήρας Fume hoodΑπορροφητής ενέργειας Energy absorberΑπορροφητικές ουσίες SorbentsΑπορροφητικοί σωληνίσκοι με αντλία Pumped sorbent

tubesΑπορροφητικότητα AbsorbanceΑπορρυπαντικά DetergentsΑποσκευές λανθασμένης διαχείρισης Mishandled baggageΑποσκευή μη γνωστής ιδιοκτησίας Unidentified baggageΑποσουλφούρωση ή αποσούλφωση DesulfonationΑποσούλφωση βλέπε αποσουλφούρωση Απόσπαση AbstractionΑπόσταξη DistillationΑπόσταση ασφάλειας Safety distanceΑποστείρωση SterilizationΑπόστημα AbscessΑποστολέας ConsignorΑποστολή Consignment, shipmentΑποσυμπίεση DecompressionΑποσυναρμολόγηση DismantlingΑποσυναρμολογούμενη δεξαμενή ή αποσυνδεόμενη

δεξαμενή Demountable tankΑποσυνδεόμενη δεξαμενή βλέπε αποσυναρμολογούμενη

δεξαμενή Αποσύνθεση ή διάσπαση DecompositionΑποτέλεσμα (π.χ αναλύσεων) ResultΑποτέλεσμα (π.χ επίδρασης) EffectΑποτελέσμα διακρίβωσης Calibration resultΑποτέλεσμα έρευνας Research resultΑποτελεσματικός EffectiveΑποτελεσματικότητα εκρόφησης Desorption efficiencyΑποτέφρωση AshingΑποτέφρωση χαμηλής θερμοκρασίας Low temperature

ashing (LTA)Αποτοξίνωση DetoxicationΑπουσία λόγω ασθένειας Sickness absenceΑπουσιασμός AbsenteeismΑπόφαση DecisionΑποφεύγω AvoidΑποφλοίωση DebarkingΑποφλοίωση και θερμική μεταχείριση Debarking and Heat

Treatment (DB HT)

lexiko113s212.indd 124 10/29/08 1:32:13 PM

Page 123: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

125

A

Ασβέστιο ή κάλσιο

Αποφλοίωση και μεταχείριση με βρωμιούχο μεθύλιο Debarking and Methyl bromide treatment (DB MB)

Αποφρακτική πνευμονοπάθεια Obstructive respiratory diseases

Απόφραξη ObstructionΑποχέτευση DrainΑποχρωματισμός BleachingΑπροσδιόριστο σφάλμα Indeterminate errorΑπροσδόκητη εκκίνηση Unexpected start-upΆπω υπέρυθρη Far infraredΑπώλεια LossΑπώλεια ακοής Hearing lossΑπώλεια θερμότητας Heat lossΑπώλεια χρόνου εργασίας Lost working timeΑπωλεσθείσες ημέρες Days lostΑραβάνη ArabanΑραβινόζη ArabinoseΑραβινοζίτης ArabinosideΑραβινοπυρανόζη Arabinopyranose (C5H10O5)Αραγωνίτης Aragonite (CaCO3)Αραιώνω ή αραιό DiluteΑραίωση κόλλας Dilution of pastesΑραιωτικό DiluentΑργιλία βλέπε οξείδιο του αργιλίου Αργιλικό (πέτρωμα) ArgillaceousΑργίλιο ή αλουμίνιο Aluminium (Al)Αργιλίου καπνοί συγκολλήσεων Aluminium welding fumesΑργιλίου πυροφορική σκόνη Aluminium pyro powdersΑργιλιούχος ArgilliferousΆργιλος ClaysΑργινίνη Arginine (Arg, R)Αργό Argon (Ar)Αργό πετρέλαιο Crude oilΑργυρία (χρόνια δηλητηρίαση από άργυρο) ArgyriaΑργυρομετρία ArgentometryΆργυρος ή ασήμι Silver (Ag)Άρδευση ή πότισμα IrrigationΑρεκαϊδίνη Arecaidine (C7H11O2N)Αρένια ArenesΑρθρίτιδα ArthritisΆρθρο (π.χ. νόμου) ArticleΑρθρώσεις JointsΑριθμός UN UN numberΑριθμός Καταλόγου Υπηρεσίας Περιλήψεων Χημικών

Μελετών Chemical Abstracts Service Registry Number (CAS#)

Αριθμός οκτανίου Octane number

Αρμόδια αρχή Competent authorityΑρμόδιο πρόσωπο Competent personΑρμόδιοι χάραξης πολιτικής Policy makersΑρμόδιος φορέας Competent institutionΑρμοδιότητα Authority, competencyΑρμολογημένη πλινθοδομή Clinker constructionΑρμολόγηση JointingΑρμονικός μέσος όρος Harmonic meanΑρμός Joint Αροχλώρ βλέπε πολυχλωροδιφαινύλια Αρπάγη (εκσκαφέα) ClamshellΑρρυθμία ArrhythmiaΑρσενικικό ασβέστιο Calcium arsenate (Ca3As2O8)Αρσενικικό οξύ Arsenic acid (H3AsO4)Αρσενικικός μόλυβδος Lead arsenate (Pb3(AsO4)2)Αρσενικό Arsenic (As)Αρσενικός MaleΑρσενικώδες οξύ Arsenious acid (H3AsO3)Άρση ή σήκωμα βάρους ή ανύψωση βάρους LiftingΑρσίνη Arsine (AsH3)Αρτάνες SlingsΑρτάνες αιώρησης Swings Αρτηριακή πίεση Blood pressure or arterial pressureΑρτηρίες ArteriesΑρτηριοσκλήρωση βλέπε αθηροσκλήρωση Αρυλαλογονίδιο Aryl halideΑρύλιο Aryl (Ar)Αρυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο αρύλιο Aryl bromide (ArBr)Αρυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο αρύλιο Aryl chloride (ArCl)Αρχεία ποιότητας Quality RecordsΑρχείο δεξαμενής Tank recordΑρχές ενεργοποίησης Actuating principlesΑρχές εργονομικού σχεδιασμού Ergonomic design

principlesΑρχή (π.χ. διοικητική) AuthorityΑρχή (π.χ. πολιτικής ασφάλειας) PrincipleΑρχική ιατρική εξέταση Initial medical examinationΑρωματικά έλαια Essential oilΑρωματικές αλδεΰδες Aromatic aldehydesΑρωματικές ενώσεις Aromatic compoundsΑρωματικές κετόνες Aromatic ketonesΑρωματική αμίνη Aromatic amineΑρωματικοί υδρογονάνθρακες Aromatic hydrocarbonΑρωματικοποίηση AromatizationΑσάφεια ρόλου Role ambiguityΑσαφής προσέγγιση Fuzzy behaviourΑσβέστιο ή κάλσιο Calcium (Ca)

lexiko113s212.indd 125 10/29/08 1:32:13 PM

Page 124: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

126

Ατυχήματα με απουσία άνω των τριών ημερών

Ασβεστοκυαναμίδιο ή κυαναμίδιο του ασβεστίου Calcium cyanamide (CaCN2)

Ασβεστόλιθος LimestoneΑσετυλίνη βλέπε αιθίνιο Ασήμι βλέπε άργυρος Ασηπτική τεχνική Aseptic techniqueΑσθένεια Disease or illnessΑσθένεια από επαναλαμβανόμενη κίνηση Repetitive motion

illnessΑσθένεια των αποφλοιωτών γαρίδων Scampi peelers asthmaΑσθενές οξύ Weak acidΑσθενής (άρρωστος) PatientΑσθενής βάση Weak baseΑσθενοφόρο όχημα AmbulanceΆσθμα AsthmaΑσθμογενείς παράγοντες AsthmagensΑσκήσεις πυρασφάλειας Fire drillsΑσκορβικό οξύ ή βιταμίνη C Ascorbic acid or vitamin C

(C8H8O6)Ασπαραγίνη Asparagine or aminosuccinamic acid (Asn, N)Ασπαρτάμη Aspartame (C14H18N2O5)Ασπαρτικό οξύ βλέπε αμινοηλεκτρικό οξύ Ασπίδα ή διάφραγμα ShieldΑσπίδες προσώπου FaceshieldsΑσταθής UnstableΑστάρι PrimerΑστάρια φωσφάτωσης Wash primersΑστάρωμα PrimingΆστατο ή αστάτιο Astatine (At)Αστική ευθύνη τρίτων Third party liabilityΆστοχη τιμή βλέπε εκτρεπόμενη τιμή Αστοχία FailureΑστοχία λόγω κοινής αιτίας Common cause failureΑστοχία λόγω κοινής κατάστασης Common mode failureΑστράγαλος AnkleΑστρέβλωτο εκτίμημα Unbiased estimateΑσυνεχείς κατανομές Discrete distributionsΑσύρματος WirelessΑσφάλεια SafetyΑσφάλεια (ηλεκτρική) FuseΑσφάλεια (φύλαξη) SecurityΑσφάλεια ανθρώπινης ζωής στην θάλασσα Safety of Life

and Sea (SOLAS)Ασφάλεια κοχλιωτή Plug fuseΑσφάλεια κυλινδρική Cartridge fuseΑσφάλεια μηχανής /εξοπλισμού Safety of machineryΑσφάλεια στα εργαστήρια Laboratory safety

Ασφάλεια στα ορυχεία ή τα μεταλλεία Mine safetyΑσφάλεια στην εργασία βλέπε επαγγελματική ασφάλεια Ασφάλεια στον κλάδο των κατασκευών Construction safetyΑσφάλεια τροφίμων Food safetyΑσφάλεια των μεταφορών Transport safetyΑσφάλεια των μηχανών Machine safetyΑσφάλεια υγείας ή ασφάλιση υγείας Health insuranceΑσφαλείς για τον άνθρωπο – ασφαλείς για θερμές εργασίες

Safe for men – safe for fireΑσφαλείς για τον άνθρωπο – μη ασφαλείς για θερμές

εργασίες Safe for men – not safe for fireΑσφαλής κατάσταση ή ασφαλής λειτουργία Safety functionΑσφαλής λειτουργία βλέπε ασφαλής κατάσταση Ασφαλισμένος InsuredΑσφαλιστική βαλβίδα ή βαλβίδα ασφαλείας Safety valveΑσφαλιστικός διακόπτης παροχής αερίου Excess flow valveΆσφαλτος ή κώκ πετρελαίου Asphalt or petroleum cokeΆσφαλτος χαμηλής θερμοκρασίας Low temperature asphaltΑσφαλτόστρωση Paving workΑσφυξία AsphyxiationΑσφυξιογόνα AsphyxiantsΑτμόλουτρο SaunaΑτμόπηκτα μελάνια Steam-set printing inksΑτμός VaporΑτμοσφαιρικό αέριο Atmosphere gasΑτμοσφαιρικοί ρύποι Air pollutantsΆτομα με ειδικές ανάγκες Persons with special needsΑτομικά βοηθήματα επίπλευσης Personal buoyancy aidsΑτομική εργασία Individual work, working aloneΑτομική παρακολούθηση Personal monitoringΑτομική προστασία Personal protectionΑτομική υγιεινή Personal hygieneΑτομικό βάρος (AB) Atomic weight (AW)Ατομικός φθορισμός Atomic fluorescenceΆτομο (π.χ. στοιχείου) AtomΆτομο ή μονάδα (π.χ. εργαζόμενος) IndividualΑτομοποίηση AtomizationΑτραζίνη Atrazine (C8H14ClN5)Ατροπίνη Atropine (C17H23NO3)Ατσάλινος σκελετός Steel frameΑτύχημα AccidentΑτύχημα κατά τη μετάβαση προς και από την εργασία

Commuting accidentsΑτύχημα μεγάλης έκτασης Major accidentΑτυχήματα από ακτινοβολία Radiation accidentsΑτυχήματα με απουσία άνω των τριών ημερών 3 days or

more-accidents

lexiko113s212.indd 126 10/29/08 1:32:14 PM

Page 125: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

127

Βαλεριονιτρίλιο ή πεντανονιτρίλιο

Ατυχήματα που οφείλονται σε μετακινήσεις στον χώρο εργασίας Transport accidents at the workplace

Ατυχήματα που οφείλονται στη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων Transport accidents of dangerous goods

Ατυχήματα που οφείλονται στο ηλεκτρικό ρεύμα Electrical accidents

Ατυχήματα στον τομέα των κατασκευών Construction accidents

Ατυχήματα στον τομέα των μεταφορών Transport accidentsΑυθαίρετος ArbitraryΑυλάκωση ή διάνοιξη Chase-cuttingΑυξημένη ασφάλεια Increased safetyΑύξηση Growth, increaseΑυξητικός παράγοντας νεύρων Nerve growth factor (NGF)Αϋπνία Sleeplessness or insomniaΑυτανάφλεξη Spontaneous ignitionΑυτί EarΑυτοαναφλέγεται στον αέρα Spontaneously flammable in

airΑυτοαναφλεγόμενο Spontaneous flammableΑυτοαξιολόγηση Self-assessmentΑυτοαπασχολούμενο άτομο Self-employed personΑυτοδιάσωση Self-rescueΑυτοέλεγχος Autocontrol, self-inspection, self-controlΑυτοκολλητικότητα Cohesive tachiness Αυτόματες γραμμές συναρμολόγησης Automated assembly

lines

Αυτοματισμοί (-ος) AutomationΑυτοματοποιημένη λειτουργία Automated functionΑυτόνομη ή αυτοτελής μάσκα Self-contained maskΑυτορυθμιζόμενη φωτεινή διαπερατότητα Switchable

luminous transmittanceΑυτοτελής Μονάδα Μεταφοράς Φορτίου Unit Load Device

(ULD)Αυχένας NapeΑφαίρεση (υλικού) RemovalΑφαίρεση ινών DefibratingΑφαίρεση ξυλοτύπων Formwork removalΑφαίρεση οξειδώσεων Removal of rust filmΑφαίρεση παλαιών επιστρώσεων Removal of old coatingΑφαίρεση σκωρίας Removal of rust Αφαίρεση χρωστικής DepigmentationΑφθώδης πυρετός Foot and mouth diseaseΆφνιο Hafnium (Hf)Αφροδιόγκωση FoamingΑφρός FoamΑφρός γέμισης Foam fillingΑφυδραλογόνωση DehydrohalogenationΑφυδραργύρωση DemercurationΑφυδροαβιετικό DehydroabieticΑφυδροχολιστερόλη ή δεϋδροχολιστερόλη

DehydrocholesterolΆχρωμο Colourless

B

Βαγοτομή VagotomyΒαζελίνη VaselineΒαθμιδωτή έκλουση βλέπε προγραμματισμένη έκλουση Βαθμοί ελευθερίας Degrees of freedomΒαθμολογημένο χαρτί Ruled chart paperΒαθμονόμηση ή διακρίβωση CalibrationΒαθμονομητής CalibrantΒαθμός GradeΒαθμός αποθείωσης Desulphurisation rateΒαθμός προστασίας περιβλημάτων Degree of protection of

enclosuresΒάκιλλος BacillusΒακτηρίδιο βλέπε βακτήριο Βακτήριο ή βακτηρίδιο BacteriumΒαλβίδα ValveΒαλβίδα αντεπιστροφής Non return valve

Βαλβίδα ασφαλείας βλέπε ασφαλιστική βαλβίδα Βαλβίδα εισαγωγής Inlet valveΒαλβίδα εξαγωγής Outlet valveΒαλβίδα θραύσης Rupture valveΒαλβίδα καθόδου Down acting valveΒαλβίδα κενού Vacuum valveΒαλβίδα περιορισμού της ροής One-way restrictorΒαλβίδα φιάλης αερίου Gas cylinder valveΒαλεριαλδεΰδη ή πεντανάλη Valeraldehyde or pentanal

(C5H10O)Βαλεριαναμίδιο ValeramideΒαλεριανικό οξύ ή πεντανοϊκό οξύ Valeric acid or

pentanoic acid (CH3(CH2)3COOH)Βαλεριανικός αιθυλεστέρας Ethyl valerateΒαλεριονιτρίλιο ή πεντανονιτρίλιο Valeronitrile or

pentanenitrile

lexiko113s212.indd 127 10/29/08 1:32:14 PM

Page 126: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

128

Βενζοτριαλογονίδιο

Βαλερυλοχλωρίδιο Valeryl chlorideΒαλίνη Valin (Val, V)Βαμβακέλαιο Cottonseed oilΒαμβακοπυρίτιδα GuncottonΒΑΜΕ βλέπε βιομηχανικό ατύχημα μεγάλης έκτασης Βανάδιο Vanadium (V)Βανιλλίνη ή έλαιο από κόκκους βανίλλης Vanillin or oil of

vanilla bean (C8H8O3)Βαρβιτουρικά BarbituratesΒαρβιτουρικό οξύ Barbituric acid or malonylurea (C4H4O3N2)Βάρδια Shift, watch, work shiftΒαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα Arduous and unhealthy

occupationsΒαρέα μέταλλα Heavy metalsΒαρέλι DrumΒαρέλι πίεσης Pressure drumΒαρηκοΐα βλέπε απώλεια ακοής Βαριές Sledge hammersΒάριο Barium (Ba)Βαριοπούλες Stone breaking hammersΒαρίτωση (πνευμονοκονίωση οφειλόμενη σε εισπνοή

βαρίτη) BaritosisΒάρος WeightΒάρος διαλυμένης ουσίας προς το συνολικό βάρος Weight

per weight (w/w)Βάρος διαλυμένης ουσίας προς το συνολικό όγκο Weight

per volume (w/v)Βαρούλκα WinchesΒαρύ ισότοπο Heavy isotopeΒαρύ μαζούτ Heavy fuel oilΒασενικό οξύ Vaccenic acid (C18H34O2)Βάση BaseΒασικεντρικό σύστημα Basicentric systemΒασικές απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας Essential Health

and Safety Requirements (EHSRs)Βασικό έγγραφο Base documentΒασιλικό νερό Aqua regiaΒαττόμετρο Watt meterΒαφές DyesΒαφή Dyeing, paintingΒαφή πούδρας (επίπαση) Powder coatingΒάψιμο με ψεκασμό Spray paintingΒελόνες NeedlesΒέλτιστη απόκριση Optimum functionΒέλτιστη ταχύτητα Optimum velocityΒελτιστοποίηση (μεθόδου) OptimizationΒελτίωση ποιότητας Quality improvement (QI)

Βενζ[a]ανθρακένιο Benz[a]anthracene (C18H12)Βενζαλακετόνη ή

4-φαινυλο-3-βουτεν-2-όνη Benzalacetone or 4-phenyl-3-buten-2-one (C6H5CH=CHCOCH3)

2-βενζαλακετοφαινόνη βλέπε καλκόνη Βενζαλαλογονίδιο Benzal halideΒενζαλδεΰδη ή βενζοκαρβαλδεΰδη ή βενζοϊκή

αλδεΰδη ή φαινυλομεθανάλη Benzaldehyde or benzenecarbaldehyde or benzoic aldehyde or phenylmethanal (C7H6O)

Βενζαλοχλωρίδιο Benzal chloride (C7H6Cl2)Βενζαμίδιο Benzamide (C8H7NO)Βενζανιλίδιο Benzanilide (C6H5NHCOC6H5)1,3-βενζενοδιόλη βλέπε ρεζορκινόλη Βενζενυλοφθορίδιο βλέπε βενζοτριφθορίδιο Βενζιδίνη ή p-διαμινοδιφαινύλιο Benzidine or

p-diaminodiphenyl (C12H12N2)Βενζιμιδαζόλη Benzimidazole (C7H6N2)Βενζίνη Gasoline, petrolΒενζο[a]πυρένιο ή 3,4-βενζοπυρένιο Benzo[a]pyrene or

3,4-benzopyrene (C20H12)Βενζο[b]φθοροανθένιο ή 2,3-βενζοφθοροανθένιο

Benzo[b]fluoranthene or 2,3-benzofluoranthene (C20H12)Βενζοϊκή αλδεΰδη βλέπε βενζαλδεΰδη Βενζοϊκό νάτριο Sodium benzoate (C7H5O2Na)Βενζοϊκό οξύ ή βενζολοκαρβοξυλικό οξύ ή βενζολοφορμικό

οξύ ή βενζολομεθανοϊκό οξύ Benzoic acid or benzenecarboxylic acid or benzeneformic acid or benzenemethanoic acid (C7H6CN)

Βενζοϊκός αιθυλεστέρας ή αιθυλεστέρας του βενζοϊκού οξέος Ethyl benzoate (C6H5COOC2H5)

Βενζοκαΐνη ή αιθυλο-4-αμινοβενζοϊκός εστέρας Benzocaine or ethyl-4-aminobenzoate(C9H11NO2)

Βενζοκαρβαλδεΰδη βλέπε βενζαλδεΰδη 5,6-βενζοκινολίνη ή 1-αζαφαινανθρένιο

5,6-benzoquinoline or 1-azaphenanthreneΒενζοκινόνη Benzoquinone (C6H4O2)Βενζόλιο Benzene (C6H6)Βενζολοδικαρβοξυλικό οξύ βλέπε τερεφθαλικό οξύ Βενζολοκαρβονυλοχλωρίδιο βλέπε βενζοϋλοχλωρίδιο Βενζολοκαρβοξυλικό οξύ βλέπε βενζοϊκό οξύ Βενζολομεθανοϊκό οξύ βλέπε βενζοϊκό οξύ Βενζολοσουλφονικό οξύ Benzenesulfonic acid (C6H6O3S)Βενζολοφορμικό οξύ βλέπε βενζοϊκό οξύ Βενζονιτρίλιο ή φαινυλοκυανίδιο ή κυανοβενζόλιο

Benzonitrile or phenyl cyanide or cyanobenzene (C6H5CN)Βενζοτριαλογονίδιο Benzotrihalide

lexiko113s212.indd 128 10/29/08 1:32:14 PM

Page 127: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

129

Β

Βιομηχανική χρήση

Βενζοτριφθορίδιο ή φαινυλοφθοροφόρμιο ή βενζενυλοφθορίδιο Benzotrifluoride or phenylfluoroform or benzenyl fluoride (C7H5F3)

Βενζοτριχλωρίδιο ή βενζυλοτριχλωρίδιο ή τριχλωροφαινυλομεθάνιο Benzotrichloride or benzyl trichloride or trichlorophenylmethane (C7H5Cl3)

Βενζοϋλοβενζοϊκό οξύ Benzoylbenzoic acidΒενζοϋλοχλωρίδιο ή χλωριούχο βενζοΰλιο ή

βενζολοκαρβονυλοχλωρίδιο Benzoyl chloride or benzenecarbonyl chloride (C7H5ClO)

Βενζοφαινόνη Benzophenone (C13H10O)Βενζυδρόλη βλέπε διφαινυλομεθανόλη Βενζυλαμίνη Benzylamine (C7H9N)Βενζυλικό υδρογόνο Benzylic hydrogenΒενζύλιο BenzylΒενζυλο μεθυλοκετόνη ή 1-φαινυλο-2-προπανόνη

Benzyl methyl ketone or 1-phenyl-2-propanoneΒενζυλοβρωμίδιο Benzyl bromide (C7H7Br)Βενζυλοδι(n-βουτυλ)αμίνη Benzyldi(n-butyl)amineΒενζυλοδιμεθυλαμίνη BenzyldimethylamineΒενζυλοϊσοκινολίνη BenzylisoquinolineΒενζυλοκυανίδιο βλέπε φαινυλακετονιτρίλιο Βενζυλοτριχλωρίδιο βλέπε βενζοτριχλωρίδιο Βενζυλοχλωρίδιο ή α-χλωροτολουόλιο ή χλωριούχο

βενζύλιο ή χλωροβενζύλιο Benzyl chloride or α-chlorotoluene (C7H7Cl)

Βενομύλιο Benomyl (C14H18N4O3)Βερατραλδεΰδη ή 3,4-διμεθοξυβενζαλδεΰδη

Veratraldehyde or 3,4-dimethoxybenzaldehydeΒερνίκι VarnishΒερνικώματα VarnishingΒεταΐνη ή τριμεθυλογλυκίνη Betaine or trimethylglycine

(C5H11NO2)Βήμα έλικα Propeller pitchΒηματική απόκριση Step responseΒηματική μεταβολή Step changeΒηρυλλία βλέπε οξείδιο του βηρυλλίου Βηρύλλιο Beryllium (Be)Βηρυλλίωση Berylliosis, beryllium diseaseΒήχας CoughΒία ViolenceΒιβλιάριο υγείας Health record cardΒίδα ή κοχλίας ή στριφώνι ή μπουλόνι Screw, boltΒινυλαιθυλαιθέρας Vinyl ethyl etherΒινυλιδενοφθορίδιο ή 1,1-διφθοροαιθυλένιο ή

1,1-διφθοροαιθένιο Vinylidene fluoride or 1,1-difluoroethylene or 1,1-difluoroethene (C2H2F2)

Βινυλιδενοχλωρίδιο ή 1,1-διχλωροαιθυλένιο ή 1,1-διχλωροαιθένιο Vinylidene chloride or 1,1-dichloroethylene or 1,1-dichloroethene (C2H2Cl2)

Βινυλικό υδρογόνο Vinylic hydrogenΒινύλιο VinylΒινυλοβενζόλιο βλέπε στυρόλιο Βινυλοκυκλοεξένιο Vinyl cyclohexeneΒινυλοναφθαλίνιο VinylnaphthaleneΒινυλοτολουόλιο ή μεθυλοστυρόλιο Vinyl toluene or

methylstyrene (C9H10)Βινυλοφθορίδιο ή φθοροαιθένιο ή φθοροαιθυλένιο ή

φθοριούχο βινύλιο Vinyl fluoride or fluoroethene or fluoroethylene (C2H3F)

Βινυλοχλωρίδιο βλέπε χλωροαιθένιο Βινυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο βινύλιο ή χλωροαιθένιο

ή χλωροαιθυλένιο Vinyl chloride or chloroethene or chloroethylene (C2H3Cl)

Βιοαέριο BiogasΒιοαερόλυμα BioaerosolΒιοαποδόμηση ή βιοαποικοδόμηση BiodegradationΒιοαυτογραφία BioautographyΒιογένεση BiogenesisΒιοδυναμικό σύστημα συντεταγμένων Biodynamic

coordinate systemΒιο-ΕΤΒΕ (αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρας)

Bio-ETBE (ethyl-tertio-butyl-ether)Βιοινόζη Bio-inoseΒιοκαύσιμα BiofuelsΒιολογία BiologyΒιολογικές παράμετροι Biological parametersΒιολογική παρακολούθηση Biological monitoringΒιολογική προσβολή Biological attackΒιολογικό περιβάλλον Biological environmentΒιολογικοί θάλαμοι ασφαλείας Biological safety cabinetsΒιολογικός κίνδυνος ή βιοκίνδυνος BiohazardΒιολογικώς απαιτούμενο οξυγόνο Biological oxygen

demand (BOD)Βιομάζα BiomassΒιομηχανία IndustryΒιομηχανία γαλβανισμού Electroplating industryΒιομηχανικά απόβλητα Industrial wasteΒιομηχανικά κράνη ασφαλείας Industrial safety helmetsΒιομηχανικά πλυντήρια Industrial laundry machineryΒιομηχανικές λυματολάσπες Industrial effluent sludgesΒιομηχανική τοξικολογία Industrial toxicologyΒιομηχανική υγιεινή Industrial hygieneΒιομηχανική χρήση Industrial use

lexiko113s212.indd 129 10/29/08 1:32:14 PM

Page 128: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

130

Βουτύλιο

Βιομηχανικό ατύχημα Industrial accidentΒιομηχανικό ατύχημα μεγάλης έκτασης (ΒΑΜΕ) Major

industrial accidentΒιομηχανικό δάπεδο Industrial floorΒιομηχανικό κράνος ασφαλείας Industrial safety helmetΒιομηχανικοί αντιδραστήρες Industrial reactorsΒιομηχανικός εξοπλισμός Industrial equipmentΒιομηχανικός εργάτης Blue-collar workerΒιομηχανικός εργάτης βλέπε εργάτης βιομηχανίας Βιομόρια BiomoleculesΒιο-ΜΤΒΕ (μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρας)

Bio-MTBE (methyl-tertio-butyl-ether)Βιοστατιστική BiostatisticsΒιοτίτης βλέπε μαρμαρυγία Βιοχημεία BiochemistryΒιοχημικοί κίνδυνοι Biochemical hazardsΒιοψία BiopsyΒισκόζη βλέπε τεχνητό μετάξι Βισμούθιο Bismuth (Bi)Βιταμίνη VitaminΒιταμίνη C βλέπε ασκορβικό οξύ Βιταμίνη D2 βλέπε εργοκαλσιφερόλη Βιταμίνη D3 βλέπε χολικαλσιφερόλη Βιταμίνη Α1 βλέπε ρετινόλη Βιταμίνη Β1 βλέπε θειαμίνη Βιταμίνη Β3 βλέπε φολικό οξύ Βιτριόλι βλέπε θειικό οξύ Βλάβες στον εγκέφαλο Brain damagesΒλάβες των νεύρων Nerve damagesΒλάβες των οφθαλμών Eye injuriesΒλάβη DamageΒλαπτικός παράγων Hazardous agentΒλεννικό οξύ ή γαλακταρικό οξύ ή

2,3,4,5-τετραϋδροξυ εξανοδιοϊκό οξύ Mucic acid or galactaric acid or 2,3,4,5-tetrahydroxyhexanedioic acid

Βλεννογόνος MucosaΒλεννόρροια GonorrheaΒλεννόστασις MucostasisΒλεννοχλωρικό οξύ βλέπε μουκοχλωρικό οξύ Βλεννώδης μεμβράνη Mucous membraneΒλεφαρίδες ή μαστίγια FlagellaeΒοηθήματα άντωσης ή σωσίβια Buoyant aidsΒοηθητικό προσωπικό για την ιατρική της εργασίας

Occupational nursingΒολόμετρο βλέπε θερμόμετρο αντίστασης Βολφράμιο ή τουνγκστένιο Tungsten or wolfram (W)Βοραδικυκλοεννεάνιο Borabicyclononane (9-BBN)

Βόρακας (βόραξ) Borax (Na2B4O7)Βόρακας (ένυδρος με 10 μόρια H2O) Borate decahydrate

(Na2B4O7.10 H2O)Βόρακας (ένυδρος με 5 μόρια H2O) Borate pentahydrate

(Na2B4O7.5 H2O)Βορικά άλατα νατρίου Borate sodium saltsΒορικό οξύ Boric acid (B(OH)3)Βόριο Boron (B)Βορνεόλη Borneol (C10H18O)Βορνίτης Bornite (Cu5FeS4)Βοροϋδρίδιο του νατρίου Sodium borohydrateΒουλκανισμένο καουτσούκ Vulcanized rubberΒουλκανισμός VulcanizationΒούρκος βλέπε λάσπη Βούρτσισμα αμυχών Scratch brushingΒουταδιένιο Butadiene (C4H6)Βουτανάλη βλέπε βουτυλαλδεΰδη Βουτανικό οξύ ή βουτυρικό οξύ Butanoic acid or

butyric acid (CH3(CH2)2COOH)Βουτάνιο Butane (C4H10)Βουτανοδιοϊκό οξύ βλέπε ηλεκτρικό οξύ Βουτανόλη ή βουτυλική αλκοόλη ή μεθυλοπροπανόλη

Butanol or butyl alcohol or methyl propanol (C4H10O)Βουτανόνη ή μεθυλοαιθυλοκετόνη butanone or

methyl ethyl ketone (MEK) (C4H8O)2-βουτενάλη βλέπε κροτωναλδεΰδη Βουτένιο Butene (C4H8)cis-βουτενοδιοϊκό οξύ βλέπε μηλεϊνικό οξύ trans-βουτενοδιοϊκό οξύ βλέπε φουμαρικό οξύ cis-βουτενοδιοϊκός ανυδρίτης βλέπε μηλεϊνικός ανυδρίτης Βουτενοϊκό οξύ Butenoic acid (CH3CH=CHCOOH)Βουτενόλη Butenol (C4H8O)2-βουτενόνη βλέπε μεθυλοβινυλοκετόνη 2-βουτίνιο βλέπε διμεθυλακετυλένιο Βουτίνιο βλέπε αιθυλακετυλένιο Βουτοξείδιο του καλίου Potassium butoxide (C4H9KO)Βουτοξυαιθανόλη Butoxyethanol (EGBE) (C6H14O2)Βουτοξυαιθυλεστέρας Butoxyethyl ester (C8H16O3)Βουτυλαιθέρας Butyl ether (C8H18O)Βουτυλακετόνη βλέπε μεθυλαμυλική κετόνη Βουτυλακετυλένιο βλέπε εξίνιο Βουτυλαλδεΰδη ή βουτανάλη ή βουτυλική αλδεΰδη

Butylaldehyde or butanalΒουτυλαμίνη Butylamine (C4H11N)Βουτυλένιο Butylene (C4H8)Βουτυλική αλκοόλη βλέπε βουτανόλη Βουτύλιο Butyl (C4H9)

lexiko113s212.indd 130 10/29/08 1:32:14 PM

Page 129: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

131

Β

Βρωμοπροπανόνη

Βουτυλοαιθυλαιθέρας Butyl ethyl etherΒουτυλοβενζοϊκό οξύ Butyl benzoic acid (C11H14O2)Βουτυλοβενζόλιο Butylbenzene (C10H14)Βουτυλοβρωμίδιο ή βρωμοβουτάνιο Butyl bromide or

bromobutane (C4H9Br)Βουτυλογαλακτικός εστέρας βλέπε γαλακτικός βουτυλεστέρας Βουτυλογλυκιδυλαιθέρας Butyl glycidyl ether (BGE) (C7H14O2)Βουτυλοισοβουτυλαιθέρας Butyl isobutyl etherΒουτυλοϊωδίδιο ή ιωδοβουτάνιο Butyl iodide or iodobutaneΒουτυλομερκαπτάνη Butyl mercaptan (C4H10S)Βουτυλοτολουόλιο Butyl toluene (C11H16)Βουτυλουδροξυτολουόλιο Butylated hydroxytoluene (BHT)

(C15H24O)Βουτυλοϋποχλωρίδιο Butyl hypochloride ((CH3)3COCl)Βουτυλοφαινόλη Butylphenol (C10H14O)Βουτυραλδεΰδη βλέπε κροτωναλδεΰδη Βουτυραμίδιο ButyramideΒουτυρική αλδεΰδη βλέπε κροτωναλδεΰδη Βουτυρικό νάτριο Sodium butyrateΒουτυρικό οξύ βλέπε βουτανικό οξύ Βουτυρικός αιθυλεστέρας Ethyl butyrate (C6H12O2)Βουτυρολακτόνη Butyrolactone (C4H6O2)Βουτυροφαινόνη ButyrophenoneΒουτυρυλοχλωρίδιο Butyryl chloride (C4H7ClO)Βραδυκαρδία BradycardiaΒραχίονας ArmΒραχυκύκλωμα Short circuitΒραχυκυκλωμένος δρομέας Squirrel cage rotorΒραχυκυκλωτής ShuntΒρετανικός Φορέας Τυποποίησης British Standards

Institution (BSI)Βρογχίτιδα BronchitisΒρόγχοι BronchiΒρόγχοι διάσωσης Rescue loopsΒρογχοκήλη GoiterΒρογχοπνευμονικός καθαρισμός Bronchopulmonary lavageΒρόγχος (π.χ. ηλεκτρικός) LoopΒρογχοσκόπηση BronchoscopyΒροντώδης υδράργυρος Mercury fulminate Hg(ONC)2

Βροσύλιο Brosyl (Bs)Βροχόμετρο ή ομβρόμετρο Rain-gauge or ombrometerΒρωμακίλη Bromacil (C9H13BrN2O2)Βρώμη OatΒρώμιο Bromine (Br)Βρωμιούχες οργανικές ενώσεις Brominated organic

compoundsΒρωμιούχο αιθύλιο βλέπε αιθυλοβρωμίδιο

Βρωμιούχο αιθυλομαγνήσιο Ethylmagnesium bromideΒρωμιούχο αργίλιο Aluminium bromide (AlBr3)Βρωμιούχο αρσενικό Arsenic bromide (AsBr3)Βρωμιούχο αρύλιο βλέπε αρυλοβρωμίδιο Βρωμιούχο ασβέστιο Calcium bromide (CaBr2)Βρωμιούχο βάριο Barium bromide (BaBr2)Βρωμιούχο βηρύλλιο Beryllium bromide (BeBr)Βρωμιούχο βινύλιο βλέπε βινυλοβρωμίδιο Βρωμιούχο ή βρωμίδιο BromideΒρωμιούχο ισοβουτύλιο βλέπε ισοβουτυλοβρωμίδιο Βρωμιούχο ισοπροπύλιο Βρωμιούχο κάδμιο Cadmium bromide (CdBr2)Βρωμιούχο κοβάλτιο Cobalt bromideΒρωμιούχο μεθύλιο βλέπε βρωμομεθάνιο Βρωμιούχο νερό Bromine waterΒρωμιούχο χρώμιο Chromium bromide (CrBr3)Βρωμιούχος χαλκός Copper bromide (CuBr2)Βρωμίωση BrominationΒρωμοαιθάνιο βλέπε αιθυλοβρωμίδιο Βρωμοαιθανοϊκό οξύ βλέπε βρωμοακετονικό οξύ 2-βρωμοαιθανόλη βλέπε αιθυλενοβρωμοϋδρίνη Βρωμοαιθένιο βλέπε βινυλοβρωμίδιο Βρωμοαιθυλένιο βλέπε βινυλοβρωμίδιο Βρωμοακετόνη ή βρωμοπροπανόνη Bromoacetone or

bromopropanone (CH3COCH2Br)Βρωμοακετονικό οξύ ή βρωμοαιθανοϊκό οξύ Bromoacetic

acid or bromoethanoic acid (CH2BrCOOH)Βρωμοαλκάνιο ή αλκυλοβρωμίδιο Bromoalkane or

alkyl bromideΒρωμοανιλίνη Bromoaniline (C6H6BrN)Βρωμοβενζοϊκό οξύ Bromobenzoic acid (BrC6H4COOH)Βρωμοβενζόλιο Bromobenzene (C6H5Br)Βρωμοβουτάνιο βλέπε βουτυλοβρωμίδιο Βρωμοβουτυρικό οξύ Bromobutyric acidΝ-βρωμοηλεκτριμίδιο N-bromosuccinimide (NBS)

(C4H4BrNO2)Βρωμοϊωδοβενζόλιο BromoiodobenzeneΒρωμοκυκλοεξάνιο BromocyclohexaneΒρωμομεθάνιο ή μεθυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο μεθύλιο

Bromomethane or methyl bromide (CH3Br)Βρωμοναφθαλίνιο Bromonaphthalene (C10H7Br)Βρωμονιτροβενζόλιο BromonitrobenzeneΒρωμοοξικός αιθυλεστέρας Ethyl bromoacetate (C4H7BrO2)2-βρωμοπροπάνιο βλέπε ισοπροπυλοβρωμίδιο Βρωμοπροπάνιο βλέπε προπυλοβρωμίδιο Βρωμοπροπανοϊκό οξύ βλέπε βρωμοπροπιονικό οξύ Βρωμοπροπανόνη βλέπε βρωμοακετόνη

lexiko113s212.indd 131 10/29/08 1:32:14 PM

Page 130: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

132

Γερανυλοπυροφωσφορικός εστέρας

Βρωμοπροπένιο Bromopropene 3-βρωμοπροπένιο βλέπε αλλυλοβρωμίδιο Βρωμοπροπιονικό οξύ ή βρωμοπροπανοϊκό οξύ

Bromopropionic acid or bromopropanoic acidΒρωμοπροπιονικός αιθυλεστέρας βλέπε

αιθυλοβρωμοπροπιονικός εστέρας 3-βρωμοπροπυλένιο βλέπε αλλυλοβρωμίδιο Βρωμοπυριδίνη Bromopyridine (C5H4BrN)Βρωμοτολουόλιο Bromotoluene (C7H7Br)Βρωμοτριφθορομεθάνιο ή τριφθοροβρωμομεθάνιο

Bromotrifluoromethane or trifluorobromomethane (CBrF3)Βρωμοτριχλωροεννεάνιο Bromo trichlorononane Βρωμοτριχλωρομεθάνιο ή τριχλωροβρωμομεθάνιο

Bromotrichloromethane or trichlorobromomethane (BrCCl3)Βρωμοϋδρίνη BromohydrinΒρωμοφαινόλη Bromophenol (C6H5BrO)

Βρωμοφαινυλοαιθάνιο ή φαινυλοαιθυλοβρωμίδιο Bromophenylethane or phenylethyl bromide

Βρωμοφόρμιο ή τριβρωμιούχο μεθάνιο ή τριβρωμομεθάνιο Bromoform or tribromomethane (CHBr3)

Βρωμοχλωροϊωδομεθάνιο Bromochloroiodomethane (CHClBrI)

Βρωμοχλωρομεθάνιο βλέπε χλωροβρωμομεθάνιο Βρωμοχλωρονιτροβενζόλιο Bromo chloronitrobenzene Βρωμοχλωροτολουόλιο BromochlorotolueneΒύθιση σε λάδι Oil immersionΒύθισμα DruftΒυρσοδεψία TanningΒύσματα TamponsΒυσματοειδή ακουστικά Insert earphonesΒυσσίνωση ByssinosisΒωξίτης Bauxite

Γ

Γάγγλια GangliaΓαδολίνιο Gadolinium (Gd)Γάζα (π.χ. χειρουργίου) GauzeΓαιάνθρακας CoalΓαλαζόπετρα βλέπε θειικός χαλκός Γαλακταρικό οξύ βλέπε βλεννικό οξύ Γαλακτικό ασβέστιο Calcium lactate ((CH3CHOHCOO)2Ca)Γαλακτικό οξύ ή α-υδροξυπροπιονικό οξύ ή ακετονικό οξύ

Lactic acid or α-hydroxypropionic acid or acetonic acid or milk acid (C3H6O3)

Γαλακτικός βουτυλεστέρας ή βουτυλογαλακτικός εστέρας Butyl lactate (C7H14O3)

Γαλακτόζη Galactose (C6H12O6)Γαλακτοπυρανόζη GalactopyranoseΓαλάκτωμα ή αιώρημα Emulsion, suspensionΓαληνίτης Galena (PbS)Γαλλικό περιφερειακό ταμείο ασφάλισης ασθενείας

Regional sickness insurance fund (CRAM)Γάλλιο Gallium (Ga)Γάντια GlovesΓάντια από μεταλλικό πλέγμα Chain mail glovesΓάντια προστασίας Hand protectionΓαρυφαλλέλαιο βλέπε ευγενόλη Γαστρεντερικές παθήσεις Gastrointestinal diseasesΓαστρεντερική οδός Gastrointestinal tractΓαστρεντερικό σύστημα (ΓΕ) Gastrointestinal (Gl)Γαστρικό υγρό Gastric juice

