Λίγα - media.public.gr fileΚαλό σας ταξίδι, λοιπόν, μέσα στο...

of 23 /23

Embed Size (px)

Transcript of Λίγα - media.public.gr fileΚαλό σας ταξίδι, λοιπόν, μέσα στο...

  • Λίγα λόγια από τη συγγραφέα

    Σαν λουλούδι του Αιγαίου άνθισε η Ρόδος στ’ αρχαία χρόνια.

    Ριγμένη στο πέλαγος ανάμεσα σ’ Ελλάδα και Μικρα-σία, ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, κατάφερε να πάρει ό,τι καλύτερο κι από τους δύο κόσμους και να το ξανα-πλάσει καινούριο, πανώριο μέσα στο μεσογειακό φως, χάρη στο μυαλό και στα χέρια των ανθρώπων της.

    Ένας πολιτισμός ζηλευτός, που τα χνάρια του απλώ-θηκαν πολύ πέρα από τα υδάτινα σύνορα του νησιού, μας άφησε ως τα σήμερα δείγματα αξιοθαύμαστα. Είναι ένας πολιτισμός που υμνεί το πνεύμα, την ανθρώπινη θέ-ληση, και καταξιώνει πάνω απ’ όλα την Τέχνη.

    Η μεγάλη περηφάνια του νησιού ήταν το ναυτικό του, εμπορικό και πολεμικό. Στη μακρινή εκείνη εποχή η Ρόδος υπήρξε θαλασσοκράτειρα. Και η δύναμη της θάλασσας την έκανε δύναμη πολιτική και πολιτιστική, κυρίαρχη στο Αιγαίο.

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 5

    Στα χρόνια της ακμής της η Ρόδος γνώρισε πλούτη, δόξα, ευμάρεια. Και ήταν πολλά τα χρόνια εκείνα. δε-καετίες ολόκληρες.

    Απ’ όλα τούτα τα περασμένα η συγγραφέας διάλεξε ό,τι πιστεύει πως στάθηκε ορόσημο για την Ιστορία του νησιού: τα χρόνια μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλέ-ξανδρου, την ελληνιστική εποχή όπως τη λέμε. Κορύ-φωμά της και σύμβολο υπήρξε ένα από τα εφτά θαύμα-τα του αρχαίου κόσμου, ο Κολοσσός της Ρόδου.

    Στη μακρινή εκείνη εποχή θα σεργιανίσουμε με τα βήματα της σκέψης μας και θα σταθούμε σε μερικές στιγμές της πολιτείας, άλλες σημαντικές για την Ιστο-ρία της, άλλες καθημερινές μα τόσο χαρακτηριστικές για τη ζωή της. Οδηγοί μας, αγόρια και κορίτσια, παι-διά που έζησαν τότε, αλλά και μεγάλοι άνθρωποι, ολό-κληρος ο ροδιακός λαός…

    Καλό σας ταξίδι, λοιπόν, μέσα στο χρόνο, μ’ ένα από τα γοργοτάξιδα ροδίτικα καράβια. Καλό σας ταξίδι στην πόλη της Ρόδου, την εποχή του Κολοσσού, την εποχή της δόξας.

    ∆υο λόγια ακόμα:Η νέα τούτη έκδοση αφιερώνεται και στη μνήμη της

    φιλολόγου Αντιγόνης Θρεψιάδη που, μέσ’ από τις σχο-λικές αίθουσες του Αρσακείου, μας ταξίδεψε στο μαγι-κό κόσμο της Μυθολογίας, στο θαυμαστό κόσμο της Ιστορίας.

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

    Ρόδος, 305-304 π.Χ.

  • Κ Λ Ε Ο Β Ο Υ Λ Η

    (α΄)

    Κοκκινόχρυσες, ολοπόρφυρες, πορτοκαλιές, οι φλόγες ξεπηδάνε πάνω από τα τείχη της πόλης, κατά τη μεριά της θάλασσας, κι ο ουρανός φεγγοβολάει σαν να ’ναι μέρα. Θεοί, τι φωτιά είναι τούτη πάλι; Τι να καίγεται, και πού; Καράβια δικά μας ή δικά τους; Μην ξέσπασε πυρ-καγιά στο μεγάλο λιμάνι, μήπως στο μικρό; Απόλλωνα Ήλιε, πατέρα του νησιού μας, φανού σπλαχνικός, λυπή-σου μας, γλίτωσέ μας!

    Τα παιδιά! Πού να βρίσκονται τα παιδιά;«Αλέξανδρε!… Φιλίππα!…»Απόκριση καμιά.«Φιλίππα!… Αλέξανδρε!…»Τίποτα. Ησυχία παντού μέσα στο σπίτι.Να τες ξανά οι φλόγες και μαζί βουή κι αντάρα

    τρομερή. Θεοί, βοηθήστε μας! Εδώ και δυο φεγγά-

  • 8 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    ρια τώρα, απ’ το μεσοκαλόκαιρο, ο Δημήτριος πολιορ-κεί τη Ρόδο.

