γ λ ω σσά ρι - eclass.unipi.gr¬κρο... · βιώσιμη ανάπτυξη [sustainable...

of 15 /15
αρχές της μακροοικονομικής 871 αγορά δανειακών πόρων [loanable funds market]: η αγορά στην οποία η προσφορά πόρων κατανέμεται σε όσους επιθυμούν να δανειστούν· η ισορροπία απαιτεί η απο- ταμίευση (η προσφορά πόρων) να ισούται με την επένδυση (τη ζήτηση για πόρους) αγορά εργασίας [labor market]: η αγορά στην οποία πωλούνται και αγοράζονται οι υπηρεσίες των εργαζομένων αγορά κεφαλαίου [capital market]: οι δι- άφοροι θεσμοί που ασχολούνται με την εύρεση πόρων και την κατανομή και ασφά- λιση για κίνδυνο στους οποίους περιλαμ- βάνονται οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές αγορές, οι αγορές ομολόγων και η αγορά μετοχών αγορά ομοσπονδιακών κεφαλαίων [federal funds market]: η αγορά μέσω της οποίας οι τράπεζες δανείζουν και δανείζονται δι- αθέσιμα αγορά προϊόντος [product market]: η αγο- ρά στην οποία αγοράζονται και πωλούνται αγαθά και υπηρεσίες αγροτικές μεταρρυθμίσεις [land reform]: η αναδιανομή της γης από το κράτος σε εκείνους που την καλλιεργούν αειφόρος ανάπτυξη: βλ. βιώσιμη ανάπτυξη αιτιότητα [causation]: η σχέση που απορ- ρέει όταν η αλλαγή μιας μεταβλητής δεν σχετίζεται απλώς, αλλά στην πραγματι- κότητα, επιφέρει την αλλαγή σε μια άλλη μεταβλητή· η αλλαγή στη δεύτερη με- ταβλητή είναι αποτέλεσμα της αλλαγής στην πρώτη μάλλον παρά είναι και οι δύο αλλαγές συνέπεια αλλαγής σε μια τρίτη μεταβλητή ακαθάριστο εγχώριο προϊόν/ ΑΕΠ [gross domestic product/ GDP]: η συνολική χρη- ματική αξία όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται εντός των συ- νόρων μιας χώρας κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου άκαμπτες τιμές [sticky prices]: τιμές που δεν προσαρμόζονται ή οι οποίες προσαρ- μόζονται μόνον με βραδύτητα προς μια νέα ισορροπία άκαμπτοι μισθοί [sticky wages]: μισθοί που προσαρμόζονται με βραδύτητα σε αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς εργασίας αμοιβαίο κεφάλαιο [mutual fund]: ένα κε- φάλαιο που συγκεντρώνει χρήματα από διάφορους επενδυτές και αγοράζει ένα εύ- ρος περιουσιακών στοιχείων· κάθε επεν- δυτής κατέχει ένα ποσοστό του συνολικού κεφαλαίου ανάθεση εργασιών σε εξωτερικούς συ- νεργάτες [outsourcing]: η κίνηση επιχει- ρήσεων των ΗΠΑ να εισάγουν αγαθά και υπηρεσίες που στο παρελθόν παράγονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες ανάλυση εισοδήματος-δαπανών [income- expenditure analysis]: η ανάλυση που καθορίζει την εκροή ισορροπίας συσχετί- ζοντας τις συνολικές δαπάνες με το εισό- δημα ανάλυση συνολικής παραγωγικότητας συντελεστών [total factor productivity analysis]: η ανάλυση της σχέσης μεταξύ εκροής και του συνόλου όλων των εισρο- ών· η μεγέθυνση της συνολικής παραγω- γικότητας συντελεστών υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του ρυθμού μεγέθυνσης της εκροής και του σταθμισμένου μέσου ρυθμού μεγέθυνσης των εισροών, όπου τα σταθμά που χρησιμοποιούνται για κάθε εισροή είναι το μερίδιό της στο ΑΕΠ αναπτυγμένες χώρες [developed countries]: τα πλουσιότερα κράτη στον κόσμο στα γ λ ω σ σ ά ρ ι

Embed Size (px)

Transcript of γ λ ω σσά ρι - eclass.unipi.gr¬κρο... · βιώσιμη ανάπτυξη [sustainable...

  • αρχές της μακροοικονομικής 871

    αγορά δανειακών πόρων [loanable funds market]: η αγορά στην οποία η προσφορά πόρων κατανέμεται σε όσους επιθυμούν να δανειστούν· η ισορροπία απαιτεί η απο-ταμίευση (η προσφορά πόρων) να ισούται με την επένδυση (τη ζήτηση για πόρους)

    αγορά εργασίας [labor market]: η αγορά στην οποία πωλούνται και αγοράζονται οι υπηρεσίες των εργαζομένων

    αγορά κεφαλαίου [capital market]: οι δι-άφοροι θεσμοί που ασχολούνται με την εύρεση πόρων και την κατανομή και ασφά-λιση για κίνδυνο στους οποίους περιλαμ-βάνονται οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές αγορές, οι αγορές ομολόγων και η αγορά μετοχών

    αγορά ομοσπονδιακών κεφαλαίων [federal funds market]: η αγορά μέσω της οποίας οι τράπεζες δανείζουν και δανείζονται δι-αθέσιμα

    αγορά προϊόντος [product market]: η αγο-ρά στην οποία αγοράζονται και πωλούνται αγαθά και υπηρεσίες

    αγροτικές μεταρρυθμίσεις [land reform]: η αναδιανομή της γης από το κράτος σε εκείνους που την καλλιεργούν

    αειφόρος ανάπτυξη: βλ. βιώσιμη ανάπτυξηαιτιότητα [causation]: η σχέση που απορ-ρέει όταν η αλλαγή μιας μεταβλητής δεν σχετίζεται απλώς, αλλά στην πραγματι-κότητα, επιφέρει την αλλαγή σε μια άλλη μεταβλητή· η αλλαγή στη δεύτερη με-ταβλητή είναι αποτέλεσμα της αλλαγής στην πρώτη μάλλον παρά είναι και οι δύο αλλαγές συνέπεια αλλαγής σε μια τρίτη μεταβλητή

    ακαθάριστο εγχώριο προϊόν/ ΑΕΠ [gross domestic product/ GDP]: η συνολική χρη-ματική αξία όλων των τελικών αγαθών και

    υπηρεσιών που παράγονται εντός των συ-νόρων μιας χώρας κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου

    άκαμπτες τιμές [sticky prices]: τιμές που δεν προσαρμόζονται ή οι οποίες προσαρ-μόζονται μόνον με βραδύτητα προς μια νέα ισορροπία

    άκαμπτοι μισθοί [sticky wages]: μισθοί που προσαρμόζονται με βραδύτητα σε αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς εργασίας

    αμοιβαίο κεφάλαιο [mutual fund]: ένα κε-φάλαιο που συγκεντρώνει χρήματα από διάφορους επενδυτές και αγοράζει ένα εύ-ρος περιουσιακών στοιχείων· κάθε επεν-δυτής κατέχει ένα ποσοστό του συνολικού κεφαλαίου

    ανάθεση εργασιών σε εξωτερικούς συ-νεργάτες [outsourcing]: η κίνηση επιχει-ρήσεων των ΗΠΑ να εισάγουν αγαθά και υπηρεσίες που στο παρελθόν παράγονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες

    ανάλυση εισοδήματος-δαπανών [income-expenditure analysis]: η ανάλυση που καθορίζει την εκροή ισορροπίας συσχετί-ζοντας τις συνολικές δαπάνες με το εισό-δημα

    ανάλυση συνολικής παραγωγικότητας συ ντελεστών [total factor productivity ana lysis]: η ανάλυση της σχέσης μεταξύ εκροής και του συνόλου όλων των εισρο-ών· η μεγέθυνση της συνολικής παραγω-γικότητας συντελεστών υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του ρυθμού μεγέθυνσης της εκροής και του σταθμισμένου μέσου ρυθμού μεγέθυνσης των εισροών, όπου τα σταθμά που χρησιμοποιούνται για κάθε εισροή είναι το μερίδιό της στο ΑΕΠ

    αναπτυγμένες χώρες [developed countries]: τα πλουσιότερα κράτη στον κόσμο στα

    γ λ ω σ σ ά ρ ι

  • 872 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    οποία περιλαμβάνονται η Δυτική Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Ια-πωνία, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία

    ανατίμηση [appreciation]: μια αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία που επιτρέπει σε μια νομισματική μονάδα να αγοράσει πε-ρισσότερες μονάδες ξένων νομισμάτων

    ανεργία τριβής [frictional unemployment]: η ανεργία που σχετίζεται με τη μετακίνη-ση εργαζομένων από τη μία θέση εργασί-ας σε άλλη ή με την είσοδο στο εργατικό δυναμικό

    άνθηση [boom]: χρονική περίοδος κατά την οποία οι πόροι χρησιμοποιούνται στο έπα-κρο και το ΑΕΠ μεγεθύνεται σταθερά

    ανθρώπινο κεφάλαιο [human capital]: το απόθεμα των συσσωρευμένων δεξιοτήτων και εμπειρίας που καθιστά τους εργαζόμε-νους παραγωγικούς

    ανοικτή οικονομία [open economy]:μια οικονομία που δραστηριοποιείται ενεργά στο διεθνές εμπόριο

    ανταλλαγή /συναλλαγή [exchange]: η πρά-ξη του εμπορίου που συνιστά τη βάση των αγορών

    αντικυκλικές πολιτικές [countercyclical policies]: πολιτικές σχεδιασμένες να κρα-τήσουν την οικονομία σε καθεστώς πλή-ρους απασχόλησης με το να εξομαλύνουν τις διακυμάνσεις

    αντισταθμιστικά τέλη [countervailing du-ties]: τέλη (δασμοί) που επιβάλλονται από μια χώρα για να αντισταθμίσουν επιδοτή-σεις που παρέχονται σε έναν ξένο παρα-γωγό

    άπειρη ελαστικότητα [infi nite elasticity]: η κατάσταση όπου οποιαδήποτε ποσότητα θα ζητηθεί (θα προσφερθεί) σε μια συγκε-κριμένη τιμή αλλά τίποτε δεν θα προσφερ-θεί (δεν θα ζητηθεί) εάν η τιμή αυξηθεί (μειωθεί) κατά ένα μικρό ποσό

    αποθέματα [stocks]: μεταβλητές όπως το απόθεμα κεφαλαίου ή το απόθεμα προσφο-

    ράς χρήματος που περιγράφουν την κατά-σταση της οικονομίας (όπως τον πλού το της) σε συγκεκριμένες χρονικές στιγ μές· το αντίθετό τους είναι οι ροές

    απόλυτο πλεονέκτημα [absolute advan-tage]: μια χώρα έχει απόλυτο πλεονέκτη-μα έναντι μιας άλλης στην παραγωγή ενός αγαθού εάν μπορεί να το παράγει με πιο αποτελεσματικό τρόπο (με λιγότερες εισ-ροές)

    αποπληθωρισμός [defl ation]: επίμονη μεί-ωση του γενικού επιπέδου τιμών

    αποπληθωριστής του ΑΕΠ [GDP defl ator]: σταθμισμένος μέσος των τιμών διαφορε-τικών αγαθών και υπηρεσιών όπου τα σταθμά αντιπροσωπεύουν τη βαρύτητα καθενός από τα αγαθά και τις υπηρεσίες στο ΑΕΠ

    απόσβεση: βλ. υποτίμησηαποστροφή προς το ρίσκο / τον κίνδυνο

    [risk aversion]: η αποφυγή του να αναλά-βει κανείς ρίσκο

    αποτελεσματικός κατά Pareto [Pareto effi cient]: μία κατανομή πόρων θεωρεί-ται αποτελεσματική κατά Pareto εάν δεν υπάρχει ανακατανομή που θα βελτιώσει τη θέση κάποιου χωρίς να βλάψει τη θέση κάποιου άλλου

    αποτελεσματικός μισθός [effi ciency wage]: ο μισθός στον οποίο ελαχιστοποιείται το συνολικό εργασιακό κόστος

    ατελής ανταγωνισμός [imperfect compe-ti tion]: οιαδήποτε δομή της αγοράς στην οποία υπάρχει κάποιος ανταγωνισμός αλλά οι επιχειρήσεις έχουν καμπύλες ζή-τησης με καθοδική κλίση

    ατελής πληροφόρηση [imperfect informa-tion]: η κατάσταση στην οποία οι μετέχο-ντες στην αγορά στερούνται πληροφόρη-σης (όπως πληροφόρηση αναφορικά με τις τιμές ή τα χαρακτηριστικά των προϊόντων και των υπηρεσιών) η οποία είναι σημα-ντική για τη λήψη των αποφάσεών τους

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 873

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    αυτόματος σταθεροποιητής [automatic stabilizer]: δαπάνη που αυξάνει αυτόμα-τα ή φόρος που μειώνεται αυτόματα όταν επιδεινώνονται οι οικονομικές συνθήκες και έτσι τείνει να σταθεροποιήσει αυτό-ματα την οικονομία

    βασική εμπορική ταυτότητα [basic trade identity]: καθαρές εξαγωγές συν εισροές κεφαλαίου ισούνται με μηδέν

    βασικό ανταγωνιστικό μοντέλο [basic competitive model]: το μοντέλο της οικο-νομίας που συνδυάζει την υπόθεση περί ιδιοτελών καταναλωτών, επιχειρήσεων που μεγιστοποιούν τα κέρδη και τέλεια αντα γωνιστικών αγορών

    βιομηχανοποιημένες χώρες [industrialized countries]: βλ. αναπτυγμένες χώρες

    βιώσιμη ανάπτυξη [sustainable develop-ment]: ανάπτυξη που στηρίζεται σε αρ-χές βιωσιμότητας· η αειφόρος ανάπτυξη προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην υπο-βάθμιση του περιβάλλοντος και στην εκ-μετάλλευση των φυσικών πόρων

    Βορειοαμερικανικό Σύμφωνο Ελεύθερου Εμπορίου [North American Free Trade Agreement, NAFTA]: η συμφωνία μεταξύ Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών και Μεξι-κού που μείωσε τους εμπορικούς και άλ-λους φραγμούς μεταξύ αυτών των χωρών

    βραχυπρόθεσμα [short run]: χρονική πε-ρίοδος στη διάρκεια της οποίας οι μισθοί και οι τιμές δεν προσαρμόζονται πλήρως για να ισορροπήσουν την προσφορά με τη ζήτηση

    γραμμή προσαρμογής του πληθωρισμού [infl ation adjustment line]: μια γραμμή που δείχνει τον τρέχοντα ρυθμό του πλη-θω ρισμού· χρησιμοποιείται μαζί με την καμπύλη προσαρμογής του πληθωρισμού για τον καθορισμό του επιπέδου ισορρο-πίας της εκροής

    δανεισμένα διαθέσιμα [borrowed reserves]: τα διαθέσιμα που έχουν δανειστεί οι τρά-

    πεζες από τη θυρίδα προεξόφλησης της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ

    δασμοί [tariffs]: φόροι που επιβάλλονται στις εισαγωγές

    δείκτης τιμών καταναλωτή [consumer pri-ce index]: ένας δείκτης τιμών στον οποίο το καλάθι των αγαθών καθορίζεται από το τι αγοράζει ο μέσος καταναλωτής

    δείκτης τιμών παραγωγού [producer price index]: ένας δείκτης τιμών που μετρά το μέσο επίπεδο των τιμών των παραγωγών

    δημιουργία εμπορίου [trade creation]: νέο εμπόριο που δημιουργείται ως αποτέλε-σμα χαμηλότερων δασμολογικών φραγ-μών

    δημοσιονομικό έλλειμμα [fi scal defi cit]: το χάσμα μεταξύ των δημοσίων δαπανών και των δημοσίων εσόδων από πηγές πέραν του πρόσθετου δανεισμού

    δημοσιονομικό πλεόνασμα [fi scal surplus]: το ποσό κατά το οποίο τα δημόσια φορο-λογικά έσοδα υπερβαίνουν τις δημόσιες δαπάνες

    διαθέσιμα [reserves]: πόροι που κρατούνται από τις τράπεζες με τη μορφή μετρητών στο θησαυροφυλάκιο ή σε καταθέσεις στην κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ

    διαθέσιμο εισόδημα [disposable income]: η ποσότητα εισοδήματος που έχει ένα νοικο-κυριό μετά την αποπληρωμή των φόρων