Γείωση EarthingΓείωση αγώγιμων θωρακίσεων Earthing of conducting

screensΓενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί Genetically modified

organismsΓενετική GeneticsΓενετική βλάβη Genetic damageΓενετική μηχανική Genetic engineeringΓενετική τεχνολογία Gene technologyΓενετική τοξικολογία Genetic toxicologyΓενετικός κώδικας Genetic codeΓενετικός πολυμορφισμός Genetic polymorphismsΓενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα Genetically modified

foodΓενικές απαιτήσεις General requirementsΓενική επιθεώρηση General surveyΓενικός εξαερισμός General ventilationΓενικός τύπος General formulaΓεννητικά όργανα GenitalsΓεννήτρια ανάγκης Emergency generatorΓεννήτρια ή ηλεκτρογεννήτρια GeneratorΓενοτοξικός GenotoxicΓενοτυπική παραλλαγή Genetic variationΓεντιοβιόζη Gentiobiose (C12H22O11)Γερανός CraneΓερανυλοπυροφωσφορικός εστέρας

Geranyl pyrophosphate

lexiko113s212.indd 132 10/29/08 1:32:14 PM

Page 131: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

133

ΒΓ

Γύψος

Γερμάνιο Germanium (Ge)Γεύση TasteΓεωμετρικός μέσος όρος Geometric meanΓεωργικά μηχανήματα Agricultural machineryΓεωργικό λίπασμα FertilizerΓη διατόμων Diatomaceous earth (SiO2)Γήρανση Aging, ageingΓιατρός εργασίας Occupational physicianΓλαύκωμα GlaucomaΓλουκονικό οξύ Gluconic acidΓλουσιτόλη ή σορβιτόλη Glucitol or sorbitolΓλουταθειόνη Glutathione or glutamylcysteinylglycine

(C10H17N3O6S)Γλουταμικό οξύ ή α-αμινογλουταρικό οξύ Glutamic acid or

α-aminoglutaric acid (Glu, E) (C5H9NO4)Γλουταμίνη Glutamine (Gln, Q) (C5H10N2O3)Γλουταμυλοκυστεΐνη Glutamylcysteine (Glu-Cys)Γλουταμυλοκυστεϊνυλογλυκίνη GlutamylcysteinylglycineΓλουταραλδεΰδη ή 1,5-πεντανοδιόνη Glutaraldehyde or

1,5-pentanedione (C5H8O2)Γλουταρικό οξύ ή πεντανοδιοϊκό οξύ ή σακχαρικό οξύ

Glutaric acid or pentanedioic acid or saccharic acid (C5H8O4)

Γλουταρικός διμεθυλεστέρας Dimethyl glutarateΓλυκεραλδεΰδη βλέπε γλυκεριναλδεΰδη Γλυκερίδιο GlycerideΓλυκεριναλδεΰδη ή γλυκεραλδεΰδη ή

2,3-διυδροξυπροπανάλη Glyceraldehyde or 2,3-dihydroxypropanal (CH2OHCHOHCHO)

Γλυκερίνη ή γλυκερόλη ή τριυδροξυπροπάνιο ή 1,2,3-προπανοτριόλη Glycerin or glycerol or 1,2,3-trihydroxypropane (C3H8O3)

Γλυκερόλη βλέπε γλυκερίνη Γλυκιδόλη ή 2,3-εποξυ-1-προπανόλη Glycidol or

2,3-epoxy-1-propanol (C3H6O2)Γλυκιδυλικός εστέρας Glycidyl esterΓλυκίνη ή αμινοοξικό οξύ ή αμινοαιθανικό οξύ

Glycine or aminoacetic acid or aminoethanoic acid or glycocoll (Gly, G) (C2H5NO2)

Γλυκινικό αργίλιο Aluminium glycinateΓλυκοζαζόνη GlucosazoneΓλυκόζη βλέπε δεξτρόζη Γλυκοζίτης GlucosideΓλυκολαιθέρες Glycol ethers

Γλυκόλες GlycolsΓλυκόλυση GlycolysisΓλυκοπυρανόζη GlucopyranoseΓλυκουρονικό οξύ Glucuronic acid (HOOC(CHOH)4CHO)Γλυοξάλη Glyoxal (C2H2O2)Γλώσσα TongueΓνάθος JawΓνωμοδοτικό συμβούλιο Advisory boardΓνώση KnowledgeΓνωστοποίηση χημικών ουσιών Notification of chemical

substancesΓόμωση ChargeΓόνατο KneeΓονίδια GenesΓονιμότητα FertilityΓονοτοξικές επιδράσεις Genotoxic effectsΓουαϊακόλη ή ο-υδροξυανισόλη Guaiacol or

o-hydroxyanisole (C7H8O2)Γουανίνη Guanine (G) (C5H5N5O)Γουβακίνη GuvacineΓουλόζη GuloseΓουλοπυρανόζη GulopyranoseΓραμισιδίνη GramicidinΓραμμές τροφοδοσίας ή ηλεκτροφόρα καλώδια Power linesΓραμμή βάσης BaselineΓραμμή πλύσεως σε σήραγγα Washing tunnel lineΓραμμή συναρμολόγησης Assembly lineΓραμμική δυναμική περιοχή Linear dynamic rangeΓραμμική συμμεταβολή Linear regressionΓραμμικό κύκλωμα Linear circuitΓραμμικός συνδυασμός Linear combinationΓραμμικότητα LinearityΓραπτή εξέταση Written examinationΓράσσο GreaseΓραφείο OfficeΓραφική παράσταση βλέπε διάγραμμα Γραφίτης GraphiteΓρύλλοι JacksΓυαλί GlassΓυαλιά ασφαλείας Safety glassesΓυαλιστικά πατωμάτων Floor polishesΓυναίκες στην εργασία Women at workΓυροπυξίδα GyrocompassΓύψος Gypsum (CaSO4)

lexiko113s212.indd 133 10/29/08 1:32:14 PM

Page 132: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

134

Δευτερογενές πρότυπο

Δακρυγόνοι παράγοντες Lacrimating agentsΔακτύλιος RingΔάκτυλο FingerΔάκτυλο ποδιού ToeΔάπεδο FloorΔασοκομικά μηχανήματα Forestry machineryΔείγμα SampleΔείγμα δοκιμής Test sampleΔείγμα ελέγχου Control sampleΔειγματολήπτης SamplerΔειγματολήπτης διάχυσης Diffusive samplerΔειγματοληπτική γραμμή Sampling lineΔειγματοληψία SamplingΔειγματοληψία σωρού ή χονδρική δειγματοληψία Bulk

samplingΔείκτες Βιολογικής Έκθεσης Biological Exposure Indices (BEIs)Δείκτες επίδοσης Performance indicatorsΔείκτης Indicator, indexΔείκτης Wobbe Wobbe IndexΔείκτης αισθητής θερμοκρασίας Effective temperature

index (ET)Δείκτης απόσβεσης ήχου (για ωτοασπίδες) Noise reduction

rating (NRR)Δείκτης ασφάλειας κρισιμότητας Critically safety index (CSI)Δείκτης βαρύτητας Severity rateΔείκτης δυσλειτουργίας Malfunction indicator (MI)Δείκτης επίπτωσης Incidence rateΔείκτης θερμικής καταπόνησης Heat stress index (HIS)Δείκτης μεταφοράς (TI) Transport index (TI)Δείκτης ροής Melt flow index (MFI) / Mass Flow Rate (MFR)Δείκτης συμβάντων Incident rateΔείκτης συχνότητας Frequency rateΔεκαβοράνιο Decaborane (B10H14)Δεκαεξανικό οξύ βλέπε παλμιτικό οξύ Δεκαεξανοϊκός αιθυλεστέρας βλέπε αιθυλεστέρας παλμιτικού

οξέος Δεκαλίνη ή δεκαϋδροναφθαλίνιο ή δεκαϋδρογονομένη

ναφθαλίνη Decalin or decahydronaphthalene (C10H18)Δεκάνιο Decane (C10H22)Δεκανοϊκό οξύ βλέπε καπρικό οξύ Δεκαοκτανικό οξύ βλέπε στεατικό οξύ Δεκαοκτάνιο Octadecane (C18H38)cis-δεκαοκτενοϊκό οξύ βλέπε ελαϊκό οξύ cis-δεκαοκτενοϊκός μεθυλεστέρας βλέπε ελαϊκός

μεθυλεστέρας

Δεκατετραμίνη βλέπε τετραδεκυλαμίνη Δεκατετράνιο Tetradecane (C14H30)Δεκατριάνιο Tridecane (C13H28)Δεκαϋδρογονομένη ναφθαλίνη βλέπε δεκαλίνη Δεκαϋδροναφθαλίνιο βλέπε δεκαλίνη Δεκένιο DeceneΔεκίνιο DecyneΔεκυλική αλκοόλη Decyl alcohol (C10H22Ο)Δελτίο απαγόρευσης ουσιών Prohibition noticesΔελτίο Δεδομένων Ασφάλειας Προϊόντος Material Safety

Data Sheet (MSDS)Δέμα ή κόλο PackageΔένδρο ανάλυσης σφαλμάτων Fault tree analysisΔενδροκετόζη DendroketoseΔέντρο Διοικητικής Αβλεψίας και Επικινδυνότητας

Management Oversight and Risk Tree (MORT)Δεξαμενές υδαρών αποβλήτων Slurry tankersΔεξαμενή TankΔεξαμενή αποβλήτων λειτουργίας εν κενό Vacuum-

operated waste tankΔεξαμενή φορτίου Cargo tankΔεξτράνη DextranΔεξτρόζη ή γλυκόζη Dextrose or glucose (C6H12O6)Δεοξυριβονουκλεϊνικό οξύ Deoxyribonucleic acid (DNA)Δέρμα SkinΔερματικές δοκιμές Patch testingΔερματική έκθεση Dermal exposureΔερματική επαφή Dermal contactΔερματική ευαισθητοποίηση Skin sensitizationΔερματική ευαισθητοποίηση βλέπε ευαισθησία του δέρματος Δερματική πάθηση Skin diseaseΔερματικός ερεθισμός Skin irritationΔερματίτιδα DermatitisΔερματίτιδα εξ επαφής Contact dermatitisΔερματοευαισθητοποιητικοί παράγοντες Skin sensitisersΔερματοτοξικά DermatotoxicantsΔερματοτοξικολογία DermatotoxicologyΔεσμευθείσα ενεργός δόση Committed effective dose (Ε(τ))Δεσμευμένο κλάσμα (ανοσοβιολογική δοκιμασία) Bound

fraction (B)Δέσμευση CommitmentΔεσμός BondΔεϋδροχολιστερόλη βλέπε αφυδροχολιστερόλη Δευτέριο ή βαρύ υδρογόνο Deuterium (2H, D)Δευτερογενές πρότυπο Secondary standard

Δ

lexiko113s212.indd 134 10/29/08 1:32:15 PM

Page 133: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

135

Δ

Διαλομεθάνιο

Δεψικές ύλες Tanning agentsΔηλητηρίαση PoisoningΔηλητήριο PoisonΔήλωση Statement, declarationΔήλωση συμβατότητας Statement of complianceΔήμητον Demeton (C8H19O3PS2)Δημήτριο ή σέριο Cerium (Ce)Δημιουργία (π.χ. θεσμού) EstablishmentΔημόσια αρχή Public authorityΔημόσια Υγεία Public HealthΔημοσίευση PublicationΔημόσιοι χώροι Public spacesΔημόσιος τομέας Public sectorΔιαβαθμισμένη διαμόρφωση Staggered conformationΔιαβαθμονόμηση IntercalibrationΔιαβούλευση για θέματα ασφάλειας Safety consultationΔιαβούλευση με τους εργαζομένους Worker consultationΔιαβροχή ή εφύγρανση WettingΔιάβρωση CorrosionΔιαβρωτικά μέσα CorrosivesΔιαβρωτικές ουσίες Corrosive substances (C)Διαβρωτικό CorrosiveΔιάγνωση DiagnosisΔιαγνωστική δοκιμή Diagnostic testΔιάγραμμα αιτίας- αποτελέσματος Cause- effect diagramΔιάγραμμα αποφάσεων Decision treeΔιάγραμμα βαθμονόμησης Calibration graphΔιάγραμμα ελέγχου βλέπε ελεγκτικό διάγραμμα Διάγραμμα ή γραφική παράσταση

Diagram, plot, graphical representation,Διάγραμμα ροής Flow-diagram, flow chart, flow sheet diagramΔιάγραμμα συσχέτισης CorrelogramΔιαδερμική απορρόφηση Percutaneous absorptionΔιαδικασία βαθμονόμησης Calibration procedureΔιαδικασία βλέπε διεργασία Διαδικασία δοκιμής Test procedureΔιαδικασίες ασφάλισης/τοποθέτησης ετικέτας Lockout/

tagout proceduresΔιαδικασίες γαλβανισμού Galvanization processΔιαδικασίες έκτακτης ανάγκης Emergency proceduresΔιάδοση PropagationΔιάδοση των πληροφοριών Information disseminationΔιάδοση φλόγας Flame propagationΔιάδρομος Passage, gangwayΔιάζινον Diazinon (C12H21N2O3PS)Διαζωμεθάνιο Diazomethane (CH2N2)Διαζωνιακό άλας Diazonium salt (ArN2

+X-)

Διαζωφαινανθρένιο DiazophenanthreneΔιαιθανολαμίνη Diethanolamine (C4H11NO2)Διαιθυλαιθέρας ή διαιθυλικός αιθέρας Diethyl ether (C4H10O)Διαιθυλαμίνη Diethylamine (C4H11N)Διαιθυλαμινοαιθανόλη Diethylaminoethanol (C6H15NO)Διαιθυλανιλίνη Diethylaniline (C10H15N)Διαιθυλενογλυκόλη Diethylene glycol (C4H10O3)Διαιθυλενοτριαμίνη Diethylene triamine (C4H13N3)Διαιθυλικός αιθέρας βλέπε διαιθυλαιθέρας Διαιθυλοβενζόλιο Diethylbenzene (C10H14)Διαιθυλοΐσοπροπυλομεθυλοκτάνιο Diethyl isopropyl methyloctaneΔιαιθυλοκετόνη ή 3-πεντανόνη Diethyl ketone or

3-pentanone (C5H10Ο)Διάκενο ή οπή GapΔιακετονική αλκοόλη ή διακετονοαλκοόλη ή

4-υδροξυ-4-μεθυλο-2-πεντανόνη ή 2-υδρόξυ-2-μεθυλοπενταν-4-όνη Diacetone alcohol or 4-hydroxy-4-methyl-2-pentanone (C6H12Ο2)

Διακετονοαλκοόλη βλέπε διακετονική αλκοόλη Διακοπή διαρροής Stop dischargeΔιακοπή έκτακτης ανάγκης Emergency switch-offΔιακόπτες ασφαλείας Safety switchesΔιακόπτης SwitchΔιακόπτης απλής ενέργειας Single acting switchΔιακόπτης αστέρα τριγώνου Star-delta switchΔιακόπτης διπλής ενέργειας Double acting switchΔιακόπτης διπολικός Double pole switchΔιακόπτης δύο θέσεων Two-way switchΔιακόπτης ελέγχου Control switchΔιακόπτης μαχαιρωτός Knife switchΔιακρίβωση βλέπε βαθμονόμηση Διάκριση (π.χ. φυλετική) DiscriminationΔιακριτικός DiscretionaryΔιακριτός DiscreteΔιακυβερνητική Επιτροπή για τις Κλιματικές Αλλαγές

Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC)Διακύμανση ή παραλλακτικότητα Fluctuation, varianceΔιάλειμμα (π.χ. εργασίας) BrakeΔιαλκυλοακετοξικός εστέρας Dialkylacetoacetic ester

(CH3COCRR΄COOH)Διαλκυλομηλονικός εστέρας Dialkylmalonic ester

(RR΄C(COOC2H5)2)Διαλλυλαιθέρας Diallyl ether (C6H10Ο)Διαλοαιθάνιο DihaloethaneΔιαλογή ScreeningΔιαλομεθάνιο Dihalomethane

lexiko113s212.indd 135 10/29/08 1:32:15 PM

Page 134: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

136

Διαφάνεια

Διάλυμα SolutionΔιαλύματα εμβάπτισης DipsΔιαλυμένα αέρια Dissolved gasesΔιαλυμένο αφρογόνο Foam solutionΔιάλυση αλάτων προστασίας ξύλου Dissolving of wood-

protecting saltsΔιαλυτές ουσίες Soluble substancesΔιαλύτης SolventΔιαλύτης καουτσούκ (νάφθα) Rubber solvent (naptha)Διαλυτικό Thinner, solventΔιαλυτό άλας Soluble saltΔιαλυτοποίηση DissolutionΔιαλυτότητα SolubilityΔιαλυτότητα στο νερό Water solubilityΔιαμέρισμα κελύφους Shell compartmentΔιάμεση τιμή ή διάμεσος MedianΔιάμεσος θανατηφόρα δόση (για το 50% πληθυσμού

πειραματοζώων) Median Lethal dose (LD50)Διαμήκης Longitudinal Διαμήκης μελέτη Longitudinal studyΔιαμήκης χρόνος αποκατάστασης Longitudinal relaxation

timep-διαμινοδιφαινύλιο βλέπε βενζιδίνη 1,6-διαμινοεξάνιο βλέπε εξαμεθυλενοδιαμίνη Διαμόρφωση Formulation, modulation, conformationΔιαμόρφωση συχνότητας Frequency modulationΔιανιόν κυκλοοκτατετραενυλίου Cyclooctatetraenyl dianionΔιανοητική ασθένεια Mental illnessΔιανοητική βλάβη Mental harmΔιανοητική διαταραχή Mental disorderΔιανοητική κόπωση Mental fatigue, mental workloadΔιάνοιξη Chase-cuttingΔιανομείς υγρών λιπασμάτων Liquid fertilizer distributorsΔιαπερατότητα (π.χ. νερού) PermeabilityΔιαπερατότητα (π.χ. φωτός) Transmittance Διαπίδυση DialysisΔιαπιστευμένος φορέας Accredited bodyΔιαπίστευση AccreditationΔιαπιστώμενο αίτιο Assignable causeΔιαπίστωση ή εύρημα (π.χ. αξιολόγησης, εκτίμησης) FindingΔιάρκεια DurationΔιαρροή LeakageΔιαρροή τοξικών ουσιών Release of toxic materialsΔιαρροή χημικού προϊόντος Chemical spillΔιάρροια DiarrheaΔιάσειση ConcussionΔιάσπαση βλέπε αποσύνθεση

Διάσπαση με ατμό Steam crackingΔιασπορά DispersionΔιάσταση (π.χ. γεωμετρική, φυσική κ.λπ.) DimensionΔιάσταση (π.χ. ιόντων) Dissociation Διασταυρούμενη δραστικότητα Cross reactivityΔιάστημα ανοχής Tolerance intervalΔιάστημα αξιοπιστίας βλέπε διάστημα εμπιστοσύνης Διάστημα εμπιστοσύνης ή διάστημα αξιοπιστίας Confidence

intervalΔιάστημα στρογγυλοποίησης Rounding intervalΔιάστρεμμα SprainΔιαστρωμάτωση StratificationΔιασύνδεση ανθρώπου-μηχανής Man-machine interface

(MMI)Διασφάλιση ποιότητας Quality assuranceΔιάσωση RescueΔιασωστικά οχήματα Rescue service vehiclesΔιατάξεις αγκύρωσης Anchor devicesΔιατάξεις αναστολής λειτουργίας Trip devicesΔιατάξεις απομόνωσης ενέργειας Energy-isolating devicesΔιατάξεις ενδομανδάλωσης Interlocking devicesΔιατάξεις θέρμανσης με αντίσταση Resistance heating

devicesΔιάταξη ConfigurationΔιάταξη (διευθέτηση) του γραφείου Office layoutΔιάταξη ελέγχου με συνεχή ενεργοποίηση Hold-to run

control deviceΔιάταξη εμπλοκής Clamping deviceΔιάταξη ενδομανδάλωσης Interlocking deviceΔιάταξη ενεργοποίησης Enabling deviceΔιάταξη επείγουσας διακοπής Emergency stopΔιάταξη μηχανικής απομόνωσης Mechanical restraint deviceΔιάταξη προστασίας ή προστατευτικό μέτρο SafeguardΔιάταξη σφηνώματος Pawl deviceΔιαταραχές (επιπτώσεις) στην παραγωγή Production

disturbancesΔιαταραχές στο αναπαραγωγικό σύστημα Reproductive

disordersΔιαταραχές των άνω άκρων Upper limb disordersΔιαταραχές των κάτω άκρων Lower limb disordersΔιαταραχές ύπνου Sleep disorders or sleep problemsΔιάτρηση ή ήλωση ή σφυρηλάτηση Puncture, riveting,

nailing, needle punching,hammering, forgingΔιατρητική σφύρα JackhammerΔιατροπικές μονάδες φόρτωσης Intermodal loading unitsΔιατροφή NutritionΔιαφάνεια Transparency

lexiko113s212.indd 136 10/29/08 1:32:15 PM

Page 135: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

137

Δ

Διεθνής κώδικας σχετικός με τη ναυπήγηση και τον εξοπλισμό των πλοίων

Διαφανής TransparentΔιαφορά DifferenceΔιαφορά δυναμικού Potential differenceΔιαφορά θερμοκρασίας Temperature differenceΔιαφορικοί ανιχνευτές Differential detectorsΔιαφοριστής DifferentiatorΔιάφραγμα DiaphragmΔιαφυλλισμένος βερμικουλίτης Exfoliated vermiculiteΔιαχείριση Management Διαχείριση αμιάντου Asbestos managementΔιαχείριση αποβλήτων Waste handlingΔιαχείριση επικίνδυνων ουσιών Dangerous substances

managementΔιαχείριση θορύβου Noise managementΔιαχείριση κινδύνου Risk managementΔιαχείριση περιπτώσεων Case managementΔιαχείριση της ασφάλειας Safety managementΔιαχείριση της ασφάλειας και της υγείας Safety and health

managementΔιαχείριση της ποιότητας του αέρα Air quality managementΔιαχείριση της προστασίας του περιβάλλοντος

Environmental protection managementΔιαχείριση υλικών Handling Διάχυση DiffusionΔιαχυτικότητα PervasivenessΔιάχυτος πόνος Diffused painΔιαχωρισμός SplittingΔιαχωρισμός (π.χ. για αποφυγή μεταδοτικών ασθενειών)

SegregationΔιαχωρισμός (π.χ. χρωματογραφικός) SeparationΔιαχωρισμός ή ανατομή DissectionΔιαχωρισμός νερού Water partitioningΔιαχωρισμός των εμπορευμάτων Segregation of goodsΔιαχωριστική ικανότητα ή διαχωριστότητα ResolutionΔιβεζανθρακένιο DibenzanthraceneΔιβενζαλακετόνη Dibenzalacetone

(C6H5CH=CHCOCH=CHC6H5)Διβινυλαιθέρας Divinyl etherΔιβινυλοβενζόλιο Divinyl benzene (C10H10)Διβοράνιο Diborane (Β2Η6)Διβουτυλαμίνη Dibutylamine (C8H19N)Διβουτυλαμινοαιθανόλη Dibutyl aminoethanol (C10H23ΝΟ)Διβρωμιούχο αιθυλένιο βλέπε αιθυλενοδιβρωμίδιο Διβρωμιούχο μεθυλένιο βλέπε μεθυλενοβρωμίδιο Διβρωμοαιθυλένιο βλέπε αιθυλενοδιβρωμίδιο Διβρωμοβενζόλιο Dibromobenzene (C6H4Βr2)Διβρωμοβουτάνιο Dibromobutane (C4H8Br2)

Διβρωμοδιφθορομεθάνιο βλέπε διφθοροδιβρωμομεθάνιο Διβρωμομεθάνιο βλέπε μεθυλενοβρωμίδιο Διβρωμονιτροβενζόλιο DibromonitrobenzeneΔιβρωμονορκαράνιο Dibromonorcarane1,2-διβρωμοπροπάνιο ή προπυλενοβρωμίδιο

1,2-dibromopropane or propylene bromide (C3H6Br2)Διβρωμοπροπιονικό κάλιο Potassium dibromopropionate Διγλυκιδυλαιθέρας Diglycidyl ether (DGE) (C6H10Ο3)Διδιάστατη κατανομή Bivariate distributionΔιέγερση ArousalΔιεγέρτης ExciterΔιεγερτικά Recreational drugs, stimulantsΔιεθνείς Κάρτες Χημικής Ασφάλειας International Chemical

Safety Cards (ICSC)Διεθνείς οργανισμοί International organisationsΔιεθνές εργατικό δίκαιο International labour lawΔιεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο International chamber of

shipping (ICS)Διεθνές Πιστοποιητικό Πρόληψης της Ρύπανσης από

Πετρέλαιο International Oil Pollution Prevention Certificate (IOPPC)

Διεθνές Πρότυπο International StandardΔιεθνές φόρουμ εταιρειών πετρελαίου Oil companies

international marine fοrum (OCIMF)Διεθνής εναρμόνιση International harmonisationΔιεθνής Ένωση Αναλυτικών Χημικών Association of Official

Analytical Chemists International (AOAC-I)Διεθνής Ένωση Λιμένων Internationals association of port

and harbours (IΑΡΗ)Διεθνής Ένωση Σιδηροδρόμων International Union of

Railways (UIC)Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας International Atomic

Energy Agency (IAEA)Διεθνής Επιτροπή για την Επαγγελματική και

Περιβαλλοντική Υγιεινή International Commission for Occupational and Environmental Health

Διεθνής Κώδικας Ασφάλειας Πλοίων και Λιμενικών Εγκαταστάσεων International Ships and Port Facilities Security Code (ISPS Code)

Διεθνής Κώδικας Ασφαλούς Διαχειρίσεως Πλοίων (ΔΚΑΔ) International Safety Management Code (ISM-Code)

Διεθνής κώδικας σχετικός με τη ναυπήγηση και τον εξοπλισμό των πλοίων που μεταφέρουν χύδην επικίνδυνες χημικές ουσίες (κώδικας IBC), του διεθνούς ναυτιλιακού οργανισμού (ΙΜΟ) International Code for construction and equipment of ships carrying dangerous chemicals in bulk (IBC Code)

lexiko113s212.indd 137 10/29/08 1:32:15 PM

Page 136: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

138

Δικυκλοπενταδιένιο

Διεθνής κώδικας σχετικός με τη ναυπήγηση και τον εξοπλισμό των πλοίων που μεταφέρουν χύδην υγροποιημένα αέρια (κώδικας IGC), του ΙΜΟ International Code for the construction and equipment of ships carrying liquefied gases in bulk (IGC Code)

Διεθνής Κώδικας Σωστικών Μέσων International Life-Saving Appliance (LSA Code)

Διεθνής Κωδικός Ταυτοποίησης Αποβλήτων International Waste Identification Code (IWIC)

Διεθνής ναυτιλιακός κώδικας για τη μεταφορά των επικίνδυνων εμπορευμάτων (κώδικας IMDG) International Maritime Dangerous Goods Code (IMDG Code)

Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός International Maritime Organization (IMO)

Διεθνής Ομοσπονδία Κοινωνικής Ασφάλισης International Social Security Association (ISSA)

Διεθνής Οργανισμός Ερευνών Καρκίνου International Agency for Research on Cancer (IARC)

Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας International Civil Aviation Organization (ICAO)

Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης International Organization for Standardization (ISO)

Διεθνής Σύμβαση για Ασφαλή Εμπορευματοκιβώτια International Convention for Safe Containers (CSC)

Διεθνής Σύμβαση για τη ναυτική έρευνα και διάσωση International Convention on Maritime Search and Rescue (SAR)

Διεθνής Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων International Confederation of Free Trade Unions

Διεθνής Τυποποίηση International StandardizationΔιεθνώς Εναρμονισμένα Πρότυπα Internationally

Harmonized StandardsΔιείσδυση ή διάτρηση PenetrationΔιελδρίνη Dieldrin (C12H8Cl6O)Διένιο DieneΔιεπιφάνεια InterfaceΔιεποξείδιο DiepoxideΔιεργασία ή διαδικασία ProcessΔιεργασία πιστοποίησης Certification processΔιεργασίες παραγωγής Work processesΔιεργαστηριακά δεδομένα Interlaboratory round robin dataΔιεργαστηριακή δοκιμασία Interlaboratory trialΔιεργαστηριακή δοκιμή Interlaboratory test or Round robin testΔιεργαστηριακή μελέτη (σύγκριση) Interlaboratory study

(comparison)Διεργαστηριακή σύγκριση Interlaboratory comparisonΔιερεύνηση ατυχήματος Accident investigation

Διευθετήσεις αναγνώρισης Recognition arrangementsΔιευθυντής (π.χ. υπηρεσίας, τομέα) DirectorΔιευκόλυνση FacilityΔιεύρυνση BroadeningΔιήθηση ή φιλτράρισμα FiltrationΔιθειάνθρακας ή δισουλφίδιο του άνθρακα Carbon disulfide

or carbon bisulfide (CS2)Διθειούχο μολυβδαίνιο Molybdenum disulfide (MoS2)Διθειώδες νάτριο ή όξινο θειώδες νάτριο Sodium bisulfite or

sodium hydrogen sulfide or sodium mercaptan (NaHSO3)Διισοβουτυλαμίνη Diisobutylamine (C8H19N)Διισοβουτυλένιο DiisobutyleneΔιισοβουτυλοκετόνη Diisobutyl ketone (C9H18O)Διισοκυανικό εξαμεθυλένιο Hexamethylene diisocyanate

(HMDI) (C8H12Ν2Ο2)Διισοκυανικό τολουόλιο Toluene diisocyanate (C9H6Ν2Ο2)Διισοκυανικό-4,4-διφαινυλομεθάνιο βλέπε ισοκυανικό

διφαινυλομεθυλένιο Διισοκυανικός εστέρας της ισοφορόνης Isophorone

diisocyanate (IPDI) (C12H18N2O2)Διισοκυανικός εστέρας του διφαινυλομεθανίου βλέπε

ισοκυανικό διφαινυλομεθυλένιο Διισοκυανικός εστέρας του ναφθαλινίου Naphthalene

diisocyanate (C12H6Ν2Ο2)Διισοπροπανολαμίνη DiisopropanylamineΔιισοπροπυλαιθέρας Diisopropyl etherΔιισοπροπυλαμίνη Diisopropylamine (C6H15Ν)Διισοπροπυλοβενζόλιο DiisopropylbenzeneΔιιωδοβενζόλιο DiiodobenzeneΔικαιώματα τραυματισμένων εργαζομένων Injured

workers’ rightsΔικαρβοξυλικό οξύ βλέπε αιθανοδιοϊκό οξύ Δικετοπιπεραζίνη DiketopiperazineΔικόρυφη κατανομή Bimodular distributionΔικουάτ Diquat (C12H12N2)Δικροτοφώς Dicrotophos (C8H16NO5P)Δίκτυο Network Δικτυοερυθροκύτταρα ReticulocytesΔικτυωτό διάφραγμα Flame screenΔικυάνιο βλέπε κυανογόνο 1,4-δικυανοβουτάνιο βλέπε αδιπονιτρίλιο Δικυκλοεξενύλιο BicyclohexenylΔικυκλοεξυλαμίνη Dicyclohexylamine (C12H23N)Δικυκλοπενταδιένιο ή

3α,4,7,7α-τετραϋδρο-4,7-μεθανινδένιο Dicyclopentadiene or 3α,4,7,7α,-tetrahydro-4,7-methanoindene (C10H12)

lexiko113s212.indd 138 10/29/08 1:32:15 PM

Page 137: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

139

Δ

Διοξείδιο του άνθρακα

Δικυκλοπενταδιενυλιούχος σίδηρος (φερροκένιο) Dicyclopentadienyl iron (ferrocene) (C10H10Fe)

3,4-διμεθοξυβενζαλδεΰδη βλέπε βερατραλδεΰδη Διμεθοξυβενζυλική αλκοόλη Dimethoxybenzyl alcoholΔιμεθοξυμεθάνιο Dimethoxymethane or methylal or

methylformal (C3H8O2)Διμεθοξυπροπάνιο DimethoxypropaneΔιμεθυλαιθέρας ή μεθοξυμεθάνιο Dimethyl ether or

methoxymethaneΔιμεθυλαιθοξυπυρίτιο ή διμεθυλαιθοξυσιλάνιο

DimethylethoxysilaneΔιμεθυλαιθοξυσιλάνιο βλέπε διμεθυλαιθοξυπυρίτιο Διμεθυλακεταμίδιο Dimethylacetamide (C4H9NO)Διμεθυλακετυλένιο ή 2-βουτίνιο Dimethylacetylene or

2-butyneΔιμεθυλαμίνη Dimethylamine (C2H7N)Διμεθυλαμινοκονανινόνη DimethylaminoconaninoneΔιμεθυλαμινομεθυλοβουτένιο Dimethylamino methyl

buteneΔιμεθυλαμινοπεντένιο Dimethylamino penteneΔιμεθυλανιλίνη Dimethylaniline (C8H11N)2,3-διμεθυλο-2-βουτένιο 2,3-dimethyl-2-butene 2,2-διμεθυλο-2-σιλανοπεντάνιο-5-σουλφονικό άλας

2,2-dimethyl-2-silapentane-5-sulphonate Διμεθυλοαιθανολαμίνη Dimethylethanolamine (C4H11N)Διμεθυλοαλλυλοπυροφωσφορικός εστέρας Dimethylallyl

pyrophosphateΔιμεθυλοανθρακινόνη DimethylantraquinoneΔιμεθυλοαρσενικικό οξύ βλέπε κακωδυλικό οξύ Διμεθυλοβαλεριανικό οξύ Dimethylvaleric acidΔιμεθυλοβενζόλιο βλέπε ξυλόλιο Διμεθυλοβουτάνιο Dimethylbutane2,2-διμεθυλοβουτανοϊκό οξύ βλέπε αιθυλοδιμεθυλοξικό οξύ Διμεθυλοβουτανόλη Dimethyl butanol Διμεθυλοβουτένιο Dimethyl butene Διμεθυλοϊσοκινολίνη DimethylisoquinolineΔιμεθυλοκαρβαμοϋλοχλωρίδιο Dimethyl carbamoyl

chlorideΔιμεθυλοκτανοϊκό οξύ Dimethyl octanoic acidΔιμεθυλοκυκλοεξαναμίνη βλέπε κυκλοεξυλοδιμεθυλαμίνη Ν,Ν-διμεθυλομεθαναμίνη βλέπε τριμεθυλαμίνη Διμεθυλονιτροζαμίνη βλέπε νιτρωδοδιμεθυλαμίνη 2,2-διμεθυλοπροπύλιο βλέπε νεοπεντύλιο Διμεθυλοσουλφοξείδιο Dimethyl sulfoxide (C2H6OS)Διμεθυλοΰδροϋπεροξείδιο βλέπε υδροϋπεροξείδιο του

βουτυλίου Διμεθυλουρία Dimethylurea (C3H8N2O)

Ν,Ν-διμεθυλοφορμαμίδιο N,N-dimethylformamide (DMF) (C3H7NO)

Διμεθυλοχλωροαιθέρας βλέπε χλωρομεθυλομεθυλαιθέρας Διμεθυλυδραζίνη Dimethylhydrazine (C2H8N2)Διμερές DimerΔιμερισμός DimerizationΔινιτολμίδιο ή 3,5-δινιτρο-ο-τολουαμίδιο ή

2-μεθυλο-3,5-δινιτροβενζαμίδιο Dinitolmide or 3,5-dinitro-o-toluamide or 2-methyl-3,5-dinitrobenzamide (C8H7NO5)

Δινιτρική αιθυλενογλυκόλη Ethylene glycol dinitrate (EGDN) (C2H4N2O6)

Δινιτρική προπυλενογλυκόλη Propylene glycol dinitrate (C3H6N2O6)

Δινιτροανιλίνη Dinitroaniline (C6H5N3O4)Δινιτροβενζοϊκό οξύ Dinitrobenzoic acidΔινιτροβενζόλιο Dinitrobenzene (C6H4N2O4)Δινιτροβενζοϋλοχλωρίδιο Dinitrobenzoyl chlorideΔινιτροκρεζόλη Dinitrocresol (C7H6N2O5)Δινιτροναφθαλίνιο Dinitronaphthalene (C10H6N2O4)Δινιτροτολουόλιο Dinitrotoluene (C7H6N2O4)Δινιτροφαινόλη Dinitrophenol (C6H4N2O5)Δινιτροφθοροβενζόλιο Dinitrofluorobenzene (DNFB)Δινιτροχλωροβενζόλιο DinitrochlorobenzeneΔινουκλεοτίδιο DinucleotideΔιογκούμενος αφρός Expanding foamΔιογκωμένη άργιλος Expanded clayΔιογκωμένη πολυστερίνη Expanded polystereneΔιογκωμένο ελαστικό Expanded rubberΔιογκωμένο πολυβινυλοχλωρίδιο Expanded polyvinyl chlorideΔιογκωμένος περλίτης Expanded perliteΔιόγκωση βλέπε οίδημα Δίοδος και συσσώρευση εύφλεκτων στοιχείων Passage

and collection of flammablesΔιοίκηση ανά στόχο Management by objectiveΔιοίκηση ή διαχείριση ποιότητας Quality Management (QM)Διοίκηση ολικής ποιότητας (ΔΟΠ) Total quality management

(TQM)Διοικητική δομή Administrative structureΔιοικητικό προσωπικό Administrative personnelΔιοικητικό συμβούλιο Administrative board, Board of

governorsΔιοξάθειον Dioxathion (C12H26O6P2S4)Διοξαλανόνη DioxalanoneΔιοξάνιο Dioxane (O(CH2CH2)2O)Διοξείδιο του αζώτου Nitrogen dioxide (NO2)Διοξείδιο του άνθρακα Carbon dioxide (CO2)

lexiko113s212.indd 139 10/29/08 1:32:15 PM

Page 138: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

140

Διχλωροαιθυλένιο ή αιθυλενοδιχλωρίδιο ή διχλωροαιθάνιο

Διοξείδιο του βινυλοκυκλοεξενίου Vinyl cyclohexene dioxide (C8H12O2)

Διοξείδιο του δεκυλοξυτετραϋδροθειοφαινίου Decyloxytetra-hydrothiophene dioxide

Διοξείδιο του θείου Sulfur dioxide(SO2)Διοξείδιο του μολύβδου Lead dioxide (PbO2)Διοξείδιο του τιτανίου Titanium dioxide (TiO2)Διοξείδιο του χλωρίου Chlorine dioxide (ClO2)Διοξείδιο του χρωμίου Chromium dioxide (CrO2)Διοξικό ασβέστιο Calcium diacetate (C4H6O4Ca)Διοξικός εστέρας βλέπε ακετοξικός αιθυλεστέρας Διοξικός εστέρας της αιθυλενογλυκόλης Ethylene glycol

diacetate (C6H10O4)Διοξολάνη Dioxolane (C3H6O2)Διορθωμένη Αποτελεσματική Θερμοκρασία Corrective

Effective Temperature (CET)Διορθωμένος (ανηγμένος) όγκος συγκράτησης Adjusted

retention volume (VR)’

Διορθωτική ενέργεια Corrective action, remedial measure

Διούρηση DiuresisΔιουρητικά DiureticsΔίουρον Diuron (C9H10Cl2N2O)Διοχέτευση ChannellingΔιπεντένιο ή λιμονένιο Dipentene or limonene (C10H13)Διπλασιάζω DuplicateΔιπλή έλικα (του DNA) Double helixΔιπλή μέτρηση Duplicate measurementΔιπλό δείγμα Duplicate sampleΔιπλό τυφλό Double blindΔιπλωτήρια FoldersΔιπροπυλοκετόνη Dipropyl ketone (C7H14O)Δις (4-κυκλοεξυλο-ισοκυανικό) μεθυλένιο

Methylene bis(4-cyclo-hexylisocyanate) (C15H22N2O2)Δις(2-διμεθυλοαμινοαιθυλ)αιθέρας

Bis(2-dimethylaminoethyl)ether (DMAEE)Δισακχαρίτης DisaccharideΔισκοπρίονο Circular sawing machineΔίσκος TrayΔισουλφίδιο του άνθρακα βλέπε διθειάνθρακας Δισουλφιράμ Disulfiram (C10H20N2S4)Δισουλφονικός δωδεκυλοδιφαινυλαιθέρας

Dodecyl diphenyl ether disulphonate Δισούλφοτον Disulfoton (C8H19O2PS3)Διττανθρακικό αμμώνιο Ammonium bicarbonate2,3-διυδρο-4Η-πυράνιο 2,3-dihydro-4H-pyran (DHP)Διυδρομυρσένιο Dihydromyrcene (C10H18)

Διυδροναφθαλίνιο Dihydronaphthalene1,2-διυδροξυβενζόλιο βλέπε πυροκατεχόλη 1,3-διυδροξυβενζόλιο βλέπε ρεζορκινόλη Διυδροξυβενζόλιο βλέπε υδροκινόνη 2,3-διυδροξυβουτενοδιικό οξύ βλέπε τρυγικό οξύ 2,3-διυδροξυπροπανάλη βλέπε γλυκεριναλδεΰδη Διυδροχλωριούχος πιπεραζίνη Piperazine dihydrochloride

(C4H10N2.2HCl)Διυλιστήριο πετρελαίου Oil refineryΔιφαινόλη Bisphenol Διφαινολικός εστέρας του κρεζυλικού οξέος Cresylic acid

dιphenolizedΔιφαινυλαιθέρας ή φαινυλαιθέρας Diphenyl ether or

phenyl ether (C12H10O)Διφαινυλαμίνη ή 4-αμινοδιφαινύλιο ή ξενυλαμίνη

Biphenylamine or diphenylamine or 4-aminobiphenyl or xenylamine (C12H11N)

Διφαινύλιο Diphenyl or biphenyl (C12H10)Ν,Ν-διφαινυλοανιλίνη βλέπε τριφαινυλαμίνη Ν,Ν-διφαινυλοβενζοαμίνη βλέπε τριφαινυλαμίνη Διφαινυλογουανιδίνη Diphenylguanidine (C13H13N3)Διφαινυλοκυκλοπροπενόνη DiphenylcyclopropenoneΔιφαινυλόλη Diphenylol or biphenylol (C12H10O)Διφαινυλομεθάνιο Diphenylmethane (C6H5CH2C6H5)Διφαινυλομεθανόλη ή βενζυδρόλη Diphenylmethanol or

benzydrolΔιφαινυλομεθύλιο DiphenylmethylΔιφθοριούχο οξυγόνο Oxygen difluoride1,1-διφθοροαιθένιο βλέπε βινυλιδενοφθορίδιο 1,1-διφθοροαιθυλένιο βλέπε βινυλιδενοφθορίδιο Διφθοροβενζόλιο Difluorobenzene (C6H4F2)Διφθοροδιβρωμομεθάνιο ή διβρωμοδιφθορομεθάνιο

Difluorodibromomethane (CBr2F2)Διφωσφοπυριδινονουκλεοτίδιο

DiphosphopyridinenucleotideΔιφωσφορική αδενοσίνη Adenosine diphosphate (ADP)Διφωσφορικό τετρανάτριο βλέπε πυροφωσφορικό

