Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας...

43
Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια:Όλγα Παλαιοχωρινού [email protected] 1. ἄβατος = ο μη βατός, αδιάβατος, απαραβίαστος. ἀβέβαιος = ασταθής, άστατος. ἀβίωτος = ανυπόφορος ἀβίωτόν ἐστι τινὶ = ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον. ἀβοητὶ = χωρίς βοή. ἀβουλεύω = δεν θέλω να… ἀβουλία = έλλειψη σκέψεως, απερισκεψία. ἄβουλος = αυτός που δεν θέλει, απερίσκεπτος. ἀβούλως = απερίσκεπτα, ασύνετα. ἁβρὸς = λεπτός, χαριτωμένος, κομψός. ἀγαθὸς = καλός, ευγενής, ανδρείος ἀγαθὰ φρονῶ = έχω καλά αισθήματα ἀγαθὰ πάσχω = ευεργετούμαι. ἄγαμαι = θαυμάζω, επαινώ. ἄγαν = πολύ. ἀγαπάω – ῶ= αγαπώ, αρκούμαι σε κάτι. ἀγαπητῶς = πρόθυμα, με χαρά, αρκετά. ἀγγελία (ἄγγελος) = είδηση, αγγελία. ἀγγέλλω = αναγγέλλω. ἄγγελος = αγγελιοφόρος. ἀγνοέω ῶ = αγνοώ. ἄγνοια = άγνοια, αμάθεια. ἀγνωμονέω – ῶ = ενεργώ ασύνετα. ἀγνωμόνως = αναίσθητα. ἀγνωμοσύνη = αναισθησία, δυσμένεια. ἀγνώμων = αναίσθητος, απερίσκεπτος. ἀγνωσία = άγνοια, αφάνεια. ἄγονος(+γονὴ) = άκαρπος, στείρος, άτεκνος. ἀγορὰ = συγκέντρωση, τόπος συνελεύσεως ἀγορὰν παρέχω = παρέχω τρόφιμα προς αγορά. ἀγορεύω = δημηγορώ κακῶς ἀγορεύω = κακολογώ. ἀγχιστεία = συγγένεια. ἄγω = οδηγώ, φέρω ἄγω εἰρήνην = έχω ειρήνη σχολὴν ἄγω = σχολάζω ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω ἄγω καὶ φέρω = λεηλατώ. ἄγω εἰς δίκην = σύρω στο δικαστήριο.

Transcript of Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας...

Page 1: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 1

ἄβατος = ο μη βατός αδιάβατος απαραβίαστος ἀβέβαιος = ασταθής άστατος ἀβίωτος = ανυπόφορος ἀβίωτόν ἐστι τινὶ = ο βίος είναι

ανυπόφορος σε κάποιον ἀβοητὶ = χωρίς βοή ἀβουλεύω = δεν θέλω ναhellip ἀβουλία = έλλειψη σκέψεως απερισκεψία ἄβουλος = αυτός που δεν θέλει απερίσκεπτος ἀβούλως = απερίσκεπτα ασύνετα ἁβρὸς = λεπτός χαριτωμένος κομψός ἀγαθὸς = καλός ευγενής ανδρείος ἀγαθὰ φρονῶ = έχω καλά

αισθήματα ἀγαθὰ πάσχω = ευεργετούμαι

ἄγαμαι = θαυμάζω επαινώ ἄγαν = πολύ ἀγαπάω ndash ῶ= αγαπώ αρκούμαι σε κάτι ἀγαπητῶς = πρόθυμα με χαρά αρκετά ἀγγελία (ἄγγελος) = είδηση αγγελία ἀγγέλλω = αναγγέλλω ἄγγελος = αγγελιοφόρος ἀγνοέω ndash ῶ = αγνοώ ἄγνοια = άγνοια αμάθεια ἀγνωμονέω ndash ῶ = ενεργώ ασύνετα ἀγνωμόνως = αναίσθητα ἀγνωμοσύνη = αναισθησία δυσμένεια ἀγνώμων = αναίσθητος απερίσκεπτος ἀγνωσία = άγνοια αφάνεια ἄγονος(ἀ+γονὴ) = άκαρπος στείρος άτεκνος ἀγορὰ = συγκέντρωση τόπος συνελεύσεως ἀγορὰν παρέχω =

παρέχω τρόφιμα προς αγορά ἀγορεύω = δημηγορώ κακῶς ἀγορεύω = κακολογώ

ἀγχιστεία = συγγένεια ἄγω = οδηγώ φέρω ἄγω εἰρήνην = έχω ειρήνη σχολὴν ἄγω = σχολάζω ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω ἄγω καὶ φέρω = λεηλατώ

ἄγω εἰς δίκην = σύρω στο δικαστήριο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 2

ἄγομαι φόνου = κατηγορούμαι για φόνο ἀγὼν = αγώνας μάχη άμιλλα στάδιο δίκη μέγας ἀγὼν = σπουδαία δίκη καθίστημί τινα εἰς ἀγῶνα = μπλέκω

κάποιον σε δίκη ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα

επιδείξεως σωματικής δυνάμεως ἀγωνίζομαι = διεξάγω αγώνα ἀγωνίζομαι περὶ τοῦ σώματος = διεξάγω δικαστικό αγώνα περί ζωής ή θανάτου ἀγώνισμα = αγώνας ανδραγάθημα κατόρθωμα ἄδηλος = μη φανερός αφανής ἀδιάλλακτος = αυτός που δεν συμφιλιώνεται ἀδικέω ndash ῶ = αδικώ βλάπτω ἀδίκημα = άδικη πράξη ἀδόκιμος = άσημος ἀδοξέω-ῶ = δεν έχω καλή φήμη ἀδοξία = κακή φήμη ασημότητα ἀδοξος = αφανής άσημος ἀδυναμία amp ἀδυνασία = αδυναμία ἀδυνατέω ndash ῶ = δεν μπορώ ἀδωροδόκητος amp ἀδωροδόκος = αυτός που δεν δέχεται δώρα Ἀθήναζε = προς Αθήνα Ἀθήνηθεν = από την Αθήνα Ἀθήνησι =

στην Αθήνα (στάση) ἆθλον = έπαθλο βραβείο ἆθλα τίθεται = προκηρύσσονται βραβεία

ἀθροίζω = συγκεντρώνω ἀθρόος = συγκεντρωμένος πυκνός ἀθυμέω ndash ῶ = χάνω το θάρρος μου στενοχωρούμαι ἀθυμία = απογοήτευση έλλειψη θάρρους ἀθύμως έχω = χάνω το θάρρος μου αἰδέομαι-οῦμαι = ντρέπομαι σέβομαι αἴδιος = αιώνιος αἰδὼς = ντροπή σεβασμός αἰνέω-ῶ = εγκωμιάζω εγκρίνω αἰνίττομαι = μιλώ αινιγματικά υπονοώ αἵρεσις = άλωση κατάληψη εκλογή προτίμηση αἵρεσιν δίδωμι = παρέχω το δικαίωμα της εκλογής αἵρεσιν λαμβάνω = έχω το δικαίωμα της εκλογής αἱρέω-ῶ = λαμβάνω συλλαμβάνω κυριεύω αἱροῦμαι = εκλέγω προτιμώ εκλέγομαι δίκην (γραφὴν) αἱρῶ =

κερδίζω δίκη αἴρω = υψώνω μεταφέρω απομακρύνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 3

αἴρομαι = υψώνομαι αἴρω τεῖχος = υψώνω τείχος αἴρω τὰς ναῦς = απομακρύνω τα πλοία

αἴρω ταῖς ναυσὶ= αποπλέω αἴρω τῷ στρατῷ = ξεκινώ

αἴρομαι κίνδυνον (πόλεμον) = αναλαμβάνω τον κίνδυνο (τον πόλεμο) αἰσθάνομαι = αντιλαμβάνομαι μαθαίνω αἰσχρός = επονείδιστος αἰσχύνη = ντροπή αἰσχύνω = ασχημίζω ντροπιάζω αἰσχύνομαι = ντρέπομαι σέβομαι αἰτέω-ῶ amp αἰτοῦμαι = ζητώ παρακαλώ αἰτία = αιτία αφορμή κατηγορία αἰτίαν ἔχω (ὑπέχω) =

κατηγορούμαι ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά =κατηγορώ ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας = απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία αἰτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ αἰών = ζωή αιώνας ὁ σύμπας αἰών = αιωνιότητα

ἀκμάζω = είμαι ακμαίος ὁ σῖτος ἀκμάζει = είναι ώριμος

ἀκμή = ακμή αιχμή ἀκολασία = ασωτία ἀκούω = ακούω εὖ ἀκούω = επαινούμαι κακῶς ἀκούω =

κακολογούμαι ἄκρα = ακρωτήριο ἀκραιφνής (lt ἀκεραιος + φαίνομαι) = ειλικρινής ολόκληρος ἀκρασία = ακολασία ακράτεια ἀκρατής = αχαλίνωτος ο μη εγκρατής ἀκρισία = σύγχυση ἄκριτος = συγκεχυμένος ἀκροάομαι-ῶμαι = ακούω ἄκρον = κορυφή ακρωτήριο ἄκων = χωρίς τη θέληση ἀλγέω-ῶ = πονώ θλίβομαι ἀλγηδών = πόνος θλίψη ἄλγος = πόνος θλίψη ἀλήτης = περιπλανώμενος ἀλίσκομαι = κυριεύομαι συλλαμβάνομαι καταδικάζομαι ἀλκιμος = ρωμαλέος ανδρείος ἀλλάτω = αλλάζω μεταβάλλω ανταλλάσσω ἀλλαχῇ-ἀλλαχοῦ-ἀλλαχόθι-ἄλλοθι = αλλού ἀλλαχόθεν = από αλλού ἀλλαχόσε-ἄλλοσε = σε άλλο μέρος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 4

ἀλλότριος = ξένος τὰ αλλότρια = ξένες υποθέσεις ἀλλοτρίως ἔχω ή διάκειμαι πρός τινα = έχω εχθρικές διαθέσεις ἀλλόφυλος = αλλοεθνής ἄλογος = παράλογος ακατανόητος ἅλωσις = κατάκτηση καταδίκη ἁλωτός (lt ἁλίσκομαι) = αυτός που μπορεί να κυριευθεί κατακτηθεί ἅμα = αμέσως συγχρόνως μαζί ἀμαθία amp ἀμάθεια = άγνοια ἁμαρτάνω = αποτυγχάνω σφάλλομαι ἁμάρτημα = σφάλμα αδίκημα ἁμαρτία = αποτυχία σφάλμα ἀμέλεια = αδιαφορία ἀμελέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ἀμελής = αδιάφορος ἀμηχανία = απορία στενοχώρια ἄμιλλα = συναγωνισμός αγώνας ἀμνημονέω-ῶ = λησμονώ ἀμνήμων -ονος = αυτός που λησμονεί ἀμύνω = βοηθώ αποκρούω αγωνίζομαι για κάποιον ἀμύνομαι = αποκρούω ἀμφότεροι amp ἄμφω = και οι δύο ἀναβαίνω = ανεβαίνω ἀναβάλλω = αναβάλλω ἀναβολή = αναβολή καθυστέρηση ἀναγγέλλω = αναγγέλλω ἀναγορεύω = ανακηρύττω διακηρύττω ἀνάγω = μεταφέρω οδηγώ προς τα άνω ἡ ναῦς ἀνάγεται = το πλοίο

βγαίνει στο ανοικτό πέλαγος ἀναγωγή = απόπλους οδήγηση πλοίου στα ανοιχτά ἀνάδοτος = ο επιστρεφόμενος ἀναιρέω-ῶ amp ἀναιροῦμαι = σηκώνω λαμβάνω περισυλλέγω και θάβω καταστρέφω αφαιρώ ἀνεῖλεν (ἡ Πυθία ἢ ὁ θεός) =

χρησμοδότησε ἀναλγησία = αναισθησία ἀνάλγητος = αναίσθητος σκληρός ἀναλίσκω amp ἀναλόω-ῶ = δαπανώ ἀναμένω = αναμένω υπομένω ἀναμιμνήσκω = υπενθυμίζω ἀναμιμνήσκομαι = θυμάμαι

ἀνάντης = ανηφορικός ἀναπείθω = μεταπείθω ἀναπείθομαι = αλλάζω γνώμη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 5

ἀνασκοπέω-ῶ = επιθεωρώ παρατηρώ ἀνάστατος = ο διωγμένος από την πατρίδα ἀνάστατος γίγνομαι =

ερημώνομαι καταστρέφομαι ἀνάστατον ποιῶ = ερημώνω

καταστρέφω ἀναστρέφω = ανατρέπω γυρίζω πίσω ἀναστρέφομαι = κάνω

στροφή ἀναστροφή = επιστροφή περιστροφή ἀναχωρέω-ῶ = υποχωρώ ἀνδραποδίζω = καθιστώ κάποιον δούλο ἀνδράποδον = δούλος ἀνείργω = εμποδίζω ἀνεπιτήδειος = ακατάλληλος ανίκανος ἀνέχω = κρατώ ψηλά ανυψώνω ἀνέχομαι = ανέχομαι τολμώ

υποφέρω ἀνήκεστος = αγιάτρευτος ανεπανόρθωτος ἀνθίστημι = στήνω αντιθέτως ἀνθίσταμαι = εναντιώνομαι