    διακριτική ευχέρεια [discretion]: η ικανό-τητα να προβαίνει κανείς σε συγκεκριμέ-νες αποφάσεις πολιτικής ανταποκρινόμε-νος σε μακροοικονομικές συνθήκες

    διαρθρωτική ανεργία [structural unem-ployment]: μακροχρόνια ανεργία που είναι αποτέλεσμα διαρθρωτικών παραγόντων της οικονομίας, όπως μια αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που απαιτούν πρό-σφατα δημιουργηθείσες θέσεις εργασίας και των δεξιοτήτων που έχουν εκείνοι που έχουν χάσει τις θέσεις τους στους καμπτό-μενους κλάδους

  • 874 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    διαφοροποίηση [diversifi cation]: η διάχυση του πλούτου σε μεγάλο αριθμό διαφορετι-κών περιουσιακών στοιχείων

    διμερές εμπόριο [bilateral trade]: εμπόριο μεταξύ δύο πλευρών

    διττές οικονομίες [dual economies]: διαχω-ρισμοί σε πολλές λιγότερο αναπτυγμένες χώρες μεταξύ φτωχών τομέων της υπαί-θρου και αστικών περιοχών που έχουν υψηλότερους μισθούς και πιο προηγμένη τεχνολογία

    δολαριοποίηση /υιοθέτηση του δολαρίου [dollarization]: εγκατάλειψη του εγχώρι-ου νομίσματος σε όφελος του δολαρίου ΗΠΑ

    δραστηριοποίηση στην ανοικτή αγορά [open-market operations]: οι αγοραπωλη-σίες από την πλευρά της κεντρικής τρά-πεζας κρατικών ομολόγων στην ανοικτή αγορά

    δυναμική ασυνέπεια [dynamic inconsist-ency]: το πρόβλημα του κατά πόσον μια κυβέρνηση θα τηρήσει τις υποσχέσεις της αναφορικά με τρόπο δράσης

    δυνατότητα ρευστοποίησης [liquidity]: η ευκολία με την οποία μια επένδυση μπορεί να μετατραπεί σε μετρητά

    δυνητικό ΑΕΠ [potential GDP]: μέτρο του ποια θα ήταν η αξία του ΑΕΠ εάν οι πόροι της οικονομίας χρησιμοποιούνταν πλήρως

    εθνική αποταμίευση [national saving]: η συνδυασμένη αποταμίευση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα μιας χώρας

    εισαγωγές [imports]: τα αγαθά που παρά-γονται στο εξωτερικό αλλά αγοράζονται εγχωρίως

    εισοδηματική επίπτωση [income effect]: η μειωμένη κατανάλωση ενός αγαθού του οποίου η τιμή έχει αυξηθεί και η οποία οφείλεται στη μείωση της αγοραστικής δύναμης ή του «πραγματικού» εισοδήμα-τος του καταναλωτή· όταν το «πραγματι-κό» εισόδημα ενός ατόμου είναι μικρότε-

    ρο, κανονικά θα καταναλώσει λιγότερο από όλα τα αγαθά, συμπεριλαμβανομένου και του ακριβότερου

    εισοδηματική προσέγγιση [income ap-proach]: η προσέγγιση στον υπολογισμό του ΑΕΠ που στηρίζεται στη μέτρηση του εισοδήματος που δημιουργείται από όλους τους μετέχοντες στην οικονομία

    εισοδηματικοί περιορισμοί [budget con-straints]: οι περιορισμοί στην κατανάλωση διαφορετικών αγαθών που επιβάλλονται από το γεγονός ότι τα νοικοκυριά έχουν περιορισμένα χρηματικά ποσά για να δα-πανήσουν (τον προϋπολογισμό τους)· ο εισοδηματικός περιορισμός καθορίζει το σύνολο ευκαιριών των ατόμων όταν ο μό-νος περιορισμός που αντιμετωπίζουν είναι χρηματικός

    εισροές κεφαλαίου [capital infl ows]: χρή-ματα από το εξωτερικό που χρησιμοποι-ούνται για την αγορά επενδύσεων, την κατάθεση σε τράπεζες των ΗΠΑ, την αγο-ρά κρατικών ομολόγων ή ως δάνεια στις ΗΠΑ για οιονδήποτε λόγο

    εκροές κεφαλαίου [capital outfl ows]: χρή-ματα από τις ΗΠΑ που χρησιμοποιούνται για την αγορά ξένων επενδύσεων ή ομο-λόγων ξένων κρατών, για να κατατεθούν σε ξένες τράπεζες ή να χορηγηθούν ως δά-νεια σε ξένες χώρες για οιονδήποτε λόγο

    εκτοπισμός [crowding out]: μείωση της ιδι-ωτικής επένδυσης που είναι αποτέλεσμα αύξησης στις δημόσιες δαπάνες

    εκτροπή εμπορίου [trade diversion]: εμπό-ριο που εκτρέπεται από τρίτες χώρες λόγω της μείωσης των δασμών μεταξύ των με-λών ενός εμπορικού συνασπισμού

    ελαστικότητα της ζήτησης ως προς την τιμή [price elasticity of demand]: η ποσο-στιαία αλλαγή στη ζητούμενη ποσότητα ενός αγαθού ως αποτέλεσμα μιας αλλαγής της τάξης του 1% στην τιμή του (η ποσο-στιαία αλλαγή στη ζητούμενη ποσότητα

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 875

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    διαιρούμενη με την ποσοστιαία αλλαγή στην τιμή)

    ελαστικότητα της προσφοράς ως προς την τιμή [price elasticity of supply]: η ποσοστιαία αλλαγή στην προσφερόμενη ποσότητα ενός αγαθού ως αποτέλεσμα μιας αλλαγής της τάξης του 1% στην τιμή του (η ποσοστιαία αλλαγή στη ζητούμενη ποσότητα διαιρούμενη με την ποσοστιαία αλλαγή στην τιμή)

    ελεύθερο εμπόριο [free trade]: εμπόριο μεταξύ χωρών που σημειώνεται χωρίς φραγμούς όπως είναι οι δασμοί ή οι πο-σοστώσεις

    έλλειμμα πλήρους απασχόλησης [full-employment defi cit]: ποιο θα ήταν το έλλειμμα εάν η οικονομία βρισκόταν σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης

    εμβάθυνση κεφαλαίου [capital deepening]: μια αύξηση στο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο

    εμπορικές πολιτικές [commercial policies]: πολιτικές που έχουν στόχο την επιρροή είτε των εισαγωγών είτε των εξαγωγών

    εμπορικό έλλειμμα [trade defi cit]: το πλεόνα-σμα των εισαγωγών έναντι των εξαγωγών

    εμπορικό ισοζύγιο [balance of trade]: οι εξαγωγές μιας χώρας μείον τις εισαγωγές της (καθαρές εξαγωγές)

    έντοκα γραμμάτια του δημοσίου [Treasury bills, T-bills]: βραχυχρόνια κρατικά ομό-λογα που διατίθενται μόνον σε μεγάλες αξίες

    εξαγωγές [exports]: αγαθά που παράγονται στο εσωτερικό αλλά πωλούνται στο εξω-τερικό

    εξωτερική χρονική υστέρηση [outside lag]: η χρονική υστέρηση μεταξύ της ανάληψης μιας δράσης πολιτικής και του αντίκτυπου που έχει στην οικονομία· η εξωτερική χρονική υστέρηση για τη δημοσιονομική πολιτική θεωρείται συνήθως μικρότερη από εκείνη της νομισματικής πολιτικής

    επαναγορές/ «ρέπος» [repurchases/ RPs]:

    συναλλαγές της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ στην ανοικτή αγορά που αφορούν συνδυασμένη πώληση ενός κρατικού χρε-ογράφου και μια συμφωνία για την επα-ναγορά του σε μελλοντική ημερομηνία, ενδεχομένως και την επόμενη ημέρα

    επεκτάσεις [expansions]: περίοδοι στις οποίες το πραγματικό ΑΕΠ μεγεθύνεται

    επένδυση [investment]: από εθνική προ-οπτική, μια αύξηση στο απόθεμα των κεφαλαιουχικών αγαθών ή οποιαδήποτε άλλη δαπάνη που στοχεύει στην αύξηση της μελλοντικής εκροής· από την προοπτι-κή του ατόμου, οιαδήποτε δαπάνη έχει ως στόχο την αύξηση του μελλοντικού πλού-του του, όπως η αγορά μιας μετοχής κά-ποιας επιχείρησης (εφόσον κάποιο άλλο άτομο πουλά κατά πάσα πιθανότητα αυτή τη μετοχή, το άτομο αυτό αποεπενδύει, και η καθαρή επένδυση για την οικονομία είναι μηδέν)