    Κάθομαι και σκέφτομαι πως δεν του έβγαλαν άδικα το προσωνύμιο Πολιορκητής. Το πήρε με την αξία του στην Κύπρο, που την άρπαξε για χάρη του πατέρα του, του Αντίγονου. Έχουνε να λένε πως η πολιορκία της Σαλαμίνας της Κύπρου ήταν ένας εφιάλτης. Την έζω-σε, την έσφιξε ο Δημήτριος την πόλη με το στρατό του, με τα πλοία του, με τις μηχανές του, που σαν αυτές δεν ξανάγιναν άλλες τόσο τρομερές… ώσπου η Σαλαμίνα έπεσε. Τώρα πια η Κύπρος δεν ανήκει στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου. Ανήκει στον Αντίγονο, που ονόμασε κιό-λας τον εαυτό του «βασιλιά».

    Ακούς εκεί, «βασιλιάς», ποιος; Ένας από τους στρατη-γούς του Αλέξανδρου, που μοιράστηκαν το απέραντο βα-σίλειό του μόλις εκείνος πέθανε, τόσο νέος, ω θεοί! Όμως όλοι τους μαζί οι στρατηγοί, ο Λυσίμαχος κι ο Κάσσανδρος κι ο Αντίγονος κι ο Σέλευκος κι ο Πτολεμαίος κι όποιος άλλος, δεν είν’ άξιοι μήτε την άκρη του σπαθιού «εκείνου» ν’ αγγίξουν! Εκείνος μονάχα ήτανε βασιλιάς αληθινός και στρατηγός μεγάλος, ήταν άρχοντας στρατηλάτης! Εκεί-νος, που κίνησε από τη μακρινή Μακεδονία κι έφτασε στα βάθη της Ανατολής… Ετούτοι δω ξέρανε μονάχα να μοι-ράσουνε τις χώρες σαν να ’τανε κομμάτι από καρβέλι ψωμί, κι αντί να το τρώνε, τρώγονται μεταξύ τους και κοιτάει ο ένας πώς ν’ αρπάξει το κομμάτι τ’ αλλουνού.

    Φτάνει πια με τις σκέψεις. Πρέπει να βρω τα παιδιά.

  • Μα πού χαθήκανε πάλι; Στα δωμάτια δεν είναι, στις αυλές δε βρίσκονται, στο περιστύλιο δεν κρύβονται. Έξω τριγυρνάνε ακόμα, παίρνω κι όρκο!

    «Φιλίππα, πού είσαι; Μίλησέ μου! Φιλίππα, μ’ ακούς;»Αχ, αυτό το κορίτσι! Πάτησε τα δεκαπέντε και δε λέει

    να καθίσει φρόνιμα στο σπίτι της, σαν κοπέλα καθω-σπρέπει, που σε λίγο θα κάνει δικό της νοικοκυριό. Δε λέω, προκομμένη κι έξυπνη είναι, αλλά στην ηλικία της τέτοια καμώματα… Αμ ο Αλέξανδρος; Εννιά χρόνων και δε συμμαζεύεται με τίποτα. Μήτε με το καλό, μήτε με το άγριο. Ανήσυχα παιδιά και τα δυο τους. Κάτι ήξερε ο βαριόμοιρος ο πατέρας τους όταν τους έδινε αυτά τα ονόματα. Ο πατέρας τους, βλέπεις, θαύμαζε τους Μα-κεδόνες βασιλιάδες, μόλο που κάποτε είχανε πατήσει το νησί μας. Το πρώτο του παιδί, το κορίτσι, το ’βγαλε Φιλίππα για να τιμήσει τον Φίλιππο. Κι όταν πια γεν-νήθηκε ο γιος, ε, αυτόν τον έβγαλε Αλέξανδρο, βέβαια! Μα δεν του ’γραφε η μοίρα να χαρεί το μικρό Αλέξαν-δρο. Στο χρόνο απάνω πνίγηκε σε ταξίδι μακρινό, μαζί με το καράβι του.

    «Αλέξανδρε! Κατεργάρη, πού κρύβεσαι; Θα σε βρω εγώ και τότε θα δεις… Θα σε στείλω ίσα στον Δημήτριο!»

    Λοιπόν, απ’ όλους εγώ πιο πολύ φοβάμαι τον Δημήτριο του Αντίγονου. Αυτός, μάτια μου, είναι σκέτη καταιγίδα, συμφορά! Τον περασμένο χρόνο μάς εγύρεψε συμμαχία, για να πολεμήσει, λέει, τον Πτολεμαίο στην Αίγυπτο. Οι άρχοντες της Ρόδου –σοφοί άνθρωποι, οι θεοί να τους

    ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 9

  • 10 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    προστατεύουν– αρνήθηκαν. Εμείς θέλουμε να τα ’χουμε καλά με όλους, δεν πάμε πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον, κι αν πεις για τον Πτολεμαίο, έχουμε συμφέ-ροντα: τα δικά μας καράβια κουβαλάνε στα δικά του λι-μάνια του κόσμου τ’ αγαθά. Γιατί λοιπόν να τα βάλουμε μαζί του; Εμάς μας αρέσει η ειρήνη, θέλουμε να είμαστε –να δεις πώς το λένε, α, θυμήθηκα– ουδέτεροι, κι άσ’ τους αυτούς να φαγωθούνε μεταξύ τους.