ἀνθρώπειος = ανθρώπινος ἀνία = θλίψη πόνος πλήξη ἀνιαρός = ενοχλητικός θλιβερός ἀνιάω-ῶ = προξενώ λύπη ἀνιῶμαι = λυπούμαι στενοχωρούμαι

ἀνίημι = αφήνω χαλαρώνω ἀνίστημι = σηκώνω μετακινώ ἀνίσταμαί τινι = σηκώνομαι για να επιτεθώ εναντίον κάποιου ἀνίσταμαι υπό τινος = διώχνομαι

ἄνοια = μωρία ανοησία ἀνοικίζω = ανοικοδομώ μετοικίζω κάποιον ερημώνω ἀνοικίζομαι = εγκαθίσταμαι στο εσωτερικό μιας χώρας μετοικώ στα μεσόγεια ἀνοιμώζω = στενάζω θρηνώ ἀνομία = παρανομία ἄνομος = παράνομος χωρίς νόμο ἀνορθόω-ῶ = αποκαθιστώ επανορθώνω ἄνους = ανόητος ἀνταγορεύω = αντιλέγω ἀνταγωνίζομαι = συναγωνίζομαι ἀντιδικέω-ῶ = ανταποδίδω την αδικία ἀνταίρω = ανθίσταμαι ἀντανάγω = εκπλέω επιτίθεμαι βγαίνω στο πέλαγος ἀνταποδίδωμι = ανταποδίδω ἀνταπόλλυμι = αντεκδικούμενος καταστρέφω ἀντεκπέμπω = στέλνω κι εγώ εναντίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 6

ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση ἀντέχω = διαρκώ παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι

προσκολλημένος σε κάτι ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω ανταλλάσσω ἀντιδικία = φιλονικία ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω συμφιλιώνομαι ἀντικόπτω = αντικρούω αντιστέκομαι ἀντιλέγω = αντιλέγω φιλονικώ ἀντίος = αντιμέτωπος ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι προβάλλω δικαιώματα ἀντίπορος = αντικρινός ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς

ναυμαχία ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου ἀντιτίθημι = αντιτάσσω ἀνυδρία = ξηρασία ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα ἀνύτω amp ἀνύω = τελειώνω κατορθώνω διανύω ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι

ἀνωμοτί = χωρίς όρκο ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε ἀνωφερής = ανηφορικός ἄξιος(lt ἄγω) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος =

χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος

φθηνός ἀξιόχρεως = αξιόπιστος ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο έχω τη γνώμη ἀξύμφορος = επιζήμιος ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 2: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 2

ἄγομαι φόνου = κατηγορούμαι για φόνο ἀγὼν = αγώνας μάχη άμιλλα στάδιο δίκη μέγας ἀγὼν = σπουδαία δίκη καθίστημί τινα εἰς ἀγῶνα = μπλέκω

κάποιον σε δίκη ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα

επιδείξεως σωματικής δυνάμεως ἀγωνίζομαι = διεξάγω αγώνα ἀγωνίζομαι περὶ τοῦ σώματος = διεξάγω δικαστικό αγώνα περί ζωής ή θανάτου ἀγώνισμα = αγώνας ανδραγάθημα κατόρθωμα ἄδηλος = μη φανερός αφανής ἀδιάλλακτος = αυτός που δεν συμφιλιώνεται ἀδικέω ndash ῶ = αδικώ βλάπτω ἀδίκημα = άδικη πράξη ἀδόκιμος = άσημος ἀδοξέω-ῶ = δεν έχω καλή φήμη ἀδοξία = κακή φήμη ασημότητα ἀδοξος = αφανής άσημος ἀδυναμία amp ἀδυνασία = αδυναμία ἀδυνατέω ndash ῶ = δεν μπορώ ἀδωροδόκητος amp ἀδωροδόκος = αυτός που δεν δέχεται δώρα Ἀθήναζε = προς Αθήνα Ἀθήνηθεν = από την Αθήνα Ἀθήνησι =

στην Αθήνα (στάση) ἆθλον = έπαθλο βραβείο ἆθλα τίθεται = προκηρύσσονται βραβεία

ἀθροίζω = συγκεντρώνω ἀθρόος = συγκεντρωμένος πυκνός ἀθυμέω ndash ῶ = χάνω το θάρρος μου στενοχωρούμαι ἀθυμία = απογοήτευση έλλειψη θάρρους ἀθύμως έχω = χάνω το θάρρος μου αἰδέομαι-οῦμαι = ντρέπομαι σέβομαι αἴδιος = αιώνιος αἰδὼς = ντροπή σεβασμός αἰνέω-ῶ = εγκωμιάζω εγκρίνω αἰνίττομαι = μιλώ αινιγματικά υπονοώ αἵρεσις = άλωση κατάληψη εκλογή προτίμηση αἵρεσιν δίδωμι = παρέχω το δικαίωμα της εκλογής αἵρεσιν λαμβάνω = έχω το δικαίωμα της εκλογής αἱρέω-ῶ = λαμβάνω συλλαμβάνω κυριεύω αἱροῦμαι = εκλέγω προτιμώ εκλέγομαι δίκην (γραφὴν) αἱρῶ =

κερδίζω δίκη αἴρω = υψώνω μεταφέρω απομακρύνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 3

αἴρομαι = υψώνομαι αἴρω τεῖχος = υψώνω τείχος αἴρω τὰς ναῦς = απομακρύνω τα πλοία

αἴρω ταῖς ναυσὶ= αποπλέω αἴρω τῷ στρατῷ = ξεκινώ

αἴρομαι κίνδυνον (πόλεμον) = αναλαμβάνω τον κίνδυνο (τον πόλεμο) αἰσθάνομαι = αντιλαμβάνομαι μαθαίνω αἰσχρός = επονείδιστος αἰσχύνη = ντροπή αἰσχύνω = ασχημίζω ντροπιάζω αἰσχύνομαι = ντρέπομαι σέβομαι αἰτέω-ῶ amp αἰτοῦμαι = ζητώ παρακαλώ αἰτία = αιτία αφορμή κατηγορία αἰτίαν ἔχω (ὑπέχω) =

κατηγορούμαι ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά =κατηγορώ ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας = απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία αἰτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ αἰών = ζωή αιώνας ὁ σύμπας αἰών = αιωνιότητα

ἀκμάζω = είμαι ακμαίος ὁ σῖτος ἀκμάζει = είναι ώριμος

ἀκμή = ακμή αιχμή ἀκολασία = ασωτία ἀκούω = ακούω εὖ ἀκούω = επαινούμαι κακῶς ἀκούω =

κακολογούμαι ἄκρα = ακρωτήριο ἀκραιφνής (lt ἀκεραιος + φαίνομαι) = ειλικρινής ολόκληρος ἀκρασία = ακολασία ακράτεια ἀκρατής = αχαλίνωτος ο μη εγκρατής ἀκρισία = σύγχυση ἄκριτος = συγκεχυμένος ἀκροάομαι-ῶμαι = ακούω ἄκρον = κορυφή ακρωτήριο ἄκων = χωρίς τη θέληση ἀλγέω-ῶ = πονώ θλίβομαι ἀλγηδών = πόνος θλίψη ἄλγος = πόνος θλίψη ἀλήτης = περιπλανώμενος ἀλίσκομαι = κυριεύομαι συλλαμβάνομαι καταδικάζομαι ἀλκιμος = ρωμαλέος ανδρείος ἀλλάτω = αλλάζω μεταβάλλω ανταλλάσσω ἀλλαχῇ-ἀλλαχοῦ-ἀλλαχόθι-ἄλλοθι = αλλού ἀλλαχόθεν = από αλλού ἀλλαχόσε-ἄλλοσε = σε άλλο μέρος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 4

ἀλλότριος = ξένος τὰ αλλότρια = ξένες υποθέσεις ἀλλοτρίως ἔχω ή διάκειμαι πρός τινα = έχω εχθρικές διαθέσεις ἀλλόφυλος = αλλοεθνής ἄλογος = παράλογος ακατανόητος ἅλωσις = κατάκτηση καταδίκη ἁλωτός (lt ἁλίσκομαι) = αυτός που μπορεί να κυριευθεί κατακτηθεί ἅμα = αμέσως συγχρόνως μαζί ἀμαθία amp ἀμάθεια = άγνοια ἁμαρτάνω = αποτυγχάνω σφάλλομαι ἁμάρτημα = σφάλμα αδίκημα ἁμαρτία = αποτυχία σφάλμα ἀμέλεια = αδιαφορία ἀμελέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ἀμελής = αδιάφορος ἀμηχανία = απορία στενοχώρια ἄμιλλα = συναγωνισμός αγώνας ἀμνημονέω-ῶ = λησμονώ ἀμνήμων -ονος = αυτός που λησμονεί ἀμύνω = βοηθώ αποκρούω αγωνίζομαι για κάποιον ἀμύνομαι = αποκρούω ἀμφότεροι amp ἄμφω = και οι δύο ἀναβαίνω = ανεβαίνω ἀναβάλλω = αναβάλλω ἀναβολή = αναβολή καθυστέρηση ἀναγγέλλω = αναγγέλλω ἀναγορεύω = ανακηρύττω διακηρύττω ἀνάγω = μεταφέρω οδηγώ προς τα άνω ἡ ναῦς ἀνάγεται = το πλοίο

βγαίνει στο ανοικτό πέλαγος ἀναγωγή = απόπλους οδήγηση πλοίου στα ανοιχτά ἀνάδοτος = ο επιστρεφόμενος ἀναιρέω-ῶ amp ἀναιροῦμαι = σηκώνω λαμβάνω περισυλλέγω και θάβω καταστρέφω αφαιρώ ἀνεῖλεν (ἡ Πυθία ἢ ὁ θεός) =

χρησμοδότησε ἀναλγησία = αναισθησία ἀνάλγητος = αναίσθητος σκληρός ἀναλίσκω amp ἀναλόω-ῶ = δαπανώ ἀναμένω = αναμένω υπομένω ἀναμιμνήσκω = υπενθυμίζω ἀναμιμνήσκομαι = θυμάμαι

ἀνάντης = ανηφορικός ἀναπείθω = μεταπείθω ἀναπείθομαι = αλλάζω γνώμη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 5

ἀνασκοπέω-ῶ = επιθεωρώ παρατηρώ ἀνάστατος = ο διωγμένος από την πατρίδα ἀνάστατος γίγνομαι =

ερημώνομαι καταστρέφομαι ἀνάστατον ποιῶ = ερημώνω

καταστρέφω ἀναστρέφω = ανατρέπω γυρίζω πίσω ἀναστρέφομαι = κάνω

στροφή ἀναστροφή = επιστροφή περιστροφή ἀναχωρέω-ῶ = υποχωρώ ἀνδραποδίζω = καθιστώ κάποιον δούλο ἀνδράποδον = δούλος ἀνείργω = εμποδίζω ἀνεπιτήδειος = ακατάλληλος ανίκανος ἀνέχω = κρατώ ψηλά ανυψώνω ἀνέχομαι = ανέχομαι τολμώ

υποφέρω ἀνήκεστος = αγιάτρευτος ανεπανόρθωτος ἀνθίστημι = στήνω αντιθέτως ἀνθίσταμαι = εναντιώνομαι

ἀνθρώπειος = ανθρώπινος ἀνία = θλίψη πόνος πλήξη ἀνιαρός = ενοχλητικός θλιβερός ἀνιάω-ῶ = προξενώ λύπη ἀνιῶμαι = λυπούμαι στενοχωρούμαι

ἀνίημι = αφήνω χαλαρώνω ἀνίστημι = σηκώνω μετακινώ ἀνίσταμαί τινι = σηκώνομαι για να επιτεθώ εναντίον κάποιου ἀνίσταμαι υπό τινος = διώχνομαι

ἄνοια = μωρία ανοησία ἀνοικίζω = ανοικοδομώ μετοικίζω κάποιον ερημώνω ἀνοικίζομαι = εγκαθίσταμαι στο εσωτερικό μιας χώρας μετοικώ στα μεσόγεια ἀνοιμώζω = στενάζω θρηνώ ἀνομία = παρανομία ἄνομος = παράνομος χωρίς νόμο ἀνορθόω-ῶ = αποκαθιστώ επανορθώνω ἄνους = ανόητος ἀνταγορεύω = αντιλέγω ἀνταγωνίζομαι = συναγωνίζομαι ἀντιδικέω-ῶ = ανταποδίδω την αδικία ἀνταίρω = ανθίσταμαι ἀντανάγω = εκπλέω επιτίθεμαι βγαίνω στο πέλαγος ἀνταποδίδωμι = ανταποδίδω ἀνταπόλλυμι = αντεκδικούμενος καταστρέφω ἀντεκπέμπω = στέλνω κι εγώ εναντίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 6

ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση ἀντέχω = διαρκώ παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι

προσκολλημένος σε κάτι ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω ανταλλάσσω ἀντιδικία = φιλονικία ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω συμφιλιώνομαι ἀντικόπτω = αντικρούω αντιστέκομαι ἀντιλέγω = αντιλέγω φιλονικώ ἀντίος = αντιμέτωπος ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι προβάλλω δικαιώματα ἀντίπορος = αντικρινός ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς

ναυμαχία ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου ἀντιτίθημι = αντιτάσσω ἀνυδρία = ξηρασία ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα ἀνύτω amp ἀνύω = τελειώνω κατορθώνω διανύω ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι

ἀνωμοτί = χωρίς όρκο ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε ἀνωφερής = ανηφορικός ἄξιος(lt ἄγω) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος =

χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος

φθηνός ἀξιόχρεως = αξιόπιστος ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο έχω τη γνώμη ἀξύμφορος = επιζήμιος ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 3: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 3

αἴρομαι = υψώνομαι αἴρω τεῖχος = υψώνω τείχος αἴρω τὰς ναῦς = απομακρύνω τα πλοία

αἴρω ταῖς ναυσὶ= αποπλέω αἴρω τῷ στρατῷ = ξεκινώ

αἴρομαι κίνδυνον (πόλεμον) = αναλαμβάνω τον κίνδυνο (τον πόλεμο) αἰσθάνομαι = αντιλαμβάνομαι μαθαίνω αἰσχρός = επονείδιστος αἰσχύνη = ντροπή αἰσχύνω = ασχημίζω ντροπιάζω αἰσχύνομαι = ντρέπομαι σέβομαι αἰτέω-ῶ amp αἰτοῦμαι = ζητώ παρακαλώ αἰτία = αιτία αφορμή κατηγορία αἰτίαν ἔχω (ὑπέχω) =

κατηγορούμαι ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά =κατηγορώ ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας = απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία αἰτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ αἰών = ζωή αιώνας ὁ σύμπας αἰών = αιωνιότητα

ἀκμάζω = είμαι ακμαίος ὁ σῖτος ἀκμάζει = είναι ώριμος

ἀκμή = ακμή αιχμή ἀκολασία = ασωτία ἀκούω = ακούω εὖ ἀκούω = επαινούμαι κακῶς ἀκούω =

κακολογούμαι ἄκρα = ακρωτήριο ἀκραιφνής (lt ἀκεραιος + φαίνομαι) = ειλικρινής ολόκληρος ἀκρασία = ακολασία ακράτεια ἀκρατής = αχαλίνωτος ο μη εγκρατής ἀκρισία = σύγχυση ἄκριτος = συγκεχυμένος ἀκροάομαι-ῶμαι = ακούω ἄκρον = κορυφή ακρωτήριο ἄκων = χωρίς τη θέληση ἀλγέω-ῶ = πονώ θλίβομαι ἀλγηδών = πόνος θλίψη ἄλγος = πόνος θλίψη ἀλήτης = περιπλανώμενος ἀλίσκομαι = κυριεύομαι συλλαμβάνομαι καταδικάζομαι ἀλκιμος = ρωμαλέος ανδρείος ἀλλάτω = αλλάζω μεταβάλλω ανταλλάσσω ἀλλαχῇ-ἀλλαχοῦ-ἀλλαχόθι-ἄλλοθι = αλλού ἀλλαχόθεν = από αλλού ἀλλαχόσε-ἄλλοσε = σε άλλο μέρος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 4

ἀλλότριος = ξένος τὰ αλλότρια = ξένες υποθέσεις ἀλλοτρίως ἔχω ή διάκειμαι πρός τινα = έχω εχθρικές διαθέσεις ἀλλόφυλος = αλλοεθνής ἄλογος = παράλογος ακατανόητος ἅλωσις = κατάκτηση καταδίκη ἁλωτός (lt ἁλίσκομαι) = αυτός που μπορεί να κυριευθεί κατακτηθεί ἅμα = αμέσως συγχρόνως μαζί ἀμαθία amp ἀμάθεια = άγνοια ἁμαρτάνω = αποτυγχάνω σφάλλομαι ἁμάρτημα = σφάλμα αδίκημα ἁμαρτία = αποτυχία σφάλμα ἀμέλεια = αδιαφορία ἀμελέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ἀμελής = αδιάφορος ἀμηχανία = απορία στενοχώρια ἄμιλλα = συναγωνισμός αγώνας ἀμνημονέω-ῶ = λησμονώ ἀμνήμων -ονος = αυτός που λησμονεί ἀμύνω = βοηθώ αποκρούω αγωνίζομαι για κάποιον ἀμύνομαι = αποκρούω ἀμφότεροι amp ἄμφω = και οι δύο ἀναβαίνω = ανεβαίνω ἀναβάλλω = αναβάλλω ἀναβολή = αναβολή καθυστέρηση ἀναγγέλλω = αναγγέλλω ἀναγορεύω = ανακηρύττω διακηρύττω ἀνάγω = μεταφέρω οδηγώ προς τα άνω ἡ ναῦς ἀνάγεται = το πλοίο

βγαίνει στο ανοικτό πέλαγος ἀναγωγή = απόπλους οδήγηση πλοίου στα ανοιχτά ἀνάδοτος = ο επιστρεφόμενος ἀναιρέω-ῶ amp ἀναιροῦμαι = σηκώνω λαμβάνω περισυλλέγω και θάβω καταστρέφω αφαιρώ ἀνεῖλεν (ἡ Πυθία ἢ ὁ θεός) =

χρησμοδότησε ἀναλγησία = αναισθησία ἀνάλγητος = αναίσθητος σκληρός ἀναλίσκω amp ἀναλόω-ῶ = δαπανώ ἀναμένω = αναμένω υπομένω ἀναμιμνήσκω = υπενθυμίζω ἀναμιμνήσκομαι = θυμάμαι

ἀνάντης = ανηφορικός ἀναπείθω = μεταπείθω ἀναπείθομαι = αλλάζω γνώμη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 5

ἀνασκοπέω-ῶ = επιθεωρώ παρατηρώ ἀνάστατος = ο διωγμένος από την πατρίδα ἀνάστατος γίγνομαι =

ερημώνομαι καταστρέφομαι ἀνάστατον ποιῶ = ερημώνω

καταστρέφω ἀναστρέφω = ανατρέπω γυρίζω πίσω ἀναστρέφομαι = κάνω

στροφή ἀναστροφή = επιστροφή περιστροφή ἀναχωρέω-ῶ = υποχωρώ ἀνδραποδίζω = καθιστώ κάποιον δούλο ἀνδράποδον = δούλος ἀνείργω = εμποδίζω ἀνεπιτήδειος = ακατάλληλος ανίκανος ἀνέχω = κρατώ ψηλά ανυψώνω ἀνέχομαι = ανέχομαι τολμώ

υποφέρω ἀνήκεστος = αγιάτρευτος ανεπανόρθωτος ἀνθίστημι = στήνω αντιθέτως ἀνθίσταμαι = εναντιώνομαι

ἀνθρώπειος = ανθρώπινος ἀνία = θλίψη πόνος πλήξη ἀνιαρός = ενοχλητικός θλιβερός ἀνιάω-ῶ = προξενώ λύπη ἀνιῶμαι = λυπούμαι στενοχωρούμαι

ἀνίημι = αφήνω χαλαρώνω ἀνίστημι = σηκώνω μετακινώ ἀνίσταμαί τινι = σηκώνομαι για να επιτεθώ εναντίον κάποιου ἀνίσταμαι υπό τινος = διώχνομαι

ἄνοια = μωρία ανοησία ἀνοικίζω = ανοικοδομώ μετοικίζω κάποιον ερημώνω ἀνοικίζομαι = εγκαθίσταμαι στο εσωτερικό μιας χώρας μετοικώ στα μεσόγεια ἀνοιμώζω = στενάζω θρηνώ ἀνομία = παρανομία ἄνομος = παράνομος χωρίς νόμο ἀνορθόω-ῶ = αποκαθιστώ επανορθώνω ἄνους = ανόητος ἀνταγορεύω = αντιλέγω ἀνταγωνίζομαι = συναγωνίζομαι ἀντιδικέω-ῶ = ανταποδίδω την αδικία ἀνταίρω = ανθίσταμαι ἀντανάγω = εκπλέω επιτίθεμαι βγαίνω στο πέλαγος ἀνταποδίδωμι = ανταποδίδω ἀνταπόλλυμι = αντεκδικούμενος καταστρέφω ἀντεκπέμπω = στέλνω κι εγώ εναντίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 6

ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση ἀντέχω = διαρκώ παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι

προσκολλημένος σε κάτι ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω ανταλλάσσω ἀντιδικία = φιλονικία ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω συμφιλιώνομαι ἀντικόπτω = αντικρούω αντιστέκομαι ἀντιλέγω = αντιλέγω φιλονικώ ἀντίος = αντιμέτωπος ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι προβάλλω δικαιώματα ἀντίπορος = αντικρινός ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς

ναυμαχία ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου ἀντιτίθημι = αντιτάσσω ἀνυδρία = ξηρασία ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα ἀνύτω amp ἀνύω = τελειώνω κατορθώνω διανύω ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι

ἀνωμοτί = χωρίς όρκο ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε ἀνωφερής = ανηφορικός ἄξιος(lt ἄγω) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος =

χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος

φθηνός ἀξιόχρεως = αξιόπιστος ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο έχω τη γνώμη ἀξύμφορος = επιζήμιος ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 4: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 4

ἀλλότριος = ξένος τὰ αλλότρια = ξένες υποθέσεις ἀλλοτρίως ἔχω ή διάκειμαι πρός τινα = έχω εχθρικές διαθέσεις ἀλλόφυλος = αλλοεθνής ἄλογος = παράλογος ακατανόητος ἅλωσις = κατάκτηση καταδίκη ἁλωτός (lt ἁλίσκομαι) = αυτός που μπορεί να κυριευθεί κατακτηθεί ἅμα = αμέσως συγχρόνως μαζί ἀμαθία amp ἀμάθεια = άγνοια ἁμαρτάνω = αποτυγχάνω σφάλλομαι ἁμάρτημα = σφάλμα αδίκημα ἁμαρτία = αποτυχία σφάλμα ἀμέλεια = αδιαφορία ἀμελέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ἀμελής = αδιάφορος ἀμηχανία = απορία στενοχώρια ἄμιλλα = συναγωνισμός αγώνας ἀμνημονέω-ῶ = λησμονώ ἀμνήμων -ονος = αυτός που λησμονεί ἀμύνω = βοηθώ αποκρούω αγωνίζομαι για κάποιον ἀμύνομαι = αποκρούω ἀμφότεροι amp ἄμφω = και οι δύο ἀναβαίνω = ανεβαίνω ἀναβάλλω = αναβάλλω ἀναβολή = αναβολή καθυστέρηση ἀναγγέλλω = αναγγέλλω ἀναγορεύω = ανακηρύττω διακηρύττω ἀνάγω = μεταφέρω οδηγώ προς τα άνω ἡ ναῦς ἀνάγεται = το πλοίο

βγαίνει στο ανοικτό πέλαγος ἀναγωγή = απόπλους οδήγηση πλοίου στα ανοιχτά ἀνάδοτος = ο επιστρεφόμενος ἀναιρέω-ῶ amp ἀναιροῦμαι = σηκώνω λαμβάνω περισυλλέγω και θάβω καταστρέφω αφαιρώ ἀνεῖλεν (ἡ Πυθία ἢ ὁ θεός) =

χρησμοδότησε ἀναλγησία = αναισθησία ἀνάλγητος = αναίσθητος σκληρός ἀναλίσκω amp ἀναλόω-ῶ = δαπανώ ἀναμένω = αναμένω υπομένω ἀναμιμνήσκω = υπενθυμίζω ἀναμιμνήσκομαι = θυμάμαι

ἀνάντης = ανηφορικός ἀναπείθω = μεταπείθω ἀναπείθομαι = αλλάζω γνώμη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 5

ἀνασκοπέω-ῶ = επιθεωρώ παρατηρώ ἀνάστατος = ο διωγμένος από την πατρίδα ἀνάστατος γίγνομαι =

ερημώνομαι καταστρέφομαι ἀνάστατον ποιῶ = ερημώνω

καταστρέφω ἀναστρέφω = ανατρέπω γυρίζω πίσω ἀναστρέφομαι = κάνω

στροφή ἀναστροφή = επιστροφή περιστροφή ἀναχωρέω-ῶ = υποχωρώ ἀνδραποδίζω = καθιστώ κάποιον δούλο ἀνδράποδον = δούλος ἀνείργω = εμποδίζω ἀνεπιτήδειος = ακατάλληλος ανίκανος ἀνέχω = κρατώ ψηλά ανυψώνω ἀνέχομαι = ανέχομαι τολμώ

υποφέρω ἀνήκεστος = αγιάτρευτος ανεπανόρθωτος ἀνθίστημι = στήνω αντιθέτως ἀνθίσταμαι = εναντιώνομαι

ἀνθρώπειος = ανθρώπινος ἀνία = θλίψη πόνος πλήξη ἀνιαρός = ενοχλητικός θλιβερός ἀνιάω-ῶ = προξενώ λύπη ἀνιῶμαι = λυπούμαι στενοχωρούμαι

ἀνίημι = αφήνω χαλαρώνω ἀνίστημι = σηκώνω μετακινώ ἀνίσταμαί τινι = σηκώνομαι για να επιτεθώ εναντίον κάποιου ἀνίσταμαι υπό τινος = διώχνομαι