    επένδυση αποθεματικού [inventory invest-ment]: οι επενδύσεις μιας επιχείρησης σε πρώτες ύλες ή σε διαθέσιμη εκροή

    επένδυση κεφαλαιουχικών αγαθών [capi-tal goods investment]: επένδυση σε μηχα-νολογικό εξοπλισμό και κτίρια (πρέπει να διακριθεί από την επένδυση σε αποθεμα-τικό, έρευνα και ανάπτυξη ή εκπαίδευση [ανθρώπινο κεφάλαιο])

    επένδυση σε κτιριακό και μηχανολογικό εξοπλισμό [plant and equipment invest-ment]: αγορές νέων κεφαλαιουχικών αγα-θών στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρή-σεις

    επένδυση στέγης [residential investment]: αγορά νέας κατοικίας από ένα νοικοκυριό

    επίμορτη καλλιέργεια [sharecropping]: ρύθμιση, διαδεδομένη σε πολλές λιγότε-ρο αναπτυγμένες χώρες, σύμφωνα με την οποία ο εκμισθωτής καλλιεργεί τη γη απο-δίδοντας στον ιδιοκτήτη της ένα σταθερό μερίδιο της εκροής

  • 876 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    επίπεδο εκροής σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης [full-employment level of output]: το επίπεδο της εκροής που μπορεί να παραγάγει η οικονομία υπό κανονικές συνθήκες με δεδομένο απόθεμα κτιριακού και μηχανολογικού εξοπλισμού και δεδο-μένη προσφορά εργασίας

    επίπτωση υποκατάστασης [substitution effect]: η μειωμένη κατανάλωση ενός αγαθού του οποίου η τιμή αυξήθηκε και η οποία οφείλεται στη διαφοροποίηση της σχέσης ανταλλαγής, του γεγονότος ότι κάποιος πρέπει να αποποιηθεί περισσότε-ρα από τα άλλα αγαθά για να αποκτήσει μία παραπάνω μονάδα από το ακριβότε-ρο αγαθό· η επίπτωση αντικατάστασης συσχετίζεται με αλλαγή στην κλίση του περιορισμού προϋπολογισμού

    επιτόκιο ομοσπονδιακών κεφαλαίων [fed-eral funds rate]: το επιτόκιο ημερήσιων δι-ατραπεζικών δανείων

    επιχείρημα της νεοσύστατης βιομηχανίας [infant industry argument]: το επιχείρημα ότι οι βιομηχανίες πρέπει να προστατεύο-νται από τον ξένο ανταγωνισμό στο ξεκί-νημά τους, έως ότου έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν τις δεξιότητες που θα τους επι-τρέψουν να ανταγωνισθούν επί ίσοις όροις

    εποχική ανεργία [seasonal unemployment]: ανεργία που ποικίλλει με τις εποχές, όπως εκείνη που συσχετίζεται με την κάμψη στην οικοδομική δραστηριότητα τον χει-μώνα

    εσωτερική χρονική υστέρηση [inside lag]: ο χρόνος που απαιτείται για τη διαπίστω-ση ότι έχει σημειωθεί μια αλλαγή στην οι-κονομία και για τη λήψη αποφάσεων ανα-φορικά με τις ενδεδειγμένες πολιτικές που αυτή η αλλαγή απαιτεί· στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εσωτερική χρονική υστέρηση για τη δημοσιονομική πολιτική θεωρείται κανονικά μεγαλύτερη από εκείνη της νο-μισματικής πολιτικής

    Ευρωπαϊκή Ένωση [European Union]: ένας σημαντικός περιφερειακός εμπορι-κός συνασπισμός που καλύπτει σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης

    ζήτηση [demand]: η ποσότητα ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας που επιλέγει να αγορά-σει σε μια δεδομένη τιμή ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση

    θετικά οικονομικά [positive economics]: οικονομικά που περιγράφουν πώς συμπε-ριφέρεται η οικονομία και προβλέπουν πώς ενδέχεται να αλλάξει –για παράδειγ-μα ανταποκρινόμενη σε μια αλλαγή πολι-τικής

    θεωρία [theory]: ένα σύνολο υποθέσεων και τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτές και τα οποία εκφέρονται ως ερμη-νεία ορισμένων φαινομένων

    θεωρία αποτελεσματικής αγοράς [effi cient market theory]: η θεωρία ότι κάθε διαθέ-σιμη πληροφόρηση αντικατοπτρίζεται στην τρέχουσα τιμή ενός περιουσιακού στοιχείου

    θεωρία στρατηγικού εμπορίου [strategic trade theory]: η θεωρία σύμφωνα με την οποία η προστασία μπορεί να προσδώσει σε μια χώρα στρατηγικό πλεονέκτημα ένα-ντι των ανταγωνιστών της, συνδράμοντας για παράδειγμα στη μείωση του εγχώριου κόστους ως αποτέλεσμα οικονομιών κλί-μακας

    Θυρίδα Ανοικτής Αγοράς [Open Market Desk]: εκεί όπου πραγματοποιούνται οι αγοραπωλησίες κρατικών ομολόγων από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ

    ιδιωτική ιδιοκτησία [private property]: κατοχή ιδιοκτησίας (ή άλλων πόρων) από άτομα ή επιχειρήσεις· σε ένα σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας οι ιδιοκτήτες έχουν περιουσιακά δικαιώματα, ενδέχεται όμως να υπάρχουν νομικοί περιορισμοί σε ό,τι αφορά τη χρήση της ιδιοκτησίας

    ισορροπία [equilibrium]: κατάσταση στην

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 877

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    οποία δεν υπάρχουν δυνάμεις (λόγοι) για αλλαγή

    καθαρές κεφαλαιακές εισροές [net capital infl ows]: συνολικές εισροές κεφαλαίου μείον τις συνολικές εκροές κεφαλαίου

    καθεστώς επιτροπής συναλλάγματος [cur-re ncy board]: το σύστημα στο οποίο η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του το-πικού νομίσματος και ενός ξένου καθορί-ζεται βάσει νόμου

    καμπύλη βραχυπρόθεσμης προσαρμογής του πληθωρισμού [short-run infl ation ad-justment curve]: καμπύλη με θετική κλίση που δείχνει τον ρυθμό του πληθωρισμού σε κάθε επίπεδο εκροής σε σχέση με το δυνητικό ΑΕΠ, για έναν δεδομένο προσ-δοκώμενο ρυθμό πληθωρισμού

    καμπύλη ζήτησης [demand curve]: η σχέ-ση μεταξύ της ζητούμενης ποσότητας ενός αγαθού και της τιμής του, είτε για ένα άτομο είτε για την αγορά (όλα τα άτομα) συνολικά

    καμπύλη ζήτησης της αγοράς [market demand curve]: η συνολική ποσότητα ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας που ζητεί-ται στην οικονομία σε κάθε τιμή· υπολογί-ζεται με το να «προσθέτουμε οριζοντίως» τις ατομικές καμπύλες ζήτησης· δηλαδή, σε κάθε δεδομένη τιμή, είναι το άθροισμα της ζήτησης των ατόμων

    καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων [production possibilities curve]: μια κα-μπύλη που ορίζει το σύνολο ευκαιριών μιας επιχείρησης ή και ολόκληρης της οικονο-μίας και δίνει τους δυνατούς συνδυασμούς αγαθών (εκροές) που μπορούν να παρα-χθούν από ένα δεδομένο επίπεδο εισροών

    καμπύλη Phillips [Phillips curve]: η σχέση ανταλλαγής μεταξύ ανεργίας και πληθω-ρισμού έτσι ώστε χαμηλότερο επίπεδο ανεργίας συσχετίζεται με υψηλότερο επί-πεδο πληθωρισμού

    καμπύλη προσφοράς [supply curve]: η

    σχέση μεταξύ της προσφερόμενης ποσό-τητας ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας και της τιμής, είτε πρόκειται για μια μεμονω-μένη επιχείρηση ή για την αγορά (όλες τις επιχειρήσεις) συνολικά