    Αχ, τώρα δα με το «φαγωθούνε», θυμήθηκα πως τα παιδιά είναι θεονήστικα! Μόλις που τσιμπήσανε λίγο ψω-μοτύρι και σταφύλι το μεσημέρι, και το ’σκασαν πάλι. Τι να σου κάνουν και τα ποδάρια μου, γέρασαν κι αυτά μαζί μ’ εμένα και δεν μπορούνε να με τρέχουν ίσαμε κάτω στην Αγορά όπου μαζεύεται όλος ο κόσμος και μαθαίνεις τα νέα. Μπορεί να ’βρισκα εκεί τα παιδιά, να τ’ αρπάξω από τ’ αυτί και να τα φέρω πίσω. Μα το σπίτι μας πέφτει μα-κριούτσικα, ψηλά στα πόδια της ακρόπολης. Πού κουρά-γιο για τρεχάματα!

    Μπα! Νύχτωσε για καλά, κι εγώ στέκω ακόμα έξω από το σπίτι! Θαρρώ πως θα τρελαθώ απ’ την αγωνία μου.

    «Φιλίππααααα!… Αλέξανδρεεεεε!… Φιλ…»

    (β΄)

    «Εδώ είμαστε, Κλεοβούλη! Μη φωνάζεις έτσι, εδώ εί-μαστε!»

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 11

    Απόλλωνα, μεγάλε θεέ! Τούτη είναι η φωνή της Φι-λίππας. Κι έρχεται από μέσα, απ’ την αυλή. Μη χειρότε-ρα! Τώρα όχι μονάχα θα τρέξω, μα και θα φωνάξω και θ’ αγριέψω και θα μαλώσω!

    «Για ελάτε δω, παλιόπαιδα! Έτσι σας βαστά η καρδιά να κάνετε; Ν’ αφήνετε μονάχη την Κλεοβούλη που σας ανάθρεψε από μικρά, απ’ όταν πέθανε η μάνα σας; Την Κλεοβούλη που ’χε μεγαλώσει και τη μάνα σας την ίδια και… και…»

    Η γλώσσα μου μπερδεύεται από την ταραχή.«Φτάνει πια, Κλεοβούλη! Τα ίδια μάς λες κάθε φορά

    και μας τα ’χεις πει τόσες, που τα μάθαμε απέξω κι ανα-κατωτά!»

    Ορίστε θράσος η Φιλίππα! Ορίστε αυθάδεια! Μα τι να κάνω, που είναι πια ολόκληρη κοπέλα; Χώρια που έχει ψηλώσει δυο κεφάλια πάνω απ’ το δικό μου κεφά-λι, και δε φτάνω ούτε χαστούκι να της δώσω!

    «Άσ’ τα αυτά, Φιλίππα, δεν ήσουν εδώ, εγώ κοίτα-ξα καλά».

    «Δεν ήμουνα τ’ απόγευμα. Μα έχω πολλή ώρα που γύρισα. Καθόμουνα στη γωνιά της αυλής, εκειδά!»

    «Και πώς δε σε είδα; Εγώ τριγύριζα όλη την ώρα!»«Ξέρω γω; Τώρα τελευταία δε βλέπεις και πολύ καλά,

    μου φαίνεται!»Ατίθασο πλάσμα! Σηκώνω το χέρι να τη χτυπήσω, μα

    τα μάτια της, που πετάνε φλόγες, με σταματούν. Ο Αλέ-ξανδρος τρέχει και χώνεται στην αγκαλιά μου.

  • 12 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    «Μη, Κλεοβούλη μου, μη μας μαλώνεις! Το ξέρου-με πως εσύ μας μεγάλωσες και πως μας αγαπάς πολύ. Κι εμείς σ’ αγαπάμε, δεν έχουμε άλλον στον κόσμο από σένα! Είσαι η δεύτερη μάνα μας!»

    «Αφού είν’ έτσι, γιατί με παρακούτε; Δε σας έχω πει με το βασίλεμα του ήλιου να είσαστε πάντα σπίτι; Τού-τα τα καμώματα εγώ δεν τα ’ξερα στα χρόνια μου!»

    «Ναι, μα τώρα έχουμε πόλεμο, Κλεοβούλη, και τα πράματα στον πόλεμο είν’ αλλιώς! Κι εξάλλου, οι και-ροί αλλάξανε, ξέρεις!»

    Α, μπα; «Οι καιροί αλλάξανε» και «τα πράματα στον πόλεμο είναι αλλιώς»; Άκου εκεί κουβέντα από τον Αλέ-ξανδρο!

    Ώρες ώρες ετούτο το παιδί με κάνει να σαστίζω. Χαϊ-δεύω απαλά τα ξανθά μαλλιά του, όλο δαχτυλίδια –ίδια με της μάνας του!– και τον ρωτάω: «Και τι τάχα ξέρεις εσύ από πόλεμο;»

    «Εγώ… εγώ μαθαίνω. Ακούω, βλέπω, ρωτάω, και μα-θαίνω πολλά. Να, σήμερα ξέρεις τι έγινε; Ο Δημήτριος –οι μηχανές του δηλαδή– κατάφερε να γκρεμίσει τα πιο πολλά μεσοπύργια, κάτω, στο μεγάλο λιμάνι».