τετρανάτριο Δίχειρη διάταξη ελέγχου Two hand control deviceΔιχλωρβός Diclorvos (DDVP) (C4H7Cl2O4P)Διχλωριούχο αιθύλιο βλέπε αιθυλενοδιχλωρίδιο Διχλωριούχο μεθυλένιο βλέπε μεθυλενοχλωρίδιο 1,1-διχλωροαιθένιο βλέπε βινυλιδενοχλωρίδιο Διχλωροαιθυλαιθέρας ή 2,2-διχλωροδιαιθυλαιθέρας

Dichloroethyl ether (C4H8Cl2O)1,1-διχλωροαιθυλένιο βλέπε βινυλιδενοχλωρίδιο Διχλωροαιθυλένιο ή αιθυλενοδιχλωρίδιο ή

lexiko113s212.indd 140 10/29/08 1:32:15 PM

Page 139: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

141

Δ

Δυαδικός αριθμός

διχλωροαιθάνιο Dichloroethylene or ethylene dichloride or dichloroethane (C2H4Cl2)

Διχλωροακετυλένιο Dichloroacetylene (C2Cl2)Διχλωροβενζιδίνη Dichlorobenzidine (C12H10Cl2N2)Διχλωροβενζόλιο Dichlorobenzene (C6H4Cl2)p-διχλωροβενζόλιο p-dichlorobenzene (PDCB) (C6H4Cl2)Διχλωροβουτένιο Dichlorobutene2,2-διχλωροδιαιθυλαιθέρας βλέπε διχλωροαιθυλαιθέρας Διχλωροδιμεθυλοσιλάνιο Dichlorodimethylsilane (C2H6Cl2Si)Διχλωροδιμεθυλοΰδαντοΐνη Dichloro dimethyl hydantoin

(C5H6Cl2N2O2)Διχλωροδιφαινυλοτριχλωραιθάνιο

Dichlorodiphenyltrichloroethane (DDT) (C14H9Cl5)Διχλωροδιφθορομεθάνιο Dichlorodifluoromethane (CCl2F2)Διχλωροεξάνιο DichloroexaneΔιχλωροϊσοπροπυλαιθέρας Dichloroisopropyl etherΔιχλωρομεθάνιο βλέπε μεθυλενοχλωρίδιο Διχλωρομεθυλοπεντάνιο Dichloro methylpentaneΔιχλωρομεθυλοσιλάνιο Dichloromethylsilane (CH4Cl2Si)Διχλωρονιτροαιθάνιο Dichloronitroethane (C2H3Cl2NO2)Διχλωροπενταδιένιο Dichloropentadiene1,2-διχλωροπροπάνιο βλέπε διχλωροπροπυλένιο Διχλωροπροπένιο Dichloropropene (C3H4Cl2)2,2-διχλωροπροπιονικό οξύ βλέπε νταλαπόν Διχλωροπροπυλένιο ή 1,2-διχλωροπροπάνιο ή

προπυλενοδιχλωρίδιο Propylene dichloride or 1,2-dichloropropane (C3H6Cl2)

Διχλωροτετραφθοροαιθάνιο Dichlorotetrafluoroethane (C2Cl2F4)

Διχλωροφαινόλη Dichlorophenol (C6H4Cl2O)Διχλωροφαινοξυοξικό οξύ Dichlorophenoxyacetic acidΔιχλωροφθορομεθάνιο Dichlorofluoromethane (CHCl2F)Διχρωμικό νάτριο Sodium dichromate (Na2CrO7)Δίχτυ ασφαλείας Safety netΔίψα ThirstΔιωνυμική κατανομή Binomial distributionΔοκιμασμένες διαδικασίες Tested processesΔοκιμαστές νεκρού βάρους Dead weight testerΔοκιμαστικός σωλήνας Test tubeΔοκιμή Test Δοκιμή ανεξάρτητης κατανομής Distribution free testΔοκιμή αντοχής σε τριβή Abrasion testΔοκιμή αξιοπιστίας Ruggedness testΔοκιμή διαλογής Screening testΔοκιμή διηλεκτρικής σταθεράς Dielectric testΔοκιμή εξοπλισμού Equipment testingΔοκιμή ή έλεγχος ικανότητας Proficiency testing

Δοκιμή με αμυχή Scratch testΔοκιμή παρακολούθησης Monitoring testΔοκιμή πρόκλησης Provocation testΔοκιμή σε θλίψη Compression testΔοκιμή στεγανότητας Leakproofness testΔοκιμή συμπύκνωσης Tamping testΔοκιμή τοξικότητας Toxicity testΔοκιμή των μέσων ελέγχου Testing of control measuresΔοκίμιο Specimen, test pieceΔοκίμιο δοκιμής Test specimenΔολομίτης Dolomite (CaCO3.MgCO3)Δομή StructureΔομημένη βελτίωση ποιότητας Structured quality

improvement (SQI)Δομικά έργα ή έργα πολιτικού μηχανικού Civil engineeringΔομικές εργασίες Construction worksΔομικές μηχανές Construction machineryΔομικός εξοπλισμός Structural equipmentΔόνηση VibrationΔόνηση αιώρησης Rocking vibrationΔόνηση επαναφοράς Vibrational relaxation (R)Δόνηση μεταδιδόμενη στο σύστημα άκρας χειρός -βραχίονα

Hand-Arm VibrationΔόνηση ολοκλήρου του σώματος Whole-Body VibrationΔονητής καθαρού τόνου Pure-tone vibratorΔονητής οστέινης αγωγής Bone vibratorΔόντι ToothΔόση DoseΔόση αναστολής 50% Inhibitory concentration (IC50)Δόση προς ανάλυση Test portionΔόση χωρίς παρατηρήσιμη επίδραση No observed effect

level (NOEL)Δοσολογία DosageΔότης DonorΔούβνιο Dubnium (Db)Δουλειά ή εργασία JobΔουρόλιο DureneΔοχείο ReceptacleΔοχείο αερολύματος βλέπε υψηλής πίεσης κύλινδρος Δοχείο πίεσης Pressure receptacle, pressure vesselΔράπανα DrillsΔραστηριότητες εκτός του χώρου εργασίας Off-the-job

activitiesΔραστικότητα ReactivityΔρομέας RotorΔρύς ή βελανιδιά OakΔυαδικός αριθμός Binary number

lexiko113s212.indd 141 10/29/08 1:32:15 PM

Page 140: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

142

Εθνικό επίπεδο

Δυνάμεις επίτευξης EnablersΔύναμη ForceΔύναμη δοκιμής Power of testΔύναμη ζεύξης Clamping forceΔυναμικά εργαλεία Powered toolsΔυναμική ενέργεια Potential energyΔυναμική περιοχή (της μεθόδου) Dynamic rangeΔυναμικό PotentialΔυναμικό αναγωγής Reduction potentialΔυναμικό ιονισμού Ionization potentialΔυναμικό οξείδωσης Oxidation potentialΔυνατότητες εξέλιξης Possibilities of developmentΔυνητικά εκρηκτικές ατμόσφαιρες Potentially explosive

atmospheres Δυνητικός κίνδυνος, πιθανός κίνδυνος Potential hazard

Δυπνόνη Dypnone (C16H14O)Δυσανεξία IntoleranceΔυσκοιλιότητα ConstipationΔυσπεψία DyspepsiaΔύσπνοια DyspneaΔυσπρόσιο Dysprosium (Dy)Δωδεκάνιο Dodecane (C12H26)Δωδεκανοϊκό οξύ βλέπε λαυρικό οξύ Δωδεκανοϊκός μεθυλεστέρας βλέπε μεθυλεστέρας του

λαυρικού οξέος 1-δωδεκανόλη βλέπε λαυρική αλκοόλη Δωδεκένιο Dodecene (C12H24)Δωδεκίνιο Dodecyne (C12H20)Δωδεκυλαλκοόλη Dodecyl alcohol (C12H26O)Δωδεκυλοφαινόλη Dodecyl phenol (C18H30O)

Ε

Eπικύρωση ValidationΕγγενής ασφάλεια Intrinsic safetyΕγγενώς ασφαλής μηχανή Intrinsically safe apparatusΈγγραφο Αναφοράς Reference Document (RD)Έγγραφο Εναρμόνισης Harmonization Document (HD)Εγκάρσιοι κίνδυνοι Transversal risksΕγκάρσιος TransversalΕγκαταστάσεις ανακύκλωσης απορριμμάτων βιομηχανίας

κατασκευών Recycling plants in the construction industryΕγκαταστάσεις ανοιχτής θάλασσας Offshore installationsΕγκαταστάσεις εν λειτουργία Operating plantΕγκατάσταση Installation, plantΕγκατάσταση θέρμανσης Heating installationΕγκατάσταση παραγωγής αδρανούς αερίου Inert gas plantΕγκαταστάτες υδρορροών Guttering installersΈγκαυμα BurnΕγκεκριμένο σχέδιο έκτακτης ανάγκης (της παράκτιας ή

υπεράκτιας εγκατάστασης διακίνησης πετρελαιοειδών ή εξόρυξης πετρελαίου) Facility contingency plan (FCP)

Εγκεκριμένο σχέδιο έκτακτης ανάγκης του φορέα διοίκησης ή εκμετάλλευσης του λιμένα Port contingency plan (PCP)

Εγκεκριμένο τοπικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης της Λιμενικής Αρχής Local contingency plan (LCP)

Εγκεκριμένος ApprovedΕγκεφαλικά νεύρα Cranial nervesΕγκεφαλική κάκωση Brain injuryΕγκέφαλος BrainΕγκιβωτισμός Encapsulation

Εγκλεισμός EnclosureΈγκλειστα Inclusion bodiesΕγκλιματισμός (π.χ. αέρα) Conditioning Εγκλωβισμός στην ακτογραμμή Containment on landΈγκυες εργαζόμενες Pregnant workersΕγκύκλιος CircularΕγκυμοσύνη PregnancyΈγκυος Pregnant womanΕγκυρότητα ValidityΕγχειρίδιο Αναλυτικών Μεθόδων Manual of Analytical

MethodsΕγχειρίδιο διαδικασιών Procedural ManualΕγχειρίδιο δοκιμών και κριτηρίων Manual of Tests and

CriteriaΕγχειρίδιο Έρευνας και Διάσωσης Εμπορικών Πλοίων

Merchant ship search and rescue manual (MERSAR)Εγχειρίδιο Ποιότητας Quality ManualΕγχειρίδιο ρύπανσης από πετρέλαιο Manual on oil pollutionΈγχυση εντός διατρήσεων Injection into drilled holesΕθιμικό δίκαιο Common lawΕθισμός AddictionΕθνικές αρχές National authoritiesΕθνική Απόκλιση National DeviationΕθνική Τυποποίηση National StandardizationΕθνική Υπηρεσία Τεχνικής Πληροφόρησης (των ΗΠΑ)

National Technical Information Service (NTIS)Εθνικό δίκτυο πληροφοριών National information networkΕθνικό επίπεδο National level

lexiko113s212.indd 142 10/29/08 1:32:15 PM

Page 141: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

143

ΔΕ

Εκσκαφή

Εθνικό Ινστιτούτο για την Επαγγελματική Υγεία και Ασφάλεια (των ΗΠΑ) National Institute for Occupational Safety and Health (NIOSH)

Εθνικό πρότυπο National standardΕθνικό σχέδιο αντιμετώπισης περιστατικών ρύπανσης της

θάλασσας από πετρέλαιο και άλλες επιβλαβείς ουσίες National contingency plan (NCP)

Εθνικοί οργανισμοί National organisationsΕθνικός σύνδεσμος καταπολέμησης της ρύπανσης (ΕΣΚΡ)

National On-Scene Commander (NOSC)Ειδικές διατάξεις Special provisionsΕιδικευμένοι εμπειρογνώμονες Qualified expertsΕιδικευμένος εργάτης Skilled workerΕιδική αιτία Special causeΕιδική αντίσταση ResistivityΕιδική απορρόφηση ενέργειας Specific energy absorption

(SA)Ειδική απορροφητικότητα Specific absorptivityΕιδική γραμμομοριακή απορρόφηση Specific molar

absorbanceΕιδική δραστικότητα ραδιονουκλειδίου Specific activity of a

radionuclideΕιδική Εθνική Συνθήκη Special National ConditionΕιδική θερμότητα Specific heatΕιδική στροφή Specific rotationΕιδική ταξινόμηση των οργανικών ουσιών Special

classification for organic substancesΕιδική χρωματογραφία στοιχείων Element specific

chromatographyΕιδικής μορφής ραδιενεργό υλικό Special form radioactive

materialΕιδικό βάρος Specific gravity (sp.gr)Ειδικότητα SpecificityΕιδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας Occupational

medicine specialtyΕικοσάνιο Icosane (C20H42)Είσοδος EntranceΕίσοδος (π.χ ηλεκτρονικού σήματος) InputΕισπνεόμενα αλλεργιογόνα Respiratory sensitisersΕισπνεύσιμο κλάσμα Inhalable fractionΕισπνοή InhalationΕκατομμύρια σωματίδια ανα κυβικό πόδι million particles

per cubic foot (mppcf)Εκατοστιαία ανάκτηση Percent recoveryΕκγλυπτική μηχανή οδών Road-milling machineΈκζεμα EczemaΈκθεση Exposure

Έκθεση δοκιμής βλέπε έκθεση ελέγχου Έκθεση ελέγχου Inspection reportΈκθεση ελέγχου ή έκθεση δοκιμής Test reportΈκθεση εξέτασης Examination reportΈκθεση Χημικής Ασφάλειας Chemical Safety Report (CSR)Εκθέτης ExponentΕκθετική συνάρτηση Exponential functionΕκκενώσεις EvacuationsΕκκένωση PurgingΕκκίνηση StartΕκκινητής StarterΕκκρίματα SecretionsΈκκριση (π.χ ούρων) ExcretionΕκλαμψία EclampsiaΈκλυση EmanationΈκλυση δευτέρου βαθμού Secondary grade releaseΈκνομες ενέργειες Acts of unlawful interferenceΕκπαίδευση εκτός του χώρου εργασίας Off-the-job trainingΕκπαίδευση μέτρων ασφάλειας Safety educationΕκπαίδευση στην εργασία On-the-job trainingΈκπλυμα SlopΈκπλυση WashingΕκπνεόμενος αέρας Expired airΕκπνοή ExhalationΕκπομπή EmissionΕκπομπή προειδοποιητικών σημάτων Use of warning

signalsΕκπομπός EmitterΕκπρόσωποι υγιεινής και ασφάλειας Safety and health

representativesΕκπρόσωπος διοίκησης Management RepresentativeΕκπρόσωπος των εργαζομένων Workers’ representativeΕκπυρσοκρότηση DetonationΕκρηκτικές ατμόσφαιρες Explosive atmospheresΕκρηκτική ζώνη Explosive rangeΕκρηκτική ουσία Explosive substance (E)Εκρηκτική ύλη ή εκρηκτικό ExplosiveΕκρήξεις αερίου Gas explosionsΕκρήξεις σκόνης Dust explosionsΈκρηξη ExplosionΕκρήξιμη ατμόσφαιρα αερίων Explosive gas atmosphereΕκρόφηση DesorptionΕκσκαφέας ExcavatorΕκσκαφέας συρόμενης πτυοσκάφης DraglineΕκσκαφέας τάφρων TrencherΕκσκαφές θεμελίων Excavation of the building pitΕκσκαφή Excavation

lexiko113s212.indd 143 10/29/08 1:32:15 PM

Page 142: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

144

Έλεγχος πρόσβασης

Εκσκαφή (π.χ τάφρων) TrenchingΈκταση της επικύρωσης Extent of validationΕκτέλεση των δοκιμών Performance of testsΕκτελεστικό όργανο Executive bodyΕκτελεστικοί οργανισμοί Executive agenciesΕκτελεστικός Οργανισμός για τη Δημόσια Υγεία, με έδρα το

Λουξεμβούργο Public Health Executive Agency, LuxembourgΕκτελεστικός οργανισμός για την ευφυή ενέργεια, με έδρα

τις Βρυξέλλες, (Βέλγιο) Intelligent Energy Executive Agency, Brussels (Belgium)

Εκτελεστικός οργανισμός εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών θεμάτων και πολιτισμού, με έδρα τις Βρυξέλλες, (Βέλγιο) Education, Audiovisual and Culture Executive Agency, Brussels (Belgium)

Εκτίμημα EstimateΕκτίμηση AssessmentΕκτίμηση έκθεσης Exposure assessmentΕκτίμηση κινδύνου ή εκτίμηση επικινδυνότητας ή εκτίμηση

επαγγελματικού κινδύνου Risk assessmentΕκτίμηση ποιότητας Quality assessmentΕκτίμηση της ικανότητας εργασίας Work capacity evaluationΕκτιμητής βλέπε αξιολογητής Εκτιμώμενη τιμή Estimated valueΕκτίναξη τετηγμένου μετάλλου Molten metal splashΕκτός άλλως οριζόμενο Not otherwise specified (NOS)Εκτρεπόμενη παρατήρηση Outlying observationΕκτρεπόμενη τιμή ή άστοχη τιμή OutlierΕκτυπωτής PrinterΕκτυπωτής γραμμών Line printerΕκφοβισμός (εργαζομένου) BullyingΕκφόρτιση DischargeΕκφόρτωση UnloadingΕκχύλισμα ExtractΕλαϊκή αλκοόλη ή cis-9-δεκαοκτεν-1-όλη Oley alcohol or

cis-9-octadecen-1-olΕλαϊκό κάλιο Potassium oleateΕλαϊκό οξύ ή cis-δεκαοκτενοϊκό οξύ Oleic acid or

cis-9-octadecenoic acid (C18H34O2)Ελαϊκός μεθυλεστέρας ή cis-δεκαοκτενοϊκός μεθυλεστέρας

Methyl oleate or methyl cis-9-octadecenoateΈλαιο κιτρονέλλας Citronella oilΈλαιο φοινικοκαρύου Palm kernel oilΈλαση ή εξέλαση ή κυλινδροποίηση RollingΈλασμα FoilΕλασματοποίηση (επένδυση) LaminatingΕλαστικό RubberΕλαστικό υλικό Resilient material

Ελαστικό ωράριο Flexible working hoursΕλαστικοποίηση Rubber-facingΕλαστικότητα ElasticityΕλαστικοφόρος μηχανή Rubber-tyred machineΕλατήριο SpringΕλάττωση δυναμικότητας πηγής διαρροής Decrease

pollution source strengthΕλαφρά ατυχήματα Minor accidentsΕλαφροβαρές αδρανές σκυρόδεμα Lightweight aggregate

concreteΕλαφρός ή ασήμαντος SlightΕλαφρύ πετρέλαιο White spiritΕλάχιστη απαιτούμενη αντοχή Minimum Required strength

(MRS)Ελάχιστη επιτρεπόμενη δόση τοξικής ουσίας Minimum

allowable toxicant concentration (MATC)Ελάχιστη συγκέντρωση κατωφλίου Minimum Threshold

concentration (MTC)Ελάχιστη τοξική συγκέντρωση Minimum Toxic

Concentration (MTC)Ελάχιστο απαιτούμενο όριο επίδοσης Minimum required

performance limit (MRPL)Ελάχιστο φορτίο θραύσης συρματόσχοινου (ασανσέρ)

Minimum breaking load of a ropeΕλάχιστος συνιστώμενος όγκος δειγματοληψίας αέρα

Minimum recommended air sample volume (VOL-MIN)Ελεγκτής ασφαλείας ScreenerΕλεγκτικό διάγραμμα ή διάγραμμα ελέγχου Control chartΈλεγχοι προσμίξεων Impurity testsΈλεγχοι υπολειμμάτων Residual testsΕλεγχόμενη απόρριψη Controlled dischargeΕλεγχόμενη μεταβλητή Controlled variableΈλεγχος ControlΈλεγχος ασφάλειας Safety auditsΈλεγχος ασφαλείας (φύλαξης) Security controlΈλεγχος διεργασίας Process controlΈλεγχος έκρηξης Explosion controlΈλεγχος επιθεώρησης Audit testΈλεγχος θορύβου Noise controlΈλεγχος καθαρότητας της κορυφής του αναλυτή Peak purity

testΈλεγχος καταλληλότητας συστήματος System suitability

testingΈλεγχος ορίου Limit testΈλεγχος οσμών Odour controlΈλεγχος ποιότητας Quality controlΈλεγχος πρόσβασης Access control

lexiko113s212.indd 144 10/29/08 1:32:16 PM

Page 143: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

145

Ε

Ενεργειακό περιεχόμενο

Έλεγχος ρυπάνσεως ατμοσφαίρας Air monitoringΈλεγχος της όρασης Vision testingΈλεγχος της σκόνης Dust controlΈλεγχος της υγείας Health monitoringΈλεγχος των δονήσεων Vibration controlΕλεύθερη πτώση Free fallΈλικα HelixΈλκος Ulcer or chancreΈλκος που οφείλεται στο χρώμιο Chromium ulcersΕλκυσμός DrawingΕλκυστήρας TractorΈλλειψη ελέγχου Lack of controlΈλλειψη εργατικών χεριών Labour shortageΕλληνικά Σήματα Συμμόρφωσης Hellenic Marks of

ConformityΕλληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) Greek

Atomic Energy CommissionΈλξη ή τράβηγμα PullingΕμβαδόν κορυφής Peak areaΕμβάπτιση ImmersionΕμβιομηχανική biomechanicsΕμβολιασμένο υλικό δείγματος Fortified sample materialΕμβολιασμός (π.χ ιατρικός) VaccinationΕμβολιασμός (π.χ υλικών) GraftΈμβολο RammerΕμβριοτοξικότητα EmbryotoxicityΕμετός VomitingΈμμεση σύνδεση Off-lineΕμουλσίνη EmulsinΕμπειρία ExperienceΕμπειρικά επικίνδυνο Harmless by experienceΕμπειρική έρευνα Empirical researchΕμπειρικός τύπος Empirical formulaΕμπειρογνώμονας ExpertΕμπιστευτικότητα ConfidentialityΕμπιστοσύνη ConfidenceΕμπλοκή EntanglementΕμπλοκή στον τομέα Involvement in fieldΕμπλουτισμένο ουράνιο Enriched uraniumΕμπορευματοκιβώτιο Container or swap-bodyΕμπορευματοκιβώτιο – δεξαμενή Tank swap body or

tank-containerΕμπορευματοκιβώτιο αερίων πολλαπλών –στοιχείων

Multiple- element gas container (MEGC)Εμπορευματοκιβώτιο με κάλυμμα Sheeted containerΕμπορευματοκιβώτιο μεσαίας χωρητικότητας για φορτία

χύδην Intermediate bulk container (IBC)

Εμπορευματοκιβώτιο φορτίου χύδην ανοιχτής θαλάσσης Offshore bulk container

Εμπόριο CommerceΕμποτιστικό υλικό Impregnating agentΕμπύημα EmpyemaΕμπύρετος FebrileΈμφραγμα Heart attackΕμφύσημα EmphysemaΕναλλαγή του προσωπικού στις θέσεις εργασίας Staff turnoverΕναλλακτικές μορφές απασχόλησης ή εναλλακτικές θέσεις

απασχόλησης Alternative employmentΕναλλακτική υπόθεση Alternative hypothesisΕναλλαξιμότητα InterchangeabilityΕναμίνη EnamineΕναπομείνασα επικινδυνότητα Residual risk Εναρμόνιση HarmonizationΕναρμονισμένα πρότυπα Harmonized StandardsΕνδείκτης GauseΕνδεικτικά όργανα DisplaysΈνδειξη (οργάνου) ReadingΕνδεκάνιο Undecane (C11H24)Ενδεκανοϊκό οξύ Undecanoic acid (C11H20O2)Ενδεκανόλη βλέπε ενδεκυλαλκοόλη Ενδεκένιο Undecene (C11H22)Ενδεκυλαλκοόλη ή ενδεκανόλη Undecyl alcohol or

undecanol (C11H24O)Ενδιάμεση επαναληψιμότητα Intermediate precisionΕνδιάμεση συσκευασία Intermediate packagingΕνδιάμεσο IntermediateΕνδιαφερόμενο μέρος Interested partyΕνδοεργαστηριακή αναπαραγωγιμότητα Within-laboratory

reproducidilityΕνδόθερμη αντίδραση Endothermic reactionΕνδοκρινής διάσπαση Endocrine disruptionΕνδοκρινική τοξικολογία Endocrine toxicologyΕνδοκρινικοί διαταράκτες Endocrine disrupters or

endocrine disruptorsΕνδοκρινολογικές παθήσεις Endocrinological disordersΕνδοπλασματικό δίκτυο Endoplasmic reticulumΕνδοσκόπηση EndoscopyΕνδοσουλφάν Endosuflan (C9H6Cl6O3S)Ενδοτοξίνες EndotoxinsΕνδρίνη Endrin (C12H8Cl8O)Ενδυμασία υψηλής ευκρίνειας Visibility clothingΕνεδιόλη EnediolΕνέργεια EnergyΕνεργειακό περιεχόμενο Energy content

lexiko113s212.indd 145 10/29/08 1:32:16 PM

Page 144: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

146

Εξαφαινυλαιθάνιο

Ενέργειες προώθησης της υγείας στο χώρο εργασίας Health promosion activities at the workplace

Ενεργοποιημένος ActivatedΕνεργοποιώ ActivateΕνεργός άνθρακας Activated carbonΕνεργότητα ActivityΈνεση InjectionΈνζυμο EnzymeΕνήλικος AdultΕνιαίοι κανόνες για τη σύμβαση διεθνούς σιδηροδρομικής

μεταφοράς εμπορευμάτων Uniform rules concerning the contract for international carriage of goods by rail (CIM)

Ενισχυμένο DopedΕνισχυμένο πλαστικό Reinforced plasticΕννεαένιο NoneneΕννεάνιο Nonane (C9H20)Εννεΐνιο NonyneΕννεϋλαλκοόλη ή νονυλοαλκοόλη Nonyl alcoholΕννεΰλιο Nonyl (C9H19)Εννεϋλοξικός εστέρας ή οξικός νονυλεστέρας Nonyl

acetateΕννεϋλοφαινόλη ή νονυλοφαινόνη Nonyl phenolΕνόλη EnolΕνοποιημένα Πρότυπα Unified StandardsΕνόργανος InstrumentalΈνσταση ή έκκληση ή προσφυγή ή έφεση AppealΕνσωματωμένο σύστημα διάγνωσης On board diagnostics

(OBD)Ενσωματωμένος φωτισμός μηχανών Integral lighting of

machinesΕνσωματώνω IncorporateΈνταξη (μιας διάστασης στην οικεία κοινοτική πολιτική)

MainstreamingΈνταση IntensityΈνταση απορρόφησης Intensity of absorptionΈνταση εργασίας Intensity of workΈνταση ηλεκτρικού πεδίου (Ε) Electric field strength (E)Ένταση ήχου Sound intensityΈνταση μαγνητικού πεδίου Magnetic field strength (H)Έντερα IntestinesΕντομοκτόνο InsecticideΕντοπίζω Localize or locateΕντοπισμός LocalizationΈντυπο FormΕνυδάτωση SoakingΕνυδάτωση βλέπε προσθήκη νερού Ενφθοράνιο Enflurane

Ενώσεις αλκυλίου Alkyl compoundsΕνώσεις αρυλίου Aryl compoundsΕνώσεις διπυριδυλίου Bipyridyl compoundsΈνωση Συμπιεσμένων Αερίων Compresses Gas Association

(USA) (CGA)Εξαγωγή αέρα ExtractionΕξαδιένιο Hexadiene2,4-εξαδιενοϊκό οξύ βλέπε σορβικό οξύ Εξαερισμός VentilationΕξαιρετικά εύφλεκτο Extremely flammableΕξακριβώνω AscertainΕξάλειψη κινδύνων Elimination of hazardsΕξαμεθυλενοδιαμίνη ή 1,6-διαμινοεξάνιο

Hexamethylenediamine or 1,6-diaminohexaneΕξαμεθυλενοϊμίνη HexamethyleneimineΕξαμεθυλενοτετραμίνη βλέπε μεθεναμίνη Εξαμεθυλοβενζόλιο Hexamethylbenzene Εξαμεθυλοδισιλαμίνη Hexamethyldisilazane (HMDS)

(C6H19ΝSi2)Εξαμεθυλoφωσφοραμίδιο Hexamethyl phosphoramideΕξαναγκασμένος αερισμός Forced ventilationΕξαναμίδιο βλέπε καπροναμίδιο Εξάνθημα Exanthema, rashΕξάνιο Hexane (C6H14)Εξανοδιαμίνη Hexanediamine (C6H14N2)1,6-εξανοδιοϊκό οξύ βλέπε αδιπικό οξύ Εξανοδιόνη ή ακετονυλακετόνη Hexanedione or

acetonylacetoneΕξανοϊκό οξύ βλέπε καπρονικό οξύ Εξανόνη Hexanone (C6H12O)2-εξανόνη βλέπε μεθυλοβουτυλοκετόνη Εξανόνη βλέπε μεθυλοισοβουτυλοκετόνη Εξαντλημένη άμμος αμμοβολής Spent blasting gritΕξαντλημένο ουράνιο Depleted uraniumΕξαρθρώση DislocationΕξάρτημα ComponentΕξαρτήσεις διάσωσης Rescue harnessesΕξάρτηση από ναρκωτικά Drug addictionΕξάρτηση ασφαλείας Safety harnessΕξασθενίζω AttenuateΕξασθένιση θορύβου ή μείωση θορύβου Noise reductionΕξάτμιση EvaporationΕξάτμιση (π.χ. κινητήρα) Engine exhaustΕξαϋδροκουμόλιο βλέπε ισοπροπυλοκυκλοεξάνιο Εξαϋδροπυραζίνη βλέπε πιπεραζίνη Εξαϋδροπυριδίνη βλέπε πιπεριδίνη Εξαφαινυλαιθάνιο Hexaphenylethane

lexiko113s212.indd 146 10/29/08 1:32:16 PM

Page 145: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

147

Ε

Επαγγελματικό ατύχημα

Εξαφθοριούχο θείο ή θειοεξαφθορίδιο Sulfur hexafluoride (SF6)

Εξαφθοριούχο σελήνιο Selenium hexafluoride (SeF6)Εξαφθοριούχο τελλούριο Tellurium hexafluoride (TeF6)Εξαφθοριούχο χρώμιο Chromium hexafluoride (CrF6)Εξαφθοροακετόνη Hexafluoroacetone (C3F6O)Εξαχλωριούχο αιθυλένιο βλέπε εξαχλωροαιθάνιο Εξαχλωροαιθάνιο ή εξαχλωριούχο αιθυλένιο

Hexachloroethane or ethylene hexachloride (C2Cl6)Εξαχλωροβενζόλιο Hexachlorobenzene (C6Cl6)Εξαχλωροβουταδιένιο Hexachlorobutadiene (C4Cl6)Εξαχλωροκυκλοπενταδιένιο Hexachlorocyclopentadiene

(C5Cl6)Εξαχλωροναφθαλένιο ή εξαχλωροναφθαλίνιο

HexachloronaphthaleneΕξαχλωροναφθαλίνιο βλέπε εξαχλωροναφθαλένιο Εξάχνωση SublimationΕξέδρα (πλατφόρμα) PlatformΕξέλαση RollingΕξελικτική τοξικότητα Developmental toxicityΕξέλικτρο βλέπε καρούλι Εξένιο Hexene (C6H12)Εξέταση των μέτρων ελέγχου Examination of control

measuresΕξεταστής ExaminerΕξεταστικό κέντρο Examination centreΕξηλασμένος αφρός Extruded foamΕξηλασμένος αφρός πολυστερίνης Extruded polystyrene foamΕξίνιο ή βουτυλακετυλένιο Hexyne or butylacetylene Εξισορρόπηση δυναμικού Potential equalizationΕξογόνο βλέπε κυκλονίτης Έξοδοι κινδύνου Emergency exitsΈξοδος ExitΈξοδος (π.χ. ηλεκτρονικού σήματος) OutputΈξοδος πυρκαγιάς Fire escapesΕξόζη Hexose (C6H12Ο6)Εξομοιωμένη απόσταξη Simulated distillationΕξοπλισμοί ανέλκυσης ατόμων Equipment for raising

personsΕξοπλισμός EquipmentΕξοπλισμός αμμοβολής Abrasive blasting equipmentΕξοπλισμός ανύψωσης Lifting equipment, hoisting deviceΕξοπλισμός για θεμελίωση Piling equipmentΕξοπλισμός γραφείου Office equipmentΕξοπλισμός διάσωσης Rescue equipmentΕξοπλισμός εργασίας Work equipmentΕξοπλισμός εργαστηρίου βλέπε εργαστηριακός εξοπλισμός

Εξοπλισμός θερμικής επεξεργασίας Thermoprocessing equipment

Εξοπλισμός παροχής ισχύος Power supply equipmentΕξοπλισμός που προορίζεται για χρήση σε εκρήξιμες

ατμόσφαιρες Equipment intended for use in potentially explosive atmospheres (ATEX)

Εξόρυξη QuarryingΕξουδετέρωση NeutralizationΕξουσία AuthorityΕξουσιοδότηση AuthorizationΕξυλενογλυκόλη Hexylene glycol (C6H14O2)Εξύλιο Hexyl (C6H13

-)Εξυλολίθιο HexyllithiumΕξυλορεσορκινόλη ExylresorcinolΕξυλοχλωρίδιο Hexyl chlorideΕξώθερμη αντίδραση Exothermic reactionΕξωθητήρας ExtruderΕξωτερική δειγματοληψία ελέγχου Audit sampleΕξωτερική επίδραση External influenceΕξωτερική συσκευασία Outer packagingΕπάγγελμα OccupationΕπαγγελματικές οργανώσεις Professional corporationsΕπαγγελματική ανασφάλεια Job insecurityΕπαγγελματική ανέλιξη Career developmentΕπαγγελματική ασθένεια Occupational diseaseΕπαγγελματική ασφάλεια ή εργασιακή ασφάλεια ή ασφάλεια

στην εργασία Occupational safetyΕπαγγελματική αυτονομία Professional autonomyΕπαγγελματική βαρηκοΐα Occupational hearing lossΕπαγγελματική έκθεση Occupational exposure, job exposureΕπαγγελματική εκπαίδευση Professional education,

vocational educationΕπαγγελματική ένταξη Occupational integrationΕπαγγελματική εξουθένωση BurnoutΕπαγγελματική ικανοποίηση Occupational satisfaction, job

satisfactionΕπαγγελματική κατάρτιση Vocational trainingΕπαγγελματική κατάσταση Occupational statusΕπαγγελματική κινητικότητα Occupational mobilityΕπαγγελματική πείρα Job experienceΕπαγγελματική πληροφόρηση Vocational informationΕπαγγελματική υγεία ή εργασιακή υγεία ή υγεία στην

εργασία Occupational HealthΕπαγγελματική υγεία και ασφάλεια βλέπε υγεία και ασφάλεια

στην εργασία Επαγγελματική χρήση Professional useΕπαγγελματικό ατύχημα Occupational accident

lexiko113s212.indd 147 10/29/08 1:32:16 PM

Page 146: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

148

Επιμόρφωση

Επαγγελματικός OccupationalΕπαγγελματικός θόρυβος Occupational noiseΕπαγγελματικός κίνδυνος Occupational hazardΕπαγρύπνηση ή επιτήρηση (π.χ. ιατρική) SurveillanceΕπαγωγικοί κινητήρες κλωβού Cage induction motorsΕπαγωγικώς συζευγμένο πλάσμα Inductively coupled

plasma (ICP)Επαγώμενο πεδίο Induced fieldΕπαλήθευση VerificationΕπαμφοτερίζον AmphotericΕπαναδικτύωση RegratingΕπαναλαμβανόμενες μετρήσεις Replicate measurementsΕπαναλαμβανόμενη εργασία Repetitive workΕπαναλήπτης RepeaterΕπαναληπτικότητα Precision, repeatabilityΕπαναληπτικότητα (π.χ. κινήσεων) RepetitionΕπανάληψη RepetitionΕπαναληψιμότητα (π.χ. μετρήσεων) RepeatabilityΕπανασχόληση Re-employabilityΕπαναχρησιμοποιούμενες συσκευασίες Reused packaging Επανεκπαίδευση RetrainingΕπανένταξη Re-integration, rehabilitationΕπανισοστάθμιση Re-levelingΕπάρκεια QualificationΕπαφή κυρία Main contactΕπενδεδυμένα ηλεκτρόδια SticksΕπενδύσεις προσόψεων Facade claddingΕπένδυση Cladding, liner, panel settingΕπεξεργασία Treatment, processingΕπεξεργασία επιφανειών Surface treatmentΕπιβαρύνω ή χειροτερεύω AggravateΕπιβατηγό πλοίο Passenger ShipΕπιβάτης PassengerΕπιβεβαίωση ConfirmationΕπιβλαβείς ουσίες Harmful substances (Xn)Επιβλαβές HarmfulΕπιβλέπων InspectorΕπίβλεψη SupervisionΕπίβλεψη της υγείας ή επιτήρηση της υγείας Health

surveillanceΕπίβλεψη του εργασιακού περιβάλλοντος Surveillance of

the working environmentΕπιγαστρικός πόνος Epigastric painΕπιγονατίδα PatellaΕπιγονατίδες βλέπε μέσα προστασίας γονάτων Επιδερμικός EpidermalΕπιδημιολογία Epidemiology

Επιδημιολογικές μέθοδοι Epidemiological methodsΕπιδημιολογικές μετρήσεις Epidemiological measurementsΕπιδημιολογική μελέτη Epidemiological studyΕπιδιορθωμένες συσκευασίες Reconditioned packagingΕπιδιόρθωση με ανασυνδιασμό Recombination repairΕπιδόσεις στον τομέα της ασφάλειας Safety performanceΕπιδράσεις στον πληθυσμό Population effectsΕπιθετικότητα AggressionΕπιθεώρηση Inspection, auditΕπιθεώρηση απόδοσης Performance auditΕπιθεώρηση εργασίας Labour InspectorateΕπιθεώρηση ποιότητας Quality AuditΕπιθεωρητής ασφαλείας Security inspectorΕπιθεωρητής εργασίας Labour inspectorΕπιθεωρητής ποιότητας Quality auditorΕπιθεωρούμενος AuditeeΕπιθήλιο EpitheliumΕπικάλυψη Coating, daubing, concealingΕπικάλυψη με σκόνη Powder coatingΕπικίνδυνα εμπορεύματα Dangerous goodsΕπικίνδυνες εγκαταστάσεις Hazardous installationΕπικίνδυνες ουσίες Dangerous substancesΕπικίνδυνες ύλες Hazardous materialsΕπικίνδυνη αντίδραση Dangerous reactionΕπικίνδυνη αστοχία Failure to dangerΕπικίνδυνη ζώνη Hazard zoneΕπικίνδυνη κατάσταση Hazardous situationΕπικίνδυνη περιοχή Dangerous area, hazardous areaΕπικίνδυνο για το περιβάλλον Dangerous for the

environmentΕπικινδυνότητα RiskΕπικοινωνία ασφάλειας Safety communicationΕπικονίαμα PlasteringΕπικρατούσα αναλογία Prevalence ratioΕπικρατούσα τάση ZeitgeistΕπικρατούσα τιμή ή τρόπος λειτουργίας ModeΕπικυρωμένη μέθοδος Validated methodΕπικυρώνω βλέπε επιβεβαιώνω Επικύρωση ValidationΕπικύρωση HACCP HACCP validationΕπιλεκτικότητα ή εκλεκτικότητα SelectivityΕπιλογή SelectionΕπιλογή του προσωπικού Personnel selectionΕπίλυση προβλημάτων Problem-solvingΕπιμήκυνση κατά τη θραύση Elongation at breakΕπιμήκυνση μετά την ψύξη Elongation after coolingΕπιμόρφωση Training

lexiko113s212.indd 148 10/29/08 1:32:16 PM

Page 147: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

149

Ε

Επτίνιο

Επιμόρφωση με στόχο την προσαρμογή στην εργασία Work adjustment training

Επινεφρίνη ή αδρεναλίνη Epinephrine or adrenaline (C9H13NO3)

Επίπεδα πολωμένο φως Plane polarizedΕπίπεδα σιδερωτήρια Flatwork ironersΕπίπεδο LevelΕπίπεδο ακοής Hearing Level (HL)Επίπεδο ακοής κατωφλίου Hearing Threshold Level (HTL)Επίπεδο ακτινοβολίας Radiation levelΕπίπεδο αξιοπιστίας Confidence levelΕπίπεδο δραστηριότητας του χεριού Hand activity levelΕπίπεδο εργασίας Working level (WL)Επίπεδο εργασίας μηνών Working level months (WLM)Επίπεδο με μη παρατηρούμενες αρνητικές συνέπειες βλέπε

επίπεδο μη παρατήρησης δυσμενών επιδράσεων Επίπεδο μη παρατήρησης δυσμενών επιδράσεων ή επίπεδο

με μη παρατηρούμενες αρνητικές συνέπειες No observed adverse effect level or No observable adverse effect level (NOAEL)

Επίπεδο που ενδιαφέρει Level of interestΕπίπεδο τομέα ή τομεακό επίπεδο Sector levelΕπιπεφυκίτιδα ConjunctivitisΕπιπτώσεις ατυχημάτων Effects of AccidentsΕπιπτώσεις βιομηχανικών ατυχημάτων Effects of Industrial

AccidentsΕπιπτώσεις στην υγεία Health effectsΕπίπτωση Implication, incidenceΕπισήμανση (π.χ. χημικών ουσιών) LabellingΕπισημασμένος ή ιχνηθετημένος LabeledΕπισκέπτης VisitorΕπισκευή RepairΕπισκόπηση OverviewΕπιστάτης CaretakerΕπιστημονική Επιτροπή για τα Όρια Επαγγελματικής

Έκθεσης Scientific Committee on Occupational Exposure Limits

Επιστημονικός κλάδος DisciplineΕπίστρωμα (βαφής) Surface coatingΕπίστρωση LayingΕπιστρωτικά αμμοβολής Sanding sealersΕπισφαλείς συνθήκες, ανασφαλείς συνθήκες Unsafe

conditionsΕπιτάχυνση AccelerationΕπιταχυντής AcceleratorΕπιτήρηση SurveillanceΕπιτήρηση της ποιότητας Quality surveillance

Επιτήρηση της υγείας βλέπε επίβλεψη της υγείας Επιτήρηση της υγείας στην εργασία Occupational health

surveillanceΕπιτόπια συνοπτική μέθοδος Survey method in situΕπιτόπου In situΕπιτρεπόμενο όριο Permitted limitΕπιτροπές προσωπικού Professional staff committeesΕπιτροπή Committee, CommissionΕπιτροπή Ανώτερων Επιθεωρητών Εργασίας Senior Labour

Inspectors Committee (SLIC)Επιτροπή ναυτικής ασφάλειας Maritime Safety CommitteeΕπιτροπή των Περιφερειών Committee of the RegionsΕπιτροπή υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας Safety and

health committeeΕπιφάνεια SurfaceΕπιφάνεια λαβής Grip surfaceΕπιφανειακά μολυσμένο αντικείμενο Surface contaminated

object (SCO)Επιφανειακά τραύματα Superficial injuriesΕπιφανειακή ειδική αντίσταση Surface resistivityΕπιφανειακή τάση Surface tensionΕπιχειρηματική ευθύνη Corporate accountabilityΕπιχείρηση Enterprise, undertakingΕπιχειρησιακό σχέδιο ενεργειών σε περίπτωση ρύπανσης