ἄνοια = μωρία ανοησία ἀνοικίζω = ανοικοδομώ μετοικίζω κάποιον ερημώνω ἀνοικίζομαι = εγκαθίσταμαι στο εσωτερικό μιας χώρας μετοικώ στα μεσόγεια ἀνοιμώζω = στενάζω θρηνώ ἀνομία = παρανομία ἄνομος = παράνομος χωρίς νόμο ἀνορθόω-ῶ = αποκαθιστώ επανορθώνω ἄνους = ανόητος ἀνταγορεύω = αντιλέγω ἀνταγωνίζομαι = συναγωνίζομαι ἀντιδικέω-ῶ = ανταποδίδω την αδικία ἀνταίρω = ανθίσταμαι ἀντανάγω = εκπλέω επιτίθεμαι βγαίνω στο πέλαγος ἀνταποδίδωμι = ανταποδίδω ἀνταπόλλυμι = αντεκδικούμενος καταστρέφω ἀντεκπέμπω = στέλνω κι εγώ εναντίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 6

ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση ἀντέχω = διαρκώ παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι

προσκολλημένος σε κάτι ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω ανταλλάσσω ἀντιδικία = φιλονικία ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω συμφιλιώνομαι ἀντικόπτω = αντικρούω αντιστέκομαι ἀντιλέγω = αντιλέγω φιλονικώ ἀντίος = αντιμέτωπος ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι προβάλλω δικαιώματα ἀντίπορος = αντικρινός ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς

ναυμαχία ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου ἀντιτίθημι = αντιτάσσω ἀνυδρία = ξηρασία ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα ἀνύτω amp ἀνύω = τελειώνω κατορθώνω διανύω ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι

ἀνωμοτί = χωρίς όρκο ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε ἀνωφερής = ανηφορικός ἄξιος(lt ἄγω) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος =

χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος

φθηνός ἀξιόχρεως = αξιόπιστος ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο έχω τη γνώμη ἀξύμφορος = επιζήμιος ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 5: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 5

ἀνασκοπέω-ῶ = επιθεωρώ παρατηρώ ἀνάστατος = ο διωγμένος από την πατρίδα ἀνάστατος γίγνομαι =

ερημώνομαι καταστρέφομαι ἀνάστατον ποιῶ = ερημώνω

καταστρέφω ἀναστρέφω = ανατρέπω γυρίζω πίσω ἀναστρέφομαι = κάνω

στροφή ἀναστροφή = επιστροφή περιστροφή ἀναχωρέω-ῶ = υποχωρώ ἀνδραποδίζω = καθιστώ κάποιον δούλο ἀνδράποδον = δούλος ἀνείργω = εμποδίζω ἀνεπιτήδειος = ακατάλληλος ανίκανος ἀνέχω = κρατώ ψηλά ανυψώνω ἀνέχομαι = ανέχομαι τολμώ

υποφέρω ἀνήκεστος = αγιάτρευτος ανεπανόρθωτος ἀνθίστημι = στήνω αντιθέτως ἀνθίσταμαι = εναντιώνομαι

ἀνθρώπειος = ανθρώπινος ἀνία = θλίψη πόνος πλήξη ἀνιαρός = ενοχλητικός θλιβερός ἀνιάω-ῶ = προξενώ λύπη ἀνιῶμαι = λυπούμαι στενοχωρούμαι

ἀνίημι = αφήνω χαλαρώνω ἀνίστημι = σηκώνω μετακινώ ἀνίσταμαί τινι = σηκώνομαι για να επιτεθώ εναντίον κάποιου ἀνίσταμαι υπό τινος = διώχνομαι

ἄνοια = μωρία ανοησία ἀνοικίζω = ανοικοδομώ μετοικίζω κάποιον ερημώνω ἀνοικίζομαι = εγκαθίσταμαι στο εσωτερικό μιας χώρας μετοικώ στα μεσόγεια ἀνοιμώζω = στενάζω θρηνώ ἀνομία = παρανομία ἄνομος = παράνομος χωρίς νόμο ἀνορθόω-ῶ = αποκαθιστώ επανορθώνω ἄνους = ανόητος ἀνταγορεύω = αντιλέγω ἀνταγωνίζομαι = συναγωνίζομαι ἀντιδικέω-ῶ = ανταποδίδω την αδικία ἀνταίρω = ανθίσταμαι ἀντανάγω = εκπλέω επιτίθεμαι βγαίνω στο πέλαγος ἀνταποδίδωμι = ανταποδίδω ἀνταπόλλυμι = αντεκδικούμενος καταστρέφω ἀντεκπέμπω = στέλνω κι εγώ εναντίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 6

ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση ἀντέχω = διαρκώ παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι

προσκολλημένος σε κάτι ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω ανταλλάσσω ἀντιδικία = φιλονικία ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω συμφιλιώνομαι ἀντικόπτω = αντικρούω αντιστέκομαι ἀντιλέγω = αντιλέγω φιλονικώ ἀντίος = αντιμέτωπος ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι προβάλλω δικαιώματα ἀντίπορος = αντικρινός ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς

ναυμαχία ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου ἀντιτίθημι = αντιτάσσω ἀνυδρία = ξηρασία ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα ἀνύτω amp ἀνύω = τελειώνω κατορθώνω διανύω ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι

ἀνωμοτί = χωρίς όρκο ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε ἀνωφερής = ανηφορικός ἄξιος(lt ἄγω) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος =

χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος

φθηνός ἀξιόχρεως = αξιόπιστος ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο έχω τη γνώμη ἀξύμφορος = επιζήμιος ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 6: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 6

ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση ἀντέχω = διαρκώ παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι

προσκολλημένος σε κάτι ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω ανταλλάσσω ἀντιδικία = φιλονικία ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω συμφιλιώνομαι ἀντικόπτω = αντικρούω αντιστέκομαι ἀντιλέγω = αντιλέγω φιλονικώ ἀντίος = αντιμέτωπος ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι προβάλλω δικαιώματα ἀντίπορος = αντικρινός ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς

ναυμαχία ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου ἀντιτίθημι = αντιτάσσω ἀνυδρία = ξηρασία ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα ἀνύτω amp ἀνύω = τελειώνω κατορθώνω διανύω ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι

ἀνωμοτί = χωρίς όρκο ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε ἀνωφερής = ανηφορικός ἄξιος(lt ἄγω) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος =

χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος

φθηνός ἀξιόχρεως = αξιόπιστος ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο έχω τη γνώμη ἀξύμφορος = επιζήμιος ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 7: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 7

ἀπαγορεύω = απαγορεύω εξασθενώ κουράζομαι ἀπάγω = απομακρύνω οδηγώ προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο ἀπαθής = αναίσθητος αβλαβής χωρίς ατύχημα ἀπαλλάττω = απαλλάσσω απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ

ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω ἀπαντάω-ῶ = συναντώ αποκρίνομαι ανθίσταμαι αντιμετωπίζω ἅπαξ = μία φορά ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω ἀπειθής = ανυπάκουος ἄπειμι = είμαι μακριά απουσιάζω ἄπειρος = χωρίς δοκιμή άπειρος αμαθής Μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο ἀπελαύνω = εξορίζω απομακρύνω ἀπεχθάνομαι = μισούμαι ἀπέχθεια = αντιπάθεια ἀπεχθής = μισητός δυσάρεστος εχθρικός ἀπέχω-ομαι = απέχω ἀπίθανος = απίστευτος μη πειστικός ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ αμφιβάλλω ἀπιστία = δυσπιστία καχυποψία ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά ἀποβάλλω = απορρίπτω ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι αθωώνω ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό αποδεικνύω ἀποδίδωμι = επιστρέφω ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα =

ανακοινώνω τα ονόματα ἀποθνῄσκω = πεθαίνω φονεύομαι ἀποικίζω = ιδρύω αποικία ἀποκάμνω = κουράζομαι παραμελώ αποκνέω-ῶ = διστάζω φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο

αναβάλλω την εκστρατεία ἀποκτείνω = σκοτώνω θανατώνω ἀπολαμβάνω = παίρνω δέχομαι αποκλείω ἀπολαύω = καρπούμαι απολαμβάνω ἀπολείπω = αφήνω πίσω εγκαταλείπω ἄπολις-ιδος = εξόριστος ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω

την πατρίδα μου ἀπόλλυμι = χάνω φονεύω καταστρέφω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 8: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 8

ἀπολύω = λύνω ελευθερώνω αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες ἄπονος = άκοπος οκνηρός ἀπορία = δυσκολία έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι

σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω(διάκειμαι ndash διατίθεμαι) = βρίσκομαι

σε αμηχανία ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω αποσπώ αποσύρω ἀπόστασις = αποστασία επανάσταση ἀποστάτης = δραπέτης λιποτάκτης επαναστάτης ἀποτέμνω = αποκόπτω ἀποφαίνω = φανερώνω αποδεικνύω ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου προτείνω ἀποψηφίζομαι = αθωώνω λαμβάνω αντίθετη απόφαση ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα οκνηρία ἀπράγμων-ονος = νωθρός φιλήσυχος ἀπραξία = αδρανεια ἀπροφάσιστος = πιστός ειλικρινής πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως

ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά

ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο ἀργία = ανάπαυση οκνηρία απραξία ἀργός = άεργος αδρανής ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι

ἀρετή = ανδρεία ικανότητα υπεροχή ἀριθμέω-ῶ = μετρώ υπολογίζω ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα ἄριστον = πρόγευμα ἀρμόττω = συναρμόζω αρμόζω ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος ἀρρωστία = νόσος ασθένεια απροθυμία ἄρρωστος = ασθενής νωθρός απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος ἀρχή = έναρξη εξουσία κράτος ἄρχω = κάνω αρχή αρχίζω κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω εξουσιάζομαι

ἀρωγή = βοήθεια ἀρωγός = βοηθός ἀσθένεια = εξασθένηση αδυναμία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 9: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 9

ἄσιτος = νηστικός ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση ἀσταθής = αβέβαιος ασταθής ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο ἀταξία = ακαταστασία απειθαρχία ἀτιμάζω = δεν τιμώ βρίζω προσβάλλω ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα ἀτραπός = οδός μονοπάτι ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω νικιέμαι αὐθάδεια = θράσος αὐθάδης = θρασύς αὖθις = πάλι πίσω στο μέλλον αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία αὐτόματος = αυτόματα αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο

φυσικός θάνατος αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος αὐτόχθων-ονος = γηγενής ντόπιος ἀφαιρέω-ω amp ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ ἀφανής = αόρατος άσημος σκοτεινός ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ εξηγώ ἀφίημι = αφήνω ελευθερώνω αθωώνω ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω έρχομαι ἀφίστημι = απομακρύνω εμποδίζω ἀφίσταμαι = απέχω αποφεύγω αποστατώ επαναστατώ ἀφροσύνη = απερισκεψία ἄφρων-ονος = ανόητος παράφρων ἀχαριστία = αγνωμοσύνη ἄχθομαι = αγανακτώ στενοχωρούμαι ἄχθος = βάρος λύπη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 10: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 10

βαίνω = βαδίζω πορεύομαι βάλλω = ρίχνω χτυπώ ρίχνω(ακόντιο)από μακριά βάρβαρος = ο μη ελληνικός ο ξένος βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον βαρέως φέρω = δυσανασχετώ βέβαιος = σταθερός ασφαλής βιάζομαι = πιέζομαι καταβάλλομαι εξαναγκάζομαι βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα βίος = βίος περιουσία τα μέσα προς τη ζωή βοηθέω-ῶ = βοηθώ σπεύδω προς βοήθεια βοτόν = βόσκημα ζώο κτήνος βούλευμα = απόφαση βουλευτήριον = δικαστήριο βουλευτήριο βουλεύω = είμαι βουλευτής σκέπτομαι βουλεύομαι = σκέπτομαι

συσκέπτομαι αποφασίζω βούλομαι = θέλω επιθυμώ το βουλόμενον = επιθυμία

βραχύς = κοντός μικρός σύντομος διά βραχέων ή βραχύ τι = με

λίγα λόγια γέμω = είμαι γεμάτος γενναῖος = ευγενής ανδρείος τό γενναῖον = γενναιότητα

γέννημα = τέκνο καρπός γεραιός amp γηραιός = γέροντας σεβαστός γεραίτεροι = πρεσβύτεροι γῆρας = γηράματα γηράσκω amp γηράω-ῶ = γερνώ γηροτροφέω-ῶ = γηροκομώ γίγνομαί τινος = γεννιέμαι από κάποιον γίγνομαι ἐπί τινι = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου γίγνομαι ὑπό τινι = υποτάσσομαι σε κάποιον γίγνομαι ἔν τινι = φτάνω σε κάτι ταῦτα γιγνώσκω = αυτή τη γνώμη έχω οὕτω γιγνώσκω = τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω εναντίον του εχθρού ἐπαναγωγή = επίθεση κατά θάλασσα ἐπανίσταμαι = επαναστατώ ἐπαρκέω-ῶ = αποκρούω βοηθώ υπερασπίζω ἐπείγομαι = βιάζομαι ἐπέλασις = επίθεση επιδρομή ἐπελαύνω = εκστρατεύω εφορμώ ἐπεξάγω = εκστρατεύω βγάζω στρατό εναντίον ἐπέξειμι amp ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον διώκω δικαστικώς ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου

κάποιου ἐπέχω = κρατώ αναβάλλω εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα =

αναβάλλω τα σχέδιά μου ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος

επιβουλής ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο εχθρική ενέργεια ἐπιδίδωμι = προοδεύω αυξάνομαι ἐπίδοξος = πιθανός ενδεχόμενος ἐπιθαλαττίδιος amp ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 17

ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία

ἐπικαίριος amp ἐπίκαιρος = επίκαιρος κατάλληλος ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα (στον στρατό) ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι επιτίθεμαι φέρομαι εχθρικά ἐπικλινής = κατηφορικός ἐπικουρία = προστασία βοήθεια ἐπίκουρος = βοηθός προστάτης ἐπιλέγω = εκλέγω ἐπιλείπω = δεν επαρκώ εξαντλούμαι στερούμαι εκλείπω ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί ἐπίλοιπος = υπόλοιπος ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμειξία ἐπίμειξις = επικοινωνία συναναστροφή ἐπιμέλεια = φροντίδα απασχόληση ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι ἐπίνειον (lt ἐπί-ναῦς) = ναύσταθμος λιμάνι ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι σχεδιάζω μηχανεύομαι ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι προσβάλλω πέφτω επάνω ἐπιπλήσσω = χτυπώ επιπίπτω τιμωρώ με λόγια ἐπίπλους = ναυτική επίθεση επιδρομή Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών ἐπίσκεψις = επιθεώρηση σκέψη έρευνα ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω ερευνώ ἐπισκήπτω = παραγγέλλω εξορκίζω ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ επισκέπτομαι ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης επόπτης επιμελητής ἐπιστέλλω = παραγγέλλω διατάζω τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα ἐπιστήμη = γνώση δεξιότητα ἐπιστρεφής = προσεκτικός έξυπνος ἐπισφαλής = ασταθής αβέβαιος ἐπίσχω = εμποδίζω σταματώ ἐπίταξις = διαταγή ἐπιτάσσω = διατάζω διορίζω κάποιον ως αρχηγό ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 18

ἐπιτείχισμα = φρούριο οχυρό ἐπιτήδειος = κατάλληλος χρήσιμος τά ἐπιτήδεια = εφόδια τα αναγκαία για τροφή ἐπιτήδευμα = ασχολία επάγγελμα ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι έχω κάτι ως έργο μου διαπράττω ἐπιτίθημι = προσθέτω επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι αναθέτω ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη ἐπιτροπεία = κηδεμονία ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω ἐπιτυγχάνω = συναντώ τυχαία βρίσκω ἐπιφέρω = αποδίδω καταλογίζω ρίχνω ἐπιφέρομαι = ορμώ απειλώ ἐπίφορος = κατηφορικός με κατεύθυνση ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι επιχειρώ ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού ἐπιχώριος = εγχώριος ντόπιος ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία ἔποικος = άποικος γείτονας ἕπομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐπονείδιστος = επαίσχυντος αισχρός ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος ευνοώ ἔπουρος = ούριος ἐράω-ῶ = αγαπώ είμαι εραστής ἐργάζομαι = κάνω προξενώ εργάζομαι ἔργον = έργο πόλεμος δύσκολο πράγμα ἐργώδης = κοπιαστικός ἔρεισμα = στήριγμα ἐρέσσω = κωπηλατώ ἐρέτης = κωπηλάτης ἐρῆμος = έρημος μόνος ἐρημόω-ῶ = ερημώνω καταστρέφω ἔρις = φιλονικία άμιλλα χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι ἔρως = έρωτας πόθος επιθυμία ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ ζητώ να μάθω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 19

ἔσχατος = τελευταίος απώτατος ἑταῖρος = φίλος σύντροφος ἑτοῖμος amp ἕτοιμος = έτοιμος εὐβουλία = φρόνηση εὔβουλος = συνετός εὐγενής = ο καλής καταγωγής εὐδαιμονία = ευτυχία εὐδαίμων = ευτυχής εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη προοδεύω εκτιμώμαι εὐδόκιμος = έντιμος επαινετός εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος εὐεργέτημα = ευεργεσία υπηρεσία εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις εὐήθης = αφελής ανόητος εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος εὐκλεής = περίφημος ένδοξος εὔκλεια = δόξα εὐκοσμία = ευπρέπεια τάξη εὐλάβεια = προσοχή εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω φυλάγομαι εὐμενής = ευνοϊκός εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον

εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους κυβερνώμαι καλά εὐνομία = καλή διοίκηση εὔνους = ευνοϊκός φιλικός εὐπάθεια = ευτυχία εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ εὐπρανία amp εὐπραξία = ευτυχία εὖρος = πλάτος εὐρωστία = σωματική δύναμη εὔρωστος = ρωμαλέος εὔτακτος = τακτικός πειθαρχικός εὐταξία = πειθαρχία εὐτρεπίζω = ετοιμάζω τακτοποιώ επισκευάζω εὐφροσύνη = χαρά ἐφεξής = κατά σειρά διαδοχικά ἐφέπτω amp ἐφέπτομαι = ακολουθώ καταδιώκω ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ πληροφορώ ἐφήδομαι = επιχαίρω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 20

ἐφίημι = στέλνω ρίχνω απολύω ἐφίεμαι = επιθυμώ δίνω εντολές ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω διορίζω ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι εξεγείρω ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό πολιορκώ ἐφόρμησις amp ἔφορμος = αποκλεισμός πολιορκία ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ ἔχθος = (το) μίσος ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική ἐχυρός (lt ἔχω) = οχυρός ασφαλής ἔχω = έχω κατέχω κρατώ αντέχω ἔχομαι = κατέχομαι κρατούμαι προσκολλώμαι ἔχω + απαρέμφ= μπορώ ἕως = αυγή ἅμα ἕῳ = τα χαράματα ζεύγνυμι = ζεύω δένω συνδέω ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά ζηλόω-ῶ = ζηλεύω ζημία = βλάβη πρόστιμο ποινή τιμωρία ζημιόω-ῶ = βλάπτω τιμωρώ ζητέω-ῶ = ζητώ επιθυμώ ζήω-ῶ = ζω ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό αιχμαλωτίζω ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 21

ἥβη = νεότητα ἡγεμονία = αρχηγία αρχή κυριαρχία ἡγεμών = αρχηγός οδηγός ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι οδηγώ είμαι αρχηγός θεωρώ νομίζω πιστεύω περί πολλοῦ (πλείονος πλείστου) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω

μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία σε κάτι ἥδομαι = ευχαριστούμαι ἡδονή = ευχαρίστηση τέρψη ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή απολαύσεις ἡδύς = γλυκός ἡδέως = με ευχαρίστηση ἥκιστα = καθόλου ἥκω = έχω έλθει έχω καταντήσει ἡλικιώτης amp ἧλιξ= συνομήλικος ἡλίκος = πόσο μεγάλος πόσο μικρός ἡμέτερος = δικός μας ἠμί = λέγω ἦν δrsquo ἐγώ = είπα εγώ ἦ δrsquo ὅς = είπε αυτός

ἤπειρος = στεριά Ἤπειρος = η Ασία ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω

ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος νικιέμαι υστερώ θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας θάλπος = θερμότητα ζέστη θανατόω-ῶ = θανατώνω φονεύω θαρσέω-ῶ amp θαρρῶ = παίρνω θάρρος τό θαρσοῦν = το θάρρος θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος τόλμη θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος θαυμάζω = απορώ θαυμάζω ζηλεύω εκπλήττομαι θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος αξιοθαύμαστος θεάομαι-ῶμαι = βλέπω εξετάζω θεῖος = θεϊκός θέμις (lt τίθημι)= νόμος δίκαιο ορθό θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 22

θεραπεύω = υπηρετώ λατρεύω περιποιούμαι θεράπων-οντος = υπηρέτης θέω = τρέχω πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην

θεωρέω-ῶ = βλέπω παρατηρώ επιθεωρώ θηράω-ῶ = κυνηγώ συλλαμβάνω αιχμαλωτίζω σκοτώνω επιδιώκω θνῄσκω = πεθαίνω σκοτώνομαι θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο θορυβοῦμαι = ταράζομαι ενοχλούμαι θροῦς = ψίθυρος θυμοειδής = ζωηρός ορμητικός θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι θύω-θύομαι = θυσιάζω θωπεία = κολακεία θωπεύω = κολακεύω θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω ἴδιος = δικός μου ιδιωτικός προσωπικός ατομικός τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις ἰδίᾳ = ιδιαίτερα προσωπικά ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου ἱδρύω = ιδρύω κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια

ἱερός = ιερός αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν

ευνοϊκές ἵημι = ρίχνω εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ

ἱκετεύω = παρακαλώ ἱκέτης = ικέτης ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος ἵστημι = στήνω διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι κείμαι

ἰσχύς = δύναμη ἰσχύω = είμαι (γίνομαι) ισχυρός

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 23

καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω κατεδαφίζω καταδικάζω κυριεύω καθαίρω = καθαρίζω κάθαρσις = εξαγνισμός καθίστημι = διορίζω εγκαθιστώ παρατάσσω τακτοποιώ καθίσταμαι

= εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα

της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις

καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας καίριος = αξιόλογος κατάλληλος καιρός = ευκαιρία κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι =

αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα κακία = κακότητα δειλία κακοδαιμονία = ατυχία δυστυχία κακοδοξία = κακή φήμη κακόνους = δυσμενής ο σκεπτόμενος κακό κακοπάθεια = αθλιότητα κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω δυστυχώ κακοπραγία = αποτυχία δυστυχία κακουργέω-ῶ = πράττω κακά βλάπτω καλέω-ῶ = καλώ προσκαλώ κάμνω = κοπιάζω ασθενώ νικιέμαι καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι απολαμβάνω έχω έσοδα από κάπου καρτερέω-ῶ = υπομένω αντέχω καταβαίνω = κατεβαίνω καταβάλλω = ρίχνω κάτω ανατρέπω νικώ κατεδαφίζω καταβοή = κατακραυγή καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι

καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται =

γίνεται καταδίκη σε θάνατο καταγορεύω = κατηγορώ κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 24

κατάδηλος = ολοφάνερος καταδουλόω-ῶ amp καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω καταισχύνω = ντροπιάζω καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο στρατολογώ καταριθμώ εκθέτω κατά τάξη καταλείπω = κληροδοτώ αφήνω πίσω εγκαταλείπω παραδίδω καταλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση καταλλάσσω = συμφιλιώνω κατάλυσις = διάλυση κατάργηση καταλύω = λύνω καταβάλλω καταργώ καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία καταπλέω = προσορμίζομαι κατάπληξις = έκπληξη φόβος καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον καταπλήσσομαι = φοβάμαι κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι κατασήπομαι = σαπίζω κατατρίβω = αφανίζω καταστρέφω καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ περηφανεύομαι καταψηφίζομαι = καταδικάζω κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ διατυπώνω κατηγορίες κατοικέω-ῶ = κατοικώ κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους κατοικτείρω amp κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ καῦμα = καύσωνας καῦσις = καύση καυτηρίαση κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος έχω ταφεί κελεύω = διατάζω προτρέπω συμβουλεύω παρακαλώ κενός = αδειανός στερημένος κεράννυμι = αναμειγνύω συνδυάζω κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως πτέρυγα σάλπιγγα κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη κερδαλέος = επικερδής κηδεστής = συγγενής γαμβρός κηδεστία = συγγένεια κήδομαι = φροντίζω κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 25

κίνησις = αναστάτωση πόλεμος κλαυθμός = θρήνος κοινός = κοινός δημόσιος αμερόληπτος τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών τά κοινά = διαχείριση των κοινών δημόσιες υποθέσεις κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω κάνω κάτι από κοινού συμφωνώ κοινωνός = συνεργάτης κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ

κουφίζω = ανακουφίζω κρατέω-ῶ (τινός) = γίνομαι κύριος κυριεύω επικρατώ κρατῶ (τινα) = νικώ κράτος = δύναμη εξουσία κυριαρχία κρείττων = ο πιο δυνατός κρημνώδης = απόκρημνος κρήνη = βρύση πηγή κρηπίς = θεμέλιο κρίνω = διαχωρίζω αποχωρίζω αποφασίζω κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον κρούω amp κρούομαι = χτυπώ συγκρούω κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ κρύφα = κρυφά κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ προμηθεύομαι κτείνω = σκοτώνω κώλυμα = εμπόδιο κωλύμη = παρακώλυση εμπόδιση κωλύω = εμποδίζω απαγορεύω κώμη = χωριό οικισμός λαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη λάθρα = κρυφά λανθάνω amp λήθω = διαφεύγω την προσοχή λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ λέγω = λέγω προτείνω παραγγέλλω εὖ λέγω = επαινώ κακῶς λέγω = κακολογώ

οἱ λέγοντες = οι ρήτορες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 26

ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν =

για να πω γενικά συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι =

για να πω με λίγα λόγια λείπω = αφήνω εγκαταλείπω λείπομαι = καταλείπομαι υπολείπομαι

είμαι κατώτερος υστερώ λεκτικός = ικανός στο λέγειν λεπτόγεως = άγονος λῄζομαι = ληστεύω διαρπάζω λιμός = πείνα λιπαρέω-ῶ = επιμένω ικετεύω λιπαρής = επίμονος πείσμων λιπαρός = χαρούμενος λαμπρός λόγος = λόγος επιχείρημα πρόταση δικαιολογία λογικό ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με