    καμπύλη προσφοράς της αγοράς [market supply curve]: η συνολική ποσότητα ενός συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας που θα ήθελαν όλες μαζί οι επιχειρήσεις σε μια οικονομία να προσφέρουν σε κάθε τιμή· υπολογίζεται με την «οριζόντια πρόθεση» των καμπυλών προσφοράς των μεμονωμέ-νων επιχειρήσεων (είναι δηλαδή το άθροι-σμα των ποσοτήτων που κάθε επιχείρηση είναι διατεθειμένη να προφέρει σε κάθε δεδομένη τιμή)

    καμπύλη συνολικής ζήτησης-πληθωρι-σμού [aggregate demand-infl ation curve]: η καμπύλη που δείχνει την αρνητική σχέ-ση μεταξύ πληθωρισμού και δαπανών

    καμπύλη συνολικών δαπανών [aggregate expenditures schedule]: η σχέση μεταξύ συνολικών δαπανών και του εθνικού εισο-δήματος για ένα πραγματικό επιτόκιο

    κάμψη [recession]: δύο συνεχόμενα τρίμη-να ενός έτους κατά τη διάρκεια των οποί-ων το ΑΕΠ μειώνεται

    κανόνας νομισματικής πολιτικής [mon-etary policy rule]: η συστηματική σχέση μεταξύ του καθορισμού της πολιτικής της κεντρικής τράπεζας και των μεταβλητών στις οποίες αντιδρά, όπως είναι ο πληθω-ρισμός, η κυκλική ανεργία ή το παραγωγι-κό κενό

    κανόνες [rules]: αυτόματες προσαρμογές πολιτικής ως ανταπόκριση σε μακροοικο-νομικές συνθήκες

    κανονιστικά οικονομικά [normative eco-nomics]: οικονομικά στα οποία εκφέρο-νται κρίσεις αναφορικά με το ενδεδειγμέ-νο διαφόρων πολιτικών· τα συμπεράσμα-τα στηρίζονται σε αξιολογικές κρίσεις όσο και σε γεγονότα και θεωρίες

  • 878 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    κατά κεφαλήν εισόδημα [income per capi-ta]: το συνολικό εισόδημα διαιρεμένο διά του πληθυσμού

    καταθέσεις απαίτησης [demand deposits]: καταθέσεις από τις οποίες μπορεί κανείς να πραγματοποιήσει άμεσα αναλήψεις όπως είναι οι λογαριασμοί όψεως

    κατανομή [distribution]: η κατανομή αγα-θών και υπηρεσιών που παράγονται από την οικονομία

    κατοχυρωμένα δικαιώματα [entitlements]: προγράμματα που παρέχουν αυτόματα οφέ λη/ επιδόματα σε άτομα που πληρούν ορισμένα κριτήρια (όπως ηλικιακά)

    κεντρική τράπεζα [central bank]: ο κρα-τικός θεσμός που είναι υπεύθυνος για τη νομισματική πολιτική

    κεντρικός σχεδιασμός [central planning]: το σύστημα στο οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι (και όχι οι ιδιώτες επιχειρηματίες ή έστω οι υπάλληλοι της τοπικής αυτοδιοίκησης) καθορίζουν τι και πώς θα παραχθεί

    κεφαλαιακό κέρδος [capital gain]: η αύξη-ση της αξίας ενός περιουσιακού στοιχεί-ου μεταξύ της στιγμής της αγοράς και τη στιγμή της πώλησής του

    κεφαλαιουχικά αγαθά [capital goods]: ο μη χανολογικός εξοπλισμός και τα κτίρια στα οποία επενδύουν οι επιχειρήσεις με πόρους που αποκτούν από την αγορά κε-φαλαίου

    κίνητρα [incentives]: οφέλη ή μειωμένο κόστος που υποκινούν την απόφαση υπέρ μιας συγκεκριμένης επιλογής

    κορυφές [peaks]: το σημείο σε έναν οικο-νομικό κύκλο όπου η εκροή φτάνει στο μέγιστο επίπεδό της

    κόστος ευκαιρίας [opportunity cost]: το κό-στος ενός πόρου που μετριέται βάσει της αξίας της αμέσως επόμενης εναλλακτικής χρήσης του

    κυκλική ανεργία [cyclical unemployment]: η αύξηση της ανεργίας που σημειώνεται

    όταν η οικονομία εισέρχεται σε επιβρά-δυνση ή κάμψη

    κυκλική ροή [circular fl ow]: ο τρόπος με τον οποίο κινούνται οι πόροι μέσω των αγορών κεφαλαίου, εργασίας και παρα-γωγής μεταξύ νοικοκυριών, επιχειρήσεων, του κράτους και του ξένου τομέα

    λειτουργικές διαδικασίες [operating pro-cedures]: ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει μια κεντρική τράπεζα να εφαρμόσει τη νο-μισματική πολιτική

    λιγότερο αναπτυγμένες χώρες [less de-veloped countries]: οι φτωχότερες χώρες του πλανήτη στις οποίες περιλαμβάνεται μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας

    λογιστική μονάδα [unit of account]: κάτι που παρέχει τρόπο μέτρησης και σύγκρισης των σχετικών αξιών διαφορετικών αγαθών

    Μ1, Μ2, Μ3 [M1, M2, M3]: μέτρα της προ-σφοράς χρήματος· το Μ1 περιλαμβάνει τα μετρητά και τους λογαριασμούς όψεως· το Μ2 περιλαμβάνει το Μ1 συν τις αποταμι-ευτικές καταθέσεις, τα πιστοποιητικά κατά-θεσης και τους πόρους χρηματαγοράς· το Μ3 περιλαμβάνει το Μ2 συν τις αποταμι-ευτικές καταθέσεις μεγάλων ποσών και τα θεσμικά αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς

    μακροοικονομική [macroeconomics]: η εκ των άνω προς τα κάτω θεώρηση της οικο-νομίας η οποία επικεντρώνεται σε συνολι-κά χαρακτηριστικά

    μακροπρόθεσμα [long run]: ένα διάστημα χρόνου επαρκές για να επιτρέψει σε μι-σθούς και τιμές να προσαρμοστούν πλή-ρως ώστε να ισορροπήσουν την προσφο-ρά και τη ζήτηση

    μεγάλη ανοικτή οικονομία [large open economy]: μια οικονομία που είναι ανοι-κτή στο διεθνές εμπόριο και στη ροή κε-φαλαίων η οποία είναι αρκετά μεγάλη σε σχέση με την παγκόσμια οικονομία ώστε οι εσωτερικές της συνθήκες να επηρεά-

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 879

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    ζουν τα διεθνή επίπεδα επιτοκίων ή εισο-δήματος

    Μεγάλη Ύφεση [Great Depression]: η πα-ρατεταμένη παγκόσμια περίοδος έντονης οικονομικής κάμψης στη διάρκεια της δε-καετίας του 1930

    μεγέθυνση καθοδηγούμενη από τις εξα-γωγές [export-led growth]: η στρατηγική ότι η κυβέρνηση πρέπει να ενθαρρύνει τις εξαγωγές στις οποίες η χώρα έχει συγκρι-τικό πλεονέκτημα για να υποκινήσει τη μεγέθυνση

    μείωση της αξίας [devaluation]: μείωση στη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ενός νομίσματος και άλλων νομισμάτων σε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών

    μερίσματα [dividends]: το μέρος των εται-ρικών κερδών που αποδίδεται στους μετό-χους

    μέσο ανταλλαγής [medium of exchange]: ένα αντικείμενο που μπορεί γενικώς να ανταλλαγεί με αγαθά και υπηρεσίες σε όλη την οικονομία

    μη ανακτήσιμο κόστος [sunk costs]: κόστος που έχει επωμιστεί κανείς και το οποίο δεν μπορεί να ανακτήσει

    μη δανεισμένα διαθέσιμα [nonborrowed re serves]: η διαφορά μεταξύ συνολικών διαθεσίμων και δανεισμένων διαθεσίμων· η FED επηρεάζει το επίπεδο των μη δανει-σμένων διαθεσίμων μέσω δραστηριοποίη-σης στην ανοικτή αγορά

    μη προαιρετικές δαπάνες [nondiscretionary spending]: δαπάνες που καθορίζονται αυ-τόματα, όπως πληρωμές τόκων και δαπά-νες για κατοχυρωμένα δικαιώματα

    μηδενική ελαστικότητα [zero elasticity]: η κατάσταση που παρατηρείται όταν η ζη-τούμενη (ή η προσφερόμενη) ποσότητα δεν αλλάζει ανεξαρτήτως αλλαγών στην τιμή