της θάλασσας από πετρελαιοκηλίδα Marine pollution emergency response support system (MPERSS)

Επιχλωρυδρίνη Epichlorhydrin (C3H5ClO)Επίχρισμα Plaster Επιψευδαργύρωση Zinc coatingΕποξείδιο EpoxideΕποξείδιο του επταχλωρίου Heptachlor epoxideΕποξυπεντάνιο EpoxypentaneΕποξυπροπάνιο βλέπε προπυλενοξείδιο Εποπτεύω ή επιθεωρώ SurveyΕπόπτης ασφάλειας Security supervisorΕπόπτης σημείου ελέγχου Screening supervisorΕποχιακοί εργαζόμενοι Seasonal workersΕπταλδεΰδη ή επτανάλη Heptaldehyde or heptanal (C7H14O)Επτάνιο Heptane (C7H16)Επτανοδιοϊκό οξύ βλέπε πιμελικό οξύ Επτανόλη Heptanol (C7H16O)Επτανόνη Heptanone2-επτανόνη βλέπε μεθυλαμυλική κετόνη 3-επτανόνη βλέπε αιθυλοβουτυλοκετόνη Επταχλώριο Heptachlor (C10H5Cl7)Επτένιο Heptene (C7H14)Επτίνιο Heptyne (C7H12)

lexiko113s212.indd 149 10/29/08 1:32:16 PM

Page 148: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

150

Ερμηνεία

Επτυλαμίνη ή αμινοεπτάνιο Heptylamine or aminoheptane (CH3(CH2)5CH2NH2)

Επτύλιο HeptylΈρβιο Erbium (Er)Έργα οδοποιίας Road buildingΈργα πολιτικού μηχανικού βλέπε δομικά έργα Εργαζόμενη μητέρα Working motherΕργαζόμενοι με ειδικές ανάγκες Disabled workersΕργαζόμενοι μερικής απασχόλησης Part-time workersΕργαζόμενοι σε άτυπες θέσεις απασχόλησης Atypical

workersΕργαζόμενοι σε βάρδιες Shift workersΕργαζόμενοι σε διαθεσιμότητα On-call workersΕργαζόμενοι στον τομέα παροχής σεξουαλικών υπηρεσιών

Sex workersΕργαζόμενος EmployeeΕργαλεία ισχύος Power toolsΕργαλεία πεπιεσμένου αέρα Pneumatic toolsΕργαλεία που ενεργοποιούνται με πυρίτιδα Powder-

actuated toolsΕργαλεία που λειτουργούν με αέριο Gas-powered toolsΕργαλεία χεριού Hand toolsΕργαλείο ToolΕργαλειομηχανή Machine-toolΕργασία Labour, work, taskΕργασία ανηλίκων Employment of minorsΕργασία γραφείου Office workΕργασία γυναικών Female employmentΕργασία με καθορισμένο ρυθμό Paced workΕργασία μερικής απασχόλησης Part-time workΕργασία περίπτωσης Case workΕργασία πλήρους απασχόλησης Full-time workΕργασία σε βάρδια ShiftworkΕργασία σε εξωτερικό χώρο Outdoor workΕργασία σε στέγες Roof workΕργασιακές απαιτήσεις Work demandsΕργασιακή ασφάλεια βλέπε επαγγελματική ασφάλεια Εργασιακή υγεία βλέπε επαγγελματική υγεία Εργασιακό περιβάλλον ή περιβάλλον εργασίας

Occupational environment, work environmentΕργασιακό στρες Work-related stressΕργασιακοί κίνδυνοι Hazards at workΕργασίες εργαστηρίου βλέπε εργαστηριακή εργασία Εργασίες υλοτόμησης Logging operationsΕργάσιμες ημέρες Working daysΕργασιοθεραπεία Occupational therapyΕργαστηριακή δοκιμή Laboratory test

Εργαστηριακή εργασία ή εργασίες εργαστηρίου Laboratory work

Εργαστηριακή μέθοδος Laboratory methodΕργαστηριακή συσκευή Laboratory apparatusΕργαστηριακό δείγμα Laboratory sampleΕργαστηριακό πλαίσιο Laboratory frameΕργαστηριακό προσωπικό ή προσωπικό εργαστηρίου

Laboratory personnelΕργαστηριακός εξοπλισμός ή εξοπλισμός εργαστηρίου

Laboratory equipmentΕργαστήριο LaboratoryΕργαστήριο διακριβώσεων Calibration laboratoryΕργαστήριο δοκιμών Testing laboratoryΕργάτης WorkerΕργάτης βιομηχανίας ή βιομηχανικός εργάτης Industrial

workerΕργατική νομοθεσία Labour lawΕργατικό ατύχημα Accident at workΕργατικό δυναμικό WorkforceΈργο Τυποποίησης Standards ProjectΕργοδότης EmployerΕργοδοτική εισφορά Employers’ insurance contributionΕργοκαλσιφερόλη ή καλσιφερόλη ή βιταμίνη D2

Ergocalciferol or calciferol or vitamin D2 (C28H44O)Εργολαβία UndertakingΕργολάβος ή ανάδοχος ContractorΕργονομία ErgonomicsΕργονομία θερμικού περιβάλλοντος Ergonomics of the

thermal environmentΕργονομικοί κίνδυνοι Ergonomic hazardsΕργονομικοί παράγοντες Ergonomic factorsΕργονομικός ErgonomicalΕργονόμος ErgonomistΕργοστάσια χημικών Chemical plantsΕργοστάσιο FactoryΕργοστερόλη ErgosterolΕργοτάξιο Construction site, work stationΕρεθισμός IrritationΕρεθισμός των οφθαλμών Eye irritationΕρεθιστικές ουσίες Irritating substances (Xi)Ερεθιστική δερματίτιδα Irritant contact dermatitisΕρεθιστικό IrritantΈρευνα (π.χ. ατυχήματος) InvestigationΈρευνα στον τομέα της ΕΑΥ OSH researchΕρευνητής ResearcherΕρμηνεία Interpretation

lexiko113s212.indd 150 10/29/08 1:32:16 PM

Page 149: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

151

Ε

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Πρόληψη και τον Έλεγχο των Νόσων

Ερμηνεία των αποτελεσμάτων Interpretation of resultsΕρμηνευτικό έγγραφο Interpretive documentΕρμητικά κλειστή δεξαμενή Hermetically closed tankΕρμητικά κλειστό Hermetically closed or tightly closedΕρπυσμός CreepingΕρπυστριοφόροι προωθητές Tractor-dozersΕρύθημα ErythemaΕρυθρόζη ErythroseΕρυθρότητα RednessΕρωτηματολόγιο QuestionnaireΕστέρας Ester (RCOOR’)Εστερική γόμα Ester gumΕσωτερικά τραύματα Internal injuriesΕσωτερικές μέθοδοι In house methodsΕσωτερική διασταύρωση Intersystem crossing (X)Εσωτερική εγκατάσταση Installation workΕσωτερική επιθεώρηση του χώρου εργασίας Internal

workplace inspectionsΕσωτερική κατασκευή Interior constructionΕσωτερική μετατροπή Internal conversion (C)Εσωτερική συσκευασία Inner packagingΕσωτερικό δοχείο Inner receptacleΕσωτερικό πρότυπο Internal standard (IS)Εσωτερικός κανονισμός Internal regulationΕταιρική κοινωνική ευθύνη Corporate Social Responsibility

(CSR)Εταιρική κουλτούρα Corporate cultureΕτεροκυκλικές βάσεις Heterocyclic basesΕτικέτα ή σήμα ή σημάδι Label or markΕυαισθησία ή ευπάθεια SensitivityΕυαισθησία παρεμπόδισης ουσίας Cross sensitivityΕυαισθησία του δέρματος ή δερματική ευαισθητοποίηση

Skin sensitisationΕυαισθητοποίηση SensitizationΕυαισθητοποίηση (π.χ. κοινής γνώμης) Awareness raisingΕυαισθητοποίηση του κοινού Public awarenessΕυαισθητοποιητής SensitizerΕυγενόλη ή γαρυφαλλέλαιο Eugenol or oil of cloves

(C10H22O2)Ευδαλένιο Eudalene (C14H16)Ευεξία Well-beingΕυθεία συμμεταβολής Regression lineΕύθραυστο FragileΕυθραυστότητα EmbirittlementΕυθύνη (π.χ. νομική) ResponsibilityΕυθύνη εργοδότη Employer liabilityΕυθύνη μισθωτού Employee liability

Εύκαμπτο FlexibleΕύκαμπτο καλώδιο Flexible cord, flexible cableΕύκαμπτοι πυροσβεστικοί σωλήνες (πυροσβεστικές μάνικες)

Fire hosesΕυκαμψία ή κινητικότητα (εργαζομένων) FlexibilityΕυλογιά SmallpoxΕυπάθεια Disease susceptibilityΕύρος RangeΕύρος εργασίας Working rangeΕύρος κορυφής Peak widthΕύρος μετρήσεων Measurement rangeΕυρύ BroadΕυρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, με έδρα

την Πάρμα (Ιταλία) European Food Safety Authority, Parma (Italy) (EFSA)

Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία European Week on Safety and Health at Work

Ευρωπαϊκή Ένωση European UnionΕυρωπαϊκή Ένωση Φορέων Διαπίστευσης Εργαστηρίων

European Accreditation of Laboratories (EAL)Ευρωπαϊκή Επιτροπή European CommissionΕυρωπαϊκή Επιτροπή Διαπίστευσης Οργανισμών Πιστοποίησης

European Accreditation for Certification (EAC)Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πολιτικής Αεροπορίας European civil

aviation conference (ECAC)Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας, με έδρα

τη Χάγη (Κάτω Χώρες) The European Union’s Judicial Cooperation Unit, the Hague (Netherlands) (Eurojust)

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα) European Reconstruction Agency, Thessaloniki (Greece) (ERA)

Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφοριών και Παρατηρήσεων για το Περιβάλλον European Environment Information and Observation Network (ΕΙΟΝΕΤ)

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία) European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions, Dublin (Ireland) (EUROFOUND)

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, με έδρα το Τορίνο (Ιταλία) European Training Foundation, Turin (Italy) (ETF)

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, (Ελλάδα) European Centre for the Development of Vocational Training, Thessaloniki (Greece) (CEDEFOP)

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Πρόληψη και τον Έλεγχο των Νόσων, με έδρα τη Στοκχόλμη (Σουηδία) European

lexiko113s212.indd 151 10/29/08 1:32:16 PM

Page 150: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

152

Ζύμοτζεν ή ζυμογόνο

Centre for Disease Prevention and Control, Stockholm (Sweden) (ECDC)

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, με έδρα τη Λισσαβόνα (Πορτογαλία) European Monitoring Centre for Drugs and Drug Addiction, Lisbon (Portugal) (EMCDDA)

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο European ParliamentΕυρωπαϊκό Πρότυπο European Standard (ΕΝ)Ευρωπαϊκό Συμβούλιο European CouncilΕυρωπαϊκό Τεχνικό Συνδικαλιστικό Γραφείο για την Υγεία

και την Ασφάλεια European Trade Union Technical Bureau for Health and Safety (TUTB)

Ευρωπαϊκοί Οργανισμοί European ΟrganisationsΕυρωπαϊκός Κατάλογος Κοινοποιημένων Χημικών

Ουσιών European List of Notified Chemical Substances (ELINCS)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας, με έδρα την Κολωνία (Γερμανία) European Aviation Safety Agency, Cologne (Germany) (EASA)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών, με έδρα το Ηράκλειο (Ελλάδα) European Network and Information Security Agency, Heraklion (Greece) (ENISA)

Ευρωπαϊκός οργανισμός για την ασφάλεια και την υγεία στο χώρο της εργασίας, με έδρα το Μπιλμπάο (Ισπανία) European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao (Spain) (EU-OSHA)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα, με έδρα τη Λισσαβόνα (Πορτογαλία) European Maritime Safety Agency, Lisbon (Portugal) (EMSA)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με έδρα τη Βιέννη (Αυστρία) European Fundamental Rights Agency, Vienna (Austria) (EFRA)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, με έδρα την Κοπεγχάγη, (Δανία) European Environment Agency, Copenhagen (Denmark) (EEA)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων, με έδρα τις πόλεις Valenciennes και Lille (Γαλλία) European Railway Agency, Valenciennes and Lille (France) (ERA)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, με έδρα το Ελσίνκι (Φιλανδία) European Chemicals Agency, Helsinki (Finland) (ECHA)

Ευρώπιο Europium (Eu)Ευτηκτικό σημείο Eutectic pointΕύτηκτος FusibleΕυτροφισμός EutrophicationΕύφλεκτα στερεά Flammable solidsΕύφλεκτα υγρά Flammable liquidsΕύφλεκτες ουσίες Flammable substances (F, F+)Εύφλεκτη ζώνη Flammable rangeΕύφλεκτη σκόνη Flammable dustΕύφλεκτο αέριο Flammable gasΕύφλεκτο συστατικό (για αερολύματα και φύσιγγες αερίων)

Flammable componentΕύφλεκτος FlammableΕυχρηστότητα UsabilityΕφαρμογή ή υλοποίηση Implementation, enforcement,

applicationΕφαρμοσμένη έρευνα Applied researchΕφαρμοσμένη χημεία Applied chemistryΕφεδρικό σύστημα Back-up systemsΕφεδρίνη Ephedrine (C10H15NO)Έφηβος Teenager Εφίδρωση SweatingΕφύγρανση βλέπε διαβροχή

Ζ

Ζαλάδα DizzinessΖάρες WrinklesΖελατίνη GelatinΖελατινοποίηση GelationΖελατινώδης GelatinousΖεματίσματα ScaldsΖεόλιθος ZeoliteΖεστός HotΖεύξη JointingΖεύξη οπλισμού καλωδίου Cable armour bonding

Ζημιά HarmΖιρκονία βλέπε οξείδιο του ζιρκονίου Ζιρκόνιο Zirconium (Zr)Ζιρκόνιο (ορυκτό) Zircon (ZrSiO4)Ζιρκονύλιο Zirconyl (ZrO2+)Ζυγός BalanceΖυμάση ZymaseΖύμη ή μαγιά ή ζυμομύκητας YeastΖυμομύκητας βλέπε ζύμη Ζύμοτζεν ή ζυμογόνο Zymogen

lexiko113s212.indd 152 10/29/08 1:32:16 PM

Page 151: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

153

ΕΖΗ

Ημιάκαμπτος σωλήνας

Ζύμωση FermentationΖύμωση με μαγιά Yeast fermentationΖώνες ασφαλείας Safety belts

Ζώνες καθίσματος Seat beltsΖώνη απελευθέρωσης (π.χ. σε ασανσέρ) Unlocking zoneΖώνη κινδύνου Danger zone

Η

Ηλεκτοσκωρίωση ElectroslagΗλεκτρικές εγκαταστάσεις Electrical installationΗλεκτρικές καλωδιώσεις Electrical cabling and wiringΗλεκτρικές παράμετροι καλωδίων Electrical parameters of

cablesΗλεκτρικές σκούπες Vacuum cleanersΗλεκτρική αγωγιμότητα Electric counductivityΗλεκτρική μόνωση Electrical isolationΗλεκτρική προστασία Electrical protectionΗλεκτρική συσκευή Electrical apparatusΗλεκτρική τάση VoltageΗλεκτρικό οξύ ή βουτανοδιοϊκό οξύ Succinic acid or

butanedioic acid ((CH2)2(COOH)2)Ηλεκτρικό πεδίο Electric fieldΗλεκτρικό ρεύμα Electric currentΗλεκτρικό σήμα Electric signalΗλεκτρικό σίδερο συγκόλλησης Electric soldering ironΗλεκτρικό στροφόμετρο Electrical tachometerΗλεκτρικό σύστημα αποφυγής της μετατόπισης Electrical

anti-creep systemΗλεκτρικοί κίνδυνοι ή κίνδυνοι από το ηλεκτρικό ρεύμα

Electrical hazardsΗλεκτρικός ElectricalΗλεκτρικός ανυδρίτης Succinic anhydride

(HOOC(CH2)2COOH)Ηλεκτρικός διαχωρισμός Electrical separationΗλεκτρικός διμεθυλεστέρας Dimethyl succinateΗλεκτρικός εξοπλισμός Electrical equipmentΗλεκτρικός πίνακας Electric panel or switchboardΗλεκτρικός φανός χειρός Torch light or flash lightΗλεκτρικοσουλφαθειαζόλιο SuccinoylsulfathiazoleΗλεκτριμίδιο Succinimide (C4H5NO2)Ηλεκτρισμός ElectricityΗλεκτρόδια ElectrodesΗλεκτρόδιο γραφίτη Graphite-electrodeΗλεκτρόδιο δευτέρου είδους Electrode of the second orderΗλεκτροευαίσθητες προστατευτικές διατάξεις

Electrosensitive protective devicesΗλεκτροκινητήρας Electric motorΗλεκτροκίνητο όχημα με συσσωρευτή Battery –vehicle

Ηλεκτροκίνητο φορτηγό όχημα Battery powered truckΗλεκτροκόλληση χειρός Manual arc weldingΗλεκτρόλυση ElectrolysisΗλεκτρολύτες ElectrolytesΗλεκτρομαγνητική ακτινοβολία Electromagnetic radiationΗλεκτρομαγνητική δύναμη Electromagnetic forceΗλεκτρομαγνητικό πεδίο Electromagnetic fieldΗλεκτρομαγνητικό φάσμα Electromagnetic spectrumΗλεκτρομυογραφία ElectromyographyΗλεκτρονική μικροσκοπία μετάδοσης Transmission

electron microscopy (TEM)Ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης Scanning electron

microscopy (SEM)Ηλεκτρονική παρακολούθηση εργασιών Electronic work

monitoringΗλεκτρονικό ElectronicΗλεκτρονικός υπολογιστής ComputerΗλεκτρόνιο ElectronΗλεκτρονόμος RelayΗλεκτρονόμος χρονικής καθυστερήσεως Time delay relayΗλεκτροοπτικά φαινόμενα Electroptical effectsΗλεκτροπληξία Electrocution, electric shockΗλεκτροστατικές ιδιότητες Electrostatic propertiesΗλεκτροσυγκόλληση Electric weldingΗλεκτροσύντηξη ElectrofusionΗλεκτροφόρα καλώδια βλέπε γραμμές τροφοδοσίας Ηλεκτροφόρηση ElectrophoresisΗλεκτροχημικός ElectrochemicalΗλιακή ακτινοβολία Solar radiationΗλικιωμένοι εργαζόμενοι Ageing workersΉλιο Helium (He)Ήλος ή καρφί NailΉλωση βλέπε διάτρηση Ημερήσια ατομική ηχοέκθεση εργαζομένου Daily personal

noise exposure of a workerΗμερολόγιο Log bookΗμερομηνία έκδοσης Issue dateΗμερομηνία λήξης Expiration dateΗμιαγωγός SemiconductorΗμιάκαμπτος σωλήνας Semi-rigid hose

lexiko113s212.indd 153 10/29/08 1:32:16 PM

Page 152: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

154

Θειοφαίνιο

Ημιακετάλη HemiacetalΗμιθειοακετάλη Hemithioacetal (ESCH(OH)R)Ημικρανία MigraineΗμιμελλιτόλιο HemimelliteneΗμιτονοειδής SinusoidalΉπαρ ή συκώτι LiverΗπατικές παθήσεις Liver diseasesΗπατίτιδα HepatitisΗπατοκυτταρικό καρκίνωμα Hepatocellular carcinomaΗπατοτοξικά HepatotoxicantsΗπατοτοξικολογία HepatotoxicologyΗπατοτοξικότητα HepatotoxicityΉπια εκκίνηση Soft start

Ηρεμιστικό TranquillizersΗρωΐνη Heroin or diamorphine (C21H23NO5)Ηφαιστειακός VolcanicΗχητική στάθμη Sound Pressure LevelΗχοανακλαστικό επίπεδο Reflecting planeΗχοδοσίμετρο Sound dose meterΗχοέκθεση Noise exposureΗχόμετρο Sound level meter or echometerΗχομόνωση Sound insulationΗχοπέτασμα Sound sceenΗχορύπανση Noise pollutionΉχος SoundΗχώ βλέπε αντήχηση

Θ

Θάλαμος Cabinet, chamberΘάλαμος αμμοβολής Sand blasting chamberΘάλαμος ασθενών Sick roomΘάλαμος ψύξεως Cooling chamberΘαλάσσια ρύπανση Marine Pollution (MARPOL)Θάλλιο Thallium (Tl)Θάμβωση GlareΘανατηφόρα ατυχήματα Fatalities, fatal accidentsΘανατηφόρα δόση (για το 50% πληθυσμού πειραματοζώων)

Lethal dose (LD50)Θανατηφόρα συγκέντρωση (για το 50% πληθυσμού

πειραματοζώων) Lethal concentration (LC50)Θανατηφόρος LethalΘειαζόλιο ThiazoleΘειαμίνη ή βιταμίνη Β1 Thiamine or vitamin B1Θειικά SulfatesΘειική ατροπίνη Atropine sulfateΘειική χλωροϋδρίνη βλέπε χλωροσουλφονικό οξύ Θειικό αμμώνιο Ammonium sulfate (H8N2O4S)Θειικό αργίλιο Aluminium sulphate (Al2(SO4)3)Θειικό ασβέστιο Calcium sulfate (CaSO4)Θειικό βάριο Barium sulfate (BaSO4)Θειικό βόριο Boron sulfate (B2(SO3)3)Θειικό διμεθύλιο βλέπε θειικός διμεθυλεστέρας Θειικό κάδμιο Cadmium sulphate (CdSO4)Θειικό λίθιο Lithium sulfate (Li2SO3)Θειικό μαγγάνιο Manganese sulfate (MnSO4 ή Mn(SO4)2)Θειικό μαγνήσιο Magnesium sulfate (MgSO4)Θειικό οξύ ή βιτριόλι Sulfuric acid or vitriol (H2SO4)Θειικό χρώμιο Chromium sulfate (CrSO3 ή Cr2(SO3)3)

Θειικός ανυδρίτης Sulfuric anhydride (SO3)Θειικός διαιθυλεστέρας Diethyl sulphate (C4H10SO4)Θειικός διμεθυλεστέρας ή θειικό διμεθύλιο

Dimethyl sulfate (C2H6SO4)Θειικός χαλκός ή γαλαζόπετρα copper sulphate or

vitriol blue (CuSO4.5 H2O)Θειικό βηρύλλιο Beryllium sulphate (BeSO4)Θείο ή σουλφούριο Sulfur (S)Θειοαιθέρας ή σουλφίδιο Thioether or sulfideΘειογλυκολικό οξύ Thioglycolic acid (C2H4O2S)4,4-θειοδις(6-τριτοταγές βουτυλο-m-κρεσόλη)

4,4-thiobis(6-tert-butyl-m-cresol) (C22H30O2S)Θειοεξαφθορίδιο βλέπε εξαφθοριούχο θείο Θειόλες βλέπε μερκαπτάνες Θειονυλοχλωρίδιο Thionyl chloride (SOCl2)Θειοπενταφθορίδιο βλέπε πενταφθοριούχο θείο 2-θειοπροπάνιο βλέπε σουλφίδιο του διμεθυλίου Θειοτετραφθορίδιο βλέπε τετραφθοριούχο θείο Θειουρία Thiourea (CH4N2S)Θειούχο βάριο ή μελανή τέφρα Barium sulphide or

black ash (BaS)Θειούχο διμεθύλιο βλέπε σουλφίδιο του διμεθυλίου Θειούχο κάδμιο Cadmium sulphide (CdS)Θειούχο υδρογόνο βλέπε υδρόθειο Θειούχος αιθοξυ-4-νιτροφαινοξυ φαινυλοφωσφίνη ή

αιθοξυ-4-νιτροφαινοξυ θειοφαινυλοφωσφίνη Ethoxy-4-nitrophenoxy-phenylphosphine sulfide (EPN) (C14H14NO4PS)

Θειούχος μόλυβδος Lead sulfide (PbS)Θειοφαίνιο Thiphene

lexiko113s212.indd 154 10/29/08 1:32:17 PM

Page 153: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

155

ΗΘ

Θωράκιση

Θειράμ ή θειώδες τετραμεθυλοδιουράνιο Thiram or tetramethyldiurane sulfite or tetrathiuram disulphide(TMTD) (C6H12N2S4)

Θειώδες ασβέστιο Calsium sulfite (CaSO3)Θειώδες οξύ Sulphurous acid (H2SO3)Θειώδες τετραμεθυλοδιουράνιο βλέπε θειράμ Θεματικά κέντρα (του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την

Υγεία και την Ασφάλεια) Topic Centres (TC)Θεμελίωση FoundationΘεοφυλλίνη Theophylline (C7H8N4O2)Θεραπεία Treatment or therapyΘεραπευτική αποτυχία Treatment failureΘέρμανση HeatingΘερμαντήρας καύσης Combustion heaterΘερμαντική πλάκα Hot plateΘερμή εργασία Hot workΘερμική αγωγιμότητα Thermal conductivityΘερμική ακτινοβολία Thermal radiationΘερμική άνεση Thermal comfortΘερμική αντίσταση Thermal resistanceΘερμική διάσπαση Thermal crackingΘερμική καταπόνηση Heat stress, thermal stressΘερμική κατεργασία Heat treatmentΘερμική κοπή Thermal cuttingΘερμική μόνωση ή θερμομόνωση Thermal insulationΘερμική προστασία κατά τη λειτουργία Thermal protection

in operationΘερμικό περιβάλλον Thermal enviromentΘερμικός κίνδυνος Thermal hazardΘερμοευαίσθητες κόλλες Heat sensitive adhesivesΘερμοευαίσθητοι ανιχνευτές Heat-sensitive detectorsΘερμοκήπιο GreenhouseΘερμοκόλληση πλαστικού Hot plastic weldingΘερμοκρασία TemperatureΘερμοκρασία ανάφλεξης Ignition temperatureΘερμοκρασία αυτό-επιταχυνόμενης διάσπασης Self-

accelerating decomposition temperature (SADT)Θερμοκρασία δωματίου Room temperatureΘερμοκρασία ελέγχου Control temperatureΘερμοκρασία επιφάνειας Surface temperatureΘερμοκρασία κινδύνου Emergency temperatureΘερμοκρασία περιβάλλοντος στην εξωτερική πλευρά

External ambient temperatureΘερμοκρασία στερεοποίησης βλέπε σημείο στερεοποίησης Θερμοκρασία υγρού σφαιρικού θερμομέτρου Wet bulb

globe temperature (WBGT)Θερμόμετρο αντίστασης ή βολόμετρο Bolometer

Θερμομόνωση Thermal insulationΘερμοπληξία Heat strokeΘερμότηκτες κόλλες Hot melt adhesivesΘερμότητα HeatΘερμότητα με ακτινοβολία Radian heatΘερμόφιλα ThermophilesΘερμοχωρητικότητα Heat capacityΘερμοψεκασμός ThermosprayΘέση εργασίας Work position, workstationΘεωρητική τιμή Theoretical valueΘεωρητικό υπόβαθρο Theoretical backgroundΘεωρία πολλαπλών αιτιών Multiple causation theoryΘεωρία των πλακών Plate theoryΘηλάζουσες μητέρες Nursing mothersΘηλυκός FemaleΘλιπτική αντοχή βλέπε αντοχή σε θλίψη Θλιπτικός ερπυσμός Compressive creepΘνησιμότητα MortalityΘολότητα TurbidityΘόριο Thorium (Th)Θόρυβος NoiseΘόρυβος επικάλυψης περιορισμένου φάσματος

Narrow-band masking noiseΘούλιο Thulium (Tm)Θραύση Rupture, crushingΘραύση οδών σκυροδέματος Crushing of concrete roadwayΘραύσμα Fragment chipΘραύσματα FragmentsΘραύστες πεζοδρομίου Pavement breakersΘραυστήρες σκυροδέματος Concrete breakersΘρεόζη Threose (C4H8O4)Θρεονίνη Threonine (Thr, T) (C4H9NO3)Θρεπτικό άγαρ Nutrient agarΘρόμβος (π.χ. αίμα) ClotΘρόμβωση ThrombosisΘρυπτοφάνη Tryptophane (Trp, W) (C11H12N2O2)Θύμα VictimΘυμίνη Thymine (Thy, T) (C5H6N2O2)Θυμόλη ή έλαιο του θύμου και της μέντας ή

3-υδροξυ-p-κυμένιο Thymol or oil of thyme and mint or 3-hydroxy-p-cymene (C10H14O)

Θυρεοειδής ThyroidΘυρογλουβουλίνη ή θυροσφαιρίνη ThyroglobulinΘυροσφαιρίνη βλέπε θυρογλουβουλίνη Θώρακας ThoraxΘωρακικός ThoracicΘωράκιση Screen

lexiko113s212.indd 155 10/29/08 1:32:17 PM

Page 154: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

156

Ισοβουτυλοχλωρίδιο ή 1-χλωρο-2-μεθυλοπροπάνιο ή χλωριούχο ισοβουτύλιο

Ιατρικά απόβλητα Medical wastesΙατρικά γάντια Medical glovesΙατρική MedicineΙατρική διάγνωση Medical diagnosisΙατρική επίσκεψη Medical consultationΙατρική έρευνα Medical surveyΙατρική περίθαλψη Medical treatmentΙατρική συμβουλή Medical adviceΙατρική της εργασίας Occupational medicine Ιατρική υπηρεσία Medical serviceΙατρικός έλεγχος Health screening, medical examination,

check upΙατρικός εξοπλισμός Medical equipmentΙατρικός οδηγός πρώτων βοηθειών (του Διεθνούς

Ναυτιλιακού Οργανισμού) Medical First Aid Guide (MFAG)Ιατρός επιχείρησης Company physicianΙατρός εργασίας Occupational health physicianΙδιωτικός τομέας Private sectorΙδόζη IdoseΙδοπυρανόζη IdopyranoseΙεραρχία Lines of authorityΙεραρχική δομή Reporting structureΊζημα Sendiment, precipitateΙκανοποίηση ασθενών Patient satisfactionΙκανοποίηση πελάτη Customer satisfactionΙκανότητα Competence, abilityΙκανότητα ανίχνευσης Detection capability (CCβ)Ικανότητα εργασίας Work abilityΙκρίωμα βλέπε σκαλωσιά Ικριώματα προσόψεως Facade scaffoldsΊλιγγος VertigoΙμάντες πρόσδεσης HarnessesΙματιοφυλάκια Clothes storage facilitiesΙμβερτοποίηση βλέπε αναστροφή Ιμιδαζόλιο Imidazole (C3H4N2)Ιμίδια ImidesΙμίνη Imine (C=NR΄)Ίνα FibreΙνδανθρόνη IndanthroneΙνδένιο Indene (C9H8)Ινδικό IndigoΊνδιο Indium (In)Ινδολοκαρβοξαλδεΰδη IndolecarboxaldehydeΙνδοξύλιο Indoxyl (C8H7NO)Ινίδιο Fibril

Ινοβλάστης FibroblastΙνογόνοι παράγοντες Fibrogenic agentsΙνοσανίδες FireboardΙνσουλίνη InsulinΙνστιτούτο Μελετών για Θέματα Ασφαλείας, με έδρα το

Παρίσι, (Γαλλία) European Union Institute for Security Studies, Paris (France) (EUISS)

Ινώδης πρωτεΐνη Fibrous proteinΙνωδογόνο FibrinogenΊνωση FibrosisΙξώδες ViscosityΙογενής αιμορραγικός πυρετός Viral haemorrhagic feverΙον ακυλίου Acylium ionΙόν ιμινίου Iminium ionΙόν οξωνίου ή υδρονίου ή υδροξωνίου Hydronium ion

(H3O+)

Ιόν υδροξυλίου Hydroxide ion Ιονισμός (μορίου) με σύγκρουση με ηλεκτρόνιο Electronic

impact ionisation (EI)Ιονισμός ή ιοντισμός Ionisation, ionizationΙοντίζουσα ακτινοβολία Ionizing radiationΙοντική χρωματογραφία Ion chromatography (IC)Ιοντοανταλλάκτες Ion exchangersΙός VirusΙπποδύναμη HorsepowerΙππουρικό οξύ Hippuric acid or N-benzoylglycine (C9H9ΝΟ3)Ιπτάμενη τέφρα βλέπε πτητική τέφρα Ιρίδιο Iridium (Ir)Ίσες ευκαιρίες Equal opportunitiesΙσοαμυλική αλκοόλη Isoamyl alcohol (C5H12O)Ισοβαλεραλδεΰδη IsovaleraldehydeΙσοβουτάνιο βλέπε μεθυλοπροπάνιο Ισοβουτανόλη βλέπε ισοβουτυλική αλκοόλη Ισοβουτυλαμίνη Isobutylamine (C4H11N)Ισοβουτυλένιο IsobutyleneΙσοβουτυλική αλκοόλη ή 2-μεθυλο-1-προπανόλη ή

ισοβουτανόλη Isobutyl alcohol or 2-methyl-1-propanol or iobutanol (C4H10O)

Ισοβουτύλιο IsobutylΙσοβουτυλοακετοξικός αιθυλεστέρας Ethyl

isobutylacetoacetateΙσοβουτυλοβρωμίδιο ή βρωμιούχο ισοβουτύλιο Isobutyl bromide ((CH3)2CHCH2Br)Ισοβουτυλομηλονικός εστέρας IsobutylmalonateΙσοβουτυλοχλωρίδιο ή 1-χλωρο-2-μεθυλοπροπάνιο ή

Ι

lexiko113s212.indd 156 10/29/08 1:32:17 PM

Page 155: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

157

Ι

Ισοτρεαλόζη

χλωριούχο ισοβουτύλιο Isobutyl chloride or 1-chloro-2-methylpropane

Ισοβουτυρική αλδεΰδη Isobutyraldehyde (C4H8O)Ισοβουτυρικό οξύ Isobutyric acid (C4H8O2)Ισοδουρόλιο IsodureneΙσοδύναμη δόση Equivalent dose (ΗT)Ισοδύναμο EquivalentΙσοδύναμο σημείο εξουδετέρωσης Neutralization

equivalentΙσοεξάνιο ή μεθυλοπεντάνιο Isohexane or

methyl pentane (C6H14)Ισοεξυλοναφθαλίνιο IsohexylnaphthaleneΙσοεξυλοχλωρίδιο Isohexyl chlorideΙσοευγενόλη ή έλαιο μοσχοκάρυδου Isoeugenol or

oil of nutmeg (C10H12O2)Ισοηλεκτρικό σημείο Isoelectric pointΙσόθερμη προσρόφησης Adsorption isothermΙσοκαπροναλδεΰδη ή γ-μεθυλοβαλεριαναλδεΰδη

ή 4-μεθυλοπεντανάλη Isocaproaldehyde or γ-methylvaleraldehyde or 4-methylpentanal

Ισοκαπρονικό οξύ ή 4-μεθυλοπεντανοϊκό οξύ Isocaproic acid or 4-methylpentanoic acid ((CH3)2CHCH2CH2COOH)

Ισοκινολίνη Isoquinoline (C9H7N)Ισοκροτωνικό οξύ Isocrotonic acid (cis-CH3CH=CHCOOH)Ισοκυανικά ή ισοκυανικές ενώσεις IsocyanatesΙσοκυανικές ενώσεις βλέπε ισοκυανικά Ισοκυανικό διφαινυλο μεθυλένιο ή διισοκυανικό-4,4-διφαινυλομεθάνιο ή διισοκυανικός εστέρας του διφαινυλομεθανίου

Methylene bisphenyl isocyanate or 4,4-diphenylmethane diisocyanate (MDI) (C15H10N2O2)

Ισοκυανικό μεθύλιο Methyl isocyanate (C2H3NO)Ισοκυανικός πολυμεθυλενο πολυφαινυλεστέρας

Polymethylene polyphenyl isocyanatep-ισοκυανικός χλωροφαινυλεστέρας p-chlorophenyl

isocyanate (PCIC, PCPI) (C7H4ClNO)Ισολευκίνη ή α-αμινο-β-μεθυλοβαλεριανικό οξύ Isoleucine

or α-amino-β-methylvaleric acid (Ile, I) (C6H13NO2)Ισονιαζίδιο βλέπε υδραζίδιο ισονικοτινικού οξέος Ισονικοτινικό οξύ Isonicotinic acidΙσοοκτανόλη βλέπε ισοοκτυλική αλκοόλη Ισοοκτυλική αλκοόλη ή ισοοκτανόλη Isooctyl alcohol or

isooctanol (C8H18O)Ισοπέδωση Rolling smooth, levelingΙσοπεδωτής GraderΙσοπεντάνιο ή 2-μεθυλοβουτάνιο Isopentane or

2-methylbutane (C5H12)

Ισοπεντενυλο πυροφωσφορικός εστέρας ή πυροφωσφορικός ισοπεντενυλεστέρας Isopentenyl pyrophosphate

Ισοπεντυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο ισοπεντύλιο Isopentyl chloride

Ισοπρένιο ή 2-μεθυλο-1,3-βουταδιένιο Isoprene or 2-methyl-1,3-butadiene (C5H12O2)

Ισοπροπανολαμίνη ή 1-αμινο-2-προπανόλη Isopropanolamine or 1-amino-2-propanol (C3H9NO)

Ισοπροποξείδιο του αργιλίου Aluminium isopropoxideΙσοπροποξυαιθανόλη ή ισοπροπυλογλυκόλη

Isopropoxyethanol or isopropyl glycol (C5H8)Ισοπροπυλαιθέρας ή ισοπροπυλικός αιθέρας

Isopropyl ether (C6H14O)Ισοπροπυλαμίνη ή 2-αμινοπροπάνιο Isopropylamine or

2-aminopropane (C3H9N)Ισοπροπυλανιλίνη Isopropylaniline (C9H13N)Ισοπροπυλική αλκοόλη ή 2-προπανόλη ή ισοπροπανόλη

Isopropyl alcohol or 2-propanol or isopropanol (C3H8O)Ισοπροπυλικός αιθέρας βλέπε ισοπροπυλαιθέρας Ισοπροπύλιο IsopropylΙσοπροπυλοακετόνη βλέπε μεθυλο ισοβουτυλοκετόνη Ισοπροπυλοβενζόλιο βλέπε κουμόλιο Ισοπροπυλοβρωμίδιο ή 2-βρωμοπροπάνιο ή βρωμιούχο

ισοπροπύλιο Isopropyl bromide or 2-bromopropane (C3H7Br)Ισοπροπυλογλυκιδυλαιθέρας Isopropyl glycidyl ether (IGE)

(C6H12O2)Ισοπροπυλογλυκόλη βλέπε ισοπροποξυαιθανόλη Ισοπροπυλοϊωδίδιο βλέπε 2-ιωδοπροπάνιο Ισοπροπυλοκυκλοεξάνιο ή εξαϋδροκουμόλιο ή νορμανθάνιο

Isopropylcyclohexane or hexahydrocumene or normanthane (C9H18)

Ισοπροπυλομεθυλοακετυλένιο ή 4-μεθυλο-2-πεντίνιο Isopropylmethylacetylene or 4-methyl-2-pentyne

Ισοπροπυλομεθυλοκετόνη βλέπε μεθυλοϊσοπροπυλοκετόνη Ισοπροπυλοναφθαλίνιο IsopropylnaphthaleneΙσοπροπυλοξείδιο του νατρίου Sodium isopropyloxideΙσοπροπυλοπροπυλαιθέρας Isopropyl propyl etherΙσοπροπυλοτολουόλιο IsopropyltolueneΙσοπροπυλοφαινανθρένιο IsopropylphenanthreneΙσοπροπυλοχλωρίδιο ή 2-χλωροπροπάνιο ή χλωριούχο

ισοπροπύλιο Isopropyl chloride or 2-chloropropane (C3H7Cl)Ισορροπία EquilibriumΙσορροπία μάζας Mass balanceΙσότητα EqualityΙσότοπο IsotopeΙσοτρεαλόζη Isotrehalose

lexiko113s212.indd 157 10/29/08 1:32:17 PM

Page 156: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

158

Καλή πρακτική

Ισοφθαλικό οξύ ή m-φθαλικό οξύ Isophthalic acid or m-phthalic acid (C8H6O4)

Ισοφορόνη ή 3,5,5-τριμεθυλο-3-κυκλοεξεν-5-όνη ή 3,5,5-τριμεθυλο-2-κυκλοεξεν-1-όνη Isophorone or 3,5,5-trimethyl-3-cyclohexene-5-one or 3,5,5-trimethyl-2-cyclohexene-1-one (C9H14O)

Ισοφορονοδιαμίνη Isophoronediamine (IPD) (C10H22N2)Ισταμίνη Histamine (C5H9N3)Ιστιδίνη Histidine (His, H) (C6H9N3O2)Ιστόγραμμα HistogramΙστός MastΙσχαιμία IschemiaΙσχιαλγία SciaticaΙσχίο ή γοφός HipΙσχύς PowerΙσχύς βάσεων Base strengthΙσχύς έκλουσης ή σειρά έκλουσης Eluotropic seriesΙσχύς οξέος Acid strengthΙχνηθετημένος βλέπε επισημασμένος Ιχνηλασιμότητα Traceability Ιώδιο Iodine (I)Ιωδιούχο αργίλιο Aluminium iodide (AlI3)Ιωδιούχο αρσενικό Arsenic iodide (AsI3)Ιωδιούχο ασβέστιο Calsium iodide (CaI2)Ιωδιούχο βηρύλλιο Beryllium iodide (BeI)

Ιωδιούχο βόριο Boron iodide (BeI2)Ιωδιούχο ισοπροπύλιο βλέπε 2-ιωδοπροπάνιο Ιωδιούχο κάδμιο Cadmium iodide (CdI2)Ιωδιούχο κοβάλτιο Cobalt iodineΙωδιούχο μεθύλιο βλέπε μεθυλοϊωδίδιο Ιωδιούχο φαινυλοτριμεθυλοαμμώνιο

Phenyltrimethylammonium iodideΙωδιούχο χρώμιο Chromium iodine (CrI3)Ιωδιούχος μόλυβδος Lead iodide (PbI2)Ιωδιούχος χαλκός Copper iodine (CuI2)2-ιωδο-2-μεθυλοβουτάνιο βλέπε tert-πεντυλοϊωδίδιο Ιωδοαιθάνιο βλέπε αιθυλοϊωδίδιο Ιωδοανιλίνη IodoanilineΙωδοβενζόλιο Iodobenzene (C6H5I)Ιωδοβουτάνιο βλέπε βουτυλοϊωδίδιο Ιωδομεθάνιο βλέπε μεθυλοϊωδίδιο Ιωδομεθυλοπροπάνιο Iodomethylpropane Ιωδοναφθαλίνιο Iodonaphthalene2-ιωδοπροπάνιο ή ισοπροπυλοϊωδίδιο ή ιωδιούχο