κάποιον τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ λόγον δίδωμι = λογοδοτώ

λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις ἐκφέρω λόγον =

διαδίδω την πληροφορία λοιμός = νόσος λοιπός = υπόλοιπος λοιπόν ἐστι = απομένει υπολείπεται τό λοιπόν

= στο εξής λυμαίνομαι = κακοποιώ βλάπτω λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια πλεονέκτημα

λύω = λύνω διαλύω παραλύω απαλλάσσω λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες μακρηγορέω-ῶ = μακρολογώ μακρηγορία = μακρολογία μάλα ndash μαλλον - μάλιστα = πολύ περισσότερο πάρα πολύ μανία = παραφροσύνη μανία μαρτυρέω-ῶ = βεβαιώνω καταθέτω μαρτυρῶ τά ψευδῆ = δίνω ψευδείς μαρτυρίες μάτην = μάταια άσκοπα απερίσκεπτα μάχην νικῶ = κερδίζω μάχη μάχῃ νικῶ = νικώ μαχόμενος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 27

μεγαλοφρονέω-ῶ= έχω μεγάλη πεποίθηση σε κάτι είμαι μεγαλόψυχος μεγαλοφροσύνη = μεγαλοψυχία μέγας = μεγάλος ψηλός εκτεταμένος μέγα φρονῶ = περηφανεύομαι μεθίστημι = μεταβάλλω μεθίστημι τήν πολιτείαν = μεταβάλλω το πολίτευμα μεθίσταμαι = παραμερίζω μετακινούμαι μειονεκτέω-ῶ = υστερώ μελέτη = φροντίδα επιμέλεια μέλλησις = βραδύτητα αναβολή μέλλω = σκοπεύω σκέπτομαι βραδύνω αναβάλλω διστάζω πρόκειται ναhellip μέλει τινί τινος = φροντίζει ενδιαφέρεται κάποιος για κάτι μέμφομαι = κατηγορώ μερίζω = κόβω σε μερίδια διαμοιράζω μεστός = γεμάτος μεστόω-ῶ = γεμίζω μεταβάλλω = αλλάζω τροποποιώ μεταβολή = αλλαγή μεταβουλεύω = μεταβάλλω γνώμη μετανοώ μεταδίδωμι = δίνω ένα μέρος από κάτι μεταλαμβάνω = λαμβάνω ένα μέρος από κάτι μεταλλαγή = ανταλλαγή μεταλλάττω = μεταβάλλω ανταλλάσσω μεταμέλει τινί = μετανοεί κάποιος μεταμέλομαι = μετανοώ μεταμέλεια = μετάνοια μετάστασις = μετακίνηση μετανάστευση μετοίκηση μετανίστημι = μετακινώ κάποιον από τη χώρα του μετανίσταμαι = μετοικώ μεταναστεύω μεταπείθω = μεταβάλλω την πεποίθηση κάποιου μεταπέμπω = προσκαλώ ανακαλώ μεταπέμπομαι = στέλνω και

προσκαλώ μέτειμι (lt μετά+εἰμί) = είμαι μεταξύ μέτεστί τινί τινος = κάποιος μετέχει σε κάτι μετέρχομαι = καταδιώκω επιδιώκω εκδικούμαι μετέωρος = ο υψούμενος πάνω από το έδαφος μετοικέω-ῶ = αλλάζω κατοικία είμαι μέτοικος μετοίκησις = αλλαγή κατοικίας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 28

μετοικίζω = οδηγώ κάποιον σε άλλο τόπο μετουσία (μέτεστι) = συμμετοχή μηδαμῇ = πουθενά καθόλου με κανέναν τρόπο μηδαμόθεν = από

πουθενά μηδαμοῦ = πουθενά μηδαμῶς = καθόλου με κανέναν

τρόπο μηδέποτε = ουδέποτε

μηκύνω = εκτείνω παρατείνω μηνύω = φανερώνω προδίδω καταγγέλλω μητρόπολις = η πόλη που ίδρυσε την αποικία μεῖον ἔχω τι = μειονεκτώ σε κάτι περί ἐλάττονος ποιοῦμαι = θεωρώ μικρότερης αξίας μιμνῄσκω = υπενθυμίζω μιμνῄσκομαι = θυμάμαι κάνω μνεία

μισθοφορέω-ῶ = λαμβάνω μισθό υπηρετώ έναντι μισθού μισθοφόρος = μισθωτός ἐλλιπής μνήμης γίγνομαι = λησμονώ μνημονεύω = θυμάμαι μόρα (μείρομαι) = σπαρτιατικό στρατιωτικό τμήμα 400 ανδρών τάγμα μορία (εννοείται ἐλαία) = ιερή ελιά μῦθος = λόγος συμβουλή διήγημα μύριοι = δέκα χιλιάδες μυρίοι = αμέτρητοι

μωρία = ανοησία μωρός amp μῶρος = ανόητος νυκληρέω-ῶ = είμαι ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου νυκρατέω-ῶ = είμαι κύριος στη θάλασσα με τον στόλο μου νυμαχέω-ῶ = συνάπτω ναυμαχία ναυπηγέω-ῶ = κατασκευάζω πλοία ναῦς = πλοίο νῆες μακραί = πλοία πολεμικά νῆες στρογγύλαι =

πλοία εμπορικά πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο νῆες ἀντίπρῳροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία νέμω = διαμοιράζω βόσκω νέμω χώραν (γῆν χωρίον) = κατέχω

νεώριον = ναύσταθμος νεωστί = πρόσφατα προ ολίγου νεωτερίζω = επιχειρώ πολιτικές αλλαγές νεωτερισμός = επαναστατική κίνηση

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 29

νικάω-ῶ = νικώ επικρατώ νικῶ μάχῃ (ναυμαχίᾳ πολιορκίᾳ) =

νικώ μαχόμενος ναυμαχώντας πολιορκώντας νομίζω = νομίζω πιστεύω θεωρώ τά νομιζόμενα - τά νενομισμένα

= τα έθιμα οι καθιερωμένες τιμές νόμος = νόμος συνήθεια νόμος κύριος = έγκυρος νόμος ἐπιτήδειος = κατάλληλος νόμον τίθημι = ως νομοθέτης θεσπίζω νόμο νόμον τίθεμαι = ως

λαός θέτω νόμους μέσω νομοθέτη λύω τον νόμον = καταργώ το

νόμο γράφω νόμον = συντάσσω νόμο εἰσφέρω νόμον = προτείνω

νόμο ἀποδείκνυμι νόμους = δημοσιεύω νόμους

νουθετέω-ῶ = συμβουλεύω ὁ νοῦν ἔχων = γνωστικός προσέχω τόν νοῦν = στρέφω την

προσοχή μου ξενηλασία = απέλαση ξενία = φιλοξενία ξενικόν = μισθοφορικό στράτευμα ξένιος = φιλόξενος ξένιος Ζεῦς = προστάτης των ξένων

ξένια = δώρα φιλοξενίας ξένος = φιλοξενούμενος ξένος φίλος οἶδα = γνωρίζω κατανοώ χάριν οἶδά τινι = χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον κακῶς οἶδα =

δεν γνωρίζω καλά ότι οἴκαδε = προς την οικία προς την πατρίδα οἴκοθεν = από τον οίκο

από την πατρίδα οἴκοθι = στον οίκο οἴκοι = στον οίκο

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 30

οἰκεῖος = δικός οικιακός συγγενικός οικογενειακός φίλος τά οἰκεῖα =

ατομικές υποθέσεις οἰκείως = ευνοϊκά φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά

με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον

οἰκέτης = δούλος υπηρέτης οἰκέω-ῶ = κατοικώ οἰκήτωρ = κάτοικος άποικος οἰκίζω = χτίζω οικία ιδρύω αποικία οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον οἰμωγή = θρήνος οἰμώζω = θρηνώ οἴομαι = νομίζω φαντάζομαι σκοπεύω οἶόν τrsquo ἐστί = είναι δυνατόν οἶός τrsquo εἰμι = δύναμαι μπορώ οἴχομαι = έχω φύγει αφανίζομαι οἰωνός = μαντικό πτηνό σημείο οιωνός ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα οἱ ολίγοι = οι ολιγαρχικοί ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ αδιαφορώ ὀλιγωρία = αδιαφορία παραμέληση ὄλλυμι amp ὀλλύω = χάνω καταστρέφω ὀλοφυρμός = θρήνος ὀλοφύρομαι = θρηνώ ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι ὄμνυμι = ορκίζομαι βεβαιώνω με όρκο ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ ὁμογνώμων = σύμφωνος ὁμόθυμος = ομόφωνος ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ παραδέχομαι ὅμορος (ὁμοῦ-ὅρος) = γειτονικός ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή ὁμοῦ = μαζί ὁμόφυλος = ομοεθνής ὀνειδίζω = κατηγορώ προσβάλλω ὄνειδος = κατηγορία ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω

κάποιον στην καταισχύνη ὀνομάζω = ονομάζω καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω =

μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 31

τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι στρατοπεδεύω ὁπότερος = όποιος απrsquo τους δύο ὀρέγω = προτείνω προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ

ὄρεξις = επιθυμία κλίση ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι

ὁρμάω-ῶ = παρακινώ ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ είμαι πρόθυμος

ὁρμίζω = προσορμίζω αγκυροβολώ ὀρύττω = σκάβω ἐφrsquo ᾧ amp ἐφrsquo ᾧ τε (+ απαρ) = υπό τον όρο ὀφείλω (ὄφελος) = οφείλω ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι

ὀχλώδης = ταραχώδης ὀψέ = αργά ὀψία = εσπέρα πάθος = πάθημα συμφορά ατύχημα παιδεύω (lt παῖς) = εκπαιδεύω παμπληθής = πάρα πολύς πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό παντάπασιν = εντελώς πανταχῇ = παντού πανταχόθεν = από παντού παντελής = τέλειος ολόκληρος πλήρης παραβάλλω = συγκρίνω τοποθετώ παραγγέλλω = διατάζω αναγγέλλω παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι φθάνω παράγω = παρασύρω οδηγώ πλησίον παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ παρακινώ παρακαλοῦμαι =

επικαλούμαι προτείνω παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 32

παραλλάττω = μεταβάλλω αλλοιώνω παραλύω = λύνω καταλύω ελευθερώνω παραπλέω = πλέω παραλιακά παραπλεύρως παρασκευή =(πολεμική) ετοιμασία παραυτίκα = αμέσως πάρειμι (lt παρά+εἰμί) = είμαι παρών παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα =

παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν οἱ παριόντες = οι ρήτορες οι διαβάτες παρέχω = δίνω προξενώ παράγω παρέχω πράγματα =

ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή

παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα πάσχω = παθαίνω υποφέρω τιμωρούμαι εὖ πάσχω =

ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι

πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική

κληρονομιά παύω = παύω διακόπτω τελειώνω πεδίον (lt πέδον) = πεδιάδα πειράω-ῶ = δοκιμάζω επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω

προσπαθώ επιτίθεμαι πένης = φτωχός άπορος στερημένος περιάγω = περιφέρω περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ κατεδαφίζω περιγίγνομαι = υπερέχω νικώ επικρατώ περιίστημι = περικυκλώνω περίλοιπος = υπόλοιπος περίλυπος = λυπημένος περιμάχητος = περιζήτητος περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα περιφρονώ επιτρέπω ανέχομαι περιμένω βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω

περιουσία = αφθονία περιουσία περιπλέω = πλέω γύρω περίπλεως amp ndashπλεος = κατάμεστος περιτείχισμα = οχύρωμα πιθανός = πιστικός πιστευτός πίπτω = πέφτω σκοτώνομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 33

πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι πλήθω = είμαι γεμάτος πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα

πλήρης = γεμάτος επαρκής πληρόω-ῶ = γεμίζω εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω

πλοίο πλώιμος = πλωτός κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει πνῖγος (τό) = υπερβολική ζέστη ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο είμαι αίτιος πολέμου εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ βλάπτω

ποιοῦμαι = κατασκευάζω θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι =

κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς =

συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω εξοντώνω εξουδετερώνω περί πολλοῦ (περί πλείονος περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο σπουδαιότατο) αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη μεγίστη) σημασία περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος περί ἐλαχίστου περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη ελάχιστη καμία) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ

κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό πολέμιος = εχθρός πολιτεία = πολίτευμα δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα πολιτεύω = είμαι πολίτης ζω ως πολίτης πολιτεύομαι =

αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά

κυβερνώμενες πολλάκις = πολλές φορές πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές

σε πολλά μέρη πολυπράγμων = πολυάσχολος περίεργος ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ

οὐδέν πλέον = κανένα όφελος κέρδος πλέον φέρομαί τινος =

πλεονεκτώ πονέω-ῶ = κοπιάζω στενοχωριέμαι πονηρός = κακός φαύλος βλαβερός πόνος = κόπος αγώνας

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 34

πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα =

αποκτώ δύναμη πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι πράσσω = πράττω κατορθώνω διαπραγματεύομαι εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα

από πολλές διαπραγματεύσεις πρεσβεία = πρέσβεις αποστολή πρέσβεων πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος είμαι πρεσβευτής πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι στέλνω πρέσβεις πηγαίνω ως πρεσβευτής προαγορεύω = προειδοποιώ δηλώνω απερίφραστα προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι

προαίρεσις = προτίμηση εκλογή προαιροῦμαι = εκλέγω προτιμώ προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι προβλέπω προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός προβολή = προεξοχή καταγγελία προβουλεύω = προμελετώ καταρτίζω σχέδιο νόμου πρόδηλος = ολοφάνερος προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος επιθυμώ προθυμία = προθυμία ζήλος προΐεμαι = εγκαταλείπω περιφρονώ παραμελώ προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής είμαι αρχηγός οἱ προεστῶτες = αρχηγοί προλέγω = προτιμώ προφητεύω δημόσια διακηρύσσω διατάζω προνοέω-ῶ = προβλέπω φροντίζω προνομή = επιδρομή διαρπαγή προπετής = ορμητικός βίαιος επιρρεπής προσάγω = οδηγώ προσκομίζω προσάντης = ανηφορικός δύσκολος δυσάρεστος προσδοκάω-ῶ = περιμένω ελπίζω προσδοκέω-ῶ= φαίνομαι θεωρούμαι πρόσειμι (lt πρός + εἶμι) = προσέρχομαι επέρχομαι πλησιάζω πρόσειμι (πρός + εἰμί) = είμαι παρών προσθέτομαι προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 35

πρόσοικος = γειτονικός προσπίπτω = πέφτω επάνω σεhellip προσκρούω επέρχομαι ξαφνικά προσπλέω = πλησιάζω πλέω προς πλέω εναντίον πρόσφορος = χρήσιμος ωφέλιμος κατάλληλος πρέπων πρότερος = πιο μπροστά προηγούμενος προὔργου (lt πρό + ἔργου) = χρήσιμος ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω οπισθοχωρώ

πρύμναν λύω = αποπλέω πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω πληροφορούμαι ακούω πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα ῥᾴδιος (παραθῥᾴων-ῥᾷστος) = εύκολος πρόθυμος έτοιμος ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ αδιαφορώ ῥαστώνη = ευχέρεια ανάπαυση ῥώμη = δύναμη θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος με σθένος

σεμνός (σέβω) = σεβαστός σπουδαίος σθένος = δύναμη σιγήν ἔχω = σιωπώ διάγω ειρηνικά σῖτος amp πληθ τά σῖτα = σιτάρι αλεύρι σῖτος τακτός =

ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται

τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα

πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά

ωριμάζουν σκεδάννυμι = διασκορπίζω σκευάζω = παρασκευάζω κατασκευάζω σκευή = ετοιμασία ενδυμασία στολή

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 36

σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια οι

αποσκευές σκέψις = σκέψη εξέταση σκηνόω-ῶ (lt σκῆνος) = κατασκηνώνω σκοπέω-ῶ amp σκοποῦμαι = παρατηρώ προσέχω κατασκοπεύω κρίνω εννοώ σκέπτομαι σκέψασθε παρrsquo ὑμῖν αὐτοῖς =

σκεφθείτε μέσα σας σκοταῖος = σκοτεινός με το σκοτάδι σπένδομαι = κάνω σπονδές συνθηκολογώ ειρηνεύω σπεύδω = επιταχύνω επιδιώκω βιάζομαι σπονδή (lt σπένδω) = σπονδή συνθήκη ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι =

κλείνω ειρήνη υπογράφω συνθήκη σποράδην amp σποράδες = σκορπιστά σποραδικά σπουδάζω = επιδιώκω φροντίζω στέλλω-ῶ = αποστέλλω στέργω = αγαπώ αρκούμαι στρατοπεδεία amp στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι συναντώ συνενώνομαι συγγιγνώσκω = συμφωνώ ομολογώ συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω =

συγχωρούμαι σύγκειμαι = αποτελούμαι από συκοφαντέω-ῶ =συκοφαντώ συλλαμβάνω = συλλαμβάνω συλλέγω = συγκεντρώνω στρατολογώ σύλλογος = συνέλευση συγκέντρωση συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία συμβάλλω = συνενώνω συντελώ συμβολή = συνάντηση ένωση συμπεριάγω = περιφέρω μαζί συμπίπτω = πέφτω με ορμή πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει συμπράττω = συνεργώ βοηθώ συναγείρω = συγκαλώ συναθροίζω συνάγω = συγκεντρώνω συνάπτω συναλλαγή = ανταλλαγή συμφιλίωση συναλλάττω = συμφιλιώνω ανταλλάσσω σύνδικος = συνήγορος

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 37

συνέχω = συγκρατώ διαφυλάττω συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος συνίστημι = στήνω μαζί συνδυάζω συνενώνω συγκροτώ συνίσταμαι = συμπλέκομαι συνδέομαι έρχομαι σε συνεννόηση

συνιστάμενον (τό συνεστηκός) = συνωμοσία συνωμότες σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι

σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος συνουσία (σύνειμι) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ σφάλλω = βλάπτω σφάλλομαι = κάνω σφάλμα πλανώμαι απατώμαι παθαίνω σφάλμα = αποτυχία ζημία λάθος σφόδρα = πολύ σχολή = οκνηρία ευκαιρία απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ

αδρανώ σῴζω = σώζω διατηρώ διαφυλάττω ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης τακτός = καθορισμένος τάττω = τακτοποιώ παρατάσσω τείχισμα = οχύρωμα τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους τελευτάω-ῶ = τελειώνω καταλήγω τελευτῶ (τόν βίον) =

πεθαίνω τελευτῶν (επιρ) = τελικά

τελευτή = θάνατος τέλος τελέω-ῶ = εκτελώ πληρώνω τέλος = αποτέλεσμα τέλος σκοπός πληρωμή φόρος οἱ ἐν τέλει (οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος τά τέλη τά οἴκοι τέλη) = οι άρχοντες (στην πατρίδα) τέμνω = κόβω διαιρώ χωρίζω τέμνω τόν σῖτον (τήν χώραν) = καταστρέφω τα σπαρτά (την ύπαιθρη χώρα) τίθημι = τοποθετώ θέτω κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα =

προκηρύσσω διοργανώνω αγώνα τίθημι νόμον = εισάγω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 38

προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω παρατάσσω τιμάω-ω = τιμώ σέβομαι ανταμείβω τιμῶ τινί τινος (ως

δικαστής) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι τιμωρέω-ῶ (τινί) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ

λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ εκδικούμαι

τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι τριταῖος = τριών ημερών κατά την τρίτη ημέρα τριχῇ = σε τρία μέρη κατά τρεις τρόπους τυγχάνω = πετυχαίνω βρίσκω συναντώ υἱόν ποιοῦμαι (τίθεμαι) = υιοθετώ ὑπάγω = υποτάσσω αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω

στα δικαστήρια ὑπάρχω = κάνω την αρχή υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω

την αρχή ευεργεσίας ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω διασώζω ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος ὑπερβάλλω = υπερτερώ είμαι υπερβολικός ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι ὑποπτεύω = υποψιάζομαι φοβάμαι προαισθάνομαι ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής με προστασία σπονδών

ἀπέδοσαν (ἀνείλοντο) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω (περισυνέλεξαν) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω ὑποτίθεμαι = θέτω ως βάση υποθέτω ὑποχείριος = ο κάτω από την εξουσία ὑποχείριος γίγνομαι =

υποτάσσομαι ὑποχείριόν τινα ποιοῦμαι = υποτάσσω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 39

ὔστατος = τελευταίος ὑστεραία (ἡμέρα) = η επόμενη μέρα ὕστερος = επόμενος μεταγενέστερος κατώτερος ὑφηγέομαι-οῦμαι = υποδεικνύω δείχνω το δρόμο ὑφίστημι = τοποθετώ από κάτω ὑφίσταμαι = υποτάσσομαι υπόσχομαι φαιδρός = λαμπρός εύθυμος φαίνω = φανερώνω δείχνω φρουράν φαίνω = κηρύττω

επιστράτευση φαῦλος = ασήμαντος χυδαίος φείδομαι = λυπάμαι λογαριάζω φειδώ = φροντίδα οικονομία φέρω = φέρνω μεταφέρω χάριν φέρω = χαρίζομαι

ευγνωμονώ τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω ἄγω καί φέρω =

αρπάζω βλάπτω λεηλατώ βαρέως φέρω = αγανακτώ εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά πετυχαίνω εκτιμώμαι κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω

κάποιου πλεονεκτώ φεύγω = φεύγω καταφεύγω εξορίζομαι ὁ φεύγων = ο

κατηγορούμενος ο εξόριστος φθάνω = προλαβαίνω οὐ φθάνω(+ κατηγ μετοχή)hellipκαιhellipμόλις

αμέσως φθείρω = καταστρέφω εξοντώνω φθονέω-ῶ = αρνούμαι φθονώ φθονῶ τινί τινος = από φθόνο

αρνούμαι κάτι σε κάποιον φιλέω-ῶ = αγαπώ φιλοξενώ φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος φιλονικία = φιλονικία αντιζηλία φιλοπονία = εργατικότητα φιλόπονος = εργατικός κοπιαστικός φίλος = φίλος αγαπητός σύμμαχος φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ ανταγωνίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 40

φιλοτιμία = φιλοδοξία ανταγωνισμός φιλότιμος = φιλόδοξος φοβέω-ῶ = εκφοβίζω φοιτάω-ῶ (lt φοῖτος) = συχνάζω φορά = μεταφορά εισφορά φράζω = λέγω συμβουλεύω φρονέω-ω = σκέπτομαι νομίζω οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί

κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές

(φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις φρουρά = φρουρά φρούρηση φρουράν φαίνω = κηρύττω τον

πόλεμο κάνω επιστράτευση φυγάς = εξόριστος δραπέτης κατάγω φυγάδα = επαναφέρω

στην πατρίδα ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται

στην πατρίδα φυλακή = φρούρηση φρουρά φρούριο σωματοφυλακή

φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή φυλάττω = φυλάω φρουρώ φυλάττομαι = αποφεύγω προφυλάττομαι φύσις = φύση χαρακτήρας οργανισμός πέφυκα = είμαι εκ φύσεως φύσει πεφυκότα = τα φυσικά

στοιχεία χαλεπαίνω = αγανακτώ οργίζομαι χαλεπός = δύσκολος φοβερός χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι

βρίσκομαι σε δύσκολη θέση χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ

δυσφορώ το φέρνω βαριά χαρίεις = χαριτωμένος χαριέντως = με χάρη

χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω

χάρη δίκαιη (εύκολη) κεχαρισμένος = ευχάριστος

χάρις = χάτη εύνοια ευχαρίστηση ευγνωμοσύνη χάριν οἶδά τινι (χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι) = χρωστώ ευγνωμοσύνη ευχαριστώ ευγνωμονώ χειμών-ῶνος = χειμώνας κακοκαιρία

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 41

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω υποτάσσω αιχμαλωτίζω χειροτονέω -ῶ = εκλέγω διορίζω ψηφίζω αποφασίζω (με ανάταση χεριού) χρεία (χρῶμαι) = χρήση ανάγκη χρησιμότητα χρή = είναι ανάγκη πρέπει χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι οἰκείως χρῶμαί τινι =

συμπεριφέρομαι λογικά χρηστήριον = μαντείο χρησμός χώρα = χώρα πατρίδα χώρος χωρέω-ῶ = προχωρώ έρχομαι χωρίον = τοποθεσία χωρίς = χωριστά ψέγω = κατηγορώ ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας ψεύδω = διαψεύδω απατώ Ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω απατώμαι σε κάτι ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου ψηφίζω = ψηφίζω ψηφίζομαι = ψηφίζω αποφασίζω εγκρίνω ψήφισμα = απόφαση ψήφισμα τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω εκδίδω απόφαση ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία ψιλός = γυμνός ακάλυπτος άδενδρος ψῦχος = ψύχος χειμώνας ὠθέω-ῶ = σπρώχνω απωθώ

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 42

ὠμότης = σκληρότητα ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω ὠνή = αγορά ὠνητός = αγοραστός ὡρα = ώρα εποχή κατάλληλος χρόνος ὧραι = εποχές του έτους ὠφελέω-ῶ = βοηθώ ωφελώ ὠφέλιμος = ωφέλιμος χρήσιμος

ΒΑΣΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ Α ἀγγέλλω ἀγορεύω ἄγω αἰνῶ αἴρω αἱρῶ αἰσθάνομαι αἰσχύνω αἰτῶ αἰτιῶμαι ἀκούω ἁλίσκομαι ἀλλάττω ἁμαρτάνω ἀξιῶ ἄρχω Β βαίνω βάλλω βλάπτω βοηθῶ βουλεύω βούλομαι Γ γίγνομαι γιγνώσκω γράφω Δ δέδια ἢ δέδοικα δείκνυμι δέχομαι δεῖ δηλῶ δίδωμι δρῶ δύναμαι Ε ἐῶ ἐθέλω εἰμί εἶμι ἐλαύνω ἐννοῶ ἐπίσταμαι ἐπιχειρῶ ἔρχομαι ἐρωτῶ εὑρίσκω ἔχω Ζ ζητῶ ζῶ Η ἡγοῦμαι ἡττῶμαι Θ θνῄσκω θύω Ι ἵημι ἱκνοῦμαι ἵστημι Κ καλῶ κατηγορῶ κελεύω κομίζω κόπτω κρίνω κτῶμαι κτείνω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 43