    «Ω θεοί! Πώς το κατάφερε τούτο;»«Να, χτύπαγαν, χτύπαγαν όλη μέρα οι μηχανές του

    από τη θάλασσα, έριχναν πέτρες βροχή πάνω στα τείχη, έριχναν και βέλη για να μην μπορούν οι δικοί μας πολε-μιστές να κλείνουν τ’ ανοίγματα! Κι από τ’ ανοίγματα, οι στρατιώτες του αρχίσανε να μπαίνουν μες στην πόλη!»

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 13

    «Απόλλωνα, μεγάλε θεέ! Μη μου πεις πως ήσαστε κι εσείς εκεί, μες στο μεγάλο τούτο κακό;»

    «Όχι, όχι, εμείς κρυφτήκαμε πίσω απ’ το ναό της Αφρο-δίτης. Μα κι από κει κάτι βλέπαμε. Είδαμε και τις σκάλες που έβαζαν οι στρατιώτες του Δημήτριου κι ανέβαιναν στις επάλξεις και χτυπιούνταν με τους δικούς μας, και πά-λευαν σώμα με σώμα! Μάχη σου λέω, όχι αστεία!»

    «Καθόλου αστείο, μα το Δία! Κι εσύ, Φιλίππα, καθό-σουν εκεί μαζί τους και κοίταζες, και δεν άρπαζες το μι-κρό αδελφό σου να τον φέρεις σπίτι! Κι αν κάποιο βέ-λος από τους καταπέλτες σάς έβρισκε κατάστηθα; Ούτε να το συλλογιστώ δε θέλω!»

    Κι άθελά μου βάζω τα κλάματα. Από κούραση, από αγωνία…

    Η Φιλίππα, μαλακωμένη, μ’ αγκαλιάζει από τη μέση.«Έλα, Κλεοβούλη μου, έλα, μην ανησυχείς, άλλη φορά

    δεν τον παίρνω μαζί μου, σου δίνω το λόγο μου».«Τι λες εκεί!» τινάζεται ο Αλέξανδρος. «Εγώ είμαι

    αγόρι και μπορώ να…»Η Φιλίππα τον κόβει με σταθερή φωνή.«Έτσι είναι, Αλέξανδρε! Εδώ έχουμε πόλεμο σκλη-

    ρό, το ’πες κι εσύ ο ίδιος, το ’δες με τα μάτια σου, δεν είναι σαν τα παιχνίδια που παίζεις με τους φίλους σου στο δρόμο! Είν’ επικίνδυνο να κατεβαίνουμε ίσαμε το λιμάνι».

    Κι έπειτα γυρίζει σ’ εμένα, πάντα με τα μαύρα της μάτια ν’ αστράφτουν: «Όμως, άξιζε να το ’βλεπες αυτό,

  • 14 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    Κλεοβούλη! Άξιζε, σου λέω! Οι δικοί μας να μάχονται σαν Τιτάνες, κι έναν έναν τους ξένους να τους ρίχνου-νε πίσω, στη θάλασσα! Άσε τα καράβια που πυρπολή-σαμε… Τα περισσότερα από δαύτα έφερναν στρατό, μα έπεσαν και τσακίστηκαν στα βράχια του λιμανιού, κι εκεί πέρα οι δικοί μας τους έβαλαν φωτιά μεγάλη!»

    Σφουγγίζω τα μάτια μου, καταπίνω το σάλιο μου με δυσκολία. Νιώθω αποκαμωμένη.

    «Το ξέρω, Φιλίππα μου. Είδα τις φλόγες, λαμπάδιασε ο ουρανός… Μα δεν ήξερα τίνος καράβια ήτανε».

    «Δικά τους, Κλεοβούλη, δικά του, του ξακουσμένου Δημήτριου του Πολιορκητή! Που έχασε πολλούς άντρες και, το σπουδαιότερο, καλούς αξιωματικούς – έτσι λέγα-νε κει γύρω μας. Και τα παράτησε όλα κι έφυγε με βιάση για την Ιαλυσό. Δεν πέτυχε κι αυτή τη φορά να πατήσει την πόλη μας, ακούς, Κλεοβούλη, δεν το πέτυχε!»

    Ακούω, πώς δεν ακούω… Μα σκέφτομαι κιόλας: δικά τους, δικά μας καράβια… Τι σημασία έχει, παλικάρια χά-νονται και είναι κρίμα. Τα παιδιά ώρες ώρες θαρρούνε πως ο πόλεμος είναι κάτι σαν παιχνίδι…

    Σαν τρελή από χαρά η Φιλίππα μ’ αγκαλιάζει και με φιλάει και με στριφογυρνάει γελώντας – είναι και χερο-δύναμη και γεροδεμένη η κοπελιά!

    «Στάσου, στάσου, με ζαλίζεις, θα με ρίξεις χάμω!»Μα τι κορίτσι είναι τούτο τέλος πάντων, που από τον

    ήρεμο χτύπο του αργαλειού προτιμάει τους φοβερούς κρότους της μάχης;

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 15

    (γ΄)

    Πήρε να φθινοπωριάζει. Συννεφιές, δροσιές, βροχού-λες… Όλα θα ’τανε τόσο όμορφα, αν δεν υπήρχε ο πό-λεμος…

    Οι μέρες κυλάνε γοργά, όπως πάντα σε μια πολιορ-κία. Καρδιοχτυπάς, σε τρώει το σκουλήκι της αγωνίας. Τη μια ακούς καλά νέα, την άλλη μαθαίνεις κάτι άσχη-μο. Τη μια ενθουσιάζεσαι, την άλλη απογοητεύεσαι. Έτσι είναι αυτά τα πράματα, εγώ τα ξέρω από παιδάκι…

    Εδώ παίζεται η λευτεριά μας, δεν είναι δα και μικρό πράμα!