ισοπροπύλιο 2-iodopropane or isopropyl iodideΙωδοτολουόλιο IodotolueneΙωδοφαινόλη IodophenolΙωδοφόρμιο ή τριιωδομεθάνιο Iodoform or triiodomethane

(CHI3)Ιώσεις Viral diseases

Κ

Καβαρμιδικά άλατα ή καρβαμιδικοί εστέρες CarbamatesΚαζάνι KettleΚαθαριστές υψηλής πίεσης βλέπε μηχανές καθαρισμού

υψηλής πίεσης Καθαροτονικά ακοόμετρα αέρινης αγωγής Pure-tone air conduction audiometersΚαθήκον Task Καθημερινές λειτουργίες Date to date operationsΚαθίζηση Precipitation or sedimentationΚαθίζηση αίματος Blood sedimentationΚαθιστική στάση SittingΚαθοδήγηση GuidanceΚαθοδικά προστατευόμενα μεταλλικά μέρη Cathodically

protected metallic partsΚαθορισμένες (προκαθορισμένες) συνθήκες Stipulated

(predetermined) conditionsΚαθορισμένο οργανικό χημικό προϊόν Discrete organic

chemical

Καθυστέρηση DelayΚαθυστέρηση μεταφοράς Transportation lagΚαιρικές συνθήκες Weather conditionsΚαίσιο Cesium (Cs)Κακοήθεια MalignanceΚακόηθες μελάνωμα Malignant melanoma (MM)Κακός σχεδιασμός της θέσης εργασίας Poor job designΚακωδυλικό οξύ ή διμεθυλοαρσενικικό οξύ Cacodylic acid

or dimethylarsenic acid (C2H7AsO2)Κακώσεις άκρας χειρός Hand injuriesΚακώσεις του αυχένα Neck injuriesΚακώσεις του καρπού Wrist injuriesΚακώσεις των ώμων Shoulder injuriesΚάκωση του αγκώνα Elbow injurieΚαλαμποκέλαιο, αραβισιτέλαιο Corn oilΚαλή εργαστηριακή πρακτική Good laboratory practice

(GLP)Καλή πρακτική Good practice

lexiko113s212.indd 158 10/29/08 1:32:17 PM

Page 157: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

159

ΙΚ

Καρβονύλιο του κοβαλτίου

Καλή πρακτική μέτρησης Good measurement practice (GMP)

Κάλιο ή ποτάσσιο Potassium (K)Καλιφόρνιο Californium (Cf)Καλκόνη ή 2-βενζαλακετοφαινόνη ή

1,3-διφαινυλο-1-προπεν-3-όνη Chalcone or 2-benzalacetophenone or 1,3-diphenyl-1-propen-3-one (C15H12O)

Καλλιέργεια Cultivation, cultureΚαλούπι ή μήτρα MouldΚαλσιφερόλη βλέπε εργοκαλσιφερόλη Κάλυμμα κεφαλής Headgear, hoodΚαλώδια για σταθερές συσκευές Cable for fixed apparatusΚαλώδια επέκτασης Extension cordsΚαλώδιο Cable, wireΚαμιά ενέργεια Do nothing strategyΚαμπτική αντοχή Bending strengthΚαμπύλη CurveΚαμπύλη βαθμονόμησης Calibration curveΚαμπύλη ισχύος Power curveΚαμφένιο Camphene (C10H16)Καμφορά (συνθετική) Camphor (synthetic) (C10H16O)Κάμψη BendingΚάνναβις CannabisΚανόνας RuleΚανόνες επιλογής Selection rulesΚανονικές συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης Normal

temperature and pressure (NTP)Κανονική καμπύλη σφαλμάτων Normal error curveΚανονική κατανομή Normal distributionΚανονική λειτουργία Normal operationΚανονικό εύρος Normal rangeΚανονικό ωράριο Normal hoursΚανονικός Normal (n-)Κανονικός φθορισμός Normal fluorescence (F)Κανονικότητα Normality (N)Κανονισμό σχετικά με τις διεθνείς σιδηροδρομικές

μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων Regulations concerning the international carriage of dangerous goods by rail (RID)

Κανονισμοί εργασίας Works rulesΚανονισμός (ΕΕ) Regulation (EU)Κανονιστική τοξικολογία Regulatory toxicologyΚανονιστικό έγγραφο Normative documentΚαολίνης Kaolin or china clayΚαολινίτης Kaolinite (Al2O3.2SiO2.2H2O)Καπνιά ή καπνός (π.χ. καμινάδας) Soot

Κάπνισμα SmokingΚαπνοδόχος FunnelΚαπνοί ασφάλτου Asphalt fumesΚαπνοί κηρού παραφίνης Paraffin wax fumeΚαπνοί συγκoλλήσεων αργιλίου Aluminium welding fumes Καπνοί συγκόλλησης Welding fumes Καπνός Smoke, fumeΚαπνός ασφάλτου ως αερόλυμα διαλυτό στο βενζόλιο

Asphalt fume as benzene-soluble aerosolΚαπνός τσιγάρου Tobacco smokeΚαπνός χλωριούχου αμμωνίου Ammonium chloride fume

(NH4Cl)Καπρικό οξύ ή δεκανοϊκό οξύ Capric acid or decanoic acid

(CH3(CH2)8COOH)Καπρολακτάμη Caprolactam (C6H11NO)Καπροναλδεΰδη CaproaldehydeΚαπροναμίδιο ή εξαναμίδιο Caproamide or hexanamideΚαπρονικό οξύ ή εξανοϊκό οξύ Caproic acid or

hexanoic acid (CH3(CH2)4COOH)Καπροϋλοχλωρίδιο Caproyl chlorideΚαπρυλικό οξύ ή οκτανοϊκό οξύ Caprylic acid or

octanoic acid (CH3(CH2)6COOH)Καπτάνη Captan (C9H8Cl3NO2S)Καπταφόλη Captafol (C10H9Cl4NO2S)Καρβαζόλιο Carbazole (C12H9N)Καρβαμιδικό αμμώνιο Ammonium carbamate (H2NCOONH4)Καρβαμιδικό οξύ Carbamic acid (H2NC=OOH)Καρβαμιδικοί εστέρες βλέπε καβαρμιδικά άλατα Καρβαμιδικός αιθυλεστέρας βλέπε ουρεθάνη Καρβαμίδιο βλέπε ουρία Καρβανύλιο βλέπε φαινυλοισοκυανίδιο Καρβαρύλιο Carbaryl (C12H11NO2)Καρβίδιο του ασβεστίου ή ακετυλίδιο του ασβεστίου

Calcium carbide or calcium acetylide (CaC2)Καρβίδιο του βορίου Boron carbideΚαρβίδιο του πυριτίου ή ανθρακοπυρίτιο Silicon carbide

(C-Si)Καρβινόλη βλέπε μεθανόλη Καρβιτόλη ή μονοαιθυλεθέρας της διαιθυλενογλυκόλης ή

μονοαιθυλεθέρας της αιθυλενοδιγλυκόλης Carbitol or diethylene glycol monoethyl ether or ethylene diglycol monoethyl ether (DEGEE) (C6H14O3)

Καρβοβενζοξυχλωρίδιο βλέπε χλωροκαρβονικός βενζυλεστέρας

Καρβολικό οξύ βλέπε φαινόλη Καρβονύλιο Carbonyl (>C=O)Καρβονύλιο του κοβαλτίου Cobalt carbonyl (C8CO2O8)

lexiko113s212.indd 159 10/29/08 1:32:17 PM

Page 158: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

160

Κατάχρηση ή κακοποίηση ή κακομεταχείριση

Καρβονύλιο του νικελίου βλέπε νικελοκαρβονύλιο Καρβονυλοχλωρίδιο βλέπε φωσγένιο Καρβοξύλιo Carboxyl Καρβοξυλικό οξύ Carboxylic acid Καρδιά HeartΚαρδιαγγειακή τοξικολογία Cardiovascular toxicologyΚαρδιακή πάθηση Heart diseaseΚαρδιοαγγειακό CardiovascularΚαρδιοαγγειακό σύστημα Cardiovascular system (CVS)Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη Cardiopulmonary

resuscitation (CPR)Καρδιοτοξικό CardiotoxicΚαρκινογένεση CarcinogenesisΚαρκινογόνα CarcinogensΚαρκίνος CancerΚαρκίνος ουροδόχου κύστης Bladder cancerΚαρκίνος της ρινικής κοιλότητας Nasal cancerΚαρκίνος του δέρματος Skin cancerΚαρκίνος του εγκεφάλου Brain cancerΚαρκίνος του λάρυγγα Throat cancerΚαρκίνος του πνεύμονα Lung cancerΚαρκίνος των οφθαλμών Eye cancerΚαρκίνωμα CarcinomaΚαροτένιο Carotene (C40H56)Καρούλι ή μπομπίνα ή εξέλικτρο Reel, drumΚαρπός WristΚαρτεσιανές συντεταγμένες Cartesian coordinatesΚαρυδάκι Nut runnerΚαρφί βλέπε ήλος Κασσιτεροκόλληση ή μαλακή κόλληση SolderingΚασσίτερος ή στάννιο Tin (Sn)Κασσιτέρωση StannosisΚαστάνια ή αναστολέας Ratchet Κατ΄οίκον εργασία Home-based workΚατ’οίκον εργαζόμενοι Home workersΚάταγμα FractureΚατάγματα οστού Bone fracturesΚαταγραφή απουσιών από την εργασία Absenteeism recordingΚαταγραφή ατυχημάτων Injury recordingΚαταγραφή κινδύνων Hazard recordingΚατάθλιψη DepressionΚαταιονητήρας ή ντους ShowerΚατακαθιζόμενο DepositedΚατάκαυση DeflagrationΚατακράτηση Hold upΚατάλογος Ενδεικτικών Επαγγελματικών Οριακών Τιμών

Indicative Occupational Limit Values (IOELV)

Κατάλογος Τοξικών Επιπτώσεων Χημικών Ουσιών Registry of Toxic Effects of Chemical Substances (RTECS)

Κατάλογος των επικινδύνων ουσιών ταξινομημένων βάσει του ατομικού αριθμού του στοιχείου του πλέον χαρακτηριστικού των ιδιοτήτων τους List of dangerous substances classified in the order of the atomic number of the element most characteristic of their properties

Κατάλογος χημικών στοιχείων ταξινομημένων σύμφωνα με τον ατομικό τους αριθμό (Ζ) List of chemical elements classified according to their atomic number (Z)

Κατάλυση CatalysisΚαταλύτης CatalystΚαταλυτική αναδόμηση Catalytic reformingΚαταλυτική αφυδρογόνωση Catalytic dehydrogenationΚαταλυτική διάσπαση Catalytic crackingΚαταλυτική κλίνη Catalytic deadΚαταλυτικός μετατροπέας Catalytic converterΚαταμερισμός εργασίας Division of labourΚατανομή DistributionΚατανομή Gauss Gaussian distributionΚατανομή συχνότητας Frequency distributionΚατανομή φορτίου Load sharingΚατανομή χρόνου εργασίας Working time arrangementΚαταπίνω SwallowΚαταπολέμηση του άγχους Stress managementΚαταπόνηση ExertionΚαταπόνηση λόγω ψύχους Cold stressΚατάποση IngestionΚαταπραϋντικά SedativesΚατάργηση ή ακύρωση ή ανάκληση RepealΚατασκευή ConstructionΚατασκευή επίπεδης οροφής Flat roof constructionΚατασκευή μονώσεων Insulation constructionΚατασκευή οπλισμένου σκυροδέματος Reinforced concrete

constructionΚατασκευή πεζοδρόμων Construction of footwaysΚατασκευή σωληνοδικτύων Pipeline constructionΚατάσταση έκτακτης ανάγκης Emergency situationΚατάσταση έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες

Radiological emergencyΚαταστροφή Destruction or catastrophe or disasterΚαταστροφικοί ανιχνευτές Destructive detectorsΚατάστρωμα DeckΚατάχρηση ουσιών Substance abuseΚατάχρηση φαρμάκων Drug abuseΚατάχρηση ή κακοποίηση ή κακομεταχείριση Abuse (e.g.

drug)

lexiko113s212.indd 160 10/29/08 1:32:17 PM

Page 159: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

161

Κ

Κινητές μηχανές

Καταχώρηση RegistrationΚαταχώρηση ε.α.ο. (εκτός άλλως οριζόμενο) Not otherwise

specified entry (NOS entry)Καταχώρηση, Αξιολόγηση, Αδειοδότηση των χημικών

REACH (Registration, Evaluation, Authorization, of Chemicals)

Κατεδάφιση Taking down, demolitionΚατεδάφιση με χρήση κινητού εξοπλισμού ανακύκλωσης

Demolition work employing mobile recycling plantsΚατεργασίες επιφανειών Treating surfacesΚατεχόλη Catechol (C6H6O2)Κατηγορία ClassΚατηγορία απαιτήσεων ποιότητας Quality requirement

categoryΚατηγορίες εργαζομένων Type of workersΚατιόν CationΚατιόν κυκλοπεντενυλίου Cyclopentenyl cationΚατιόν κυκλοπροπενίου Cyclopropenyl cationΚατσαβίδι ScrewdriverΚάτω άκρα Lower limbsΚάτω απόληξη φρέατος PitΚατώτατη δόση με παρατηρήσιμη επιβλαβή επίδραση

Lowest dose of adverse health effects (LDAHE)Κατώτερη θερμογόνος δύναμη Lower calorific value of a

fuel (Hu)Κατώτερο εκρηκτικό όριο ή κατώτερο όριο ανάφλεξης

Lower Explosive Limit (LEL)Κατώτερο όριο ανάφλεξης βλέπε κατώτερο εκρηκτικό όριο Κατώτερο όριο εκτίμησης Lower assessment thresholdΚαυσαέρια Exhaust gases, exhausts, flue gasesΚαύση CombustionΚαύσιμα υγρά Combustible liquidsΚαύσιμα υπολείμματα Residual fuel oilsΚαύσιμο Fuel, combustibleΚαύσιμο υλικό Combustible materialΚαυστική σόδα βλέπε υδροξείδιο του νατρίου Καφάσι CrateΚαφέ αμίαντος Brown asbestosΚαφεΐνη Caffeine (C8H10N4O2)Κάψουλα CapsuleΚελλοβιόζη Cellobiose (C12H22O11)Κελλουλόζη βλέπε κυτταρίνη Κενό VacuumΚεντρική γραμμή Central lineΚεντρική μονάδα επεξεργασίας (ΚΜΕ) Central processing

unit (CPU)Κεντρική τιμή Central value

Κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) Central nervous system (CNS)

Κεντρικό στοιχείο Central elementΚέντρο Μετάφρασης των Οργάνων της Ευρωπαϊκής

Ένωσης, με έδρα το Λουξεμβούργο Translation Centre for the Bodies of the European Union, Luxembourg (CdT)

Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης Documentation and Information centre

Κερατίνη KeratinΚερατοειδής CornealΚέρδος ProfitΚερί ή κηρός WaxΚέρωμα WaxingΚετάλη Ketal (RC(OR»)2R’)Κετένη Ketene (C2H2O)Κετένιο Keten (CH2=CO)Κετογλουταρικό οξύ Ketoglutaric acidΚετόζη KetoseΚετοϊσοκαπριονικό οξύ Ketoisocaproic acidΚετόνη KetoneΚετονοξύ Ketone acidΚετοπεντόζη KetopentoseΚεφάλι HeadΚηκιδικό οξύ Gallic acidΚήλη HerniasΚηλίδα SpotΚηροζίνη KeroseneΚητάνιο ή δεκαεξάνιο Cetane or hexadecane (C16H34)Κητόσπερμα Spermaceti Κιβώτιο CaseΚιβώτιο αποσκευών Baggage containerΚιβώτιο πρώτων βοηθειών First aid kitΚιγκλίδωμα βλέπε κoυπαστή Κιμωλία Chalk (CaCO3)Κιναλδίνη βλέπε 2-μεθυλοκινολίνη Κίνδυνοι από ακτινοβολία Radiation hazardsΚίνδυνοι από την διαχείριση υλικών Materials handling

hazardsΚίνδυνοι για την υγεία στην εργασία Work-related health

risksΚίνδυνος Danger, hazardΚίνδυνος έκρηξης Risk of explosionΚινηματικό ιξώδες Kinematic viscosityΚινησιολογία KinesiologyΚινητά ικριώματα Mobile scaffoldsΚινητές θέσεις εργασίας Mobile workplacesΚινητές μηχανές Mobile machinery

lexiko113s212.indd 161 10/29/08 1:32:17 PM

Page 160: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

162

Κολίτιδα

Κινητές μονάδες γεώτρησης ανοικτής θαλλάσης Mobile offshore drilling units

Κινητές σκάλες Mobile laddersΚινητή σκάλα GangwayΚινητή συσκευή Movable apparatusΚινητή φάση Mobile phaseΚινητήρας Engine or motorΚινητήρας επαγωγής Induction motorΚινητήρας εσωτερικής καύσης Internal combustion engineΚινητήρες με μεταβλητή τροφοδοσία συχνότητας και τάσης

Motors supplied at varying frequency and voltageΚινητικότητα προσωπικού Personnel turnoverΚινητός εξοπλισμός ανακύκλησης προϊόντων αποξήλωσης

οδών Mobile recycling of road demolition wasteΚινητός Προφυλακτήρας Movable GuardΚινιλίνη Quiniline (C9H7N)Κινίνη Quinine (C20H24N2O2)Κινναμωμική αλδεΰδη ή 3-φαινυλοπροπενάλη ή

3-πεντυλο-2-προπενάλη Cinnamaldehyde or 3-phenylpropenal or 3-phenyl-2-propenal (C6H5CH=CHCHO)

Κινναμωμική αλκοόλη ή 3-φαινυλο-2-προπεν-1-όλη Cinnamyl alcohol or 3-phenyl-2-propen-1-ol (C9H10O)

Κινναμωμικό οξύ ή 3-φαινυλο-2-προπενοϊκό οξύ Cinnamic acid or 3-phenyl-2-propenoic acid (C9H8O2)

Κινναμωμικός αιθυλεστέρας Ethyl cinnamate (C6H5CH=CHCOOC2H5)

Κινολίνη Quinoline (C9H7N)Κινόνη Quinone (C6H4O2)Κινοξαλίνη QuinoxalineΚινούμενα μέρη Moving partsΚινούμενα οχήματα Moving vehiclesΚινούμενες ζώνες Moving boundariesΚινυδρόνη Quinhydrone (C12H10O4)Κιούριο Curium (Cm)Κίρρωση CirrhosisΚιτράλη Citral (C10H16O)Κιτρική ορφεναδρίνη Orphenadrine citrateΚιτρικό ιόν Citric ionΚιτρικό κάλιο Potassium citrateΚιτρικό οξύ ή 2-υδροξυ-1,2,3-προπανοτρικαρβονικό οξύ

Citric acid or 2-hydroxy-1,2,3-propanetricarboxylic acid (C6H8O7)

Κλάσεις θερμοκρασίας Temperature classesΚλάσμα διαλύματος βλέπε υποπολλαπλάσιο δείγμα Κλάσμα μάζας Mass fractionΚλειδί (γαλλικό) Wrench

Κλείσιμο ClosureΚλειστή πηγή Sealed sourceΚλειστό εμπορευματοκιβώτιο Closed containerΚλειστό όχημα Closed vehicleΚλειστού κυκλώματος (π.χ. συσκευή) Closed-circuitΚληρονομικότητα HeredityΚλίβανοι KilnsΚλίμακα βλέπε σκάλα Κλιμακοστάσιο StairsΚλιματισμός Air conditioningΚλινικά πρωτόκολλα Clinical protocolsΚλινικές δοκιμές Clinical trials, clinical testΚλινικές οδηγίες Clinical guidlinesΚλινική βιοχημεία Clinical biochemistryΚλινική χημεία Clinical chemistryΚλινικοί δείκτες Clinical indicatorsΚλινικός έλεγχος Clinical auditΚλίνκερ ClinkerΚλίση (π.χ. καμπύλης) SlopeΚλοπιδόλη ή μεθυλοχλωροπινδόλη Clopidol or

methylchloropindol (C7H7Cl2NO)Κλοφέν βλέπε πολυχλωροδιφαινύλια Κλωβός CrateΚλωστηρίδιο της αλλαντίασης Clostridium botulinumΚλωστοϋφαντουργία Textile industryΚλωστοϋφαντουργικό μηχάνημα Textile machineryΚνήμη LegΚνίδωση εξ επαφής Contact UrticariaΚνίδωση ή κνησμός UrticariaΚοβάλτιο Cobalt (Co)Κόβω CutΚοιλιακός VentricularΚοινή αιτία Common causeΚοινή απαίτηση Common requirementΚοινή διάταξη ασφάλειας Common safety deviceΚοινό PublicΚοινοποίηση NotificationΚοινοτικός οργανισμός Community agencyΚοινωνική ασφάλιση Social insurance, social security (USA)Κοινωνική υποστήριξη Social supportΚοινωνικοί εταίροι Social partnersΚοινωνικοί φορείς Social actorsΚοκαΐνη Cocaine or benzoylmethylecgonine (C17H21NO4)Κόκκος GrainΚολικός ColicΚολικός νεφρού Kidney colicΚολίτιδα Colitis

lexiko113s212.indd 162 10/29/08 1:32:17 PM

Page 161: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

163

Κ

Κρυοφλουοράνη ή φρέον 114

Κόλλα Glue, adhesiveΚολλαγόνο CollagenΚόλληση GluingΚολλοειδείς ουσίες ColloidsΚολλωδιοβάμβακας Colloidal cottonΚόλο βλέπε δέμα Κολοφώνιο ή ρητινέλαιο Tall oilΚολοφώνιο φυσικής ρητίνης Gum RosinΚολοφώνιο χαρτοποιίας Tall oil RosinΚολπίτιδα SinusitisΚονεσσίνη ή 3β-διμεθυλαμινοκον-5-ενίνη Conessine or

3β-dimethylaminocon-5-enineΚοπή CuttingΚοπή με πλάσμα Plasma-cuttingΚοπή με ψαλίδι ShearingΚοπίδια CarversΚοπτερά εργαλεία SharpsΚοπτικά αρμών Joint cuttersΚόπωση του οδηγού Driver fatigueΚορδόνια LanyardsΚορεσμός SaturationΚορμός (π.χ. ανθρώπου) TorsoΚορτιζόνη Cortisone (C21H28O5)Κορτικοτροπίνη CorticotropinΚορυνομυκολενικό οξύ Corynomycolenic acid (C32H62O3)Κορυφαία ταχύτητα εκπνευστικής ροής Peak Expiratory

Flow Rate (PEFR)Κορυφή PeakΚορυφοτιμή Peak valueΚοσκίνιση ή κοσκίνισμα SievingΚοσκίνισμα RegradingΚόσκινο SieveΚοσμικές ακτίνες Cosmic rays Κόστη για την επανένταξη στην εργασία Rehabilitation costsΚόστος CostΚόστος εργασίας Labour costΚόστος σχετιζόμενο με την ποιότητα Quality related costΚόστος των ατυχημάτων Costs of accidentsΚουβούκλια CradlesΚουβούκλιο χειριστή Operator’s cabΚουλτούρα τμημάτων Departmental cultureΚουμόλιο ή 2-φαινυλοπροπάνιο ή ισοπροπυλοβενζόλιο

Cumene or cumol or 2-phenylpropane or isopropylbenzene (C6H5CH(CH3)2)

Κουπαστή, κιγκλίδωμα BalustradeΚούραση FatigueΚράμα Alloy

Κράμπα CrampΚρανιακές κακώσεις Head injuriesΚράνος HelmetΚράνος ασφάλειας Safety helmetΚράτημα HoldingΚράτος μέλος Member StateΚρεατινίνη ή 1- μεθυλογλυκοκυανιδίνη Creatinine or

1-methylglycocyanidine (C4H7N3O)Κρεζόλη Cresol (C7H8O)Κρεόζωτο Creosote Κριθάρι BarleyΚρίσιμα όρια Critical limitsΚρίσιμα σημεία ελέγχου Critical control points (CCP)Κρίσιμες στάθμες Critical levelsΚρίσιμη εναπόθεση θείου Critical sulphur depositionΚρίσιμη θερμοκρασία Critical temperatureΚρίσιμη ομάδα Critical groupΚρίσιμη περιοχή Critical regionΚρίσιμη τιμή Critical valueΚρίσιμο μέγεθος φουρνιάς δειγμάτων Critical batch size Κρίσιμο φορτίο Critical loadΚριτήρια CriteriaΚριτήρια ανασκόπησης Review criteriaΚριτήρια επίδοσης Performance criteriaΚριτήρια θερμικής άνεση Thermal comfort criteriaΚριτήρια οριοθέτησης της ιατρικής της εργασίας

Occupational disease case definitionΚριτήρια σταθερότητας Stability criteriaΚριτήριο συμμόρφωσης Conformity criteriaΚροτωναλδεΰδη ή κροτωνική αλδεΰδη ή 2-βουτενάλη ή

βουτυραλδεΰδη ή βουτυρική αλδεϋδη Crotonaldehyde or crotonic aldehyde or 2-butenal or butyraldehyde (C4H6O)

Κροτωνική αλδεΰδη βλέπε κροτωναλδεΰδη Κροτωνικό οξύ Crotonic acid (C4H6O2)Κροτωνικός αιθυλεστέρας Ethyl crotonate (C6H10O2)Κρούση ή χτύπημα ShockΚρουστικά βελόνια ή λατομικά σφυριά Needle scalersΚρουστική διάτρηση Impact drillingΚρουστική σφύρα Pneumatic pickΚρουστικό κλειδί Impact wrenchΚρουστικό τρυπάνι Impact drillΚρουφομικό άλας Crufomate (C12H19ClNO3P)Κρυογονικό δοχείο Cryogenic receptacleΚρυόλιθος Kryolith or cryolite (AlF3.3NaF)Κρυοπαγήματα FrostbitesΚρύος ColdΚρυοφλουοράνη ή φρέον 114 ή

lexiko113s212.indd 163 10/29/08 1:32:17 PM

Page 162: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

164

Κυστεϊνυλογλυκίνη

1,2-διχλωρο-1,1,2,2-τετραφθοροαιθάνιο Cryofluorane or freon 114 or 1,2-dichloro-1,1,2,2-tetrafluoroethane (C2Cl2F4)

Κρυπτό Krypton (Kr)Κρύσταλλοι CrystalsΚρυσταλλοτρίοδος TransistorΚτήριο ή κτίριο BuildingΚτίριο βλέπε κτήριο Κτύπημα από πρόσκρουση σε αντικείμενο Hurting oneself

on an objectΚυαναμίδιο Cyanamide (CH2N2)Κυαναμίδιο του ασβεστίου βλέπε ασβεστοκυαναμίδιο Κυανίδια Cyanides Κυανίδιο του υδρογόνου βλέπε υδροκυάνιο Κυανικές ενώσεις Cyanates Κυανικό οξύ Cyanic acid (HOC≡N)Κυανιούχα άλατα βλέπε άλατα του κυανίου Κυανιούχο ιόν Cyanide ion (:CN-)Κυανιούχος χαλκός Copper cyanide (CuCN)Κυανοακρυλικός αιθυλεστέρας Ethyl cyanoacrylate (C6H7NO2)Κυανοακρυλικός μεθυλεστέρας Methyl cyanoacrilate

(C5H5NO2)Κυανοβενζόλιο βλέπε βενζονιτρίλιο Κυανοβουτυρικός αιθυλεστέρας Ethyl cyanobutyrateΚυανογόνο ή δικυάνιο ή αιθανοδινιτρίλιο Cyanogen or

dicyan or ethane dinitrile (C2N2)Κυανοξικό νάτριο Sodium cyanoacetate Κυανοοξικός αιθυλεστέρας βλέπε κυανοοξικός εστέρας Κυανοοξικός εστέρας ή κυανοοξικός αιθυλεστέρας

Cyanoacetic ester or ethyl cyanoacetate (N≡CCH2COOC2H5)Κυανοπυριδίνη CyanopyridineΚυανοϋδρίνη CyanohydrinΚυάνωση CyanosisΚυεξατίνη Cyhexatin (C18H34OSn)Κυκλικά ιμίδια Cyclic imidesΚυκλικό πριόνι Circular sawΚυκλικοί αλειφατικοί υδρογονάνθρακες Cyclic aliphatic

hydrocarbonsΚυκλικοί ανυδρίτες Cyclic anhydridesΚυκλοβουτάνιο Cyclobutane (C4H8)Κυκλοβουτένιο Cyclobutene (C4H6)Κυκλοδεξτρίνη Cyclodextrin (C42H70O35)Κυκλοδωδεκατριένιο CyclododecatrieneΚυκλοεξαδιένιο CyclohexadieneΚυκλοεξάνιο Cyclohexane (C6H12)Κυκλοεξανοκαρβοξυλικό οξύ Cyclohexanecarboxylic acid

(C6H11COOH)

Κυκλοεξανόλη Cyclohexanol (C6H12O)Κυκλοεξανόνη Cyclohexanone (C6H10O)Κυκλοεξένιο Cyclohexene (C6H10)Κυκλοεξενοξείδιο Cyclohexene oxideΚυκλοεξυλαμίνη Cyclohexylamine (C6H13N)Κυκλοεξύλιο CyclohexylΚυκλοεξυλοδιμεθυλαμίνη ή διμεθυλοκυκλοεξαναμίνη

Cyclohexyldimethylamine or dimethylcyclohexanamine (C8H17N)

Κυκλοεπτάνιο Cycloheptane (C7H14)Κυκλονίτης ή εξογόνο Cyclonite or hexogen (C3H6Ν6Ο6)

(RDX) Κυκλοοκταδιένιο CycloctadieneΚυκλοπενταδιένιο Cyclopentadiene (C5H6)Κυκλοπεντάνιο Cyclopentane (C5H10)Κυκλοπεντανοκαρβοξυλικό οξύ Cyclopentane carboxylic

acidΚυκλοπεντανόλη CyclopentanolΚυκλοπεντανόνη Cyclopentanone (C5H8Ο)Κυκλοπεντανοξείδιο Cyclopentene oxideΚυκλοπεντανοφαινανθρένιο CyclopentenophenanthreneΚυκλοπεντένιο Cyclopentene (C5H8)Κυκλοπεντυλοξικός αιθυλεστέρας Ethyl cyclopentylacetateΚυκλοπροπανοκαρβοξυλικό οξύ Cyclopropane carboxylic

acidΚυκλοπροπυλοκατιόν Cyclopropyl cationΚύκλος διορθωτικής προσαρμογής ποιότητας Quality

correction cycleΚύκλος ποιότητας Quality circleΚυκλοφορία του αέρα Air circulationΚύκλωμα CircuitΚύκλωμα διαιρέτη Divider circuitΚυλινδροβαφή RolleringΚυλινδροποίηση RollingΚύλινδρος CylinderΚυλιόμενη κλίμακα EscalatorΚυλιόμενο πεζοδρόμιο Passenger conveyorΚύμα WaveΚυματαριθμός WavenumberΚυμένια CymenesΚυριακάτικη εργασία Sunday workingΚύριες συμβάσεις Principal contractsΚυρίως προϊόν Chief productΚύρτωση KurtosisΚύρωση SanctionΚυστεΐνη Cysteine (Cys, C) (C3H7NO2S)Κυστεϊνυλογλυκίνη Cysteinylglycine (Cys-Gly)

lexiko113s212.indd 164 10/29/08 1:32:18 PM

Page 163: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

165

ΚΛ

Λευκίνη ή α-αμινοϊσοκαπριοϊκό οξύ ή 2-αμινο-4-μεθυλο-πεντανικό οξύ

Κυστίνη Cystine (Cys- Cys) (C6H12N2O4S2)Κυτοσίνη ή 2-οξο-4-αμινοπυριμιδίνη Cytosine or

2-oxo-4-aminopyrimidine (C4H5N3O)Κυτταρικό τοίχωμα Cell wallΚυτταρικός CellularΚυτταρίνη ή κελλουλόζη Cellulose (C6H10O5)xΚύτταρο CellΚυτταροτοξικά φάρμακα Cytotoxic medicine (drugs)Κυψελίδα Golay (αέριο θερμόμετρο) Golay cellΚυψελοϊδής HoneycompΚωδεΐνη Codeine or o-methylmorphine (C18H21NO3)Κώδικας για την ασφαλή μεταφορά, σε δοχεία, επί πλοίων,

ακτινοβολημένων πυρηνικών καυσίμων, πλουτωνίου και εντόνως ραδιενεργών αποβλήτων (κώδικας INF), του ΙΜΟ Code for the safe carriage of irradiated nuclear fuel, plutonium and high-level radioactive wastes in flasks on board ships (INF Code)

Κώδικας για την κατασκευή και εξοπλισμό πλοίων που μεταφέρουν επικίνδυνα χημικά χύμα, του IMO Code for the construction and equipment of ships carrying dangerous chemicals in bulk (BCH CODE)

Κώδικας για την κατασκευή και εξοπλισμό πλοίων που μεταφέρουν υγροποιημένα αέρια χύμα, του IMO Code for the construction and equipment of ships carrying liquefied gases in bulk (GC CODE)

Κώδικας Πρακτικής Code of PracticeΚώδικας υγραεριοφόρων Gas Carries CodeΚώδικας υπαρχόντων πλοίων που μεταφέρουν

υγροποιημένα αέρια χύμα, του IMO Code for existing ships carrying liquefied gases in bulk (Existing GC)

Κώδικες πρακτικής Codes of practiceΚώκ πετρελαίου βλέπε ασφαλτος Κωνική φιάλη Conic flask

Λ

Λακτόζη Lactose (C12H22O11)Λακτόνη LactoneΛακτονιτρίλιο Lactonitrile Λακτοσφαιρίνη LactoglobulinΛαμπρότητα Brightness or brillianceΛανθανίδες ή σπάνιες γαίες Lanthanids (Ln)Λανθάνιο Lanthanum (La)Λανθάνουσα φάση Lag phaseΛανθάνων Latent Λανολίνη LanolinΛανοστερόλη Lanosterol or isocholesterol (C30H50O)Λάρυγγας LarynxΛάσπες λεύκανσης Bleaching sludgesΛάσπη ή βούρκος Slime, sludgeΛατομείο QuarryΛατομικά σφυριά βλέπε κρουστικά βελόνια Λαυρική αλκοόλη ή 1-δωδεκανόλη Lauryl alcohol or lauric alcohol or 1-dodecanol (C12H26O)Λαυρικό νάτριο Sodium laurateΛαυρικό οξύ ή δωδεκανοϊκό οξύ Lauric acid or dodecanoic acid (C12H24O2)Λαυρικός μεθυλεστέρας βλέπε μεθυλεστέρας του λαυρικού

οξέος Λεβητοστάσιο Boiler-roomΛεβουλόζη Levuloze (C6H12O6)Λείανση Grinding, abrasion, polishing, fair-finishing

Λειαντές με υποδοχή εργαλείων Die grindersΛειαντής ή τροχιστής grinderΛειαντικά μέσα AbrasivesΛειαντικές μηχανές ή μηχανές ακονίσματος ή μηχανές

άλεσης ή μηχανές ισοπέδωσης Grinding machinesΛειαντικός τροχός Abrasive wheelΛέιζερ LaserΛειότριψη SmoothingΛειτουργία FunctioningΛειτουργία (π.χ. μηχανήματος) FunctionΛειτουργία ή χειρισμός OperationΛειτουργία πιστοποίησης Performance of certificationΛειτουργία σε έκτακτη ανάγκη Emergency operationΛειτουργικά δεδομένα Functional aspectsΛειτουργικές απαιτήσεις Functional requirementsΛειτουργική ασφάλεια Functional safetyΛεμφικό σύστημα Lymphatic systemΛεμφοκύτταρο LymphocyteΛεπτό έντερο Small bowelΛεπτοσπείρα LeptospiraΛεπτοσπείρωση Leptospirosis, Weils diseaseΛεύκανση BlanchingΛευκή βίβλος White paperΛευκίνη ή α-αμινοϊσοκαπριοϊκό οξύ ή

2-αμινο-4-μεθυλο-πεντανικό οξύ Leucine or α-aminoisocaproic acid (Leu, L) (C6H13NO2)

lexiko113s212.indd 165 10/29/08 1:32:18 PM

Page 164: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

166

Μαννιτόλη

Λευκός αμίαντος White asbestosΛευκόχρυσος ή πλατίνιο Platinum (Pt)Λευχαιμία LeukaemiaΛιγνίτης Lignite or brown coalΛιγροΐνη (ελαφρά ναφθένια) Ligroin (light naphtha)Λιθανθρακόπισσα Coal tarΛίθιο Lithium (Li)Λιθιοβουτυλοχαλκός Lithium butylcopperΛιθιοδιαλκυλοχαλκός Lithium dialkylcopper (R2CuLi)Λιθοδομή μεγάλων λίθων Working of large wall stonesΛιθοδομή μικρών λίθων Working of small wall stonesΛιθοπόνιο LithoponeΛίμα FileΛιμονένιο βλέπε διπεντένιο Λιναλόλη Linalol (C10H18O)Λινδάνιο Lindane (C6H6Cl6)Λινελαϊκό οξύ ή cis,cis-9,12-δεκαοκταδεκανοϊκό οξύ

Linoleic acid or cis,cis-9,12-octadecadienoic acid (C18H32O2)Λινέλαιο Linseed oilΛινολενικό οξύ Linolenic acid (C18H30O2)Λίπανση LubricatingΛιπαρό οξύ ελαίου κολοφωνίου Tall oil fatty acidΛιπασματοποίηση Compost plantsΛίπη FatsΛιποπρωτεΐνη LipoproteinΛιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας High-density lipoprotein

Λιπόφιλο βλέπε υδρόφοβο Λίστα ελέγχου ή πίνακας ελέγχου ChecklistΛογαριθμική LogarithmicΛογαριθμική κατανομή Logarithmic distributionΛογαριθμική φάση ανάπτυξης Log phaseΛογικά προβλέψιμη κακή χρήση Reasonably foreseeable

misuseΛογικό σύστημα Logic systemΛογιστική συνάρτηση Logistic functionΛόγος απόκρισης Response ratioΛόγος επαναρροής Reflex ratioΛόγος μάζας/φορτίου Mass/charge ratio (m/z)Λόγος μέγιστης εξωτερικής επαγωγής και αντίστασης

Maximum external inductance to resistance ratioΛόγος μέγιστης εσωτερικής επαγωγής και αντίστασης

Maximum internal inductance to resistance ratioΛόγος πλήρωσης Filling ratioΛοιπές δραστηριότητες Other activitiesΛουτιδίνες LutidinesΛουτίσιο Lutecium (Lu)Λουτρά χημικής επεξεργασίας Baths for chemical

processesΛυξόζη LyxoseΛυσίνη ή 2,6-διαμινο εξανικό οξύ Lysine (Lys, K) (C6H14NO2)Λωρένσιο Lawrencium (Lr)

Μ

Μαγγανικό Manganate (MnO42-)

Μαγγάνιο Manganese (Mn)Μαγγανισμός ManganismΜαγιά βλέπε ζύμη Μαγνησία βλέπε οξείδιο του μαγνησίου Μαγνήσιο Magnesium (Mg)Μαγνησίτης Magnesite (MgCO3)Μαγνήτης MagnetΜαγνητικά πεδία Magnetic fieldsΜαγνητικό κύκλωμα Magnetic circuitΜαδέρια SkidsΜάζα MassΜάζα κόλου Mass of packageΜαζούτ Fuel oilΜαθητευόμενος ApprenticeΜακρομόρια MacromoleculesΜακροπρόθεσμες επιπτώσεις Chronic effects

Μακρόχρονη λανθάνουσα περίοδος Long latency periodΜακροχρόνια έκθεση σε υπερβολικό θόρυβο Long-term

exposure to excessive noiseΜαλαθείον Malathion (C10H19O6PS2)Μαλακή κόλληση βλέπε κασσιτεροκόλληση Μαλακό ξύλο Soft woodΜαλακός χάλυβας Mild steelΜαλλί ή έριο WoolΜαλτάση MaltaseΜαλτοβιονικό οξύ Maltobionic acidΜαλτόζη Maltose (C12H22O11)Μανδύας καλωδίου Cable sheathΜανίκι SleeveΜαννάνη MannanΜανναρικό οξύ ή μαννοσακχαρικό οξύ Mannaric acid or

mannosaccharic acidΜαννιτόλη Mannitol (C6H14O6)

lexiko113s212.indd 166 10/29/08 1:32:18 PM

Page 165: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

167

ΛΜ

Μέθοδος Δέντρου Αιτιών

Μαννόζη Mannose (C6H12O6)Μαννονικό οξύ Mannonic acidΜαννοπυρανόζη MannopyranoseΜαννοσακχαρικό οξύ βλέπε μανναρικό οξύ Μαννουρονικό οξύ Mannuronic acidΜάρμαρο MarbleΜαρμαροτεχνίτες Marble workersΜαρμαρυγία ή μίκα ή βιοτίτης ή μοσχοβίτης Mica or biotite

or muscoviteΜάσκα MaskΜάσκα κεφαλής ή κράνος ηλεκτροσυγκόλλησης Welding

helmetΜάσκα με στομίδα Mouthpiece assembly maskΜάσκα μισού προσώπου Half maskΜάσκα ολόκληρου προσώπου Full face maskΜαστίγια βλέπε βλεφαρίδες Μάτι ή οφθαλμός EyeΜατσακόνι Chipping hammerΜαχαίρι KnifeΜεβινφώς Mevinphos (C7H13O6P)Μεγάλη συσκευασία Large packagingΜεγάλο εμπορευματοκιβώτιο Large containerΜεγάφωνο LoudspeakerΜέγεθος SizeΜέγεθος κινδύνου SeverityΜέγιστη ανεκτή δόση Maximum tolerable dose (LD0 or MTD) Μέγιστη ανεκτή συγκέντρωση Maximum tolerable

concentration (LC 0 or MTC)Μέγιστη ανηγμένη απόκλιση Maximum normalized deviationΜέγιστη εμφανιζόμενη πίεση Maximum Incidental

Pressure (MIP)Μέγιστη εξωτερική επαγωγή Maximum external inductanceΜέγιστη εξωτερική χωρητικότητα Maximum external

capacitanceΜέγιστη επιτρεπτή πίεση εργασίας Maximum allowable

working pressure (MAWP)Μέγιστη εσωτερική επαγωγή Maximum internal inductanceΜέγιστη εσωτερική χωρητικότητα Maximum internal

capacitanceΜέγιστη θερμοκρασία επιφάνειας Maximum surface

temperatureΜέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας Maximum service

temperatureΜέγιστη ισχύς εισόδου Maximum input powerΜέγιστη ισχύς εξόδου Maximum output powerΜέγιστη κανονική πίεση λειτουργίας Maximum normal

operating pressure

Μέγιστη πίεση εργασίας Maximum working pressure Μέγιστη πίεση λειτουργίας Maximum Operating Pressure