    μικρή ανοικτή οικονομία [small open eco-

    nomy]: μια οικονομία που είναι ανοικτή στο διεθνές εμπόριο και τη ροή κεφαλαίων της οποίας όμως οι εσωτερικές συνθήκες είναι πολύ μικρές σε σχέση με την παγκό-σμια οικονομία για να επηρεάσουν παγκό-σμια επίπεδα επιτοκίων ή εισοδήματος

    μικροοικονομική [microeconomics]: η εκ των κάτω θεώρηση της οικονομίας η οποία επικεντρώνεται σε μεμονωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις

    νόμος προσφοράς και ζήτησης [law of supply and demand]: ο νόμος της οικονομι-κής που λέει ότι σε κατάσταση ισορροπίας οι τιμές καθορίζονται έτσι ώστε η ζήτηση να ισούται με την προσφορά· αλλαγές στις τιμές αντικατοπτρίζουν μετατοπίσεις στις καμπύλες ζήτησης ή προσφοράς

    νόμος του Okun [Okun’s law]: η σχέση μεταξύ του παραγωγικού κενού και της κυκλικής ανεργίας όπως εντοπίστηκε για πρώτη φορά από τον Arthur Okun· σύμφωνα με τον νόμο του Okun κυκλική ανεργία της τάξης του 1% συσχετίζεται με αρνητικό παραγωγικό κενό περίπου 2%

    ντάμπινγκ [dumping]: η πρακτική πώλησης ενός αγαθού στο εξωτερικό σε τιμή χαμη-λότερη από αυτή του εσωτερικού ή κάτω του κόστους παραγωγής

    οικονομία της αγοράς [market economy]: μια οικονομία που κατανέμει πόρους κυ-ρίως μέσω της αλληλεπίδρασης των ατό-μων (των νοικοκυριών) και των ιδιωτικών επιχειρήσεων

    οικονομικός κύκλος [business cycle]: δια-κυμάνσεις στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα γύρω από τη μέση πορεία μεγέθυνσης της οικονομίας

    Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγο-ράς [Federal Open Market Committee]: η επιτροπή της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ που καθορίζει τη νομισματική πο-λιτική

    ονομαστικό ΑΕΠ [nominal GDP]: η αξία

  • 880 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε ένα συγκεκριμένο έτος μετρημένη στις τιμές εκείνου του έτους

    ονομαστικό επιτόκιο [nominal rate of in-terest]: η ποσοστιαία απόδοση μιας κατά-θεσης, ενός δανείου ή ενός ομολόγου· το ονομαστικό επιτόκιο δεν συνυπολογίζει τις επιπτώσεις του πληθωρισμού

    οριακά οφέλη [marginal benefi ts]: τα επι-πλέον οφέλη που απορρέουν, για παρά-δειγμα, από την αυξημένη κατανάλωση ενός αγαθού

    οριακή ροπή αποταμίευσης [marginal propensity to save]: η ποσότητα βάσει της οποίας αυξάνεται η αποταμίευση όταν το εισόδημα αυξάνεται κατά ένα δολάριο

    οριακή ροπή εισαγωγής [marginal pro-pensity to import]: η ποσότητα βάσει της οποίας αυξάνονται οι εισαγωγές όταν το εισόδημα αυξάνεται κατά ένα δολάριο

    οριακή ροπή κατανάλωσης [marginal pro-pensity to consume]: η ποσότητα βάσει της οποίας αυξάνεται η κατανάλωση όταν το εισόδημα αυξάνεται κατά ένα δολάριο

    οριακό εισόδημα [marginal revenue]: το επιπλέον εισόδημα που εισπράττει μια επιχείρηση όταν πουλά μία επιπλέον μο-νάδα αγαθού

    οριακό κόστος [marginal cost]: το πρόσθετο κόστος που αντιστοιχεί σε μια πρόσθετη μονάδα παραγόμενης εκροής

    ουδετερότητα του χρήματος [neutrality of money]: η ιδέα ότι η αλλαγή της προ-σφοράς χρήματος δεν έχει πραγματικές επιπτώσεις στην οικονομία –πρόκειται για σημαντική θέση του μοντέλου της πλή-ρους απασχόλησης

    παγκοσμιοποίηση [globalization]: η στενό-τερη ολοκλήρωση των κρατών του κόσμου –ιδιαίτερα τα αυξημένα επίπεδα εμπορίου και κίνησης κεφαλαίων– που προκύπτει λόγω του χαμηλότερου κόστους μεταφο-ρών και επικοινωνιών

    Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου/ ΠΟΕ [World Trade Organization/ WTO]: ο ορ-γανισμός που ιδρύθηκε το 1995 ως αποτέ-λεσμα των εμπορικών διαπραγματεύσεων του γύρου της Ουρουγουάης· αντικατέ-στησε τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου [General Agreement on Tariffs and Trade, GATT] και στόχος του είναι η εξάλειψη των εμπορικών φραγμών και η διευθέτηση εμπορικών διαφορών

    παραγωγικό κενό [output gap]: η ποσοστι-αία απόκλιση του τρέχοντος από το δυνη-τικό ΑΕΠ

    παρακαταθήκης αξίας [store of value]: κά-τι που μπορεί να γίνει δεκτό ως πληρωμή στο παρόν και να ανταλλαγεί για αντικεί-μενα αξίας στο μέλλον

    παρακρατηθέντα κέρδη [retained earn-ings]: το μέρος των καθαρών απολαβών μιας επιχείρησης που δεν αποδίδεται στους μετόχους αλλά παραμένει στην επι-χείρηση

    περιουσιακά δικαιώματα [property rights]: τα δικαιώματα του κατόχου ιδιωτικής ιδι-οκτησίας· σε αυτά συνήθως περιλαμβάνο-νται το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία όπως θέλει (υπό ορισμένους περιορισμούς, όπως ζώνες δόμησης) και το δικαίωμα να την πουλήσει όταν και σε όποιον θέλει

    πιστοποιητικό κατάθεσης [certifi cate of deposit]: λογαριασμός στον οποίο κατατί-θενται χρήματα για συγκεκριμένη χρονι-κή διάρκεια και έχουν ελαφρά υψηλότερη απόδοση ως αντίβαρο στη μειωμένη δυνα-τότητα ρευστοποίησής τους

    πλεόνασμα εργασίας [surplus of labor]: πο-λύ εργατικό δυναμικό που είναι άνεργο ή υποαπασχολείται, και είναι άμεσα διαθέ-σιμο σε δυνητικούς εργοδότες

    πλεονασματικά διαθέσιμα [excess reser-ves]: διαθέσιμα που κρατούν οι τράπεζες πέραν των απαιτούμενων από τον νόμο

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 881

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    πληθωρισμός [infl ation]: ο ρυθμός αύξησης του γενικού επιπέδου τιμών

    πληθωριστικά σοκ [infl ation shocks]: συμ-βάντα που προκαλούν προσωρινές μετα-τοπίσεις της καμπύλης προσαρμογής του βραχυπρόθεσμου πληθωρισμού (καμπύλη SRIA)

    πλήρης απασχόληση [full-employment]: κατάσταση στην οποία η ζήτηση για εργα-σία ισούται με την προσφορά εργασίας

    πληροφόρηση [information]: η βάση για τη λήψη αποφάσεων που μπορούν να επηρεάσουν τη δομή των αγορών και την ικανότητά τους να χρησιμοποιήσουν απο-τελεσματικά τους σπάνιους πόρους της κοινωνίας

    πολιτικές προάσπισης των ιδίων συμφε-ρόντων επί ζημία των ανταγωνιστών [beggar-thy-neighbor policies]: περιορι-σμοί των εισαγωγών που έχουν ως στόχο την αύξηση της εθνικής εκροής μιας χώ-ρας και ονομάζονται έτσι επειδή αυξάνουν την εκροή της συγκεκριμένης χώρας ενώ ταυτόχρονα βλάπτουν την εκροή άλλων χωρών

    πολλαπλασιαστής [multiplier]: η ποσότητα κατά την οποία αυξάνεται η εκροή ισορ-ροπίας όταν η καμπύλη των συνολικών δα-πανών μετατοπίζεται κατά ένα δολάριο