    Τα δυο παιδιά, τα παιδιά «μου», ζούνε τον πυρετό του πολέμου μ’ όλη τους την ψυχή. Είναι κάτι που εγώ δεν μπορώ να το εμποδίσω. Και γιατί τάχα να το εμπόδιζα; Μέσα στην πόλη ζούνε, μέσα σε μια πόλη που πολιορ-κείται από στεριά κι από θάλασσα. Θα ζήσουνε κι αυτά τις μέρες τούτες της αγωνίας και θα μοιραστούνε την κοινή τύχη. Αν ήτανε στην μπόρεσή μου θα τα έκλει-να σ’ έναν ψηλό πύργο μακριά από δω, πάνω στο βου-νό μας τον Ατάβυρο, δίπλα στο ναό του Δία του Αταβύ-ριου, για να μη βλέπουν και να μην ακούνε τίποτα, για να μη μαθαίνουν. Κοντολογίς, για να σωθούν. Αν όμως ο Δημήτριος πάρει την πόλη, αλίμονο σ’ ολόκληρο το νησί της Ρόδου. Ποιος τάχα θα γλιτώσει τότε; Ο νικη-τής θα σκοτώσει, θα κάψει, θα πάρει αιχμαλώτους… Αχ, ας μην το σκέφτομαι καλύτερα!

  • 16 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    Η Φιλίππα είναι εκείνη που μου δίνει κουράγιο.«Να δεις, Κλεοβούλη μου, που στο τέλος ο Δημή-

    τριος θα τα μαζέψει και θα φύγει όπως όπως. Ολοένα σπάει τα μούτρα του. Στάσου να σου πω τι έπαθε χθες με τις πλωτές χελώνες του και τους περίφημους πύργους που μας κουβάλησε από τη θάλασσα, δεμένους ανάμε-σα σε καράβια!»

    «Τι έπαθε, Φιλίππα μου; Βουλιάξαμε κανέναν πύργο;»«Άκου, άκου: οι δικοί μας καταφέρανε να σβήσου-

    νε τις φωτιές στα καράβια μας, αλλά είδανε πως το ίδιο πράμα θα συνεχιστεί και την άλλη μέρα, αν δεν καταφέ-ρουνε να καταστρέψουνε τις ίδιες τις μηχανές».

    «Σωστά! Κόβε όσο θες τ’ αγκάθια στα κλαδιά του βά-του. Άμα δεν κόψεις τη ρίζα, αυτά θα ξαναγίνονται».

    «Κάπως έτσι θα σκέφτηκαν, αλλά πώς να το ’καναν; Ο στρατός μας είναι λιγοστός κι έχουμε αρκετούς σκο-τωμένους και πολλούς λαβωμένους».

    «Λαβωμένους, αχ, ναι! Τις προάλλες έφεραν το γιο της αρχόντισσας Ερμιόνης μέσα στα αίματα! Ήμουνα στο δρόμο και είδα που τον κουβαλούσανε δίπλα, στο σπίτι τους. Τον λυπήθηκε η καρδιά μου, κι αυτόν και τους άμοιρους γονιούς του…»

    «Ποιον φέρανε, τον Νεοκλή; Θες να πεις, ο Νεο-κλής… Πληγώθηκε βαριά;»

    Η Φιλίππα δείχνει αναστατωμένη. Πρώτη μου φορά τη βλέπω έτσι. Μπα, σε καλό της! Καλό παιδί βέβαια, χρυσό παλικάρι ο Νεοκλής, και παιδικός της φίλος. Μα

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 17

    πάνε χρόνια τώρα που δεν παίζουνε πια μαζί. Εκείνος είναι κιόλας δεκαοχτώ χρόνων κι από πρόπερσι υπηρε-τεί στα καράβια μας, καταπώς κάνουν όλα τα παλικά-ρια των αρχόντων.

    «Γιατί ταράχτηκες τόσο, Φιλίππα μου; Τι τρέχει;»Το αίμα βάφει κατακόκκινα τα μάγουλα της Φιλίππας.

    Αχ, πόσο είναι όμορφη έτσι δα, με τα ολόμαυρα μαλλιά και μάτια, λυγερή – και ψηλή σαν τον πατέρα της! Αθη-νά, μεγάλη μου θεά, κι εσύ, Άρτεμη, φυλάγετέ την!

    «Έι, Φιλίππα… κάτι μου έλεγες για τις πλωτές μηχα-νές του Δημήτριου…»

    «Α… ναι… Λοιπόν… Αυτές οι τρεις μηχανές είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Οι άρχοντες είδαν και απόειδαν, και κάλεσαν εθελοντές από τις αριστοκρατικές οικογέ-νειες της πόλης, να βοηθήσουν το στρατό. Να δεις πό-σοι μαζεύτηκαν!»

