Βασικό λεξιλόγιο...

Click here to load reader

  • date post

    13-Oct-2019
  • Category

    Documents

  • view

    3
  • download

    0

Embed Size (px)

Transcript of Βασικό λεξιλόγιο...

  • Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

    Επιμέλεια:Όλγα Παλαιοχωρινού

    [email protected] 1.

    ἄβατος = ο μη βατός, αδιάβατος, απαραβίαστος. ἀβέβαιος = ασταθής, άστατος. ἀβίωτος = ανυπόφορος ἀβίωτόν ἐστι τινὶ = ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον. ἀβοητὶ = χωρίς βοή. ἀβουλεύω = δεν θέλω να… ἀβουλία = έλλειψη σκέψεως, απερισκεψία. ἄβουλος = αυτός που δεν θέλει, απερίσκεπτος. ἀβούλως = απερίσκεπτα, ασύνετα. ἁβρὸς = λεπτός, χαριτωμένος, κομψός. ἀγαθὸς = καλός, ευγενής, ανδρείος ἀγαθὰ φρονῶ = έχω καλά αισθήματα ἀγαθὰ πάσχω = ευεργετούμαι. ἄγαμαι = θαυμάζω, επαινώ. ἄγαν = πολύ. ἀγαπάω – ῶ= αγαπώ, αρκούμαι σε κάτι. ἀγαπητῶς = πρόθυμα, με χαρά, αρκετά. ἀγγελία (ἄγγελος) = είδηση, αγγελία. ἀγγέλλω = αναγγέλλω. ἄγγελος = αγγελιοφόρος. ἀγνοέω – ῶ = αγνοώ. ἄγνοια = άγνοια, αμάθεια. ἀγνωμονέω – ῶ = ενεργώ ασύνετα. ἀγνωμόνως = αναίσθητα. ἀγνωμοσύνη = αναισθησία, δυσμένεια. ἀγνώμων = αναίσθητος, απερίσκεπτος. ἀγνωσία = άγνοια, αφάνεια. ἄγονος(ἀ+γονὴ) = άκαρπος, στείρος, άτεκνος. ἀγορὰ = συγκέντρωση, τόπος συνελεύσεως ἀγορὰν παρέχω = παρέχω τρόφιμα προς αγορά. ἀγορεύω = δημηγορώ κακῶς ἀγορεύω = κακολογώ. ἀγχιστεία = συγγένεια. ἄγω = οδηγώ, φέρω ἄγω εἰρήνην = έχω ειρήνη σχολὴν ἄγω = σχολάζω ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω ἄγω καὶ φέρω = λεηλατώ. ἄγω εἰς δίκην = σύρω στο δικαστήριο.

  • Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

    Επιμέλεια:Όλγα Παλαιοχωρινού

    [email protected] 2.

    ἄγομαι φόνου = κατηγορούμαι για φόνο. ἀγὼν = αγώνας, μάχη, άμιλλα, στάδιο, δίκη. μέγας ἀγὼν = σπουδαία δίκη καθίστημί τινα εἰς ἀγῶνα = μπλέκω κάποιον σε δίκη ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δυνάμεως. ἀγωνίζομαι = διεξάγω αγώνα. ἀγωνίζομαι περὶ τοῦ σώματος = διεξάγω δικαστικό αγώνα περί ζωής ή θανάτου. ἀγώνισμα = αγώνας, ανδραγάθημα, κατόρθωμα. ἄδηλος = μη φανερός, αφανής. ἀδιάλλακτος = αυτός που δεν συμφιλιώνεται. ἀδικέω – ῶ = αδικώ, βλάπτω. ἀδίκημα = άδικη πράξη. ἀδόκιμος = άσημος. ἀδοξέω-ῶ = δεν έχω καλή φήμη. ἀδοξία = κακή φήμη, ασημότητα. ἀδοξος = αφανής, άσημος. ἀδυναμία & ἀδυνασία = αδυναμία. ἀδυνατέω – ῶ = δεν μπορώ. ἀδωροδόκητος & ἀδωροδόκος = αυτός που δεν δέχεται δώρα. Ἀθήναζε = προς Αθήνα Ἀθήνηθεν = από την Αθήνα Ἀθήνησι =

    στην Αθήνα (στάση). ἆθλον = έπαθλο, βραβείο ἆθλα τίθεται = προκηρύσσονται βραβεία.

    ἀθροίζω = συγκεντρώνω. ἀθρόος = συγκεντρωμένος, πυκνός. ἀθυμέω – ῶ = χάνω το θάρρος μου, στενοχωρούμαι. ἀθυμία = απογοήτευση, έλλειψη θάρρους. ἀθύμως έχω = χάνω το θάρρος μου. αἰδέομαι-οῦμαι = ντρέπομαι, σέβομαι. αἴδιος = αιώνιος. αἰδὼς = ντροπή, σεβασμός. αἰνέω-ῶ = εγκωμιάζω, εγκρίνω. αἰνίττομαι = μιλώ αινιγματικά, υπονοώ. αἵρεσις = άλωση, κατάληψη, εκλογή, προτίμηση. αἵρεσιν δίδωμι = παρέχω το δικαίωμα της εκλογής. αἵρεσιν λαμβάνω = έχω το δικαίωμα της εκλογής. αἱρέω-ῶ = λαμβάνω, συλλαμβάνω, κυριεύω. αἱροῦμαι = εκλέγω, προτιμώ, εκλέγομαι δίκην (γραφὴν) αἱρῶ = κερδίζω δίκη. αἴρω = υψώνω, μεταφέρω, απομακρύνω.

  • Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

    Επιμέλεια:Όλγα Παλαιοχωρινού

    [email protected] 3.

    αἴρομαι = υψώνομαι. αἴρω τεῖχος = υψώνω τείχος αἴρω τὰς ναῦς = απομακρύνω τα πλοία αἴρω ταῖς ναυσὶ= αποπλέω αἴρω τῷ στρατῷ = ξεκινώ. αἴρομαι κίνδυνον (πόλεμον) = αναλαμβάνω τον κίνδυνο (τον πόλεμο). αἰσθάνομαι = αντιλαμβάνομαι, μαθαίνω. αἰσχρός = επονείδιστος. αἰσχύνη = ντροπή. αἰσχύνω = ασχημίζω, ντροπιάζω. αἰσχύνομαι = ντρέπομαι, σέβομαι. αἰτέω-ῶ & αἰτοῦμαι = ζητώ, παρακαλώ. αἰτία = αιτία, αφορμή, κατηγορία αἰτίαν ἔχω (ὑπέχω) = κατηγορούμαι ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά =κατηγορώ ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας = απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία. αἰτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ. αἰών = ζωή, αιώνας ὁ σύμπας αἰών = αιωνιότητα. ἀκμάζω = είμαι ακμαίος ὁ σῖτος ἀκμάζει = είναι ώριμος. ἀκμή = ακμή, αιχμή. ἀκολασία = ασωτία. ἀκούω = ακούω εὖ ἀκούω = επαινούμαι κακῶς ἀκούω = κακολογούμαι. ἄκρα = ακρωτήριο. ἀκραιφνής (< ἀκεραιος + φαίνομαι) = ειλικρινής, ολόκληρος. ἀκρασία = ακολασία, ακράτεια. ἀκρατής = αχαλίνωτος, ο μη εγκρατής. ἀκρισία = σύγχυση. ἄκριτος = συγκεχυμένος. ἀκροάομαι-ῶμαι = ακούω. ἄκρον = κορυφή, ακρωτήριο. ἄκων = χωρίς τη θέληση. ἀλγέω-ῶ = πονώ, θλίβομαι. ἀλγηδών = πόνος, θλίψη. ἄλγος = πόνος, θλίψη. ἀλήτης = περιπλανώμενος. ἀλίσκομαι = κυριεύομαι, συλλαμβάνομαι, καταδικάζομαι. ἀλκιμος = ρωμαλέος, ανδρείος. ἀλλάτω = αλλάζω, μεταβάλλω, ανταλλάσσω. ἀλλαχῇ-ἀλλαχοῦ-ἀλλαχόθι-ἄλλοθι = αλλού. ἀλλαχόθεν = από αλλού. ἀλλαχόσε-ἄλλοσε = σε άλλο μέρος.

  • Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

    Επιμέλεια:Όλγα Παλαιοχωρινού

    [email protected] 4.

    ἀλλότριος = ξένος τὰ αλλότρια = ξένες υποθέσεις ἀλλοτρίως ἔχω ή διάκειμαι πρός τινα = έχω εχθρικές διαθέσεις. ἀλλόφυλος = αλλοεθνής. ἄλογος = παράλογος, ακατανόητος. ἅλωσις = κατάκτηση, καταδίκη. ἁλωτός (< ἁλίσκομαι) = αυτός που μπορεί να κυριευθεί, κατακτηθεί. ἅμα = αμέσως, συγχρόνως, μαζί. ἀμαθία & ἀμάθεια = άγνοια. ἁμαρτάνω = αποτυγχάνω, σφάλλομαι. ἁμάρτημα = σφάλμα, αδίκημα. ἁμαρτία = αποτυχία, σφάλμα. ἀμέλεια = αδιαφορία. ἀμελέω-ῶ = παραμελώ, αδιαφορώ. ἀμελής = αδιάφορος. ἀμηχανία = απορία, στενοχώρια. ἄμιλλα = συναγωνισμός, αγώνας. ἀμνημονέω-ῶ = λησμονώ. ἀμνήμων -ονος = αυτός που λησμονεί. ἀμύνω = βοηθώ, αποκρούω, αγωνίζομαι για κάποιον. ἀμύνομαι = αποκρούω. ἀμφότεροι & ἄμφω = και οι δύο. ἀναβαίνω = ανεβαίνω. ἀναβάλλω = αναβάλλω. ἀναβολή = αναβολή, καθυστέρηση. ἀναγγέλλω = αναγγέλλω. ἀναγορεύω = ανακηρύττω, διακηρύττω. ἀνάγω = μεταφέρω, οδηγώ προς τα άνω ἡ ναῦς ἀνάγεται = το πλοίο βγαίνει στ