(MOP)Μέγιστη τάση εισόδου Maximum input voltageΜέγιστη τάση εξόδου Maximum output voltageΜέγιστη χωρητικότητα Maximum capacityΜέγιστο απορρόφησης Absorption maximumΜέγιστο επιτρεπτό μεικτό βάρος Maximum permissible

gross mass (MPGM)Μέγιστο επιτρεπτό φορτίο Maximum permissible loadΜέγιστο καθαρό βάρος Maximum net massΜέγιστο όριο έκθεσης Maximum exposure limitΜέγιστο ρεύμα εισόδου Maximum input currentΜέγιστο ρεύμα εξόδου Maximum output currentΜεθακρυλαμίδιο ή μεθακρυλικό αμίδιο Methacrylic acid

amide or methacrylic amide (C4H7NO)Μεθακρυλική ρητίνη Methacrylic resinΜεθακρυλικό αμίδιο βλέπε μεθακρυλαμίδιο Μεθακρυλικό οξύ ή 2-μεθυλοπροπενοϊκό οξύ

Methacrylic acid or 2-methylpropenoic acid (C4H6O2)Μεθακρυλικός αιθυλεστέρας ή

αιθυλο-2-μεθυλο-2-προπιονικός εστέρας Ethyl methacrylate or ethyl 2-methyl-2-propenoate (C6H10O2)

Μεθακρυλικός δωδεκυλεστέρας Dodecyl methacrylateΜεθακρυλικός μεθυλεστέρας Methyl methacrylate

(CH2=C(CH3)COOC2H5)Μεθανάλη βλέπε φορμαλδεΰδη Μεθανικό οξύ βλέπε μυρμηκικό οξύ Μεθανικός μεθυλεστέρας βλέπε μυρμηκικός μεθυλεστέρας Μεθάνιο ή ελογενές αέριο Methane or marsh gas (CH4)Μεθανοθειόλη βλέπε μεθυλομερκαπτάνη Μεθανοϊκό οξύ βλέπε μυρμηκικό οξύ Μεθανόλη ή μεθυλική αλκοόλη ή καρβινόλη ή ξυλόπνευμα

Methanol or methyl alcohol or carbinol (CH4O)Μεθανοσουλφονικός χαλκός Copper methanesulfonateΜεθειονίνη Methionine (Met, M)Μεθεναμίνη ή εξαμεθυλενοτετραμίνη Methamin or

hexamethylenetetramine (C6H12N4)Μέθοδοι οπτικών δοκιμών Optical test methodsΜέθοδοι Προσδιορισμού Επικίνδυνων Ουσιών Methods for

the Determination of Hazardous Substances (MDHS)Μεθοδολογία MethodologyΜέθοδος MethodΜέθοδος αναφοράς Reference methodΜέθοδος ανταγωνισμού Method of competitionΜέθοδος Δέντρου Αιτιών Casual Tree Method (CTM)

lexiko113s212.indd 167 10/29/08 1:32:18 PM

Page 166: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

168

Μεθυλοϊσοαμυλική κετόνη

Μέθοδος διαλογής Screening methodΜέθοδος δοκιμής Test methodΜέθοδος επιβεβαίωσης Confirmatory methodΜέθοδος καθημερινής πράξης (ρουτίνας) Routine methodΜέθοδος με ανιχνευτή Tracer methodΜέθοδος που απαιτεί περιβαλλοντικές διορθώσεις Method

requiring environmental correctionsΜέθοδος τήξης Fusion processΜέθοδος της σταθερής προσθήκης Standard addition Μέθοδος των ελαχίστων τετραγώνων Least square methodΜεθομύλιο Methomyl (C5H10N2O2S)Μεθοξυαιθανόλη ή μεθυλαιθέρας της αιθυλενογλυκόλης

Methoxyethanol or ethylene glycol methyl ether (EGME) (C3H8O2)

Μεθοξυανιλίνη βλέπε ανισιδίνη p-μεθοξυβενζαλδεΰδη βλέπε ανισαλδεΰδη Μεθοξυβενζοϊκό οξύ Methoxybenzoic acid (CH3OC6H4COOH)p-μεθοξυβενζοϊκό οξύ βλέπε ανισικό οξύ Μεθοξυεξάνιο MethoxyhexaneΜεθοξυμεθάνιο βλέπε διμεθυλαιθέρας Μεθοξυπροπανόλη MethoxypropanolΜεθοξυφαινόλη Methoxyphenol (C7H8O2)Μεθοξυχλώριο Methoxychlor (DMTD) (C16H15Cl3O2)Μεθυλαζινφώς Azinphos methyl (C10H12N3O3PS2)Μεθυλαιθέρας της αιθυλενογλυκόλης βλέπε μεθοξυαιθανόλη Μεθυλακετυλένιο βλέπε προπίνιο Μεθυλακετυλίδιο του λιθίου Lithium methylacetylideΜεθυλάλη MethylalΜεθυλαμίνη Methylamine (CH5N)Μεθυλαμυλική κετόνη ή μεθυλαμυλοκετόνη ή

βουτυλακετόνη ή 2-επτανόνη Methyl amyl ketone or butylacetone or 2-heptanone (MAK) (C7H14O)

Μεθυλαμυλοκετόνη βλέπε μεθυλαμυλική κετόνη Μεθυλανιλίνη Methyl aniline (C7H9N)Μεθυλένιο Methylene (CH2-)Μεθυλενοβρωμίδιο ή διβρωμομεθάνιο ή διβρωμιούχο

μεθυλένιο Methylene bromide or dibromomethane or methylene dibromide (CH2Br2)

4,4-μεθυλενο-δις (2-χλωροανιλίνη) ή 2,2-διχλωρο-4,4-μεθυλενο-διανιλίνη 4,4-methylene bis(2-chloroaniline) (MBOCA, MOCA) (C13H12Cl2N2)

Μεθυλενοτριφαινυλοφωσφοράνιο Methylenetriphenylphosphorane (Ph3P=CH2)

Μεθυλενοχλωρίδιο ή διχλωρομεθάνιο ή διχλωριούχο μεθυλένιο Methylene chloride or dichloromethane or methylene dichloride (CH2Cl2) (DCM)

Μεθυλεστέρας του λαυρικού οξέος ή λαυρικός μεθυλεστέρας ή δωδεκανοϊκός μεθυλεστέρας Methyl laurate or methyl dodecanoate

Μεθυλική αλκοόλη βλέπε μεθανόλη Μεθύλιο Methyl (CH3)Μεθυλο p-νιτροφαινυλοκετόνη βλέπε p-νιτροακετοφαινόνη Μεθυλο-sec-βουτυλοκετόνη ή 3-μεθυλο-2-πεντανόνη

Methyl-sec-butyl ketone or 3-methyl-2-pentanoneΜεθυλο-tert-βουτυλαιθέρας Methyl tert-butyl ether

(MTBE)Μεθυλοαιθανοϊκός εστέρας βλέπε οξικός μεθυλεστέρας Μεθυλοαιθυλαμίνη ή αιθυλομεθυλαμίνη EthylmethylamineΜεθυλοαιθυλοκετόνη βλέπε βουτανόνη 2-μεθυλοακετονιτρίλιο βλέπε ακετονο κυανοϋδρίνη 2-μεθυλοακρονιτρίλιο ή 2-υδροξυ-2-μεθυλοπροπιονιτρίλιο

2-methylacronitrile or 2-hydroxy-2-methylpropionitrile (C4H7NO)

Μεθυλοακρυλονιτρίλιο Methylacrylonitrile (C4H5N)Μεθυλοανιλίνη βλέπε τολουιδίνη Μεθυλοβαλεριαναλδεΰδη ή μεθυλοπεντανάλη

Methylvaleraldehyde or methylpentanalΜεθυλοβαλεριανικό οξύ ή μεθυλοπεντανοϊκό οξύ

Methylvaleric acid or methylpentanoic acidΜεθυλοβενζόλιο βλέπε τολουόλιο Μεθυλοβινυλοκαρβινύλιο MethylvinylcarbinylΜεθυλοβινυλοκετόνη ή 2-βουτενόνη Methyl vinyl ketone or

2-butenone (C4H6O)2-μεθυλοβουτάνιο βλέπε ισοπεντάνιο Μεθυλοβουτανοϊκό οξύ Methylbutanoic acidΜεθυλοβουτένιο Methyl butene Μεθυλοβουτενοϊκό οξύ Methyl butenoic acid3-μεθυλοβουτενυλοτριφθομεθανοσουλφονικός εστέρας

Methylbutenyl triflateΜεθυλοβουτενυλοτριφθοροαιθυλαιθέρας Methylbutenyl

trifluoroethyl etherΜεθυλοβουτυλοκετόνη ή προπυλοακετόνη ή 2-εξανόνη

Methyl butyl ketone or butyl methyl ketone or propylacetone or 2-hexanone (MBK) (C6H12O)

Μεθυλοβουτυρικό οξύ Methylbutyric acidΜεθυλοβρωμίδιο βλέπε βρωμομεθάνιο 1-μεθυλογλυκοκυανιδίνη βλέπε κρεατινίνη Μεθυλογλυκολοδιπροπυλενικός αιθέρας ή δις-(2-

μεθοξυπροπυλ)αιθέρας Dipropylene glycol methyl ether or bis-(2-methoxypropyl) ether (DPGME) (C7H16O3)

Μεθυλοδήμητον Methyl demeton (C6H15O3PS2)Μεθυλοεξανόνη Methyl hexanone Μεθυλοϊσοαμυλική κετόνη βλέπε μεθυλισοαμυλοκετόνη

lexiko113s212.indd 168 10/29/08 1:32:18 PM

Page 167: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

169

Μ

Μέρη υπό τάση

Μεθυλοΐσοαμυλοκετόνη ή μεθυλοισοαμυλική κετόνη Methyl isoamyl ketone (C7H14O)

Μεθυλοϊσοβουτυλοκαρβινόλη Methyl isobutyl carbinol (C6H14O)Μεθυλοϊσοβουτυλοκετόνη ή εξανόνη ή

ισοπροπυλοακετόνη ή 4-μεθυλο-2-πεντανόνη Methyl isobutyl ketone or hexanone or isoproylacetone or 4-methyl-2-pentanone (MIBK) (C6H12O)

Μεθυλοϊσοπροπυλοκετόνη ή ισοπροπυλομεθυλοκετόνη ή 3-μεθυλο-2-βουτανόνη Methyl isopropyl ketone or isopropyl methyl ketone or 3-methyl-2-butanone (MIPK) (C5H10O)

Μεθυλοϊωδίδιο ή ιωδομεθάνιο ή ιωδιούχο μεθύλιο Methyl iodide (CH3I)Μεθυλοκαπρονικό οξύ Methylcaproic acidΜεθυλοκινναμωμικό οξύ Methylcinnamic acid2-μεθυλοκινολίνη ή κιναλδίνη 2-methyloquinoline or

quinaldineΜεθυλοκυανίδιο βλέπε αιθανενιτρίλιο Μεθυλοκυκλοεξάνιο Methylocyclohexane (C7H14)Μεθυλοκυκλοεξανόλη Methylcyclohexanol (C7H14O)Μεθυλοκυκλοεξανόνη Methylcyclohexanone (C7H12O)Μεθυλομερκαπτάνη ή μεθανοθειόλη Methyl mercaptan or

methanethiol (CH4S)Μεθυλοναφθαλίνιο MethylnaphthaleneΜεθυλοοξικός εστέρας βλέπε οξικός μεθυλεστέρας Μεθυλοπαραθείον Methyl parathion (C8H10NO5PS)4-μεθυλοπεντανάλη βλέπε ισοκαπροναλδεΰδη Μεθυλοπεντανάλη βλέπε μεθυλοβαλεριαναλδεΰδη Μεθυλοπεντάνιο βλέπε ισοεξάνιο 4-μεθυλοπεντανοϊκό οξύ βλέπε ισοκαπρονικό οξύ Μεθυλοπεντανοϊκό οξύ βλέπε μεθυλοβαλεριανικό οξύ Μεθυλοπροπάνιο ή ισοβουτάνιο Methylpropane or

isobutane (C4H10)Μεθυλοπροπανόλη βλέπε βουτανόλη 2-μεθυλοπροπενοϊκό οξύ βλέπε μεθακρυλικό οξύ Μεθυλοπροπυλοκετόνη ή πεντανόνη Methyl propyl ketone

or pentanone (C5H10O)Μεθυλοπροπυλομηλονικός αιθυλεστέρας Ethyl methyl

propylmalonate Μεθυλοπυριδίνη Methylpyridine (C6H7N)Μεθυλοπυρολιδόνη Methyl pyrolidone (C5H9NO)Μεθυλοπυρρολιδίνη Methylpyrrolidine (C5H11N)Μεθυλοστυρόλιο βλέπε βινυλοτολουόλιο Μεθυλοτολουόλιο βλέπε ξυλόλιο Μεθυλοφαινοξυοξικό οξύ Methylphenoxyacetic acidΜεθυλοφαινυλοαιθέρας βλέπε ανισόλη Μεθυλοφαινυλοκετόνη βλέπε ακετοφαινόνη

Μεθυλοχλωρίδιο ή χλωρομεθάνιο ή χλωριούχο μεθύλιο Methyl chloride or chloromethane (CH3Cl)

Μεθυλοχλωροφόρμιο Methyl chloroform (C2H3Cl3)Μεθυλοχολανθρένιο MethylocholanthreneΜεθυλυδραζίνη Methyl hydrazine (CH6N2)Μείγματα αερίου-αέρα Gas-air mixturesΜείζων νέα σταθερή πηγή καύσης Major new stationary

combustion sourceΜεικτή συσκευασία ή σύνθετη συσκευασία Composite

packagingΜειωμένος φόρτος εργασίας Work underloadΜειώνω ReduceΜείωση του προσωπικού Personnel downsizingΜελάνια InksΜελάνια ροτογκραβούρας Rotogravure printing inksΜελάσση MolassesΜελεζιτόζη MelezitoseΜελέτες κινδύνου και λειτουργικότητας Hazard and

Operability StudiesΜελέτες παρέμβασης Intervention studiesΜελέτη HACCP HACCP studyΜελέτη εκτίμησης Evaluation studyΜελέτη εκτίμησης του χώρου εργασίας Workplace

assessmentΜελέτη ενός μόνο εργαστηρίου (εσωτερική επικύρωση)

Single laboratory study (in-house validation)Μελέτη επικινδυνότητας και λειτουργικότητας Hazard and

Operability (HAZOP) analysis Μελέτη ικανότητας Proficiency studyΜελέτη και σχεδιασμός HACCP HACCP study and planningΜελέτη περίπτωσης Case studyΜελέτη ποσοτικής εκτίμησης δομής – δραστικότητας ή

ποσοτική σχέση δομής - δραστικότητας Quantitative Structure – Activity Relationships (QSAR)

Μελέτη σκοπιμότητας Feasibility studyΜελιβιόζη Melibiose (C12H22O11)Μέλος πληρώματος οχήματος Member of a vehicle crewΜεμονωμένες φιάλες ασετιλίνης Single acetylene cylindersΜεντελέβιο Mendelevium (Md)Μέρη στο δισεκατομμύριο Parts per billion (ppb) Μέρη στο δισεκατομμύριο κατ’ όγκο Parts per billion per

volume (ppbv) Μέρη στο εκατομμύριο Parts per million (ppm)Μέρη στο εκατομμύριο κατ’όγκο Parts per million per

volume (ppmv)Μέρη στο τρισεκατομμύριο Parts per trillion (ppt)Μέρη υπό τάση Live parts

lexiko113s212.indd 169 10/29/08 1:32:18 PM

Page 168: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

170

Μεταφερόμενη συσκευή

Μερικώς αντίθετη κίνηση κυκλοφορίας ContraflowΜερκαπτάνες ή θειόλες Mercaptans or thiols (RSH)Μερκαπτοαιθανόλη Mercaptoethanol (C2H6OS)Μερκαπτοβενζοθειαζόλη MercaptobenzothiazolΜερκαπτοοξικό οξύ ή τριογλυκολικό οξύ Mercaptoacetic

acid or trioglycolic acid (C2H4O2S)Μέρος δείγματος IncrementΜέσα ατομικής προστασίας (ΜΑΠ) Personal protective

equipment (PPE)Μέσα ατομικής προστασίας ματιών Personal eye-protectionΜέσα καθαρισμού Cleaning agentsΜέσα κατάβασης Descender devicesΜέσα προστασίας γονάτων ή επιγονατίδες Knee protectorsΜέσα προστασίας κνημών Leg protectorsΜέσα προστασίας ματιών βλέπε προστατευτικά οφθαλμών Μέσα προστασίας ποδιών Foot protectorsΜέσα προστασίας της ακοής ή προστατευτικά ακοής

Hearing protectorsΜέσα προστασίας της αναπνοής Respiratory protective

devicesΜέσα προστασίας του δέρματος Skin protectionΜέσα συσκευασίας Packing blocksΜέσα χειρισμού των υλικών Material handling equipmentΜέση απόκλιση Average deviationΜέση φωτοεπίδραση Mean Photo Effect (MPE)Μεσιτοϊκό οξύ ή 2,4,6-τριμεθυλοβενζοϊκό οξύ Mesitoic acid

or 2,4,6-trimethylbenzoic acidΜεσιτυλένιο ή 1,3,5-τριμεθυλοβενζόλιο Mesitylene or

1,3,5-trimethylbenzene (C9H12)Μεσιτυλοξείδιο ή 4-μεθυλο-3-πεντεν-2-όνη ή οξείδιο του

μεσιτυλίου Mesityl oxide or 4-methyl-3-penten-2-one ((CH3)2C=CHCOCH3)

Μέσο προστασίας από την ανατροπή Rollover protectionΜεσοθηλίωμα MesotheliomaΜέσος όρος Mean, averageΜέσος όρος των τετραγώνων των διαδοχικών διαφορών

Mean square successive differencesΜέσος χρόνος γενεάς Mean generation timeΜεσόφιλα MesophilesΜεσύλιο Mesyl (Ms)Μετα- Meta- (m-)Μεταβαλλόμενη αιτία Change causeΜεταβαλλόμενη συχνότητα και τάση Varying frequency and

voltageΜεταβαλλόμενο περιβάλλον της εργασίας Changing world

of workΜεταβατική διάταξη Transitional provision

Μεταβατική κατάσταση Transition stateΜεταβλητότητα VariabilityΜεταβολές ήσσονος σημασίας Minor changesΜεταβολές μείζονος σημασίας Major changesΜεταβολικές δυσλειτουργίες Metabolic disordersΜεταβολική θερμότητα Metabolic heatΜεταβολίτης MetaboliteΜετάδοση TransmissionΜετάδοση σφαλμάτων Propagation of errorsΜετάδοση του ήχου Sound propagationΜεταδοσιμότητα δονήσεων Vibration tranmissibilityΜεταδότης TransmitterΜεταθεϊώδες νάτριο Sodium metabisulfite (Na2S2O5)Μετακινήσεις στον χώρο εργασίας Workplace transportΜετακίνηση σε νέα θέση εργασίας RelocationΜετακινούμενοι εργαζόμενοι Mobile workersΜεταλλακτικότητα MutagenicityΜετάλλαξη MutationΜεταλλαξιγένεση MutagenesisΜεταλλαξιογόνες ουσίες MutagensΜεταλλαξιογόνο Mutagenic Μεταλλικές ενώσεις Metal compoundsΜεταλλική επένδυση (πλέγμα) Metal claddingΜεταλλική συσκευασία ελαφρού περιτυπώματος Light-

gauge metal packagingΜεταλλικό IBC Metal IBCΜεταλλικός σωλήνας Metal pipeΜέταλλο MetalΜεταλλοακετυλίδια Metal acetylidesΜεταλλουργικά μηχανήματα Metalworking machineryΜεταλλουργικά προϊόντα Metallurgical productsΜεταλλουργική βιομηχανία Metal-working businessΜεταναστεύοντες εργαζόμενοι Migrant workersΜετάξι SilkΜεταποίηση ProcessingΜετασχηματιστής TransformerΜετατιθέμενοι εργαζόμενοι Relocated workersΜετατροπέας ConverterΜετατροπέας ρεύματος σε τάση Current to voltage

converterΜετατροπή ConversionΜετατροπή εξοπλισμού Equipment modificationΜετατρυγικό οξύ Metatartaric acidΜετάφαση MetaphaseΜεταφασικά χρωμοσώματα Metaphase chromosomesΜεταφερόμενες φιάλες αερίων Transportable gas cylindersΜεταφερόμενη συσκευή Transportable apparatus

lexiko113s212.indd 170 10/29/08 1:32:18 PM

Page 169: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

171

Μ

Μηχανή κοπής σε φέτες

Μεταφορά Carriage, carrying, transportation, transportΜεταφορά θερμότητας Heat transferΜεταφορά υλικών Material transportΜεταφορά φορτίων χύμα Carriage in bulkΜεταφορείς ConveyorsΜεταφορική ταινία ή ιμάντας μεταφοράς Conveyor beltΜετεπιβιβαζόμενοι επιβάτες Transfer passengersΜετεστεροποίηση TransesterificationΜετουσίωση DenaturationΜέτρα ασφάλειας Security measuresΜέτρα διάσωσης Rescue measuresΜέτρα εναρμόνισης Step to harmonizeΜετρήσεις επίδοσης και επιβραβεύσεις Performance

measures and rewardsΜέτρηση MeasurementΜέτρηση ακτινοβολίας Radiation measurementΜέτρηση ερυθρών αιμοσφαιρίων στο αίμα Red blood countΜέτρηση και αξιολόγηση Measurement and assessmentΜέτρηση λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα White blood countΜέτρηση ποιότητας Quality measurementΜέτρηση στατικού πεδίου Static fields measurementΜέτρηση της έντασης του θορύβου Noise level

measurementΜέτρηση της θερμικής καταπόνησης Thermal stress

measurementΜέτρηση των δονήσεων Vibration measurementΜέτρηση φυσιολογίας της εργασίας Physiological work

measurementΜετρητής θερμορροής Heat flow meter (HFM)Μετρητής συμπύκνωσης σωματιδίων Condensation particle

counterΜετριβουζίνη Metribuzin (C8H14N4O5)Μέτρο εγγενούς ασφάλειας Inherently safe design measureΜετρολογία MetrologyΜετωπική θερμοσυγκόλληση Butt- fusionΜεφαιναμικό οξύ Mefenamic acidΜη ακραίο θερμικό περιβάλλον Moderate thermal

environmentΜη αμειβόμενη εργασία Unpaid workΜη ανοσολογική δερματίτιδα εξ επαφής Non

immunological contact dermatitisΜη ασφαλείς για τον άνθρωπο – μη ασφαλείς για θερμές

εργασίες Not safe for men – not safe for fireΜη γραμμικά οπτικά υλικά Non-linear optics (NLO)Μη εκπέμπον θόριο Unirradiated thoriumΜη εκπέμπον ουράνιο Unirradiated uraniumΜη ενεργοποιημένος Inactivated

Μη ενισχυμένο (π.χ. υλικό) UndopedΜη επικίνδυνη περιοχή Non-hazardous areaΜη εύφλεκτο Non FlammableΜη θανατηφόρα ατυχήματα Non-fatal accidentsΜη ιοντίζουσα ακτινοβολία Non-ionising radiationΜη καταστροφικός ανιχνευτής Nondestructive detectorΜη μόνιμη μόλυνση Non-fixed contaminationΜη τοξικό Non toxicΜηδενική στάθμη αναφοράς Reference zeroΜηδενική υπόθεση Null hypothesisΜηδενικός αέρας Zero airΜήκος LengthΜήκος κύματος Wavelength (λ)Μήκος κύματος απορρόφησης Absorption wavelengthΜήκος κύματος εκπομπής Emission wavelengthΜηλεϊνικό οξύ ή cis-βουτενοδιοϊκό οξύ Maleic acid or

cis-butenedioic acid (C4H4O4)Μηλεϊνικός ανυδρίτης ή cis-βουτενοδιοϊκό ανυδρίτης

Maleic anhydrite or cis-butenedioic anhydrite (C4H2O3)Μηλικό οξύ ή υδροξυηλεκτρικό οξύ Malic acid or

hydroxysuccinic acid (C4H6O5)Μηλικός εστέρας Malic esterΜηλονικό οξύ ή προπανοδιοϊκό οξύ Malonic acid or

propanedioic acid (C3H4O4)Μηλονικός εστέρας Malonic ester (CH2(COOC2H5)2)Μηρός ThighΜητέρα MotherΜήτρα MatrixΜητρικό ιόν Precursor ionΜητρώα RegistersΜηχανές για χημικές διεργασίες Machines for chemical

processesΜηχανές διαμόρφωσης Forming machinesΜηχανές επιχρισμάτων Power trowels Μηχανές ήπιας λείανσης Buffing machinesΜηχανές καθαρισμού υψηλής πίεσης ή καθαριστές υψηλής

πίεσης High-pressure cleanersΜηχανές κερώματος Waxing machinesΜηχανή MachineΜηχανή αμμοβολής Sand blasterΜηχανή αμμοβολής με σφαιρίδια γυαλιού Glass blockΜηχανή αντιδραστικής διαμόρφωσης Reaction moulding

machineΜηχανή αυτογενούς συγκόλλησης Autogenous welding

machineΜηχανή βυρσοδεψείου Tannery machineΜηχανή κοπής σε φέτες Slicing machine

lexiko113s212.indd 171 10/29/08 1:32:18 PM

Page 170: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

172

Μονοαλκυλαιθέρας της αιθυλενογλυκόλης

Μηχανή μεταλλοβολής Shot blaster, shot blasting machineΜηχανή πλανίσματος Planing machineΜηχανή συγκόλλησης με αντίσταση Resistance welding

machineΜηχανή συγκόλλησης με ηλεκτρικό τόξο Welding machine

with cutting torchΜηχανή συμπίεσης Compaction machineΜηχάνημα οδοποιίας Roadworking machineΜηχανήματα εξόρυξης Mining machineryΜηχανήματα επεξεργασίας τροφίμων Food processing

machineryΜηχανήματα κάμψης Bending pressΜηχανήματα κατεργασίας εδάφους Soil working machinesΜηχανήματα κινούμενης τράπεζας Moving platen machineryΜηχανήματα οδοποιΐας Road construction machineryΜηχανικές ιδιότητες Mechanical propertiesΜηχανική (κλάδος της φυσικής) MechanicsΜηχανική (π.χ. χημική μηχανική) Engineering

(e.g. chemical engineering)Μηχανική διασπορά Mechanical dispersionΜηχανική διεπαφή Mechanical interfaceΜηχανική δόνηση Mechanical vibrationΜηχανική κατασκευών Structural engineeringΜηχανική προσόψεων Facade engineeringΜηχανική χαλύβδινων κατασκευών Steel structural

engineeringΜηχανικοί πιεστήρες Mechanical pressesΜηχανικός (π.χ. αυτοκινήτων) Mechanic (e.g. car

mechanic)Μηχανικός (π.χ. ηλεκτρολόγος μηχανικός) Engineer

(e.g. electrical engineer)Μηχανικός εγκλωβισμός Mechanical containmentΜηχανικός καθαρισμός Mechanical cleaningΜηχανικός χειρισμός Mechanical handlingΜηχανικών κίνδυνοι Mechanical risksΜηχανισμός MechanismΜηχανισμός πηδαλίου Steering gearΜηχανοκίνητα οχήματα Motor vehiclesΜηχανολογία συστημάτων ελέγχου Engineering controlsΜηχανολογικός εξοπλισμός κτιρίου Building equipmentΜηχανοποίηση MechanisationΜηχανοστάσιο Machine roomΜηχανουργική κατεργασία MachiningΜιας χρήσης (π.χ. γάντια) Single useΜίγμα MixtureΜίγμα μεθυλακετυλενίου-προπαδιενίου

Methyl acetylene- propadiene mixture (MAPP)

Μίκα βλέπε μαρμαρυγία Μικρό εμπορευματοκιβώτιο Small containerΜικροαερόφιλα Micro-aerophilesΜικροβιοκτόνα GermicidesΜικροβιολογικοί κίνδυνοι Microbiological hazardsΜικροκλίμα MicroclimateΜικροκύματα MicrowavesΜικροκυματική ακτινοβολία Microwave radiationΜικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) Small and medium

enterprise (SME)Μικροοργανισμός Micro-organismΜικροσκοπία αντίστροφης φάσης Phase contrast

microscopy (PCM)Μικροσκοπία πολωμένου φωτός Polarized light microscopy

(PLM)Μικτή επιτροπή για την πιστοποίηση οργανισμών

περίθαλψης Joint commission for the accreditation of health organizations (JCAHO)

Μικύλλια MicellesΜίνιο ή ερυθρό μικτό οξείδο του μολύβδου Read lead

(Pb3O4)Μισθολογικές καταστάσεις Records of wagesΜνήμη MemoryΜνήμη απομόνωσης Buffer memoryΜνημόνιο συνεννόησης των Παρισίων για τον έλεγχο των

πλοίων από το κράτος του λιμένα Memorandum of Understanding on Paris State Control (MOU)

Μολυβδαίνιο Molybdenum (Mo)Μόλυβδος ή πλούμπιο Lead (Pb)Μόλυνση ή επιμόλυνση ή μετάδοση ασθένειας ή

μολυσματική ασθένεια Infection, contaminationΜολυσματική ασθένεια Infectious diseaseΜονάδα (π.χ. μέτρησης, παραγωγής κ.λπ.) UnitΜονάδα μείωσης των εκπομπών Emission reduction unit

(ERU)Μονάδα μεταφοράς Transport unitΜονάδα συγκόλλησης μετάλλων Metal welding unit (MWU)Μονάδα σχηματισμού αποικίας Colony-forming unit (CFU)Μόνιμες αναπηρίες Permanent disabilitiesΜόνιμες θέσεις εργασίας Permanent workplacesΜόνιμη επίδραση Irreversible effectΜόνιμη μόλυνση Fixed contaminationΜόνιμο σύστημα πυρόσβεσης Fixed firefighting systemΜονοαιθυλεθέρας της αιθυλενοδιγλυκόλης βλέπε καρβιτόλη Μονοαιθυλεθέρας της διαιθυλενογλυκόλης βλέπε καρβιτόλη Μονοαλκυλαιθέρας της αιθυλενογλυκόλης Ethylene glycol

monoalkyl ether

lexiko113s212.indd 172 10/29/08 1:32:18 PM

Page 171: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

173

Μ

Μύτη

Μονοαλκυλομηλονικός εστέρας Monoalkylmalonic ester (RCH(COOC2H5)2)

Μονοαλκυλοξικός εστέρας Monoalkylacetoacetic esterΜονοκαναλικός αναλυτής Single channelΜονόκλωνα καλώδια χωρίς μανδύα Non-sheathed single

coresΜονοκροτωφώς Monocrotophos (C7H14 NO5P)Μονομερές MonomerΜονομερής έγκριση Unilateral approvalΜονοξείδιο του αζώτου Nitric oxide (NO)Μονοξείδιο του άνθρακα Carbon monoxide (CO)Μονοξείδιο του θείου Sulphur monoxide (SO)Μονοσακχαρίτης MonosaccharideΜονότονη εργασία Monotonous workΜονοχλωριούχο θείο βλέπε χλωριούχο θείο Μονοχλωροπαράγωγα Monochloro derivatesΜοντέλο οργανωσιακού στρες Model of organizational stressΜοντέλο των Ηνωμένων Εθνών για τους κανονισμούς

σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων United Nations Model Regulations on the Transport of Dangerous Goods (UN Model Regulations)

Μόνωση InsulationΜονωτήρες InsulatorsΜονωτικά ενδύματα Insulation clothesΜονωτική φλάντζα Insulating flangeΜονωτικό υλικό Insulating materialΜονωτικό υλικό (έναντι του νερού) Waterproof materialΜονωτικός αφρός Insulating foamΜοριακή απορροφητικότητα ή μοριακός συντελεστής

απόσβεσης Molar absorptivityΜοριακή βιολογία Molecular biologyΜοριακή δομή Molecular structureΜοριακή μάζα Molecular massΜοριακό βάρος (ΜΒ) Molecular weight (MW)Μοριακό ιόν ή μητρικό ιόν Molecular ion or parent ion (M+)Μοριακό κόσκινο Molecular sieveΜοριακός συντελεστής απόσβεσης βλέπε μοριακή

απορροφητικότητα Μοριακός τύπος Molecular formulaΜορφές οργάνωσης της εργασίας Forms of work

organisationΜορφίνη Morphine (C17H19NO3)Μορφολίνη Morpholine (C4H9NO)Μορφολογικές αλλαγές Morphologic changesΜορφοποίηση χωρίς κοπή Non-cutting formingΜορφοτροπέας σήματος TransducerΜορφότυπος πιστοποιητικού Format of certificate

Μόσχευμα Graft Μοσχοβίτης βλέπε μαρμαρυγία Μούδιασμα NumbnessΜουκικό οξύ βλέπε γαλακταρικό οξύ Μουκοχλωρικό οξύ ή βλεννοχλωρικό οξύ Mucochloric acid

(C4H2Cl2O3)Μοχλοί LeversΜπαρ Bar Μπαταρία ή συσσωρευτής BatteryΜπεκερέλ Becquerel (Bq)Μπεντονίτης BentoniteΜπερκέλιο Berkelium (Bk)Μπετονιέρα Concrete mixerΜπετονιέρα επί οχήματος Concrete mix containerΜπιτόνι JerricanΜπλε αμίαντος Blue asbestosΜπλε του μεθυλένιου Methylene blueΜπλοκ σκυροδέματος Concrete blockΜπομπίνα βλέπε καρούλι Μπορελίωση BorreliosisΜπότες ασφαλείας Safety bootsΜπρούτζος BronzeΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομο Myelodysplastic syndromeΜυελοϋπερπλαστικό σύνδρομο MyeloproliferativeΜύες ή μυς MusclesΜυκαρόζη MycaroseΜύκητες ή μούχλα Molds, moulds, fungiΜυκητοκτόνα FungicidesΜυκοτοξίνες MycotoxinsΜύλος MillΜυοσίνη MyosinΜυοσκελετικές παθήσεις Musculoskeletal disorders (MSDs)Μυοσκελετικές παθήσεις που σχετίζονται με την εργασία

Work-related musculoskeletal disordersΜυριστικό οξύ ή τετραδεκανοϊκό οξύ Myristic acid or

tetradecanoic acid (C14H28O2)Μυρμηκική αλδεΰδη βλέπε φορμαλδεΰδη Μυρμηκικό αμμώνιο Ammonium formate (HCOONH4)Μυρμηκικό μεθύλιο βλέπε μυρμηκικός μεθυλεστέρας Μυρμηκικό οξύ ή μεθανοϊκό οξύ ή μεθανικό οξύ ή φορμικό οξύ Formic acid or methanoic acid (CH2O2)Μυρμηκικός αιθυλεστέρας Ethyl formate (C3H6O2)Μυρμηκικός μεθυλεστέρας ή μυρμηκικό μεθύλιο ή

μεθανικός μεθυλεστέρας Methyl formate or methyl methanoate (C2H4O2)

Μυρσένιο Myrcene (C10H16)Μύτη Nose

lexiko113s212.indd 173 10/29/08 1:32:19 PM

Page 172: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

174

Νικέλιο ή νικκόλιο

Να μην υπερβεί DNE (do not exceed)Ναλέντ ή διμεθυλο-1,2-διβρωμο-2,2-διχλωροαιθυλο

φωσφορικός εστέρας Naled or dimethyl-1,2-dibromo-2,2-dichloroethyl phosphate (C4H7Br2Cl2O4P)

Νάρθηκας SplintΝάρκωση NarcosisΝαρκωτικά NarcoticsΝατραζίδιο βλεπε αζίδιο του νατρίου Νάτριο ή σόδιο Sodium (Na)Νατριοθειϊκός λαυρυλεστέρας Sodium lauryl sulfate

(C12H26O4SNa)Νάτριομηλονικός εστέρας Sodiomalonic ester

((CH(COOC2H5)2Na)Ναυπηγείο ShipyardΝαυτία NauseaΝάφθα NaphthaΝαφθαλαλδεΰδη NaphthalaldehydeΝαφθαλένιο βλέπε ναφθαλίνιο Ναφθαλίνη βλέπε ναφθαλίνιο Ναφθαλίνιο ή ναφθαλίνη ή ναφθαλένιο Naphthalene (C10H8)Ναφθαλινοκαρβοξυλικό οξύ βλέπε ναφθοϊκό οξύ Ναφθαλινοσουλφονικό νάτριο Sodium

naphthalenesulfonateΝαφθαλινοσουλφονικό οξύ Naphthalenesulfonic acidΝαφθενικό κοβάλτιο σε νάφθα Cobalt naphthenate in

solvent naphthaΝαφθενικό οξύ Naphthenic acidΝαφθοϊκό οξύ ή ναφθαλινοκαρβοξυλικό οξύ Naphthoic

acid or naphthalenecarboxylic acid (C11H8Ο2)Ναφθοκινόνη NaphthoquinoneΝαφθόλη Naphthol (C10H8O)Ναφθονιτρίλιο NaphthonitrileΝαφθοξείδιο του νατρίου Sodium naphthoxideΝαφθοϋλοχλωρίδιο Naphthoyl chlorideΝαφθυλαμίνη ή αμινοναφθαλίνιο Naphthylamine or

aminonaphthalene (C10H9N)Ναφθυλοαιθανόλη NaphthylethanolΝαφθυλοαιθυλοκετόνη Naphthyl ethyl ketoneΝαφθυλοακεταμίδιο Naphthyl acetamideΝαφθυλοβουτυρικό οξύ Naphthyl butyric acidα-ναφθυλοθειουρία ή ANTU ANTU or α-naphthyl thiourea

(C11H10N2S)Ναφθυλομεθανόλη Napthyl methanolΝαφθυλοοξικό οξύ Naphthyl acetic acid

Νέα πορίσματα ερευνών New research findingsΝέα τεχνολογία New technologyΝέες μορφές εργασίας New forms of workΝέκρωση NecrosisΝέο Neon (Ne)Νεοαμυλική αλκοόλη βλέπε νεοπεντυλική αλκοόλη Νεοδεκανοϊκό οξύ Neodecanoic acidΝεοδύμιο Neodymium (Nd)Νεοπεντάνιο Neopentane (C5H12)Νεοπεντανοϊκό οξύ βλέπε πιβαλικό οξύ Νεοπεντανόλη βλέπε νεοπεντυλική αλκοόλη Νεοπεντυλική αλκοόλη ή 2,2-διμεθυλο-1-προπανόλη ή

νεοπεντανόλη ή νεοαμυλική αλκοόλη Neopentyl alcohol or 2,2-dimethyl-1-propanol or neopentanol or neoamyl alcohol (C5H12O)

Νεοπεντύλιο ή 2,2-διμεθυλοπροπύλιο Neopentyl ((CH3)CCH2)

Νεοπεντυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο νεοπεντύλιο Neopentyl chloride

Νεοπλασία NeoplasiaΝεοπροσληφθέντες εργαζόμενοι New workersΝέος εργαζόμενος Young workerΝεοτρεαλόζη NeotrehaloseΝεπτούνιο βλέπε ποσειδώνιο Νερβονικό οξύ Nervonic acid (C24H46O2)Νερό ή ύδωρ Water (H2O)Νερόλη Nerol (C10H18O)Νετρόνιο NeutronΝεύρο NerveΝευροπάθεια NeuropathyΝευροτοξικά NeurotoxicantsΝευροτοξικές ουσίες Neurotoxic substancesΝευροτοξικολογία NeurotoxicologyΝευροτοξικολογικό NeurotoxicologicalΝευροτοξικολογικός κίνδυνος Neurotoxicological riskΝευροτοξικότητα NeurotoxicityΝευροψυχιατρικές διαταραχές Neuropsychiatric diseasesΝέφη NebulaeΝεφρικός RenalΝεφρός KidneyΝεφροτοξικά NephrotoxicantsΝεφροτοξικότητα NephrotoxicityΝηογνώμονας Classification societyΝιασίνη βλέπε νικοτινικό οξύ Νικέλιο ή νικκόλιο Nickel (Ni)

Ν

lexiko113s212.indd 174 10/29/08 1:32:19 PM

Page 173: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

175

Ν

Νορβορνεόλη

Νικελοκαρβονύλιο ή καρβονύλιο του νικελίου ή τετρακαρβονυλονικέλιο Nickel carbonyl or tetracarbonyl nickel (C4O4Ni)

Νικοτιναμιδοαδενινοδινουκλεοτίδιο Nicotinamide adenine dinucleotide (NAD)

Νικοτίνη Nicotine (C10H14N2)Νικοτινικό οξύ ή νιασίνη ή 3-πυριδινοκαρβοξυλικό οξύ

Nicotinic acid or niacin or 3-pyridinecarboxylic acid (C6H5NO2)

Νικοτινοϋλοχλωρίδιο Nicotinoyl chloride (C6H4ONCl)Νιόβιο Niobium (Nb)Νιτραπυρίνη Nitrapyrin (C3H3Cl4N)Νιτρική κυτταρίνη Cellulose nitrateΝιτρικό Nitrate (NO3

-)Νιτρικό αμμώνιο Ammonium nitrate (NH4NO3)Νιτρικό αργίλιο Aluminium nitrate (AlNO3)3

Νιτρικό βάριο Barium nitrate (BaNO3)Νιτρικό βηρύλλιο Beryllium nitrate (Be(NO3)2)Νιτρικό βόριο Boron nitrate (B(NO3)3)Νιτρικό διμεθυλοαμμώνιο Dimethylammonium nitrateΝιτρικό κάδμιο Cadmium nitrate (Cd(NO3)2)Νιτρικό κάλιο ή νίτρο Potassium nitrate (KNO3)Νιτρικό κοβάλτιο Cobalt nitrateΝιτρικό λίθιο Lithium nitrate (LiNO3)Νιτρικό μαγγάνιο Manganese nitrate (Mn(NO3)2 ή Mn(NO3)4)Νιτρικό μαγνήσιο Magnesium nitrate (Mg(NO3)2)Νιτρικό νάτριο Sodium nitrate (NaNO3)Νιτρικό οξύ Nitric acid (HNO3)Νιτρικό προπύλιο ή νιτρικός προπυλεστέρας Propyl nitrate

or nitric acid propyl ester (C3H7O3)Νιτρικό στρόντιο Strontium nitrate (Sr(NO3)2)Νιτρικό χρώμιο Chromium nitrate (Cr(NO3)2 ή Cr(NO3)3)Νιτρικός μόλυβδος Lead nitrate (Pb(NO3)2

Νιτρικός προπυλεστέρας βλέπε νιτρικό προπύλιο Νιτρικός σίδηρος Ferric nitrate or iron nitrate (Fe(NO)3)Νιτρικός χαλκός Copper nitrate (Cu(NO3)2)Νιτριλική σύνθεση Nitrile synthesisΝιτρίλιο Nitrile (C≡N)Νίτρο βλέπε νιτρικό κάλιο Νιτρο μεθυλοβενζοφαινόνη Nitro methylbenzophenoneΝιτροαιθάνιο Nitroethane (C2H5NO2)Νιτροακετανιλίδιο Nitroacetanilide (O2NC6H4NHCOCH3)p-νιτροακετοφαινόνη ή μεθυλο p-νιτροφαινυλοκετόνη

p-nitroacetophenone or methyl p-nitrophenylketoneΝιτροαμυγδαλικό οξύ Nitromandelic acidΝιτροανιλίνη Nitroaniline (C6H6N2O2)Νιτροανισόλη Nitroanisole (C7H7NO3)