    «Δε θα ’τανε κι όλοι τους νέοι».«Καλά το λες, οι περισσότεροι ήταν μεγάλοι άνθρω-

    ποι. Μα να ’βλεπες πόσο ενθουσιασμό έδειχναν! Μπήκα-νε σε τρία καράβια και κίνησαν καταπάνω στις φοβερές μηχανές του Δημήτριου. Αυτές, να ξέρεις, τις προστα-τεύουν επιπλέον και μ’ έναν τεράστιο ξύλινο χάρακα που πλέει και πάει μπροστά τους».

    «Έλα δα τώρα, που θα φοβηθούμε μιαν αράδα ξύλι-να μαδέρια!»

    «Ναι, άμα έχει τεράστιες σιδερένιες μύτες επάνω, σου λέω εγώ! Τέλος πάντων, τα καράβια με τους πολεμιστές

  • 18 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    μας κινήσανε καταπάνω τους. Εκεί να δεις τι έγινε! Βρο-χή οι κοτρόνες από τις πετροβόλους, βροχή τα βέλη από τους καταπέλτες, σκοτείνιασε ο ουρανός! Αλλά τα δικά μας καράβια είναι γοργά, το ξέρεις, είναι ανάλαφρα κι ευκίνητα. Ξεπέρασαν εκείνον το φοβερό ξύλινο χάρακα με τις σιδερένιες μύτες, σιμώσανε τις μηχανές και κατα-φέρανε να αναποδογυρίσουνε τις δύο απ’ αυτές!»

    «Ω θεοί, εύγε στα παλικάρια μας! Και τι απόγινε;»«Τι θα ’θελες να γίνει; Σαν είδε ο Δημήτριος τα σκού-

    ρα, πρόσταξε να γυρίσει αμέσως πίσω η τρίτη μηχανή. Μα καθώς ήταν αργοκίνητη, ένα καράβι μας την πήρε το κατόπι και, με μεγάλο κίνδυνο βέβαια, πάσχιζε να την αναποδογυρίσει κι αυτήν. Όμως δεν τα κατάφερε, η μάχη ήταν άνιση…»

    «Δηλαδή… δε γύρισε πίσω το καράβι μας;»«Όχι, δε γύρισε… Το βούλιαξαν οι άντρες από την

    πολιορκητική μηχανή κι από τα πλοία του Δημήτριου ολόγυρα… Το βούλιαξαν μέσα σε λίγες στιγμές, έτσι που δε σώθηκαν παρά λιγοστοί».

    «Δυστυχία μας! Σκοτωθήκανε τ’ αρχοντόπουλα;»«Και πολλά αρχοντόπουλα, και οι γέροι άρχοντες

    που δεν μπορέσανε να κολυμπήσουν… Είπαν πως εί-ναι από τις πιο γνωστές οικογένειες της πόλης. Να σου πω, Κλεοβούλη, τα ονόματα που άκουσα; Εσύ θα τους ξέρεις καλύτερα».

    «Όχι, όχι, μη μου τα λες τώρα, τι ωφελεί… Δε βαστώ ν’ ακούσω κι άλλα, μου σηκώθηκε πονοκέφαλος… Αχ,

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 19

    ο πόλεμος, ο πόλεμος! Τι μας μέλλονταν, μεγάλοι θεοί! Να χάνεται τόσος κόσμος!»

    «Και να πρέπει ν’ αμυνόμαστε, χωρίς σταματημό. Για τί αλλιώς δε θα τα βγάλουμε πέρα! Άμα ένας πληγώνε ται ή σκοτώνεται, άλλος πρέπει μεμιάς να παίρνει τη θέση του! Να, όπως τώρα, με τον Νεοκλή…»

    «Με τον Νεοκλή, τι δηλαδή;»«Ποιος θα πολεμάει στη θέση του;»«Άκου να σου πω, θα βρουν οι στρατηγοί μας! Αυτό

    δεν είναι έγνοια δικιά σου! Και να μου κάνεις τη χάρη να μην τριγυρνάς εκεί κοντά που γίνονται οι μάχες. Δεν είναι πράματα αυτά για κοπέλες. Εσένα η θέση σου εί-ναι μέσα στο σπίτι. Μ’ ακούς, Φιλίππα; Έι, σ’ εσένα μι-λάω, Φιλίππα, πού τρέχει ο νους σου;»

    Η Φιλίππα έχει ακουμπήσει στο περβάζι του παρα-θυριού και κοιτάζει τις τριανταφυλλιές στην αυλή μας. Άμα η Φιλίππα κοιτάζει τις τριανταφυλλιές μ’ αυτό το βλέμμα, είμαι σίγουρη πως κάτι ετοιμάζει… Κάτι, αλλά τι; Α, θαρρώ πως πρέπει να την προσέχω περισσότερο.

    (δ΄)

    Ο Αλέξανδρος δε μοιάζει πολύ με την αδελφή του. Πρώ-τα πρώτα είναι ξανθός με γαλάζια μάτια, ολόιδιος η μάνα του. Έπειτα, είναι πιο γλυκός, πιο τρυφερός, παρόλο που είναι αγόρι. Μικρό τον έλεγα «το αρνάκι μου». Τώρα

  • 20 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    βέβαια μεγάλωσε. Ωστόσο, αν η Φιλίππα μου φέρνει στο νου άτι περήφανο, ο Αλέξανδρος μου θυμίζει πά-ντοτε αρνάκι, έτσι όμορφος, καλόκαρδος και τρυφε-ρός που είναι.