Λ λαγχάνω λαμβάνω λανθάνω λέγω λείπω Μ μανθάνω μείγνυμι μένω μιμνῄσκω Ν νέμω νικῶ νοῶ νομίζω Ο οἶδα οἰκῶ οἴομαι ὄλλυμι ὄμνυμι ὁμολογῶ ὁρῶ Π πάσχω παύω πείθω πειρω πέμπω πίνω πίπτω πλέω πλήττω πνέω ποιῶ πράττω πυνθάνομαι Ρ ῥίπτω Σ σκεδάννυμι σκευάζω σκοπῶ-οῦμαι στέλλω στρατεύω στρέφω συλλέγω σφάλλω σώζω Τ τάσσω τελευτῶ τέμνω τίθημι τιμῶ τρέπω τρέφω τυγχάνω Φ φαίνω φέρω φεύγω φημί φθάνω φθείρω φροντίζω φυλάττω φύομαι Χ χρῶμαι χρή χωρῶ Ψ ψεύδομαι ψηφίζω Ω ὠφελῶ

Page 11: Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Επιμέλεια · Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 11

τά γνωσθέντα = οι αποφάσεις γνώμη = σκέψη κρίση προσέχω τήν γνώμην = στρέφω την προσοχή ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω τη σκέψη μου τοιαύταις γνώμαις χρώμενοι =

έχοντας τέτοιες αντιλήψεις ἀεί τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι = επιμένω

πάντα στην ίδια γνώμη

τοιαύτη γνώμη παρίσταταί μοι = τέτοια σκέψη γεννιέται στο νου μου γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ἀπάγω τήν γνώμην =

απομακρύνω τη σκέψη γράφω νόμον = συντάσσω νόμο γράφομαι νόμον = προσβάλλω νόμο γράφομαί τινα δίκην (γραφήν) = καταγγέλλω κάποιον εγγράφως ὁ γραψάμενος = ο κατήγορος γυμνοπαιδίαι = Σπαρτιατική εορτή δαίμων = θεός μοίρα τύχη δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος

δείκνυμι = επιδεικνύω αποδεικνύω Δεῖμα = φόβος δεινός = φοβερός ικανός επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος συμφορές

ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα δέλεαρ = δόλωμα δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα ερημώνω δέω = έχω ανάγκη στερούμαι ὀλίγου (μικροῦ ή παρά μικρόν) ἐδέησα + ΑΠΡΜΦ Αορ = λίγο έλειψε ναhellip δέομαι = έχω ανάγκη παρακάλω Δῆλος = φανερός σαφής δηλόω-ῶ = φάνερώνω αποδεικνύω δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού δημηγορία = αγόρευση δῆμος = λαός δημοκρατικό πολίτευμα δημοκρατικοί πολίτες δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 12

δηόω-ῶ = λεηλατώ διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας διαβολή = συκοφαντία διαγίγνομαι = ζω διαγιγνώσκω = διαχωρίζω εκφέρω γνώμη αποφασίζω διακρίνω διάγω = ζω τη ζωή μου διαρκώς κάνω κάτι ζω διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι μάχομαι τελειώνω τον αγώνα διάδηλος = ολοφάνερος δίαιτα = ζωή τρόπος ζωής διαιτησία = λύση διαφοράς διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ μιλώ συνεννοούμαι διαλείπω = απέχω μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ μτχ =

διαρκώς διαλείπω + μτχ = παύω ναhellip διαλλαγή = συμφιλίωση συμφιλιωτική προσπάθεια διαλλάττω = συμφιλιώνω διανέμω = μοιράζω διάνοια = νους πνεύμα σκοπός γνώμη χρῶμαι νέαις ταῖς διανοίαις = έχω νεανικά φρονήματα διαπλέω = (διά μέσου) πλέω διάπλους = διάπλευση ταξίδι πορθμός διαπράττομαι = διαπραγματεύομαι πετυχαίνω κατορθώνω αποπερατώνω διαπυνθάνομαι = ρωτώ ζητώ να μάθω διαρρήδην = ρητά σαφώς διασκεδάννυμι = διασκορπίζω διατίθημι = τακτοποιώ διαθέτω διαφέρω = διαφέρω υπερέχω υπερισχύω διαφθείρω = καταστρέφω φονεύω δίγλωττος = διερμηνέας δόλιος δίδωμι = δίνω παρέχω δίδωμί τινι + απρμφ = αξιώνω κάποιον να

δίκην δίδωμι = τιμωρούμαι διεκπλέω = διαπλέω διασπώ την εχθρική γραμμή πλέοντας δια μέσου της Διέκπλους = ο πλους δια μέσου διάσπαση εχθρικής γραμμής διέξειμι amp διεξέρχομαι = διεξέρχομαι λεπτομερώς εκθέτω ὁ τόν λόγον διεξιών = ο ομιλητής διέχω = απέχω αποχωρίζομαι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 13

διίστημι = διαχωρίζω διίσταμαι = διαφωνώ απομακρύνομαι

δίκη = δίκη δίκαιο δικαιοσύνη δίκην φεύγω = δικάζομαι δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι δίκην λαμβάνω παρά τινος =

τιμωρώ δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ

διχῇ = κατά δυο τρόπους στα δύο διώκω = διώκω καταδιώκω κατηγορώ ὁ διώκων = ο κατήγορος ὁ διωκόμενος = ο κατηγορούμενος τά δόξαντα amp τά δεδογμένα = οι αποφάσεις ὡς ἐμοί δοκεῖ = κατά τη γνώμη μου ἔδοξε ταῦτα = αυτά εγκρίθηκαν δόκησις = γνώμη ιδέα υποψία δοκιμάζω = ελέγχω εγκρίνω υποβάλλω σε δοκιμασία εγκρίνω την εκλογή κάποιου ως βουλευτή δόξα = ιδέα υπόληψη φήμη δουλεύω = είμαι δούλος υπήκοος Εὖ (κακῶς) δρῶ τινα = ωφελώ (βλάπτω) κάποιον δύναμαι = μπορώ δυναστεία = κυριαρχία εξουσία δυσκλεής = άδοξος δύσκλεια = κακή φήμη δύσνους = εχθρικός δυσπραξία = αποτυχία ατυχία κακοτυχία δυστυχέωndashῶ = υφίσταμαι ατυχίες δωροδοκέωndashῶ = δέχομαι δώρα δωροδοκούμαι δωροδόκος = δωροδοκούμενος

ἔαρ amp ἦρ γενική ἦρος = άνοιξη ἐάω -ῶ = αφήνω επιτρέπω παραλείπω ἐγγίγνομαι = γεννιέμαι είμαι έμφυτος ἐγγυτέρω ἐγγύτατα = κοντά περίπου ἐγείρω = σηκώνω εξεγείρω ἐγκαλέω -ῶ = κατηγορώ ἐγκαλῶ τινί τι = καταγγέλλω κάποιον για

κάτι

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 14

ἔγκλημα = κατηγορία έγκλημα ἐγκρατής = ισχυρός κυρίαρχος εγκρατής ἐγχειρίζω = παραδίδω εμπιστεύομαι ἐγχωρεῖ = επιτρέπεται είναι δυνατόν ἐθίζω = συνηθίζω κάποιον να κάνει κάτι ἔθος = συνήθεια έθιμο εἰκῇ = άσκοπα τυχαία τά ὄντα (lt εἰμί) = τα υπάρχοντα η περιουσία εἰμί ἔν τινι = ασχολούμαι σε κάτι ἔν τινί ἐστι = από κάποιον

εξαρτάται εἰμί ὑπό τινι amp ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου

ἔστιν ὅστις = κάποιος οὐκ ἔστιν ὅστις = κανένας οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ = καθένας πάς ἔστιν ὅτε = κάποτε οὐκ ἔστιν ὅτε = ουδέποτε οὐκ ἔστιν ὅτε οὐ =

πάντοτε ἔστιν ὅπως = κάπως οὐκ ἔστιν ὅπως = με κανέναν τρόπο οὐκ ἔστιν ὅπως οὐ = ασφαλώς ἔστιν ὅπου = κάπου οὐκ ἔστιν ὅπου = πουθενά οὐκ ἔστιν ὅπου οὐ = παντού εἶμι = έρχομαι πηγαίνω εἴργνυμι amp εἰργνύω amp εἴργω = εμποδίζω την έξοδο αποκλείω φυλακίζω εἰρήνη = ειρήνη εἰρήνην ἄγω (ἔχω) = διάγω ειρηνικά εἰρήνην συντίθεμαι = συνάπτω ειρήνη παντελής εἰρήνη ἡμῖν γίγνεται =

επικρατεί πλήρης εσωτερική ειρήνη εἰσαγγέλλω = καταγγέλλω αναγγέλλω εἰσαγγέλλω τινί τι =

αναγγέλλω σε κάποιον κάτι εἰσάγω = οδηγώ μέσα εἰσβαίνω = επιβιβάζομαι εἰσβολή = εισβολή επίθεση δίοδος εἰσπίπτω = πέφτω μέσα εισορμώ εἰσφέρω = φέρνω μέσα συνεισφέρω προτείνω εἴσω = μέσα εἶτα = έπειτα ἑκάς = μακριά ἐκβαίνω = εξέρχομαι αποβαίνω ἐκβάλλω = εξορίζω εκδιώκω ἔκβασις = απόβαση αποβίβαση αποτέλεσμα ἐκβολή = εκδίωξη έξοδος ἐκδιώκω = εξορίζω ἐκλείπω = εγκαταλείπω παραλείπω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 15

ἐκλογίζομαι = σκέπτομαι λογαριάζω ἐκπέμπω = εξαποστέλλω ἔκπεμψις= αποστολή ἐκπίπτω = εξορίζομαι διώχνομαι ἔκπληξις = κατάπληξη φόβος ἐκπλήττω = φοβίζω κτυπώ ἐκπλήττομαι = σαστίζω

ἐκποδών γίγνομαι = παραμερίζομαι ἐκποδών ποιοῦμαί τινα =

βγάζω κάποιον από τη μέση ἔκσπονδος = ο αποκλεισμένος από τις σπουδές ἐκφαίνω = αποκαλύπτω φανερώνω ἐκφαίνω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο ἐκφέρω πόλεμον = κηρύττω ή επιχειρώ πόλεμο ἐκφέρομαι δόξαν = αποκτώ φήμη δίκην φεύγω = αθωώνομαι ἑκών ἑκοῦσα ἑκόν = θεληματικά ἐλπίζω = αναμένω ελπίζω ἐμβάλλω = εισβάλλω συγκρούομαι ἐμβολή = εισβολή επιδρομή έφοδος ἐμμένω = μένω σταθερός σε κάτι ἐμπίπτω = επιτίθεμαι εισορμώ ἐμποδών (lt ἐν ποσίν ὤν) = εμπόδιο ἐμποδών γίγνομαι = εμποδίζω ἐνάγω = παρακινώ ενάγω σε δικαστήριο ἐναντίος = ο απέναντι αντίθετος αντίπαλος ἐναργής (ἐν-ἀργός) = φανερός σαφής ἐνδεής = στερούμενος ἔνδεια = έλλειψη στέρηση ανάγκη ἐνδίδωμι = δίνω υποχωρώ ἔνδον = μέσα ἔνειμι = είμαι μέσα ενυπάρχω ἔνεστι amp ἔνι = είναι δυνατόν επιτρέπεται ἐνιαύσιος = ετήσιος ἐνιαυτός (lt ἔνος) = έτος ἐννοέω-ῶ = εννοώ σκέπτομαι ἐνοικέω-ω = κατοικώ μέσα ἐνοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει ἔνσπονδος = περιλαμβανόμενος στις σπονδές συνθήκες ἐντυγχάνω = συναντώ ἐξαγγέλλω = διακηρύττω ἐξάγω = οδηγώ έξω

Βασικό λεξιλόγιο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

ΕπιμέλειαΌλγα Παλαιοχωρινού

olgapalotenetgr 16

ἐξάγομαι = βγαίνω έξω ἐξαμαρτάνω = πλανιέμαι αποτυγχάνω ἐξανίστημι = διώχνω ερημώνω ἐξανίσταμαι = εγείρομαι ερημώνομαι ἔξαρνός εἰμι = αρνούμαι ἔξεστι = είναι δυνατόν ἐξελαύνω = εκδιώκω εξάγω εκστρατεύω εξορμώ ἐξεπίσταμαι = γνωρίζω καλά ἐξηγέομαι-οῦμαι = είμαι αρχηγός διοικώ ἐξικνέομαι-οῦμαι = αρκώ φθάνω σεhellip ἐπαγγέλλω = διατάζω γνωστοποιώ ἐπαγγέλλομαι = έχω ως επάγγελμα υπόσχομαι ἐπάγω = οδηγώ εναντίον ἐπάγομαι = φέρνω κάποιον πίσω προσκαλώ ἐπαινέω-ῶ = επαινώ επιδοκιμάζω ἐπαίρω = σηκώνω υψώνω παρακινώ ἐπαίρομαι = περηφανεύομαι ἐπαιτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ παραπονούμαι ἐπανάγω = σύρω επαναφέρω βγάζω στο πέλαγος ἐπανάγομαι = πλέω ε