Νιτροβενζαλδεΰδη NitrobenzaldehydeΝιτροβενζοϊκό οξύ Nitrobenzoic acid (O2NC6H4COOH)Νιτροβενζοϊκός αιθυλεστέρας Ethyl nitrobenzoateΝιτροβενζόλιο ή έλαιο της μιρβάνας Nitrobenzene (C6H5NO2)Νιτροβενζοϋλοχλωρίδιο Nitrobenzoyl chlorideΝιτροβενζυλεστέρας Nitrobenzyl esterΝιτρογλυκερίνη ή τρινιτρικός γλυκερινεστέρας ή

1,2,3-τρινιτρική προπανοτριόλη Nitroglycerin or 1,2,3-propanetriol trinitrate (NG) (C3H5N3O9)

Νιτρογόνο βλεπε άζωτο Νιτροδιφαινύλιο NitrodiphenylΝιτροζαμίνες Nitrosamines (RR’N-N=O)Νιτροϊσοφθαλικό οξύ Nitroisophthalic acidΝιτροκινολίνη NitroquinolineΝιτροκυτταρίνη Nitrocellulose ([C6H7O2(ONO2)3]n)Νιτρομεθάνιο Nitromethane (CH3NO2)Νιτροναφθαλίνιο NitronaphthaleneΝιτροπροπάνιο Nitropropane (C3H7NO2)Νιτροπρωσσικό Nitroprusside ([Fe(CN)5NO]2-)Νιτροστυρόλιο Nitrostyrene (C6H5CH=CHNO2)Νιτροτερεφθαλικό οξύ Nitroterephthalic acidΝιτροτολουόλιο Nitrotoluene (C7H7NO2)Νιτροτριχλωρομεθάνιο βλέπε χλωροπικρίνη Νιτροφαινόλη Nitrophenol (C6H5NO3)Νιτροχλωροβενζόλιο ή 1-χλωρο-4-νιτροβενζόλιο

Nitrochlorobenzene (C6H4ClNO2)Νιτρώδες Nitrite (NO2

-)Νιτρώδες οξύ Nitrous acid (HNO2)Νιτρωδοδιμεθυλαμίνη ή διμεθυλονιτροζαμίνη

Nitrosodimethylamine or dimethylnitrosamine (DMN) (C2H6N2O)

Νιτρωδοένωσεις Nitroso compounds (RNO, Ar-N=Ο)Νιτρωενώσεις Nitro compounds (R-NO2)Νίτρωση NitrationΝομικές απαιτήσεις Legal requirementsΝομικές συνθήκες Legal circumstancesΝομική ευθύνη LiabilityΝομική υπόσταση Legal statusΝόμιμο ωράριο εργασίας Legal working hoursΝόμος LawΝόμος κατανομής του Boltzmann Boltzmann distribution

lawΝομπέλιο Nobelium (No)Νονυλοαλκοόλη βλέπε εννεϋλαλκοόλη Νονυλοφαινόνη βλέπε εννεϋλοφαινόλη Νορβορνένιο NorborneneΝορβορνεόλη Norborneol

lexiko113s212.indd 175 10/29/08 1:32:19 PM

Page 174: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

176

Οθόνη οπτικής απεικόνισης ή μονάδα οπτικής απεικόνισης

Νορκαράνιο NorcaraneΝορμανθάνιο βλέπε ισοπροπυλοκυκλοεξάνιο Νοσοκομειακές λοιμώξεις Hospital acquired infectionsΝοσοκομείο HospitalΝοσοκόμος εργασίας Occupational health nurseΝόσος του Weil ή λεπτοσπείρωση Weils diseaseΝόσος των λεγεωναρίων Legionnaires’ diseaseΝουκλεϊνικό οξύ Nucleic acidΝουκλεοπρωτεΐνη NucleoproteinΝουκλεοτιδική εκτομή Nucleotide-excision repair

Νταλαπόν ή 2,2-διχλωροπροπιονικό οξύ Dalapon or 2,2- dichloropropionic acid (C3H4Cl2O2)

Ντίζελ πλοίων Marine gas oilΝτους βλέπε καταιονητήρας Ντους για την ασφάλεια του προσωπικού Emergency

showersΝυγμοί με βελόνη NeedlesticksΝυχτερινή βάρδια Night shiftΝυχτερινή εργασία Night work

Ξ

Ξανθάτιο XanthateΞένο Xenon (Xe)Ξενοβιοτικά XenobioticsΞενυλαμίνη βλέπε διφαινυλαμίνη Ξηρά δόμηση Dry constructionΞηραντήρας DesiccatorΞηραντικά έλαια Drying oilsΞηρή χημική σκόνη Dry chemical powderΞηρός DryΞύδι VinegarΞυλάνη XylanΞυλάνθρακας CharcoalΞυλαρικό οξύ Xylaric acidΞυλένιο βλέπε ξυλόλιο Ξυλενοδιαμίνη Xylene diamineΞυλιδίνη Xylidene (C8H11N)

Ξύλινα υλικά σφήνωσης και υποστήριξης φορτίων Dunnage

Ξύλινο IBC Wooden IBCΞύλινο βαρέλι Wooden barrelΞύλο WoodΞυλόζη XyloseΞυλοκολοφώνιο Wood rosinΞυλόλιο ή διμεθυλοβενζόλιο ή ξυλένιο ή μεθυλοτολουόλιο

Xylene or dimethylbenzene or xylol or methyltoluene (C8H10)Ξυλοπολτός Wood pulpΞυλοπυρανόζη XylopyranoseΞυλόσκονη ή σκόνη ξύλου Wood dustΞυλότυπος (καλούπωμα) FormworkΞυλουργικά CarpentryΞυλουργικά μηχανήματα Woodworking machinery

Ο

Ογκομετρική φιάλη Volumetric flaskΌγκος VolumeΌγκος διαφυγής Breakthrough volume (BTV)Όγκος κατ’ όγκο Volume per volume (v/v)Οδηγία InstructionΟδηγία (π.χ Ε.Ε) DirectiveΟδηγία πλαίσιο Framework directiveΟδηγίες GuidelinesΟδηγίες ασφάλειας Safety guidesΟδηγίες εργασίας Work InstructionsΟδηγός έκτακτης ανάγκης Emergency Management

System (EMS)Οδηγός ενεργειών εκτάκτου ανάγκης σε πλοία που

μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία Emergency procedures for ships carrying dangerous gοοds (EMS)

Οδηγός πρώτων βοηθειών Medical First Aid Guide (MFAG)Οδικά ατυχήματα Road accidentsΟδική ασφάλεια Road safety Οδοί έκθεσης (π.χ. σε χημικές ουσίες) Exposure routes,

routes of exposureΟδοσήμανση Road marking workΌζον Ozone (O3)Οζονίδιο OzonideΟζονόλυση OzonolysisΟθόνη οπτικής απεικόνισης ή μονάδα οπτικής απεικόνισης

(ΜΟΑ) Visual display unit (VDU)

lexiko113s212.indd 176 10/29/08 1:32:19 PM

Page 175: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

177

ΝΞΟ

Οξείες δηλητηριάσεις

Οθόνη υγρών κρυστάλλων Liquid Crystal Display (LCD)Οίδημα Edema, swelling, inflammationΟικοδομική βιομηχανία ή κατασκευαστική βιομηχανία

Construction industryΟικονομία EconomyΟικονομική δραστηριότητα Economic activityΟικονομική Επιτροπή για την Ευρώπη των Ηνωμένων

Εθνών United Nations Economic Commission for Europe (UNECE)

Οισοφάγος EsophagusΟιστρογόνο EstrogenΟιστρόνη Estrone (C18H22O2)Οκτάνιο Octane (C8H18)Οκτανοϊκό οξύ βλέπε καπρυλικό οξύ Οκταχλωροναφθαλίνιο Octachloronapthalene (C10Cl8)Οκτένιο OcteneΟκτίνιο OctyneΟκτυλαλδεΰδη Octyl aldehydeΟκτύλιο OctylΟλεϊλαμίνη OleylamineΟλεομαργαρίνη OleomargarineΌλεουμ (ατμίζον θειικό οξύ) OleumΟλεφίνες OlefinsΟλιγοσακχαρίτης OligosaccharideΟλιγουρία OliguriaΟλική ειδικότητα Overall specificityΟλική χωρητικότητα Gross tonnageΟλικό αίμα Whole bloodΟλισθηρά δάπεδα Slippery floorsΟλισθηρές επιφάνειες Slippery surfacesΟλίσθηση Slip or slipping / drift or driftingΟλίσθηση γραμμής βάσης Baseline driftΟλιστική προσέγγιση Holistic approachΌλμιο Holmium (Ho)Ολοκληρωμένοι ανιχνευτές Intergal detectorsΟλοκληρωτική δράση Integral actionΟλόσωμες προσδέσεις Full body harnessesΟλόσωμες στολές OverallsΟμάδα Group, teamΟμάδα HACCP HACCP teamΟμάδα αναφοράς του πληθυσμού Reference group of the

populationΟμάδα εργασίας Work group (WG)Ομάδα συσκευασίας Packing groupΟμάδες εντοπισμού προβλημάτων Focus groupsΟμαδική εργασία Teamwork, group workΟμαδική καταχώριση Collective entry

Ομαλή ροή Laminar-flowΟμβρόμετρο βλέπε βροχόμετρο Ομίχλη MistΟμίχλη ορυκτελαίων Mineral oil mist Ομοιογένεια HomogeneityΟμοιομορφία UniformityΟμοιοπολικός CovalentΟμοιώματα κεφαλής HeadformsΟνομαστική διάμετρος Nominal diameterΟνομαστική ταχύτητα Rated speedΟνομαστική χωρητικότητα δοχείου Nominal capacity of the

receptacleΟνομαστικό φορτίο Rated loadΟνοματολογία NomenclatureΟξαλικό οξύ βλέπε αιθανοδιοϊκό οξύ Οξεία απώλεια της ακοής Acute hearing lossesΟξείδιο OxideΟξείδιο της διεξυλοκτυλοφωσφίνης Dihexyloctylphosphine

oxideΟξείδιο της εξυλοδιοκτυλοφωσφίνης

Hexyldioctylphosphine oxideΟξείδιο της τριοκτυλοφωσφίνης Trioctylphosphine oxideΟξείδιο του αιθυλενίου βλέπε αιθυλενοξείδιο Οξείδιο του αργιλίου ή αλουμίνα ή αργιλία Aluminium

oxide or alumina (Al2O3)Οξείδιο του ασβεστίου Calcium oxide (CaO)Οξείδιο του βηρυλλίου ή βηρυλλία Beryllium oxide or

beryllia (BeO)Οξείδιο του βορίου Boron oxide (B2O3)Οξείδιο του δευτερίου Deuterium oxide (D2O)Οξείδιο του δις(τριβουτυλοκασσιτέρου) Bis(tributyl tin)oxide

(C24H54OSn)Οξείδιο του ζιρκονίου ή ζιρκονία Zirconia (ZrO2)Οξείδιο του καδμίου Cadmium oxide (CdO)Οξείδιο του μαγνησίου ή μαγνησία Magnesium oxide or

magnesia (MgO)Οξείδιο του μεσιτυλίου βλέπε μεσιτυλοξείδιο Οξείδιο του νατρίου Sodium oxide (Na2O)Οξείδιο του προπυλενίου βλέπε προπυλενοξείδιο Οξείδιο του σιδήρου (ΙΙ) ή (III) Iron oxide (FeO, Fe2O3)Οξείδιο του χρωμίου (III) Chromium (III) oxide (Cr2O3)Οξείδιο του ψευδαργύρου Zinc oxide (ZnO)Οξειδίου του τανταλίου Tantalum oxide (Ta2O5)Οξείδωση OxidationΟξειδωτική ουσία Oxidizing substanceΟξειδωτικό Oxidizer, oxidiserΟξείες δηλητηριάσεις Acute poisoning

lexiko113s212.indd 177 10/29/08 1:32:19 PM

Page 176: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

178

Οξυγόνο

Οξείες λοιμώξεις ή οξείες μολύνσεις Acute infectionsΟξέωση AcidosisΟξική κυτταρίνη Cellulose acetateΟξικό 2-βουτοξυαιθύλιο Butoxyethyl acetateΟξικό αμμώνιο Ammonium acetate (C2H7NO2)Οξικό αμύλιο βλέπε οξικός αμυλεστέρας Οξικό αργίλιο Aluminium acetateΟξικό ασβέστιο Calcium acetate ((CH3COO)2Ca)Οξικό βηρύλλιο Beryllium acetate (Be(C2H3O2)2)Οξικό βόριο Boron acetate (B(C2H3O2)3)Οξικό διμεθυλοανιλίνιο Dimethylanilinium acetateΟξικό ισοπεντύλιο βλέπε οξικός ισοαμυλεστέρας Οξικό λίθιο Lithium acetate (LiC2H3O2)Οξικό μαγγάνιο Manganese acetate (Mn(C2H3O2)2 ή

Mn(C2H3O2)4)Οξικό μαγνήσιο Magnesium acetate (Mg(C2H3O2)2)2-οξικό μεθοξυ-1-μεθυλοαιθύλιο

2-methoxy-1-methyl ethyl acetate Οξικό μεθυλοβουτύλιο βλέπε οξικός αμυλεστέρας Οξικό νάτριο Sodium acetate (CH3COONa)Οξικό οξύ βλέπε αιθανοϊκό οξύ Οξικό πεντύλιο βλέπε οξικός αμυλεστέρας Οξικό χρώμιο Chromium acetate (Cr(C2H3O2)2 ή

Cr(C2H3O2)3)Οξικός 2-αιθοξυαιθυλεστέρας 2-ethoxyethyl acetate or

ethylene glycol ethyl ether acetate (EGEEA) (C6H12O3)Οξικός 2-μεθοξυαιθυλεστέρας 2-methoxyethyl acetate or

ethylene glycol monoethyl ether acetate (EGMEA) (C5H10O3)Οξικός αιθυλενογλυκολοβουτυλαιθέρας Ethylene glycol

butyl ether acetateΟξικός αιθυλεστέρας Ethyl acetate (C4H8O2)Οξικός αμυλεστέρας ή οξικό μεθυλοβουτύλιο ή οξικό αμύλιο

ή οξικό πεντύλιο ή αχλαδέλαιο ή απιδέλαιο Amyl acetate or pentyl acetate or pear oil (C7H14O2)

Οξικός ανυδρίτης Acetic anhydride (C4H6O3)Οξικός βενζυλεστέρας Benzyl acetate (C9H10O2)Οξικός βινυλεστέρας ή αιθανοϊκός βινυλεστέρας Vinyl

acetate or vinyl ethanoate or ethenyl ethanoate (C4H6O2)Οξικός βουτυλεστέρας Butyl acetate (C6H12O2)Οξικός δεκυλεστέρας Decyl acetateΟξικός διμεθυλοβουτυλεστέρας βλέπε οξικός εξυλεστέρας Οξικός εξυλεστέρας ή οξικός διμεθυλοβουτυλεστέρας

Hexyl acetate (C8H16O2)Οξικός επτυλεστέρας Heptyl acetateΟξικός εστέρας Acetic ester or ethyl ethanoate

(CH3COOCH2CH3)Οξικός ισοαμυλεστέρας ή οξικό ισοπεντύλιο ή οξικός

3-μεθυλο-1-βουτυλεστέρας Isoamyl acetate or isopentyl acetate or 3-methyl-1-butyl acetate (C7H14O2)

Οξικός ισοβουτυλεστέρας Isobutyl acetate (C6H12O2)Οξικός ισοπροπυλεστέρας Isopropyl acetate (C5H10O2)Οξικός κρεζυλεστέρας Cresyl acetateΟξικός κυκλοεξυλεστέρας Cyclohexyl acetateΟξικός μεθυλαιθέρας της αιθυλενογλυκόλης Ethylene

glycol methyl ether acetateΟξικός μεθυλεστέρας ή μεθυλοοξικός εστέρας ή

μεθυλοαιθανοϊκός εστέρας Methyl acetate or methyl acetic ester or methyl ethanoate (C3H6O2)

Οξικός νονυλεστέρας βλέπε εννεϋλοξικός εστέρας Οξικός προπυλεστέρας Propyl acetate (C5H10O2)Οξικός υδράργυρος Mercuric acetateΟξικός φαινυλεστέρας Phenyl acetateΟξικός χαλκός Copper acetate (CuC2H3O2)Οξικός ψευδάργυρος Zinc acetate ((CH3COO)Zn2

Οξίμη Oxime (C=N-OH)Οξίμη της ακεταλδεΰδης βλέπε ακεταλδοξίμη Όξινα απόβλητα Acid wastesΌξινη βροχή Acid rainΌξινη θειική ανιλίνη Anilinium hydrogen sulfate

(C6H5NH3HSO4)Οξίνιση AcidificationΌξινο ανθρακικό κάλιο Potassium bicarbonateΌξινο θειικό αιθύλιο Ethyl hydrogen sulfateΌξινο θειικό αλκύλιο Alkyl hydrogen sulfateΌξινο θειικό βουτύλιο Butyl hydrogen sulfateΌξινο θειικό ισοπροπύλιο Isopropyl hydrogen sulfateΌξινο θειώδες νάτριο βλέπε διθειώδες νάτριο Όξινο φωσφορώδες διμεθύλιο Dimethyl hydrogen

phosphite (C2H7O3P)Όξινος θειικός λαυρυλεστέρας Lauryl hydrogen sulfateΟξιράνιο Oxirane 3-οξο-2-μεθυλοπεντανοϊκός αιθυλεστέρας ή

α-μεθυλο-β-κετοβαλεριανικός αιθυλεστέρας Ethyl 3-oxo-2-methylpentanoate or ethyl α-methyl-β-ketovalerate

4-οξο-7-μεθυλοοκτανοϊκός μεθυλεστέρας Methyl-4-oxo-7-methyloctanoate

2-οξοπροπανοϊκό οξύ βλέπε πυρουβικό οξύ Οξύ AcidΟξύ νίτρωσης (μίγμα θειικών και νιτρικών αλάτων)

Nitrating acid (mixture of sulphuric and nitric acids)Οξύ τραύμα Acute traumaΟξυά Beech Οξυγόνο Oxygen (O)

lexiko113s212.indd 178 10/29/08 1:32:19 PM

Page 177: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

179

Ο

Όσμωση

Οξυλένιο βλέπε αιθίνιο Οξύτητα AcidityΟξυτοκίνη OxytocinΟξυυδραργύρωση OxymercurationΟξυχλωριούχος φωσφόρος Phosphorus oxychloride (POCl3)Οπή ή τρύπα HoleΟπή στον τοίχο Openings in wallΌπιο OpiumΟπλισμός ReinforcingΟπτικά ανενεργό Optically inactiveΟπτικά ενεργό Optically activeΟπτικά ενεργό υπόστρωμα Optically active substrateΟπτικά εργαλεία Optical instrumentsΟπτικά σήματα κινδύνου Visual danger signalsΟπτική OpticsΟπτική αξιολόγηση Visual evaluationΟπτική αποθήκευση δεδομένων Optical data storageΟπτική καθαρότητα Optical purity Οπτική κόπωση Visual fatigueΟπτική πυκνότητα Optical density Οπτικό νεύρο Optic nerveΟπτικό πεδίο Visual fieldΟπτικός VisualΌραση VisionΟρατό VisibleΟρατό φώς Visible light (Vis)Οργανικά οξέα Organic acidsΟργανικά υπεροξείδια Organic peroxidesΟργανικές ενώσεις Organic compoundsΟργανική χημεία Organic chemistryΟργανισμοί τυποποίησης Standards organisationsΟργανισμός (π.χ. βιολογικός) OrganismΟργανισμός (π.χ. υπηρεσία) OrganizationΟργανισμός Επιθεώρησης Inspection bodyΌργανο InstrumentΌργανο μέτρησης Measuring instrumentΟργανόγραμμα Organization chartΟργανοφωσφορικά άλατα OrganophosphatesΟργανοχλωριωμένα OrganochlorinesΟργάνωση Organization, OrganisationΟργάνωση εργασίας Organisation of work, work

organizationΟργάνωση κατάρτισης Training organisationΟργανωτική αγωγή Organisational cultureΟργανωτική δομή Organisational structureΟργανωτικό κλίμα Organisational climateΟρείχαλκος Brass

Όρθια στάση StandingΟρθό CorrectΟρθο- Ortho- (o-)Ορθοπεδική OrthopedicsΟρθότητα TruenessΟρθοφωσφορικό οξύ βλέπε φωσφορικό οξύ Όρια εμπιστοσύνης Confidence limitsΌρια προειδοποίησης Warning limitsΟριακές τιμές μικρής διάρκειας έκθεσης Maximum

acceptable concentrationΟριακή μέση τιμή Limiting meanΟριακή τιμή Limit valueΟριακή τιμή έκθεσης – Χρονικά σταθμισμένη μέση τιμή (των

Αμερικανών υγιεινολόγων) Threshold limit values – Time weighted average (TLV - TWA)

Οριακή τιμή- Οριακή Τιμή Έκθεσης Μικρής Διάρκειας (των Αμερικανών Υγιεινολόγων) Threshold Limit Value - Short -Term Exposure Limit (TLV-STEL)

Οριακή τιμή οροφής Ceiling valueΌριο LimitΌριο ανίχνευσης ή όριο ανιχνευσιμότητας Detection limit or

limit of detection (LOD)Όριο απόφασης Decision limit (CCα)Όριο γραμμικότητας Limit of linearity (LOL)Όριο εκρηκτικότητας Explosion limitΌριο ελέγχου Control limitΌριο Επαγγελματικής Έκθεσης Occupational Exposure Limit

(OEL)Όριο ποσοτικοποίησης Quantitation limit (QL), limit of

quantitation (LOQ)Ορισμός DefinitionΟρμόνη HormoneΟρολογία TerminologyΟρός SerumΌρος επαφής Contact termΟροφή CeilingΟρύγματα TrenchesΟρυκτά αργίλου Clay mineralsΟρυκτέλαιο Lubricating oilΟρυκτό MineralΟρυκτός χρωμίτης Chromite ore (FeCr2O4)Ορυχείο MineΟσαζόνη OsazoneΟσμή Odour or smellΌσμιο Osmium (Os)Όσμωση Osmosis

lexiko113s212.indd 179 10/29/08 1:32:19 PM

Page 178: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

180

Παρακολούθηση επιλεγμένου ιόντος

Οσμωτική πίεση Osmotic pressureΟστά έσω σφυρών Inner ankle bonesΟστεομυικές ασθένειες Musculoskeletal diseasesΟστεοπόρωση OsteoporosisΟστό ή οστούν ή κόκκαλο BoneΟσφυαλγία LumbagoΟυαρφαρίνη Warfarin (C19H16O4)Ούλα Gingival or gumΟύρα UrineΟυραιμία UremiaΟυρακίλη Uracil (U) (C4H4N2O2)Ουράνιο Uranium (Ur)Ουρεάση UreaseΟυρεθάνη ή καρβαμιδικός αιθυλεστέρας Urethane or

ethyl carbamate (H2NC=OOC2H5)Ουρήθρα UrethraΟύρηση Urination

Ουρία ή καρβαμίδιο Urea or carbamide (H2NC=ONH2)Ουρίδια UreidesΟυροδόχος κύστη BladderΟυρονικό οξύ Uronic acidΟυσία SubstanceΟυσίες επιβλαβείς για το περιβάλλον Environmentally

hazardous substancesΟυσίες που δρουν επιφανειακά SurfactantsΟυσίες τοξικές για την αναπαραγωγή Reprotoxic

substancesΟφθαλμικός OccularΟφθαλμολογική εξέταση Ophthalmological examinationΌχημα VehicleΌχημα με κάλυμμα Sheeted vehicleΌχημα με κινητήρα εσωτερικής καύσης Internal

combustion engine powered truck

Π

Παγιωμένη πίεση Settled pressureΠαγκόσμια Οργάνωση Ασφαλείας World Safety

OrganizationΠαγκόσμια Οργάνωση Υγείας World Health OrganizationΠαγκόσμιο Ναυτιλιακό σύστημα κινδύνου και ασφάλειας

Global Maritime Distress and Safety System (GMDSS)Πάγκρεας PancreasΠάγος IceΠαθήσεις μέσης Low back disordersΠαθήσεις συσσωρευμένου τραύματος Cumulative Trauma

disordersΠαθήσεις ώμων Shoulder disordersΠαθητικό κάπνισμα Passive smokingΠαθογένεση PathogenesisΠαθολογικά αίτια Natural causesΠαιδική εργασία Child labourΠαλέτα PalletΠαλετοφόρο μηχάνημα Pallet truckΠαλινδρομική κίνηση Reciprocating movementΠαλλάδιο Palladium (Pd)Παλμιτικό οξύ ή δεκαεξανικό οξύ Palmitic acid or

hexadecanoic acid (CH3(CH2)14COOH)Παλμιτικός αιθυλεστέρας βλέπε αιθυλεστέρας παλμιτικού οξέος Παμακίνη βλέπε πλασμοχίνη Πανίδα FaunaΠανικός Panic

Πανόζη PanoseΠαπαβερίνη Papaverine (C20H21O4N)Παρ’ ολίγον απώλειες (ατυχήματα) Near missesΠαρ’ ολίγον ατυχήματα Near accidentsΠαρα- Para (p-)Παράγοντας Agent or factorΠαράγοντας ανάπτυξης Growth factorΠαράγοντας απόκρισης Response factorΠαράγοντας επιβράδυνσης Retardation factor (Rf)Παράγοντας νέκρωσης όγκου Tumor necrosis factor (TNF)Παράγοντας προσανατολισμού Orientation factorΠαράγοντας χωρητικότητας Capacity factorΠαράγοντες βουλκανισμού Vulcanising agentsΠαραγωγή ProductionΠαραγωγικότητα ProductivityΠαράγωγος DerivativeΠαραδοχή AssumptionΠαραθείον Parathion (C10H14NO2PS)Παραισθησιογόνα HallucinogensΠαρακεταμόλη ή 4-ακετοαμινοφαινόλη Paracetamol or

4-acetaminophenol (C8H9NO2)Παρακίνηση για εργασία Work motivationΠαρακολούθηση αερίων και ατμών Monitoring of gases

and vapoursΠαρακολούθηση επιλεγμένου ιόντος Selected ion

monitoring (SIM)

lexiko113s212.indd 180 10/29/08 1:32:19 PM

Page 179: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

181

ΟΠ

Πεπτίδιο

Παρακολούθηση ή επιτήρηση MonitoringΠαρακολούθηση μικροοργανισμών Monitoring of

microorganismsΠαρακολούθηση σωματιδίων Particulate monitoringΠαρακολούθηση της ΕΑΥ OSH monitoringΠαρακολούθηση του χώρου εργασίας Workplace monitoringΠαρακουάτ Paraquat (C12H14N2)Παραλδεΰδη Paraldehyde (C6H12O3)Παραλήπτης ConsigneeΠαραλλακτικότητα βλέπε διακύμανση Παράλληλη σύνδεση Parallel connectionΠαράμετροι κλινικής πρακτικής Practice parametersΠαράμετρος ParameterΠαραμόρφωση DeformationΠαραπροϊόντα γαιάνθρακα Coal by-productsΠαράρτημα AnnexΠαράσιτα ParasitesΠαρασιτοκτόνο ParasiticideΠαρασκευή PreparationΠαρατεταμένη έκθεση Prolonged exposureΠαρατήρηση ObservationΠαρατήρηση κατά την επιθεώρηση της ποιότητας Quality

audit observationΠαρατηρητήριο των κινδύνων Risk observatoryΠαραφίνη ParaffinΠαραφορμαλδεΰδη Paraformaldehyde ((CH2O)n)Παρεμβολή Intercept, interpolationΠαρέμβυσμα ή τσιμούχα Sealing ringΠαρενόχληση MobbingΠαρκέτα ParquetryΠαροχή Benefit /discharge / flowΠαροχή αέρα Air flow rateΠαροχή βοήθειας σχετικά με τις θέσεις εργασίας Placement

assistanceΠαροχή ιατρικών υπηρεσιών Medical provisionΠαροχή υπηρεσιών Service deliveryΠαροχή/ επιθυμητό προϊόν ανά μονάδα χρόνου ThroughputΠαρτίδα LotΠαρτίδα παραγωγής ή φουρνιά BatchΠαστίλια PrillΠατάρι LoftΠαύση λειτουργίας Shut downΠαχυσαρκία ObesityΠείνα HungerΠειραματικά ExperimentallyΠειραματικό Ευρωπαϊκό Πρότυπο European Prestandard

(ENV)

Πειραματικός σχεδιασμός Experimental designΠελάτης Client, customerΠενικιλίνη Penicillin (G)Πένσα PlierΠενταβοράνιο Pentaborane (B5H9)Πενταδεκυλομεθακρυλικός εστέρας Pentadecyl

methacrylate Πενταερυθριτόλη Pentaerythritol (C5H12O4)Πενταθειούχος φωσφόρος Phosphorus pentasulfide (P2S5)Πεντακαρβονύλιο του σιδήρου Iron pentacarbonyl (C5FeO5)Πενταμεθυλοβενζόλιο PentamethylbenzeneΠεντανάλη βλέπε βαλεριαλδεΰδη Πεντάνιο Pentane (C5H12)Πεντανοδιοϊκό οξύ βλέπε γλουταρικό οξύ 1,5-πεντανοδιόνη βλέπε γλουταραλδεΰδη 2,4-πεντανοδιόνη βλέπε ακετυλακετόνη Πεντανοϊκό οξύ βλέπε βαλεριανικό οξύ 3-πεντανόνη βλέπε διαιθυλοκετόνη Πεντανόνη βλέπε μεθυλοπροπυλοκετόνη Πεντανονιτρίλιο βλέπε βαλεριονιτρίλιο Πενταφθοριούχο βρώμιο Bromide pentafluoride (BrF5)Πενταφθοριούχο θείο ή θειοπενταφθορίδιο Sulfur

pentafluoride (SF5)Πενταχλωριούχος φωσφόρος Phosphorus pentachloride

(PCl5)Πενταχλωροναφθαλίνιο Pentachloronaphathalene (C10H3Cl5)Πενταχλωρονιτροβενζόλιο Pentachloronitrobenzene

(C6Cl5NΟ2)Πενταχλωροφαινόλη Pentachlorophenol (PCP) (C6HCl5O)Πεντένιο Pentene (C5H10)Πεντίνιο Pentyne (C5O8)Πεντοζάνιο PentozanΠεντόζη PentoseΠεντοξείδιο του βαναδίου Vanadium pentoxide (V2O5)Πεντοξείδιο του φωσφόρου Phosphorus pentoxide (PO5)Πεντρίτης ή τετρανιτρικός πενταερυθρύτης

Pentaerythrotetranitrate (PETN)Πεντυλακετυλίδιο του λιθίου Lithium pentylacetylideΠεντύλιο Pentyltert-πεντυλοϊωδίδιο ή 2-ιωδο-2-μεθυλοβουτάνιο

tert-pentyl iodide or 2-iodo-2-methylbutanetert-πεντυλοχλωρίδιο ή 2-χλωρο-2-μεθυλοβουτάνιο

tert-pentyl chloride or 2-chloro-2-methylbutaneΠεντυλοχλωρίδιο ή 1-χλωροπεντάνιο Pentyl chloride or

1-chloropentane (C5H11Cl)Πεπιεσμένος αέρας Compressed airΠεπτίδιο Peptide

lexiko113s212.indd 181 10/29/08 1:32:19 PM

Page 180: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

182

Πικραμύγδαλο

Πεπτικό σύστημα Digestive systemΠεριβάλλον EnvironmentΠεριβάλλον εργασίας βλέπε εργασιακό περιβάλλον Περιβαλλοντική έκθεση Environmental exposureΠεριβαλλοντική μελέτη Environmental studyΠεριβαλλοντική παρακολούθηση Environmental monitoringΠεριβαλλοντική χημεία Environmental chemistryΠερίβλημα ανάσχεσης διαρροών Secondary containment Περιγραφή DescriptionΠεριγραφική χημεία Descriptive chemistryΠεριεχόμενο ContentΠερίθαλψη Relief workΠερίθλαση ακτίνων Χ X-ray diffraction (XRD)Περικνημίδες GaitersΠεριοδικές ιατρικές εξετάσεις Periodical medical

examinationsΠερίοδος επώασης Latent periodΠερίοδος ισχύος Period of validityΠεριορισμένη αναφορά UnderreportΠεριορισμένος χώρος Confined spaceΠεριορισμός πρόσβασης Restrict access Περιοριστήρας παροχής (ασανσέρ) RestrictorΠεριοριστήρας πίεσης (ασανσέρ) Pressure relief valveΠεριοριστήρας ταχύτητας (ασανσέρ) Over-speed governorΠεριοριστής LimiterΠεριοριστική διάταξη Impeding deviceΠεριοχή διαχείρισης οξειδίων θείου Sulphur oxides

management area (SOMA)Περιοχή έρευνας και διάσωσης Search and Rescue Region

(SRR)Περιοχή συχνοτήτων Frequency rangeΠερίσσεια ExcessΠεριστασιακή εργασία Casual workΠεριστασιακή θέση εργασίας Occasional workstationΠεριστασιακοί εργαζόμενοι Contingent workersΠεριστρεφόμενο πλαίσιο αναφοράς Rotating frame of

referenceΠεριστροφή RotationΠεριστροφική σφύρα Rotary hammerΠεριστροφικό ηλεκτρικό μηχάνημα Rotating electrical

machineryΠεριστροφικός εκσκαφέας Rotary excavator or moleΠεριφερειακή Τυποποίηση Regional StandardizationΠεριφερειακό Γραφείο Ευρώπης του Παγκόσμιου

Οργανισμού Υγείας World Health Organization Regional Office for Europe

Περιφερειακό Πρότυπο Regional Standard

Περιφερειακό σχέδιο έκτακτης ανάγκης Regional contingency plan (RCP)

Περλίτης PerliteΠερονοφόρο ανυψωτικό όχημα ForkliftΠέτασμα ή θωράκιση (π.χ. μηχανών) ή οθόνη (π.χ.

υπολογιστών ScreenΠετρελαϊκά προϊόντα Petroleum productsΠετρελαϊκό σουλφονικό νάτριο Sodium petroleum

sulfonateΠετρελαϊκός αιθέρας Petroleum etherΠετρελαϊκός διαλύτης Hydrocarbon solventΠετρέλαιο Petroleum, gas oilΠετρέλαιο εσωτερικής καύσης ή ντίζελ ή βαρύ πετρέλαιο

Diesel, gas oilΠετρέλαιο θέρμανσης Heating dieselΠετρελαιοφόρο Oil tankerΠετροβάμβακας RockwoolΠευκέλαιο Pine oilΠηγή SourceΠηγή ηλεκτρονίων Source of electronΠηγή πληροφοριών Information sourceΠηγούνι ChinΠηκτικό οξύ Pectic acidΠηκτίνη PectinΠηνίο CoilΠήξη Freezing, congelationΠηχεοκαρπικό Carpal jointΠιβαλικό οξύ ή νεοπεντανοϊκό οξύ Pivalic acid or

neopentanoic acid (C5H10O2)Πιγμέντα PigmentsΠίεση Pressure Πίεση ατμών Vapour pressure (VP)Πίεση δοκιμής Test pressureΠίεση δοκιμής αντοχής Strength Test Pressure (STP)Πίεση εκκένωσης Discharge pressureΠίεση εργασίας Working pressureΠίεση λειτουργίας Operating Pressure (OP)Πίεση μετρητή Gauge pressureΠίεση πλήρωσης Filling pressureΠίεση σχεδιασμού Design Pressure (DP)Πίεση υπό πλήρες φορτίο (ασανσέρ) Full load pressureΠιεστήριο συγκόλλησης Press welderΠιθανός κίνδυνος Possible riskΠιθανότητα ProbabilityΠικολίνη PicolineΠικολινικό οξύ Picolinic acidΠικραμύγδαλο Bitter almond

lexiko113s212.indd 182 10/29/08 1:32:20 PM

Page 181: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

183

Π

Ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης

Πικρικό οξύ ή 2,4,6-τρινιτροφαινόλη ή 2-υδροξυ-1,3,5-τρινιτροβενζόλιο Picric acid or 2,4,6-trinitrophenol or 2-hydroxy-1,3,5-trinitrobenzene (C6H3N3O7)

Πικρυλοχλωρίδιο βλέπε τρινιτροχλωροβενζόλιο Πιμελικό οξύ ή επτανοδιοϊκό οξύ Pimelic acid or

heptanedioic acid (C7H12O4)Πίνακας ελέγχου Switch board, control panelΠίνακας στοιχείων Element mapΠινδόνη PindoneΠινέλο PaintbrushΠινένιο Pinene (C10H16)Πιπεραζίνη ή εξαϋδροπυραζίνη Piperazine or

hexahydropyrazine (C4H10N2)Πιπεριδίνη ή εξαϋδροπυριδίνη Piperidine or

hexahydropyridine (C5H11N)Πιπερονάλη Piperonal or

3,4-methylenedioxybenzaldehyde (C8H6O3)Πιστόλια κόλλας Adhesive applicator gunΠιστοποιημένη μείωση των εκπομπών Certified emission

reduction (CER)Πιστοποιημένη τιμή Certified valueΠιστοποιημένο πρόσωπο Certificated personΠιστοποιημένο υλικό αναφοράς Certified reference

material (CRM)Πιστοποιημένος φορέας Certified bodyΠιστοποίηση CertificationΠιστοποίηση ικανότητας Certification of competenceΠιστοποίηση συμμόρφωσης Certification of conformityΠιστοποίηση συμφωνίας Compliance assuranceΠιστοποιητικό CertificateΠιστοποιητικό απαλλαγής επικίνδυνων αερίων Gas free

certificateΠιστοποιητικό απεντόμωσης Fumigation certificateΠιστοποιητικό Πρόληψης της Ρύπανσης από Πετρέλαιο Oil

Pollution Prevention Certificate (OPPC)Πιστοποιητικό συμμόρφωσης Certification of conformityΠιστότητα FidelityΠιστότητα (π.χ. αναλυτικών αποτελεσμάτων) PrecisionΠιχλωράμ ή 4-αμινο-3,5,6-τριχλωρο πικολιμικό οξύ

Picloram or 4-amino-3,5,6-trichloro-picolimic acid (ATCP) (C6H3Cl3 N2O2)

Πλάγια διαμόρφωση Skew conformationΠλαίσιο FrameΠλάκα BoardΠλάκα διαχωριστή Plate-beam splitterΠλάκα διογκωμένου περλίτη Expanded perlite board

Πλακάκι TileΠλάνισμα PlaningΠλάσμα PlasmaΠλασμοχίνη ή παμακίνη Plasmochin or pamaquineΠλαστικά PlasticsΠλαστικό υλικό Plastic materialΠλαστικοποιητής PlasticizerΠλάτη BackΠλατφόρμες γεώτρησης Drilling platformsΠλευρό RibΠληγή βλέπε τραύμα Πλήθος βλέπε πληθυσμός Πληθυσμός ή πλήθος (δειγμάτων) PopulationΠληκτρολόγιο KeyboardΠλήρες φορτίο Full loadΠλήρης σάρωση Full scanΠληροφοριακή τιμή Information valueΠληροφορίες χρήσης Information for useΠλήρωμα CrewΠλήρωση FillingΠλήρωση με σκόνη Powder fillingΠληρωτής FillerΠλουτώνιο Ploutonium (Pu)Πλωτή δεξαμενή Floating dockΠλωτός γερανός Float craneΠνεύμονας LungΠνεύμονας καλλιεργητών μανιταριών Mushroom workers

lungΠνευμονική ίνωση Lung fibrosis, pulmonary fibrosisΠνευμονική λειτουργία Lung function, pulmonary functionΠνευμονική τοξικολογία Pulmonary toxicologyΠνευμονικό οίδημα Lung edema, pulmonary edemaΠνευμονοκονίωση PneumoconiosisΠνευμονοκονίωση ανθρακορύχων Coal workers’

pneumonoconiosis (CWP)Πνιγμός DrowningΠόδι FootΠοικιλία VarietyΠοινή PenaltyΠοινικές κυρώσεις (διώξεις) ProsecutionsΠοιότητα QualityΠοιότητα αέρα Air qualityΠοιότητα εργασίας Quality of work, job qualityΠοιότητα ζωής Quality of lifeΠοιότητα νερού Water qualityΠοιότητα παραγωγής Production qualityΠοιότητα της υγειονομικής περίθαλψης Quality of health care

lexiko113s212.indd 183 10/29/08 1:32:20 PM

Page 182: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

184

Πουρίνη

Ποιότητα των προϊόντων Product qualityΠοιοτική ανάλυση Qualitative analysisΠοιοτική μέθοδος Qualitative methodΠοιοτική στοιχειακή ανάλυση Qualitative elemental analysisΠολικός PolarΠολιτικές και διαδικασίες ασφάλειας Safety policies and

proceduresΠολιτική PolicyΠολιτική ασφάλειας τροφίμων Food safety policyΠολιτική για την ανεργία Unemployment policyΠολιτική για την υγεία και την ασφάλεια Health and safety

policyΠολιτική επιμόρφωσης Training policyΠολιτική ποιότητας Quality policyΠολιτική υγείας και ασφάλειας στην εργασία (ΥΑΕ)

Occupational safety and health (OSH) policyΠολλαπλασιαστής του ενός τετάρτου των τετραγώνων

Quarter-square multiplierΠολλαπλές κακώσεις Multiple injuriesΠολλαπλή ευαισθησία σε χημικούς παράγοντες Multiple

chemical sensitivityΠολλαπλό ReplicateΠόλοι καλωδίων Cores in cables Πόλος PoleΠολτός PulpΠολυ (4-12) αιθοξυλικοί εστέρες της εννεϋλοφαινόλης ή

πολυ (4-12) αιθοξυλικοί εστέρες της νονυλοφαινόλης Nonyl phenol poly(4-12) ethoxylates

Πολύ εύφλεκτο Highly flammableΠολύ τοξικό Very toxicΠολυαιθεραμίνες PolyetheramineΠολυαιθυλένιο Polyethylene (PE) ((C2H4)x)Πολυαλκοόλες πολυαλκυλενοξειδίου Polyalkylene oxide

polyolΠολυβινυλοχλωρίδιο ή χλωριούχο πολυβινύλιο Polyvinyl

chloride (PVC)Πολυβουταδιένιο PolybutadieneΠολυγραμμική Ακολουθία Γεγονότων Multilinear Events

Sequencing (MES)Πολυένιο PolyeneΠολυθειούχο αμμώνιο Ammonium polysulphideΠολυισοπρένιο ή φυσικό καουτσούκ Polyisoprene Πολυκαναλικός αναλυτής Multiple channelΠολυμεθυλοσιλοξάνιο Polydimethylsiloxane (PDMS)Πολυμερές PolymerΠολυμερής έγκριση Multilateral approvalΠολυμερισμός Polymerization