    Χθες βράδυ έβρεχε με το κανάτι κι ο αγέρας λυσσο-μανούσε. Καταιγίδα σωστή! Το πέλαγος μούγκριζε μες στη νύχτα σαν θεριό. Από νωρίς κράτησα τα παιδιά στο σπίτι, μα δεν τους κακοφάνηκε. Θυμηθήκανε παλιές κα-λές μέρες. Παίξανε πεσσούς*, και ο Αλέξανδρος κέρδι-σε για πρώτη φορά τη Φιλίππα – ίσως και να ’ταν αφη-ρημένη, ίσως και να ’θελε να τον αφήσει να κερδίσει… Είπαν αστεία και γελάσανε, τραγούδησαν και λιγάκι. Η Φιλίππα έπαιξε λύρα κι ο Αλέξανδρος αυλό, κι όλα ήταν τόσο όμορφα! Μια καλοσύνη απλώθηκε γύρω μας, στην κάμαρα, στο σπίτι. Σε κάποια στιγμή μάλιστα θάρρεψα πως η πολιορκία ήταν εφιάλτης που πέρασε…

    Το άλλο πρωί αρχίσανε τα ξεπορτίσματα.«Αλέξανδρε! Πού ήσουν πάλι;»«Ανεβήκαμε ίσαμε την ακρόπολη με τους φίλους μου,

    μετά το σχολειό».«Να προσέχετε. Μην τριγυρνάτε δω κι εκεί. Καμιά

    φορά θα νυχτωθείς σε μέρος άγνωστο».«Και τι φοβάσαι, Κλεοβούλη μου; Εγώ έχω παντού

    φίλους. Όπου και να χτυπήσω, θα μ’ ανοίξουν».Μου ’ρχεται να γελάσω με τα λόγια του Αλέξανδρου,

    μα σαν το καλοσυλλογιέμαι, θαρρώ πως έχει δίκιο. Λοι-* Παιχνίδι με πούλια, περίπου σαν τη σημερινή «ντάμα».

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 21

    πόν, είναι απίστευτο το τι συμβαίνει με τούτο το παιδί. Όποιος το γνωρίζει, το αγαπάει με την πρώτη ματιά, με την πρώτη κουβέντα. Χωρίς καλά καλά να το γυρεύει, ο Αλέξανδρος έχει ένα σωρό φίλους. Τρέχουνε κοντά του καθώς οι μέλισσες στα λουλούδια. Κι έχει φίλους από κάθε τάξη: παιδιά ναυτικών, παιδιά πλούσιων εμπόρων, παιδιά αρχόντων, παιδιά τεχνιτών. Και δεν μπορώ να μην καμαρώνω σαν βλέπω πως ανάμεσά τους ξεχωρίζει, ίδιο βασιλόπουλο. Βέβαια ο παππούς του κρατούσε από περίφημη γενιά, από τη γενιά του Διαγόρα, και ο Διαγό-ρας ήτανε, στον καιρό του, όχι μονάχα ο πιο ξακουστός αθλητής στην Ελλάδα και στον κόσμο ολάκερο, μα και άρχοντας τρανός. Όμως ο παππούς στάθηκε άτυχος στη ζωή του: τα έχασε όλα την εποχή που οι Μακεδόνες πή-ρανε το νησί μας. Ο γιος του ο Λεωνίδας, ο πατέρας του μικρού Αλέξανδρου δηλαδή, δε μεγάλωσε στη φτώχεια, μα και δεν μπόρεσε ποτέ να ξανακάνει μεγάλη περιουσία. Πάνω που κάτι πήγαινε να φτιά ξει με το εμπόριο, με τα καράβια… πνίγηκε σ’ εκείνο το φριχτό ναυάγιο.

    Δεν έχω παράπονο, μας άφησε τούτο δω το σπίτι με τα όλα του, μας άφησε αρκετά για να πορευτούμε, για να μεγαλώσουν τα παιδιά και να μάθουν γράμματα κα-ταπώς τους ταιριάζει. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος ξεχωρί-ζει ανάμεσα και σε παιδιά πιο πλούσια ντυμένα. Έχει μια χάρη και μιαν αρχοντιά δική του, την ίδια χάρη κι αρχο-ντιά που είχαν και οι γονιοί του, την ίδια που έχει και η Φιλίππα – άμα είναι στις καλές της!

  • 22 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    «Αλέξανδρε, πες μου να χαρείς κι εμένα της βαριό-μοιρης, τι νέα έμαθες σήμερα; Κι άκου δω, νεαρέ κύ-ριε, μην τσαλαβουτάς μες στα νερά και μου κουβαλάς τις λάσπες στ’ ωραίο μας πλακόστρωτο, γιατί θα σου τις βρέξω!»

    «Δεν τις κουβαλάω εγώ τις λάσπες, Κλεοβούλη! Μο-νάχες τους κολλάνε στα σαντάλια μου».

    «Να λείπουν οι εξυπνάδες! Λες και δε βλέπω πως μου μάζεψες ολάκερο βουνό από λάσπη, πίσω απ’ την κολό-να, στη γωνιά της αυλής».