    πολλαπλασιαστής χρήματος [money multiplier]: η ποσότητα σύμφωνα με την οποία μια νέα (έξωθεν) κατάθεση στο τρα-πεζικό σύστημα πολλαπλασιάζεται όταν χορηγείται ως δάνειο, επανακατατίθεται, δανείζεται εκ νέου κ.ο.κ. από τις τράπεζες

    πολυμερές εμπόριο [multilateral trade]: εμπόριο μεταξύ περισσότερων των δύο μερών

    ποσοστώσεις [quotas]: όρια στην ποσότητα των ξένων αγαθών που μπορούν να εισα-χθούν

    ποσότητα ισορροπίας [equilibrium quanti-ty]: η ποσότητα που ζητείται και προσφέ-

    ρεται στην τιμή ισορροπίας, όταν η ζήτηση ισούται με την προσφορά

    ποσοτική εξίσωση της ανταλλαγής [quan-tity equation of exchange]: η εξίσωση MV = PY η οποία συνοψίζει τη σχέση μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που θέλουν να κρατούν τα άτομα και της δολαριακής αξίας των συναλλαγών

    πραγματική επένδυση [real investment]: η επένδυση που είναι μέρος των συνολικών δαπανών, όπως η αγορά νέων εργοστασί-ων και μηχανολογικού εξοπλισμού

    πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία [real exchange rate]: συναλλαγματική ισο-τιμία προσαρμοσμένη για αλλαγές στα σχετικά επίπεδα τιμών σε διάφορες χώρες

    πραγματικό ΑΕΠ [real GDP]: η πραγμα-τική αξία όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην οικονο-μία μετρημένη σε δολάρια προσαρμοσμέ-να για τον πληθωρισμό

    πραγματικό επιτόκιο [real rate of interest]: η πραγματική απόδοση της αποταμίευσης, που ισούται με το ονομαστικό επιτόκιο μείον τον ρυθμό του πληθωρισμού

    πραγματικός μισθός [real wage]: ο δολαρι-ακός ή ονομαστικός μισθός διορθωμένος για αλλαγές στις τιμές

    πράξη διακριτικής ευχέριας (προαιρετι-κή πράξη) [discretionary act]: σκόπιμες αλλαγές πολιτικής από την πλευρά της κυβέρνησης που συχνά χρησιμοποιούνται για να υποδείξουν πολιτικές που δεν περι-ορίζονται από προηγούμενες δεσμεύσεις

    πράσινη επανάσταση [green revolution]: η εφεύρεση και διάδοση νέων σπόρων και γεωργικών πρακτικών που οδήγησαν σε τε-ράστιες αυξήσεις στην αγροτική εκροή στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες κατά τη διάρ-κεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970

    προαιρετικές δαπάνες [discretionary spen-ding]: δημόσιες δαπάνες που αποφασίζο-νται σε ετήσια βάση

  • 882 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    προεξοφλητικό επιτόκιο [discount rate]: το επιτόκιο που χρεώνεται στα δανειζόμενα διαθέσιμα

    προσαρμοστικές προσδοκίες [adaptive ex-pectations]: προσδοκίες που ανταποκρί-νονται ή προσαρμόζονται σε πρόσφατη εμπειρία

    προσδοκώμενες αποδόσεις [expected re-turns]: η μέση απόδοση –ένας αριθμός που συνδυάζει τις διάφορες πιθανές αποδόσεις ανά δολάριο επένδυσης με τις πιθανότητες να υπάρξει πραγματικά κάθε μία από αυ-τές τις αποδόσεις

    προσέγγιση τελικών αγαθών [fi nal goods approach]: η μέτρηση του ΑΕΠ με την πρό σθεση όλων των πωλήσεων τελικών αγαθών

    πρόσοδοι ποσοστώσεων [quota rent]: κέρδη που απορρέουν από την τεχνητά δημιουρ-γούμενη έλλειψη των ποσοστώσεων και καταλήγουν στις επιχειρήσεις στις οποίες εκχωρούνται δικαιώματα εισαγωγής

    προστατευτισμός [protectionism]: η πολι-τική προστασίας των εγχώριων βιομηχα-νιών από τον ανταγωνισμό αγαθών που έχουν παραχθεί στο εξωτερικό

    προστιθέμενη αξία [value added]: η αξία που προστίθεται σε κάθε στάδιο της παρα-γωγής είναι η διαφορά μεταξύ της αξίας της εκροής και της αξίας των εισροών που αγοράστηκαν από άλλες επιχειρήσεις

    πρόσφατα εκβιομηχανισμένες χώρες [newly industrialized countries]: χώρες που πρόσφατα μετατράπηκαν από πολύ φτωχές σε χώρες μεσαίου εισοδήματος στις οποίες περιλαμβάνονται η Νότιος Κορέα, η Ταϊβάν, η Σινγκαπούρη και το Χονγκ-Κονγκ

    προσφορά [supply]: η ποσότητα ενός αγα-θού ή μιας υπηρεσίας που ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση θα ήθελε να πωλήσει σε συγκεκριμένη τιμή

    πυθμένας [trough]: το σημείο κατά τη δι-

    άρκεια μιας κάμψης όπου η πραγματική εκροή φτάνει στο χαμηλότερο επίπεδο

    ροές [fl ows]: μεταβλητές όπως η ετήσια εκροή της οικονομίας· τα αποθέματα βρί-σκονται σε αντίθεση με τις ροές· οι ροές μετρούν τις αλλαγές στα αποθέματα μετά από μια δεδομένη χρονική περίοδο

    ρυθμός ανανέωσης του εργατικού δυνα-μικού [labor turnover rate]: ο ρυθμός με τον οποίο οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης παραιτούνται για να αναζητήσουν άλλη εργασία

    ρυθμός ανεργίας [unemployment rate]: ο λόγος του αριθμού των ανθρώπων που ανα ζητούν εργασία ως προς το συνολικό ερ γατικό δυναμικό

    ρυθμός συμμετοχής στο εργατικό δυνα-μικό [labor force participation rate]: το κλάσμα του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας και απασχολείται ή ανα-ζητεί θέση εργασίας

    σιωπηρή σύμβαση εργασίας [implicit labor contact]: άγραφη συνεννόηση μεταξύ ερ-γαζομένων και εργοδότη για το ότι οι ερ-γαζόμενοι θα εισπράττουν έναν σταθερό μισθό παρά τις διακυμάνσεις στις οικονο-μικές συνθήκες

    σοκ προσφοράς [supply shocks]: απροσδό-κητες μετατοπίσεις της καμπύλης συνολι-κής προσφοράς, όπως μια αύξηση στη δι-εθνή τιμή του πετρελαίου ή ένας μεγάλος σεισμός που καταστρέφει σημαντικό μέρος του κεφαλαιακού αποθέματος μιας χώρας

    σπανιότητα [scarcity]: όρος που χρησιμο-ποιείται για να περιγραφεί η περιορισμένη διαθεσιμότητα πόρων έτσι ώστε εάν δεν χρεωνόταν τιμή για ένα αγαθό ή μια υπη-ρεσία η ζήτηση για αυτό θα υπερέβαινε την προσφορά του

    στασιμοπληθωρισμός [stagfl ation]: το φαι-νόμενο της συνύπαρξης υψηλής κυκλικής ανεργίας και υψηλού πληθωρισμού

    στόχευση πληθωρισμού [infl ation target-

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 883

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    ing]: πολιτικές που έχουν στόχο να σταθε-ροποιήσουν την οικονομία μέσω αντικυ-κλικών πολιτικών ενώ διασφαλίζουν ότι ο μέσος πληθωρισμός παραμένει χαμηλός

    στόχευση του επιπέδου τιμών [price-level targeting]: σπάνια υιοθετούμενη πολιτική που έχει στόχο την επίτευξη ενός σταθε-ρού επιπέδου τιμών

    συγκριτικό πλεονέκτημα [comparative ad-vantage]: μια χώρα έχει συγκριτικό πλεο-νέκτημα έναντι μιας άλλης σε ένα αγαθό σε αντίθεση με ένα άλλο εάν η σχετική αποτελεσματικότητά της στην παραγωγή του πρώτου είναι υψηλότερη από εκείνη της άλλης χώρας

    συναλλαγή /ανταλλαγή [exchange]: η πρά-ξη του εμπορίου που συνιστά τη βάση των αγορών

    συναλλαγματική ισοτιμία [exchange rate]: η ισοτιμία στην οποία ένα νόμισμα (όπως το δολάριο) μπορεί να ανταλλαγεί με ένα άλλο (όπως το ευρώ, το γεν ή τη στερλίνα)