Πολυμορφικό γονίδιο Polymorphic geneΠολυνουκλεοτίδιο PolynucleotideΠολυολεφιναμίνη PolyolefinamineΠολυπαραγοντική φύση Multifactorial natureΠολυπαραγοντικοί κίνδυνοι Multi-factorial work hazardsΠολυπεπτίδιο PolypeptideΠολυπλέκτης MultiplexerΠολυπολικά καλώδια Multi-core cablesΠολυπυρηνικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες ή

πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες Polynuclear aromatic hydrocarbons (PAH)

Πολυσακχαρίτες PolysaccharidesΠολυστυρένιο ή πολυστυρόλιο Polystyrene (PS)Πολυστυρόλιο βλέπε πολυστυρένιο Πολυτετραφθοροαιθυλένιο ή τεφλόν

Polytetrafluoroethylene (PTFE) or teflon ((C2F4)x)Πολυχλωριωμένα διφαινύλια βλέπε πολυχλωροδιφαινύλια Πολυχλωριωμένα τριφαινύλια βλέπε πολυχλωροτριφαινύλια Πολυχλωροδιφαινύλια ή πολυχλωριωμένα διφαινύλια ή

αροχλώρ ή κλοφέν Polychlorinated biphenyls or aroclor or clofen (PCBs)

Πολυχλωροπρένιο PolychloropreneΠολυχλωροτριφαινύλια ή πολυχλωριωμένα τριφαινύλια

Polychlorinated triphenyl (PCT)Πολώνιο Polonium (Po)Πονοκέφαλος HeadacheΠόνος PainΠορεία ή διαδικασία ProcedureΠορεία προτύπων χειρισμών Standard operations

procedure (SOP)Πορσελάνη PorcelainΠορτοκαλλόχρουν του μεθυλίου Methyl orangeΠορφυρίνη Porphin, porphyrineΠορώδες PorosityΠοσειδώνιο ή νεπτούνιο Neptunium (Np)Πόσιμο νερό Drinking waterΠοσότητα ή μέγεθος QuantityΠοσοτική ανάλυση Quantitative analysisΠοσοτική Εκτίμηση της Επικινδυνότητας (ΠΕΕ) Quantified

Risk Assessment (QRA)Ποσοτική μέθοδος Quantitative methodΠοσοτική στοιχειακή ανάλυση Quantitative elemental

analysisΠοσοτικός προσδιορισμός Quantitative determinationΠοτάσσα βλέπε υδροξείδιο του καλίου Ποτήρι ζέσης BeakerΠουρίνη Purine (C5H4N4)

lexiko113s212.indd 184 10/29/08 1:32:20 PM

Page 183: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

185

Π

Προπίνιο ή μεθυλακετυλένιο

Πραγματική σταθερά σχηματισμού ή σταθερά σχηματισμού υπό όρους Contitional formation constant

Πραγματικό πλάτος ζώνης Effective band widthΠραγματικός χρόνος Real timeΠραγματογνώμονας βλέπε αξιολογητής Πρακτική PracticeΠρακτική δοκιμή Practical testΠρασινοδύμιο Praseodymium (Pr)Πρατήρια καυσίμων Petrol stationsΠρεγνανεόνη PregnaneoneΠρενιτόλιο ή 1,2,3,4-τετραμεθυλοβενζόλιο Prehnitene or

1,2,3,4-tetramethylbenzene (C6H2(CH3)4)Πρέσα PressΠρέσες θερμοκόλλησης Fusing pressesΠρέσες σιδερώματος Ironing pressesΠριμεβερόζη Primeverose (C11H20O10)Πριν την αρχή της βάρδιας Prior to shiftΠριόνι SawΠριονισμός SawingΠριονοκορδέλα Band saw, band sewing machineΠροαγωγή PromotionΠροαγωγή της υγείας Health promotionΠροαγωγή της υγείας στο χώρο της εργασίας Workplace

health promotionΠροαιρετικώς αναερόβια Facultative anaerobesΠροβλεπόμενο ποσοστό δυσαρέσκειας Predicted

Percentage of Dissatisfied (PPD)Πρόβλεψη ForecastingΠρόβλεψη θορύβου Noise predictionΠρόγνωση PrognosisΠρόγραμμα ποιότητας Quality programme, quality projectΠρόγραμμα συνεργασίας για παρακολούθηση και

αξιολόγηση της σε μεγάλη απόσταση μεταφοράς ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη Cooperative Programme for Evaluation and Monitoring of the Long-Range Transmission of Transboundary Air Pollutants in Europe (EMEP)

Προγράμματα ασφάλειας Safety programsΠρογράμματα κατάρτισης Training coursesΠρογραμματισμένη έκλουση ή βαθμιδωτή έκλουση

Gradient elutionΠρογραμματισμός PlanningΠρογραμματισμός ασφάλειας Safety planningΠρογραμματισμός της ροής εργασιών Planning of the workflowΠροδιαγραμμένο όριο ThresholdΠροδιαγραφές κλινικής πρακτικής Practice specifications,

process specifications

Προδιαγραφές του αέρα στο περιβάλλον εργασίας Occupational Air Requirement (OAR)

Προδιαγραφή SpecificationΠροεδρικό διάταγμα (Π.Δ.) Presidencial decreeΠροειδοποίηση WarningΠροειδοποιητική ενδυμασία για την άμεση οπτική αντίληψη

High visibility warning clothingΠροεκβολή ή προέκταση ExtrapolationΠροϊόν ProductΠροϊόν αντίδρασης Reaction productΠροϊόν μετάπτωσης Transition productΠροϊόντα γαιάνθρακα Coal productsΠροϊόντα πυρόλυσης Pyrolysis productsΠροκατασκευασμένα στοιχεία σκυροδέματος Pre-fabricated

concrete partsΠροληπτικά μέτρα ελέγχου Control measuresΠροληπτικές ιατρικές εξετάσεις Preventive medical

examinationsΠρόληψη PreventionΠρόληψη ατυχημάτων Accident preventionΠρόληψη βιολογικών ατυχημάτων Biological accident

preventionΠρόληψη της οσφυαλγίας Back careΠρολίνη Proline or 2-pyrrolidinecarboxylic acid (Pro, P)

(C5H9NO2) Προμήθειο Promethium (Pm)1,2-προπανoδιαμίνη βλέπε προπυλενοδιαμίνη Προπανάλη βλέπε προπιοναλδεΰδη Προπανεπιχλωροϋδρίνη PropaneepichlorohydrineΠροπανικό οξύ βλέπε προπιονικό οξύ Προπάνιο Propane (C3H8)Προπανοδιοϊκό οξύ βλέπε μηλονικό οξύ Προπανοδιόλη Propanediol (C3H8O2)2-προπανόλη ή ισοπροπανόλη βλέπε ισοπροπυλική αλκοόλη Προπανόλη ή προπυλική αλκοόλη ή προπυλαλκοόλη

Propanol or propyl alcoholΠροπανόνη ή ακετόνη Propanone or acetone (C3H6O)1,2,3-προπανοτριόλη βλέπε γλυκερίνη Προπαργυλική αλκοόλη Propargyl alcohol (C3H4O)Προπενάλη βλέπε ακρολεΐνη Προπενικός αιθυλεστέρας βλέπε ακρυλικός αιθυλεστέρας Προπένιο ή προπυλένιο Propene or propylene

(CH3CH=CH2 or C3H6)Προπενοϊκό οξύ βλέπε ακρυλικό οξύ Προπενονιτρίλιο βλέπε ακρυλονιτρίλιο Προπίνιο ή μεθυλακετυλένιο Propyne or methylacetylene

(CH3C≡CH)

lexiko113s212.indd 185 10/29/08 1:32:20 PM

Page 184: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

186

Προστατευτική ενδυμασία

Προπινυλολίθιο PropynyllithiumΠροπιολακτόνη Propiolactone (C3H4O2)Προπιοναλδεΰδη ή προπανάλη ή προπιονική αλδεΰδη

Propionaldehyde or propanal (C3H6O)Προπιοναμίδιο PropionamideΠροπιονική αλδεΰδη βλέπε προπιοναλδεΰδη Προπιονικό οξύ ή προπανικό οξύ Propionic acid (C3H6O2)Προπιονικός αιθυλεστέρας Ethyl propionate (C5H10O2)Προπιονύλιο Propionyl or propanoyl (C2H5CO-)Προπιονυλοχλωρίδιο Propionyl chlorideΠροπολυμερές PrepolymerΠροποξούριο Propoxur (C11H15NO3)Προπυλαιθέρας Propyl ether (C6H14O)Προπυλαλκοόλη βλέπε προπανόλη Προπυλαμίνη ή 1-αμινοπροπάνιο Propylamine or

1-aminopropane (C3H9N)Προπυλένιο βλέπε προπένιο Προπυλενοβρωμίδιο βλέπε 1,2-διβρωμοπροπάνιο Προπυλενογλυκολομονομεθυλαιθέρας ή 1-μεθοξυ-2-προπανόλη Propylene glycol monomethyl

ether or 1-methoxy-2-propanol (PGME) (C4H10O2)Προπυλενοδιαμίνη ή 1,2-προπανoδιαμίνη

Propylenediamine or 1,2-propanediamine (C3H10N2)Προπυλενοδιχλωρίδιο βλέπε διχλωροπροπάνιο Προπυλενοϊμίνη Propylene imine (C3H7N)Προπυλενοξείδιο βλέπε μεθυλοξιράνιο Προπυλενοξείδιο ή οξείδιο του προπυλενίου ή

εποξυπροπάνιο ή μεθυλοξιράνιο Propylene oxide or epoxypropane or methyl oxirane (C3H6O)

Προπυλική αλκοόλη βλέπε προπανόλη Προπύλιο Propyl (C3H7)Προπυλοακετόνη βλέπε μεθυλοβουτυλοκετόνη Προπυλοβρωμίδιο ή βρωμοπροπάνιο Propyl bromide or

bromopropane (C3H7Br)Προπυλοναφθαλίνιο Propyl naphthaleneΠροπυλοχλωρίδιο ή χλωροπροπάνιο Propyl chloride or

chloropropaneΠροπυλοχλωροϋδρίνη ή 1-χλωρο-2-προπανόλη Propylene

chlorohydrin or 1-chloro-2-propanol (C3H7ClO)Προσανατολισμός OrientationΠροσαρμογή Fitting, adaptationΠροσαρμογή καμπύλης Curve fittingΠροσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο Humanisation of

workΠρόσβαση στην απασχόληση Access to employmentΠρόσβαση στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης Health

care access

Προσδέσεις HarnessesΠρόσδετο (π.χ. στη γενετική) AdductΠροσδιοριζόμενο συστατικό βλέπε αναλυτέα ουσία Προσδιορισμός DeterminationΠροσδιορισμός μοριακού βάρους Molecular weight

determinationΠροσδοκώμενος ProspectiveΠροσεγγίσεις ασφάλειας Safety attitudesΠροσθετικές ιδιότητες Additive propertiesΠρόσθετο AdditiveΠροσθήκη AdditionΠροσθήκη νερού ή ενυδάτωση Addition of water or

hydrationΠρόσκρουση ή χτύπημα BumpΠρόσληψη IntakeΠρόσμιξη ContaminantΠροσομοίωση SimulationΠροσοχή AttentionΠροσρόφηση AdsorptionΠροστασία Safeguarding, protection, precautionΠροστασία από ακτινοβολίες Radiation safetyΠροστασία από βλάβες ή αποφυγή βλαβών Avoidance of

damageΠροστασία από κεραυνό Lightning protectionΠροστασία από οξείδωση Corrosion protectionΠροστασία από υπερφόρτωση Overload protectionΠροστασία ευαίσθητων περιοχών Protection of particularly

sensitive areasΠροστασία ή προφύλαξη ProtectionΠροστασία κάτω άκρων Leg protectionΠροστασία κεφαλής Head protectionΠροστασία πολύκλωνων άκρων Protection of stranded

endsΠροστασία προσώπου Face protectionΠροστασία του περιβάλλοντος Environmental protectionΠροστατευόμενο IBC Protected IBCΠροστατευτικά ακοής βλέπε μέσα προστασίας της ακοής Προστατευτικά βύσματα αυτιού Ear plugsΠροστατευτικά γάντια Protective gloves, gogglesΠροστατευτικά δακτύλων ποδιών ToecapsΠροστατευτικά καλύμματα των αυτιών EarmuffsΠροστατευτικά οφθαλμών ή προστατευτικά μέσα οφθαλμών

ή μέσα προστασίας ματιών Eye protectionsΠροστατευτικά χεριού/γάντια Hand guardsΠροστατευτικές προσωπίδες Face shieldsΠροστατευτικές συσκευές Protective devicesΠροστατευτική ενδυμασία Protective clothing

lexiko113s212.indd 186 10/29/08 1:32:20 PM

Page 185: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

187

Π

Πυρήνας (π.χ. του ατόμου)

Προστατευτική ποδιά Protective apronΠροστατευτικό μέτρο βλέπε διάταξη προστασίας Προστατευτικό μέτρο ή μέτρο προστασίας Protective

measureΠροστατευτικό υμένιο Protective filmΠροστατευτικός βραχίονας Arm guardΠροστατευτικός εξοπλισμός με αισθητήρα Sensitive

protective equipment Πρόσφυση ή συνάφεια AdhesionΠροσωπίδες για τη σκόνη Dust masksΠροσωπικό PersonnelΠροσωπικό εργαστηρίου βλέπε εργαστηριακό προσωπικό Προσωπικό συντήρησης Maintenance personnelΠρόσωπο FaceΠροσωρινές θέσεις εργασίας Temporary workplacesΠροσωρινή εργασία Temporary workΠροσωρινό προσωπικό Substitute staffΠροσωρινοί εργαζόμενοι Temporary workersΠρότυπα ασφαλείας Safety standardsΠρότυπα επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας

Occupational safety and health standardsΠρότυπα επαγγελματικής έκθεσης Occupational exposure

standardsΠρότυπα επίπεδα εκπομπών Emission standardsΠρότυπα ποιότητας Quality standardsΠρότυπες ουσίες αναφοράς Reference standardsΠρότυπη αναλυτέα ουσία Standard analyte Πρότυπη μέθοδος Standard methodΠρότυπη μηδενική στάθμη αναφοράς Standard reference

zeroΠρότυπο Standard / modelΠρότυπο απλού αρμονικού ταλαντωτή Simple harmonic

oscillator modelΠρότυπο ελέγχου Check standardΠρότυπο ΕΝ EN standardΠρότυπο υλικό αναφοράς Standard reference material (SRM)Πρότυπος λόγος διαστάσεων Standard dimension ratio (SDR)Προφυλακτήρας με ενδομανδάλωση Interlocking guard Προφυλακτήρας με ενδομανδάλωση με αυτόματη έναρξη

Interlocking guard with a start functionΠροφυλακτήρας με ενδομανδάλωση που κλειδώνει ή

ασφαλίζεται Interlocking guard with guard lockingΠροφυλακτήρες GuardsΠροφύλαξη από ηλεκτροπληξία Electrical safetyΠροφύλαξη βλέπε προστασία Προχοΐδα Buret(te)Προώθηση (πρέσα) Pressing

Πρόωρη συνταξιοδότηση Early retirementΠρόωση PropulsionΠρωσσικό οξύ βλέπε υδροκυάνιο Πρωτακτίνιο Protactinium (Pa)Πρωτεΐνη ProteinΠρώτες βοήθειες First aidΠρώτιο Protium (1H)Πρωτογενείς ρύποι Prority pollutantsΠρωτογενές πρότυπο Primary standardΠρωτογενής πρόληψη Primary preventionΠρωτόκολλο ProtocolΠρωτόκολλο για ειδικό σκοπό Protocol for a specific

purpose (PSP)Πρωτόνιο ProtonΠρωτοξείδιο του αζώτου βλέπε υποξείδιο του αζώτου Πτητικές οργανικές ενώσεις Volatile organic compounds

(VOCs)Πτητική ουσία Volatile substanceΠτητική τέφρα ή ιπτάμενη τέφρα FlyashΠτητική τέφρα τύρφης Peat fly ashΠτητικός VolatileΠτητικότητα VolatilityΠτύελο ή σάλιο Spittle, sputumΠτώση FallΠτώση τάσεως Voltage dropΠυκνό DenseΠυκνότητα Density (d)Πυκνότητα ατμών Vapour densityΠυκνότητα ισχύος Power density (S)Πυκνότητα μαγνητικής ροής (Μαγνητική επαγωγή)

Magnetic flux density (B)Πυκνότητα ρεύματος Current density (J)Πυκνότητα ροής αέρα Density of flow rateΠυκνωτής CapacitorΠυλώνας PylonΠυλωροπλαστική PyloroplastryΠυραζόλιο Pyrazole or 1,2-diazole (C3H4N2)Πυράνιο PyranΠυρανόζη PyranoseΠυρανοζίτης PyranosideΠύρεθρο Pyrethrum or pyrethrinsΠυρεθροειδή PyrethroidsΠυρένιο Pyrene (C16H10)Πυρετός FeverΠυρετός από μέταλλο Metal fume feverΠυρήνας (π.χ. μηχανήματος) CoreΠυρήνας (π.χ. του ατόμου) Nucleus

lexiko113s212.indd 187 10/29/08 1:32:20 PM

Page 186: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

188

Ρεύμα δακτυλίου

Πυρηνικές εγκαταστάσεις Nuclear installationsΠυρηνικό καύσιμο Nuclear fuelΠυρηνικός μαγνητικός συντονισμός Nuclear magnetic

resonance (NMR)Πυρηνοληψία (καρότα) KernellingΠυριδίνη Pyridine (C5H5N)3-πυριδινοκαρβοξυλικό οξύ βλέπε νικοτινικό οξύ Πυρίμαχες ουσίες Fire resistant substancesΠυρίμαχο RefractoryΠυριμιδίνη Pyrimidine (C4H4N2)Πυρίτης λίθος Silica Πυριτίαση SilicosisΠυριτική πηκτή Silica gelΠυριτικό αιθύλιο ή τετρααιθοξυσιλάνιο Ethyl silicate or

tetraethoxysilane (C8H20O4Si)Πυριτικό άλας υττρίου-αργιλίου Yttrium aluminum garnet

(YAG)Πυριτικό ασβέστιο Calcium silicate (CaSiO3)Πυριτικό μεθύλιο Methyl silicate (C4H12O4Si)Πυριτικό νάτριο Sodium silicate (Na2SiO3)Πυρίτιο ή σιλικόνιο Silicon (Si)Πυρκαγιά βλέπε φωτιά Πυρογαλλόλη ή 1,2,3-τριυδροξυβενζόλιο Pyrogallol or

1,2,3-trihydroxybenzene (C6H6O3)Πυροκατεχόλη ή 1,2-διυδροξυβενζόλιο Pyrocatechol or

1,2-dihydroxybenzene (C6H6O2)

Πυρόλυση ή διάσπαση ή κατατεμαχισμός Pyrolysis, cracking

Πυροξιλίνη PyroxilinΠυροπροστασία Fire protectionΠυροπροστασία κτηρίων Fireproofing of buildingsΠυρόσβεση Fire fightingΠυροσβεστήρας Fire-extinguisherΠυροσβέστης FirefighterΠυροσβεστικές υπηρεσίες Fire brigadesΠυροσβεστική φωλιά Fire fighting cabinet (FFC)Πυροστεγείς σύνδεσμοι Flameproof jointsΠυρουβικό Pyruvate (CH3COCOO)Πυρουβικό οξύ ή 2-οξοπροπανοϊκό οξύ Pyruvic acid or

2-oxopropanoic acid (CH3COCOOH)Πυροφορική σκόνη αργιλίου Aluminium pyro powdersΠυροφωσφορικό τετρααιθύλιο Tetraethyl pyrophosphate

(TEPP) (C8H20O7P2)Πυροφωσφορικό τετρανάτριο ή διφωσφορικό τετρανάτριο

Tetrasodium pyrophosphate or tetrasodium diphosphate (TSPP) (Na4O7P2)

Πυροφωσφορικός ισοπεντενυλεστέρας βλέπε Ισοπεντενυλο πυροφωσφορικός εστέρας

Πυρρολιδίνη Pyrrolidine (C4H9N)Πυρρολίνη PyrrolineΠυρρόλιο Pyrrole (C4H5N)

Ρ

Ράβδος BarΡαδερφόρδιο Rutherfordium (Rf)Ραδιενεργά απόβλητα Radioactive wasteΡαδιενεργά περιεχόμενα Radioactive contentsΡαδιενεργές πηγές Radioactive sourcesΡαδιενεργή μόλυνση Radioactive contaminationΡαδιενεργό RadioactiveΡαδιενεργό ισότοπο Radioactive isotopeΡαδιενεργό κατάλοιπο RadwasteΡαδιενεργό νουκλίδιο RadionuclideΡαδιενεργό υλικό Radioactive materialΡαδιενεργός εναπόθεση Radioactive depositionΡαδιενεργός ισορροπία Radioactive equilibriumΡαδιενεργός ρύπανση radioactive pollutionΡάδιο Radium (Ra)Ραδιογωνιόμετρο Radiogoniometer, radio direction finderΡαδιολογικό ατύχημα Radiological accident

Ραδιολογικός RadiologicalΡαδιοσυχνότητα Radiofrequency (RF)Ραδιοτοξικότητα RadiotoxicityΡαδόνιο Radon (Rn)Ρακεμοποίηση RacemizationΡαπτομηχανή Sewing machineΡάσπες RaspsΡαφινόζη Raffinose (C18H39O16)Ρεζερπίνη ReserpineΡεζορκινόλη ή 1,3-βενζενοδιόλη ή 1,3-διυδροξυβενζόλιο

Resorcinol or 1,3-benzenediol or 1,3-dihydroxybenzene (C6H6O2)

Ρετινάλη RetinalΡετινόλη ή βιταμίνη Α1 Retinol or vitamin A1 (C20H30O)Ρεύμα CurrentΡεύμα ατμού Stream vaporΡεύμα δακτυλίου Ring current

lexiko113s212.indd 188 10/29/08 1:32:20 PM

Page 187: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

189

ΠΡΣ

Σεληνίδιο του διϋδρογόνου

Ρεύμα διάχυσης Diffusion currentΡεύμα επαφής Contact current (IC )Ρευματοδότης SocketΡευματοειδής αρθρίτιδα Rheumatoid arthritisΡευματολήπτης PlugΡευστά κοπής Cutting fluidsΡευστές επιστρώσεις Flow coatingΡευστοποίηση WhiskingΡηνικός NasalΡήνιο Rhenium (Re)Ρητίνη ResinΡιβιτόλη RibitolΡιβόζη RiboseΡιβονουκλεϊνικό οξύ Ribonucleic acid (RNA)Ριβοσαζόνη RibosazoneΡιβουλόζη Ribulose (C5H10O5)Ρίγος ShiveringΡινική πλύση Nasal Lavage Ρινίτιδα RhinitisΡινοσκόπηση RhinoscopyΡοδάνιο RhodaneΡόδιο Rhodium (Rh)Ροή δειγματοληψίας Sampling flow rate (Q)Ροή ή παροχή FlowΡοή θερμότητας Heat flowΡολό για βαφή Paint rollerΡόλος στην οργάνωση Role in organisation

Ροννέλ Ronnel (C8H8Cl3O3PS)Ροπή TorgueΡοτενόνη Rotenone (C23H22O6)Ρουβερυθρικό οξύ Ruberythric acid (C25H26O13)Ρουβίδιο Rubidium (Rb)Ρούζ RougeΡουθήνιο Routhenium (Ru)Ρουμπίνιο Ruby (Al2O3)Ρουτίλιο Rutile (TiO2)Ρούχο GarmentΡυθμιστής RegulatorΡυθμιστής στροφών GovernorΡυθμιστής τάσης Voltage regulatorΡυθμιστική χωρητικότητα ή ικανότητα Capacity bufferΡυθμιστικό BufferΡυθμιστικό διάλυμα Buffer solutionΡυθμός ειδικής απορρόφησης ενέργειας Specific energy

absorption rate (SAR)Ρυθμός εξαερισμού Ventilation rateΡυθμός επαναφοράς Reset rateΡυθμός εργασίας καθοριζόμενος από τη μηχανή Machine

dictated work paceΡυμουλκούμενα οχήματα TrailersΡύπανση PollutionΡύπανση του περιβάλλοντος Environmental pollutionΡύποι/ρυπογόνες ουσίες του περιβάλλοντος Pollutants,

environmental pollutants

Σ

Σάκχαρα SugarsΣακχαρικό οξύ βλέπε γλουταρικό οξύ Σακχαρόζη Sucrose (C12H22O11)Σακχαρώδης διαβήτης Diabetes mellitusΣαλιγκενίνη ή σαλικυλική αλκοόλη ή

2-υδροξυβενζυλική αλκοόλη Saligenin or salicyl alcohol or 2-hydroxybenzyl alcohol (C7H6O2)

Σαλικίνη Salicin (C13H18O7)Σαλικυλαλδεΰδη βλέπε σαλικυλική αλδεΰδη Σαλικυλική αλδεΰδη ή σαλικυλαλδεΰδη ή

ο-υδροξυβενζαλδεΰδη Salicylaldehyde or o-hydroxybenzaldehyde (o-HOC6H4CHO)

Σαλικυλικό αμμώνιο Ammonium salicylateΣαλικυλικό νάτριο ή ο-υδροξυβενζοϊκό νάτριο

Sodium salicylate or sodium o-hydroxybenzoate (C7H5O3Na)

Σαλικυλικό οξύ ή ορθοϋδροξυβενζοϊκό οξύ Salicylic acid or orthohydroxybenzoic acid (o-HOC6H4COOH)

Σαλικυλικός μεθυλεστέρας Methyl salicylate (C8H8O3)Σαμάριο Samarium (Sm)Σανίδες φόρτωσης Load boardsΣάπωνας ή σαπούνι SoapΣαπωνίτης SoapstoneΣαπωνοποίηση SaponificationΣάρωση ScanningΣάρωση αναρρόφησης VacuumingΣαφρόλη ή έλαιο σασσαφράς Safrole or oil of sassafras

(C10H10O2)Σεζόνη SesoneΣειρά έκλουσης βλέπε ισχύς έκλουσης Σειριακή συσχέτιση Serial correlationΣεληνίδιο του διϋδρογόνου Dihydrogen selenide

lexiko113s212.indd 189 10/29/08 1:32:20 PM

Page 188: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

190

Σουλφαμεραζίνη

Σελήνιο Selenium (Se)Σελλοφάν(η) CellophaneΣεμικαρβαζίδιο Semicarbazide (H2-NNHCONH2)Σεμικαρβαζόνη Semicarbazone (C=N-NHCONH2)Σεμινάριο SeminarΣεξουαλική παρενόχληση Sexual harassmentΣερίνη Serine or 2-amino-3-hydroxypropanoic acid (Ser, S)

(C3H7NO3) Σετ πλύσης οφθαλμών ή σύνεργα πλύσης οφθαλμών Eye

wash kitsΣήμα (π.χ. ένδειξη οργάνου) SignalΣήμα κινδύνου Danger signalΣήμα συμμόρφωσης Conformity markingΣήμανση (π.χ. μηχανών) Marking or labellingΣήμανση ασφάλειας Safety signsΣήμανση ΕΚ CE markingΣημαντικό ψηφίο Significant figureΣημαντικός κίνδυνος Significant hazardΣήματα κινδύνου Hazard warningsΣήματα πληροφόρησης Information signalsΣήματα συμμόρφωσης Conformity marksΣημειακοί ανιχνευτές Point detectorsΣημείο ανάφλεξης Flash pointΣημείο αναφοράς Reference pointΣημείο βρασμού ή σημείο ζέσης Boiling point (BP)Σημείο ζέσης βλέπε σημείο βρασμού Σημείο θολώσεως Cloud pointΣημείο μεταβίβασης αερίου ή σημείο παράδοσης του αερίου

Delivery pointΣημείο μηδέν Null pointΣημείο ροής Pour pointΣημείο ρύθμισης Set-pointΣημείο στερεοποίησης ή θερμοκρασία στερεοποίησης

Solidification pointΣημείο συγχώνευσης Coalescence pointΣημείο τήξης Melting point (MP)Σημείο τήξης ή μάλθωση Softening point Σημείωση Προτειθεμένων Αλλαγών Notice of Intended

Changes (NIC)Σήραγγα TunnelΣιαγόνα φωσφόρου Phossy jawΣιαλογόνοι αδένες βλέπε σιελογόνοι αδένες Σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων

Transport of dangerous goods by railΣίδηρος ή φέρριο Iron (Fe)Σιδήρωση SiderosisΣιελογόνοι αδένες ή σιαλογόνοι αδένες Salivary glands

Σίελος SalivaΣιλάνιο βλέπε τετραϋδρίδιο του πυριτίου Σιλό SilosΣιτάρι WheatΣιφώνιο ή πιπέτα Pipette (pipet)Σκάλα ή κλίμακα LadderΣκαλωσιά ή ικρίωμα ScaffoldΣκάνδιο Scandium (Sc)Σκέδαση ScatteringΣκελετός SkeletonΣκληρό ξύλο Hard woodΣκληρότητα HardnessΣκληρυντικά έλαια Hardening oilsΣκόνη Dust, powderΣκόνη αλευριού Flour dustΣκόνη από ανόργανες ουσίες Inorganic dustsΣκόνη από οργανικές ουσίες Organic dustsΣκόνη από σκληρό ξύλο Hard wood dustΣκόνη βαμβακιού Cotton dustΣκόνη βελανιδιάς Oak dustΣκόνη κόκκων Grain dust Σκόνη σιδηροβαναδίου Ferrovanadium dustΣκόνη χαλαζία Quarz dustΣκοπός AimΣκοπός ή πρόθεση PurposeΣκουαλένιο Squalene (C30H50)Σκούπισμα WipingΣκυρόδεμα ConcreteΣκυροδέτηση ConcretingΣκωρία Rust. slagΣκωρία μετάλλου Furnace slagΣμηκτίς γη Fuller’s EarthΣμίλες ChiselsΣμιλεύσεις Carved workΣμίλευση Chipping or chisellingΣμυριδόπετρα ή σμύριδα Emery (Al2O3)Σοβαρότητα των ατυχημάτων Severity of accidentsΣογιέλαιο Soybean oilΣοκ ShockΣορβικό οξύ ή 2,4-εξαδιενοϊκό οξύ Sorbic acid or

2,4-hexadienoic acid (C6H8O2)Σορβιτόλη βλέπε γλουσιτόλη Σορβόζη Sorbose (C6H12O6)Σουβλιά PunchesΣουλπροφώς SulprofosΣουλτονικό προπάνιο Propane sultone (C3H6O3S)Σουλφαμεραζίνη Sulfamerazine

lexiko113s212.indd 190 10/29/08 1:32:20 PM

Page 189: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

191

Σ

Στιλπνότητα ή γυαλάδα

Σουλφαμικό αμμώνιο Ammonium sulfamate or ammate (H6N2O3S)

Σουλφαμικό οξύ Sulphamic acidΣουλφανιλαμίδιο Sulfanilamide (C6H8N2O2S)Σουλφανιλικό οξύ Sulfanilic acid (H2NC6H4SO3H)Σουλφίδιο βλέπε θειοαιθέρας Σουλφίδιο του διμεθυλίου ή 2-θειοπροπάνιο ή θειούχο

διμεθύλιο Dimethyl sulfide or 2-thiopropane (C2H6S)Σουλφολάνη βλέπε τετραμεθυλενοσουλφόνη Σουλφοναμίδιο SulfonamideΣουλφονικό οξύ Sulfonic acid (RSO3H)Σουλφονικός αλκυλεστέρας Alkyl sulfonateΣουλφονυλοχλωρίδιο Sulfonyl chlorideΣουλφοτέπ ή τετρααιθυλοδιθειοπυροφωσφορικός εστέρας

Sulfotep or tetraethyl dithiopyrophosphate (TEDP) (C8H20O5P2S2)

Σουλφουρυλοφθορίδιο Sulfuryl fluoride (F2O2S)Σούλφωση SulfonationΣπάραξη (ξεσκάρωμα) ScrabblingΣπασμός Convulsion, spasmΣπείρωμα (κοχλία) ThreadΣπειρώματα για τμήματα προσώπου Threads for facepiecesΣπερμίνη Spermine (C8H17N4)Σπίλος NevusΣπινθήρας SparkΣπιρομετρία SpirometryΣπλήνας SpleenΣπόριο SporeΣπρώξιμο βλέπε ώθηση Σταγονίδιο SplashΣταθερά οξύτητας Acidity constant (Ka)Σταθερά σχηματισμού υπό όρους βλέπε πραγματική σταθερά

σχηματισμού Σταθερά ταχύτητας Rate constantΣταθερές σκάλες Fixed laddersΣταθερή δεξαμενή Fixed tankΣταθερή διαλυτότητα Dissociation constant (pKa)Σταθερή ένταση ρεύματος Constant current (CC)Σταθερή ηλεκτρική τάση Constant voltage (CV)Σταθερή πηγή καύσης Stationary combustion sourceΣταθερός προφυλακτήρας Fixed guardΣταθερότητα StabilityΣτάθμη (ή επίπεδο) σημαντικότητας Significance levelΣτάθμη ηχητικής ισχύος Sound power levelΣταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Power stationsΣτάσεις εργασίας PosturesΣτατική φάση βλέπε ακίνητη φάση

Στατικό έργο Static workΣτατικός εξοπλισμός ανακύκλησης απορριμμάτων κτισμάτων

Stationary recycling of building wasteΣτατικός ηλεκτρισμός Static electricityΣτατιστικά σημαντικό Statistically significantΣτατιστικές ατυχημάτων Accident statisticsΣτατιστικές επαγγελματικών ασθενειών Statistics on

occupational diseasesΣτατιστική StatisticsΣτατιστική βεβαιότητα Statistical certaintyΣτατιστική δοκιμή Statistical testΣτατιστική σημαντικότητα Statistic significanceΣτατιστικός Έλεγχος Διεργασιών Statistical Process ControlΣτεαραμίδιο ή στεατοαμίδιο StearamideΣτέατα Stearates Στεατικό οξύ ή δεκαοκτανικό οξύ Stearic acid or

octadecanoic acid (C18H36O2)Στεατικός αιθυλεστέρας Ethyl stearateΣτεατοϋλοχλωρίδιο ή χλωρίδιο στεατικού οξέος

StearoylchlorideΣτεγανό σύγκρουσης ForepeakΣτεγανοποίηση SealingΣτεγανοποιητικός δακτύλιος Sealing ringΣτεγανότητα TightnessΣτέγη RoofΣτεγνό καθάρισμα Dry cleaningΣτεγνωτήρας παρτίδας Drying stoveΣτεγνωτήρες συνεχούς ροής Continuous dryersΣτεγνωτήριο με αέρα Air dryerΣτελέχωση StaffingΣτερεά απόβλητα Solid wastesΣτερεά κατάσταση Solid stateΣτερεό SolidΣτερεό εμπόδιο Solid obstacleΣτεροϊδές SteroidΣτήθος ChestΣτιβάδα του όζοντος Ozone layerΣτιβίνη ή υδρίδιο του αντιμονίου Stibine or antimony

hydride (SbH3)Στιγμιαία κορυφή (π.χ θορύβου) SpikeΣτιγμιαίο δείγμα Spot sampleΣτιλβένιο Stilbene (C6H5CH=CHC6H5)Στιλβολείανση Polish grindingΣτίλβωση Polishing Στιλβωτής ή συσκευή στίλβωσης PolisherΣτιλβωτικές μηχανές Polishing machinesΣτιλπνότητα ή γυαλάδα Gloss

lexiko113s212.indd 191 10/29/08 1:32:21 PM

Page 190: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

192

Συμβούλιο πιστοποίησης

Στοίβαγμα PilingΣτοιχείο ElementΣτοιχείο κατασκευής ή οικοδομικό στοιχείο Building elementΣτόμα MouthΣτοματική κοιλότητα Oral cavityΣτομάχι StomachΣτόμιο εξαγωγής ή έξοδος OutletΣτοχαστική εξάρτηση Stochastic dependenceΣτόχος TargetΣτόχος ποιότητας Quality objectiveΣτράντζες Press brakesΣτρατηγική ελέγχου του θορύβου Noise control strategyΣτρατηγική ποιότητας Quality strategyΣτρεβλότητα ή συστηματικό σφάλμα BiasΣτρεσογόνοι παράγοντες StressorsΣτρεφόμενο πεδίο Rotating fieldΣτρόβιλοι TurbinesΣτρογγυλοποίηση RoundingΣτρόντιο Strontium (Sr)Στρόφιγγα StopcockΣτρόφιγγα απομόνωσης Shut-off valveΣτρυχνίνη Strychnine (C21H22N2O2)Στρώματα (π.χ. υλικών) StrataΣτυρένιο βλέπε στυρόλιο Στυρόλιο ή στυρένιο ή βινυλοβενζόλιο ή φαινυλοαιθυλένιο

Styrene or vinylbenzene or phenylethylene (C8H8)Στυφνικός μόλυβδος Lead styphnate (C6HN3O8Pb)Συγκαθίζηση Co-precipitationΣυγκέντρωση ConcentrationΣυγκέντρωση με μη παρατηρούμενη επίδραση σε

συγκεκριμένο παράγοντα υγείας οργανισμού No observed adverse effects concentration (NOAEC)

Συγκέντρωση πρόκλησης αποτελέσματος ή διάμεση δραστική συγκέντρωση (για το 50% του πληθυσμού των πειραματοζώων) Effect concentration (EC50)

Συγκέντρωση στην οποία δεν παρατηρείται επίδραση ή συγκέντρωση μη παρατηρούμενης επίδρασης ή συγκέντρωση μη παρατηρούμενου αποτελέσματος No Observed Effect Concentration (NOEC)

Συγκόλληση WeldingΣυγκόλληση βυθισμένου τόξου Submerged Arc Welding

(SAW)Συγκόλληση συμπαγούς σύρματος σε προστατευτική

ατμόσφαιρα αερίου Metal Inert Gas (MIG) or Metal Active gas (MAG) or Gas Metal Arc Welding (GMAW or GMA)

Συγκόλληση τόξου με επενδυμένο ηλεκτρόδιo Manual Metal Arc (MMA) or Shielded Metal Arc Welding (SMAW or SMA)

Συγκόλληση τόξου με μη αναλώσιμο ηλεκτρόδιο σε προστατευτική ατμόσφαιρα αερίου Tungsten Inert Gas (TIG) or Gas Tungsten Arc Welding (GTAW )

Συγκόλληση τόξου με σωληνωτό σύρμα που περιέχει πάστα Flux Cored Arc Welding (FCAW or FCA)

Συγκόλληση τόξου πλάσματος Plasma Arc Welding (PAW)Συγκολλήσιμος WeldableΣυγκολλητικότητα WeldabilityΣύγκριση ComparisonΣυγκρίσιμα δεδομένα εκπομπών Comparative emission

dataΣυγκριτικά κριτήρια Comparative criteriaΣυγκριτική αξιολόγηση ή συγκριτική βελτιστοποίηση

Performance benchmarkingΣυγκριτική βελτιστοποίηση βλέπε συγκριτική αξιολόγηση Συγκριτική μέθοδος Comparative methodΣυγκρούσεις ρόλων Role conflictsΣύγχρονος κινητήρας Synchronous motorΣυλλέγω CollectΣυλλέκτης Collector or commutatorΣυλλεκτικές μηχανές Mechanical harvestersΣυλλογικές διαπραγματεύσεις Collective bargainingΣυλλογικές συμβάσεις εργασίας Collective agreements,

collective labour agreementsΣυλλογική μελέτη Collaborative studyΣυμβάν IncidentΣυμβάσεις εργασίας Labour contractsΣυμβάσεις μερικής απασχόλησης Part time contractsΣυμβάσεις ορισμένου χρόνου Temporary contractsΣυμβάσεις υπεργολαβίας SubcontractsΣύμβαση αορίστου χρόνου Permanent contractsΣύμβαση εργασίας Contract of employmentΣύμβαση σχετικά με τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές

επικινδύνων εμπορευμάτων Convention concerning International Carriage by Rail (COTIF)

Συμβατότητα CompatibilityΣυμβόλαιο εργασίας Labour contractΣυμβολή με απόσβεση Destructive interferenceΣύμβολο SymbolΣυμβολόγραμμα InterferogramΣυμβολομετρικές μετρήσεις Interferometric measurementsΣυμβολόμετρο InterferometerΣυμβουλευτική Επιτροπή για την Ασφάλεια, την Υγιεινή και

την Προστασία της Υγείας στον Τόπο Εργασίας Advisory Committee on Safety, Hygiene and Health Protection at Work (ACSHW)

Συμβούλιο πιστοποίησης Governing board

lexiko113s212.indd 192 10/29/08 1:32:21 PM

Page 191: Lexiko.Όρων Βιομηχανικής Υγιεινής & Ασφάλειας.1232546106562

193

Σ

Συνολικός μέσος όρος

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Council of the European Union

Συμβούλιο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΣΥΑΕ) Hygiene and Safety at Work Council (HSW Council)

Σύμβουλος οργάνωσης στον τομέα της ΕΑΥ Organisational OSH consultant

Συμκλοσένιο ή Ν,Ν’,Ν’’-τριχλωροισοκυανουρικό οξύ Symclosene or N,N’,N’’-trichloroisocyanuric acid (C3Cl3N3O3)

Συμμετοχή ParticipationΣυμμετοχή εργαζομένων Worker participationΣυμμετοχική παρατήρηση Participative observationΣυμμετρία SymmetryΣυμμετρικό SymmetricalΣυμμόρφωση Conformance, compliance, conformityΣυμπαγής μάζα Solid massΣυμπεριφορά ασφάλειας Safety behaviourΣυμπεριφορά σε θλίψη Compression behaviourΣυμπίεση CompressionΣυμπιεσμένα αέρια Compressed gasesΣυμπιεσμένος CompressedΣυμπιεστής CompressorΣυμπιεστικοί δονητές Vibratory tamping machineΣυμπληρωματική κατάρτιση Refresher trainingΣυμπληρωματικός SupplementaryΣυμπληρωματικότητα ComplementarityΣύμπλοκο ComplexΣυμπολυμερές CopolymerΣυμπυκνωμένο αφρογόνο Foam compound or foam

concentrateΣυμπύκνωση Compaction, consolidation, condensationΣυναγερμοί πυρκαγιάς Fire alarmsΣυναγερμός AlarmΣυναίνεση ConsensusΣυναρμολόγηση AssemblyΣυνάρτηση FunctionΣυνάρτηση απόκρισης Response functionΣυνάφεια AdhesionΣύναψη συμβάσεων ContractingΣυνδεόμενες διεργασίες Connecting processesΣύνδεση ConnectionΣύνδεση κεντρικού σπειρώματος Centre thread connectionΣύνδεση σε σειρά (ηλεκτρική) Summation of voltageΣύνδεσμος ConnectorΣύνδεσμος (ήλος, βίδα, κοχλίας