    «Α, αυτό; Αυτό είναι για να φτιάξω έναν πύργο, κι έναν πολεμιστή, κι ένα καράβι…»

    «Όλα τούτα από λάσπη;»«Ναι, μα λάσπη καλή, από καλό χώμα. Θα κάνω πηλό,

    και μ’ αυτόν θα φτιάξω τ’ αγάλματά μου». Μανία και τούτη του Αλέξανδρου με τ’ αγάλματα και

    τ’ αγαλματάκια! Τι να πεις, όμως, το παιδί γεννήθηκε και τριγυρνάει σε μια πόλη γεμάτη από αγάλματα και ανδριάντες, στολισμένη από δαύτα σε κάθε της γωνιά. Οι ξένοι που έρχονται στη Ρόδο σαστίζουν, αλήθεια, με το πλήθος και την ομορφιά των αγαλμάτων που έχει η πόλη μας. Στο σπίτι έχουμε κι εμείς μια όμορφη νύμφη, στημένη καταμεσής στην πίσω αυλή μας. Είναι σκαλι-σμένη σε κάτασπρο μάρμαρο και κρατάει μια υδρία. Ο Αλέξανδρος την ξεσήκωσε κάμποσες φορές στη λάσπη του, μα φαίνεται πως τη βαρέθηκε πια.

    «Λοιπόν, Αλέξανδρε, σου επιτρέπω να φτιάξεις μόνο

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ 23

    δύο αγάλματα, κι αυτά μικρά. Και να μη λερώσεις όλο τον τόπο τριγύρω! Αλλά δε μου ’πες: τι νέα έχουμε από την πολιορκία;»

    «Ααα…» κάνει ο Αλέξανδρος καθώς ανακατώνει τη λάσπη. «Έμαθες που ο Δημήτριος έφτιαξε άλλη πολιορ-κητική μηχανή, τρεις φορές μεγαλύτερη από κείνες που του βουλιάξαμε; Ε, την κουβάλησε χθες από τη θάλασ-σα πάλι, μα ευτυχώς ξέσπασε η μπόρα και η φουρτού-να, και πάνε οι μηχανές του, πάνε και κάμποσα πλοία, πάνε και οι άντρες που είχε βάλει φρουρούς στην άκρη του μόλου μας».

    «Τι έγινε με δαύτους;»«Τους πιάσαμε αιχμάλωτους, κι έτσι τώρα ελέγχουμε,

    λέει –κάποιος μεγάλος το ’πε αυτό μα δε θυμάμαι ποιος–, ελέγχουμε ολόκληρο το μεγάλο λιμάνι».

    «Και το μικρό λιμάνι;»«Α, εκείνο δεν το πάτησαν ποτέ. Είναι καλά οχυρωμέ-

    νο… Αχ, δες, ωραίος δε γίνεται ο πύργος μου; Δεν είναι ολόιδιος μ’ αυτούς που έχουνε τα τείχη του λιμανιού; Κοί-τα, στρογγυλός, με τις πολεμίστρες του εδώ κι εκεί…»

    Λοιπόν, για τον Αλέξανδρο η πολιορκία της πόλης εί-ναι κάτι σαν παιχνίδι. Δεν την παίρνει κατάκαρδα, όπως η Φιλίππα. Καλύτερα έτσι. Δεν ξέρουμε τι μέρες μάς πε-ριμένουν…

    «Καλός ο πύργος σου, Αλέξανδρε, μα ξέρεις κάτι; Λίγο με την ανακατωσούρα του πολέμου, λίγο με τ’ αγάλ-ματα, θαρρώ πως ξεχνιέσαι και δε μελετάς τα μαθήματά

  • 24 ΦΡΑΝΣΗ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

    σου. Ο δάσκαλος της αριθμητικής μου ’λεγε τις προάλ-λες πως σε βρίσκει αδιάβαστο».

    Ο Αλέξανδρος αποτελειώνει το έργο του και χτυπά τα χέρια ενθουσιασμένος.

    «Να το! Καλό έγινε! Τώρα θα στεγνώσει και μετά…»«Μετά θα μελετήσεις! Κάνεις πως δεν ακούς;»«Ακούω. Μα να πεις κι εσύ του δάσκαλου πως τώρα

    έχουμε πόλεμο. Κι ο πόλεμος είναι το μάθημα το πιο σπουδαίο απ’ όλα. Γιατί είναι ζωντανό μάθημα».

    «Μη χειρότερα, θεοί! Ποιος το λέει τούτο;»«Ο φίλος μου, ο Εύδημος».«Δε φαντάζομαι να μιλάς για το φιλόσοφο;»«Αυτόν, μάλιστα».«Άλλο πάλι! Έπιασες φιλία με τον Εύδημο; Πήγες

    στο σπίτι του;»«Αμέ, πέντ’-έξι φορές! Και κουβεντιάζουμε. Και μου

    λέει πολύ σωστά και ωραία πράγματα».Ε, αυτό πια κι αν είναι πρωτάκουστο! Ο Εύδημος, ο

    ξακουστός φιλόσοφος, ο μαθητής του Αριστοτέλη, να κάθεται να κουβεντιάζει με τον Αλέξανδρο –χθεσινό μωρό, πες– για τον πόλεμο!

    Άραγε ποιαν άλλη έκπληξη να περιμένω από τούτα τα παιδιά, που άμποτε οι μεγάλοι θεοί να τα φυλάνε όλοι μαζί, γιατί εγώ μονάχη μου δεν μπορώ πια!