    συνάρτηση βραχυπρόθεσμης συνολικής παραγωγής [short-run aggregate produc-tion function]: η σχέση μεταξύ εκροής και απασχόλησης βραχυπρόθεσμα, δηλαδή με ένα δεδομένο σύνολο μηχανολογικού και κτιριακού εξοπλισμού

    συνάρτηση εισαγωγών [import function]: η σχέση μεταξύ εισαγωγών και εθνικού εισοδήματος

    συνάρτηση επένδυσης [investment func-tion]: η σχέση μεταξύ του επιπέδου της πραγματικής επένδυσης και της αξίας του πραγματικού επιτοκίου· αποκαλείται επί-σης καμπύλη επένδυσης

    συνάρτηση συνολικής κατανάλωσης [ag-gregate consumption function]: η σχέση μεταξύ συνολικής κατανάλωσης και συ-νολικού εισοδήματος

    συνθήκη ισοδυναμίας επιτοκίου [interest rate parity condition]: μια συνθήκη που υποθέτει τέλεια κινητικότητα κεφαλαίου

    όπου οι προσδοκώμενες αποδόσεις ισού-νται ανεξαρτήτως κράτους σε καθεστώς ισορροπίας

    συνολικά διαθέσιμα [total reserves]: το άθροισμα των δανειζόμενων και των μη δανειζόμενων διαθεσίμων όπως αυτό ελέγχεται άμεσα από την κεντρική τράπε-ζα των ΗΠΑ

    συνολικές δαπάνες [aggregate expendi-tures]: οι συνολικές δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται στην οικονομία (κατανάλωση συν επένδυση συν αγορές του δημοσίου συν καθαρές εξαγωγές)

    συνολική παραγωγικότητα συντελεστών [total factor productivity]: το μέρος της οι-κονομικής μεγέθυνσης που δεν μπορεί να ερμηνευτεί από αυξήσεις στο κεφάλαιο ή στην απασχόληση

    σύνολο ευκαιριών [opportunity set]: μια σύ-νοψη των επιλογών που έχουν στη διάθε-σή τους τα άτομα, όπως αυτή καθορίζεται από τους περιορισμούς προϋπολογισμού και τους χρονικούς περιορισμούς

    σύστημα αναλογικών διαθεσίμων [frac-tional reserve system]: το τραπεζικό σύ-στημα στο οποίο οι τράπεζες κρατούν ένα μέρος (μια αναλογία) των καταθέσεων ως διαθέσιμα

    σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγμα-τικών ισοτιμιών [fl exible/ fl oating ex-change rate system]: ένα σύστημα στο οποίο οι συναλλαγματικές ισοτιμίες κα-θορίζονται από τις δυνάμεις της αγοράς, τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, χωρίς κρατική παρέμβαση

    σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισο-τιμιών [fi xed exchange rate system]: ένα σύστημα συναλλαγματικής ισοτιμίας στο οποίο η αξία κάθε νομίσματος είναι καθο-ρισμένη σε σχέση με άλλα νομίσματα

    σύστημα τιμών [price system]: το οικονο-μικό σύστημα στο οποίο οι σπάνιοι πόροι κατανέμονται μέσω των τιμών

  • 884 Joseph E. Stiglitz | Carl E. Walsh

    συσχετισμός [correlation]: η σχέση που προκύπτει όταν η αλλαγή σε μια μεταβλη-τή συσχετίζεται σταθερά με την αλλαγή σε μια άλλη μεταβλητή

    σχέσεις ανταλλαγής [trade-offs]: η ποσό-τητα ενός αγαθού (ή ενός επιδιωκόμενου στόχου) που πρέπει κανείς να αποποιηθεί για να αποκτήσει περισσότερο από ένα άλλο αγαθό (ή για να πετύχει περισσότερα από έναν άλλο επιδιωκόμενο στόχο)

    ταχύτητα [velocity]: η ταχύτητα με την οποία κυκλοφορεί το χρήμα στην οικονο-μία, οριζόμενη ως ο λόγος του εισοδήμα-τος ως προς την προσφορά χρήματος

    τέλεια κινητικότητα κεφαλαίου [perfectly mobile capital]: κεφάλαιο που ανταπο-κρίνεται γρήγορα σε αλλαγές ως προς τις αποδόσεις σε διαφορετικές χώρες

    τέλειος ανταγωνισμός [perfect competi-tion]: κατάσταση στην οποία κάθε επιχεί-ρηση είναι αποδέκτης τιμών –δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή της αγοράς· στην τιμή της αγοράς η επιχείρηση μπορεί να πωλήσει όσο επιθυμεί, εάν όμως ανεβάσει την τιμή της, χάνει όλες τις πωλήσεις

    τιμή ισορροπίας [equilibrium price]: η τιμή στην οποία η ζήτηση ισούται με την προ-σφορά

    τιμή που εκκαθαρίζει την αγορά [market clearing price]: η τιμή στην οποία η προ-σφορά ισούται με τη ζήτηση, έτσι ώστε να μην υπάρχει ούτε πλεονάζουσα προσφορά ούτε πλεονάζουσα ζήτηση

    τρέχουσα προεξοφλημένη αξία [present discounted value]: πόσο αξίζει σήμερα μια ποσότητα χρήματος που θα εισπρα-χθεί στο μέλλον

    τυχαίος βηματισμός [random walk]: όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο κινούνται οι μετοχές· η επόμενη κίνηση δεν μπορεί να προβλεφθεί βάσει των προηγούμενων κινήσεων

    υποτίμηση [depreciation]: (α) μείωση στην αξία ενός περιουσιακού στοιχείου· πιο συ-γκεκριμένα, η ποσότητα βάσει της οποί-ας τα κεφαλαιουχικά αγαθά μειώνονται σε αξία με τη χρήση και την πάροδο του χρόνου –λέγεται και απόσβεση· (β) μια αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία που επιτρέπει σε μια μονάδα ενός νομίσματος να αγοράζει λιγότερες μονάδες ξένων νο-μισμάτων

    ύφεση [depression]: μια ισχυρή καθοδική διακύμανση στην οικονομία που είναι εντονότερη από την κάμψη

    φθίνουσες αποδόσεις [diminishing returns]: η αρχή σύμφωνα με την οποία όταν μία εισροή αυξάνεται ενώ οι άλλες παραμέ-νουν σταθερές, η απορρέουσα αύξηση της εκροής τείνει να είναι όλο και μικρότερη

    φούσκες τιμών περιουσιακών στοιχείων [asset price bubbles]: αυξήσεις στις τιμές περιουσιακών στοιχείων που στηρίζονται αποκλειστικά στην προσδοκία ότι οι τιμές θα είναι υψηλότερες στο μέλλον και όχι σε αυξήσεις στις τρέχουσες αποδόσεις που έχουν τα περιουσιακά στοιχεία

    φυσικό ποσοστό ανεργίας [natural rate of unemployment]: το ποσοστό της ανεργίας όταν η οικονομία βρίσκεται σε δυνητικό ΑΕΠ και η κυκλική ανεργία είναι μηδενική

    χαρτοφυλάκιο [portfolio]: ολόκληρη η συλ-λογή περιουσιακών στοιχείων και παθητι-κού ενός ατόμου

    χρήμα [money]: ένα αντικείμενο που χρησι-μοποιείται ως μέσο ανταλλαγής, παρακα-ταθήκης αξίας και λογιστική μονάδα

    χρηματοπιστωτικές επενδύσεις [fi nancial investments]: επενδύσεις σε μετοχές, ομόλογα ή άλλα χρηματοπιστωτικά ερ-γαλεία· αυτές παρέχουν τους πόρους που επιτρέπουν επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά

    χρονικοί περιορισμοί [time constraints]: οι περιορισμοί στην κατανάλωση διαφόρων

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

  • αρχές της μακροοικονομικής 885

    ΓΛ Ω Σ Σ Α Ρ Ι

    αγαθών που επιβάλλονται από το γεγονός ότι ο χρόνος που έχουν να καταναλώσουν τα νοικοκυριά είναι περιορισμένος (είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα)· ο χρονικός πε-

    ριορισμός καθορίζει το σύνολο ευκαιριών των ατόμων στην περίπτωση που ο μόνος περιορισμός τον οποίο αντιμετωπίζουν εί-ναι ο χρόνος