Γιῶργος Σεφέρης...

Click here to load reader

  • date post

    09-Aug-2021
  • Category

    Documents

  • view

    1
  • download

    0

Embed Size (px)

Transcript of Γιῶργος Σεφέρης...

Γι?ργος Σεφρης.docΠοιματα
• ρνηση • Στροφ • Πρω • Περιστατικ Γ • φγηση • νοιξη μ.Χ. • Φωτις το -Γιννη • γκωμη • πιτμβιο στ Γτα μου τν Τοτη • Εριπδης θηναος • λυπημνη • γυρισμς το ξενιτεμνου • δαμων τς πορνεας • Προμετωπδα σ μι ντιγραφ τν «δν» • Σχδια γι να καλοκαρι. Τ νθη τς πτρας • Τριζνια • Φυγ • τπος μας εναι κλειστς • μερολγια Καταστρματος • Μαθις Πασχλης νμεσα στ τριαντφυλλα • ραο φθινοπωριν πρω • Μρες Γ 16 πρλη 1934 - 14 Δεκμβρη 1940 • Piazza San Nicolo • Διλειμμα χαρς • Τ φλλο τς λεκας • λληλεγγη • μερολγιο Καταστρματος Β • μερολγιο Καταστρματος Β • γιανπα Α • πικαλω τοι τν θεν • γιανπα Β • Μνμη Α • Ψυχαμοιβς • Τετρδιο Γυμνασμτων • Γρμμα το Μαθιο Πασχλη • Παντομ • Σιρκο 7 Λεβντε • Μ τν τρπο το Γ.Σ. • Νιζνσκι • κ. Στρατς Θαλασσινς περιγρφει ναν νθρωπο • Επιφνια 1937
2
• Παρασκευ • Τ σμα • λνη • π σπαλθων • Σαλαμνα τς Κπρος • Βασιλις τς σνης • Τελευταος Σταθμς • νας γροντας στν κροποταμι • πφαση τς λησμονις • τελευταα μρα • Μιλοσες γι πργματα • ρωτικς λγος • Νεφυτος γκλειστος μιλ • Θεατρνοι Μ.Α. • Πνω σ ναν ξνο στχο • Λγο κμα • Πνω σ μι χειμωνιτικη χτνα • Κι ν γρας φυσ • Τ χρια • Τ σπτι κοντ στ θλασσα • Μποτλια στ πλαγο
ρνηση
Στ περιγιλι τ κρυφ κι σπρο σν περιστρι διψσαμε τ μεσημρι μ τ νερ γλυφ.
Πνω στν μμο τν ξανθ γρψαμε τ νομ της ραα πο φσηξεν μπτης κα σβστηκε γραφ.
Μ τ καρδι, μ τ πνο, τ πθους κα τ πθος πραμε τ ζω μας λθος! κι λλξαμε ζω.
3
Στροφ
Στιγμ, σταλμνη π να χρι πο εχα τσο γαπσει μ πρφταξες σια στ δση σ μαρο περιστρι.
δρμος σπριζε μπροστ μου, παλς χνς πνου στ γρμα νς μυστικο δεπνου... Στιγμ σπυρ τς μμου,
πο κρτησες μονχη σου λη τν τραγικ κλεψδρα βουβ, σ ν εχε δε τν δρα στ ορνιο περιβλι.
(συλλογ Στροφ, μνυμο ποημα)
Πρω
νοιξε τ μτια κα ξεδπλωσε τ μαρο παν πλατι κα τντωσ το νοιξε τ μτια καλ στλωσε τ μτια προσηλσου προσηλσου τρα ξρεις πς τ μαρο παν ξεδιπλνεται χι μσα στν πνο μτε μσα στ νερ μτε σν πφτουνε τ βλφαρα ρυτιδωμνα κα βουλιζουνε λοξ σν κοχλια, τρα ξρεις πς τ μαρο δρμα το τυμπνου σκεπζει λκληρο τν ρζοντ σου ταν νοξεις τ μτια ξεκοραστος, τσι. νμεσα στν σημερα τς νοιξης κα τν σημερα το φθινοπρου δ εναι τ τρεχμενα νερ δ εναι κπος δ βουζουν ο μλισσες μς στ κλωνρια κα κουδουνζουνε στ ατι νς βρφους κα λιος ν! κα τ πουλι το παραδεσου νας μεγλος λιος πι μεγλος π τ φς.
4
Περιστατικ Γ
Χωρς χρμα, χωρς σμα τοτη γπη πο πηγανει σκορπισμνη, μαζεμνη, σκορπισμνη πλι-πλι, κι μως σφζει κι μως πλλει στ δαγκωματι το μλου στ χαραγματι το σκου σ να βυσσιν κερσι σ μι ργα π ροδτη τση νερη φροδτη, θ διψσει θ κερσει να στμα κι λλο στμα χωρς χρμα, χωρς σμα.
φγηση
(μελοποηση: Μλτος Πασχαλδης)
Ατς νθρωπος πηγανει κλαγοντας Κανες δν ξρει ν πε γιατ Κποτε νομζουν πς εναι ο χαμνες γπες Σν κι ατς πο μς βασανζουνε τσο Στν κροθαλασσι τ καλοκαρι μ τ γραμμφωνα
Ο λλοι νθρωποι φροντζουν τς δουλεις τους τλειωτα χαρτι παιδι πο μεγαλνουν Γυνακες πο γερνονε δσκολα Ατς χει δυ μτια σν παπαρονες Σν νοιξιτικες κομμνες παπαρονες Κα δυ βρυσολες στς κχες τν ματιν
Πηγανει μσα στος δρμους ποτ δν πλαγιζει Δρασκελντας μικρ τετργωνα στ ρχη τς γς Μηχαν μις πραντης δνης Πο κατντησε ν μν χει σημασα
λλοι τν κουσαν ν μιλ μοναχ καθς περνοσε Γι σπασμνους καθρφτες πρν π χρνια Γι σπασμνες μορφς μσα στος καθρφτες Πο δν μπορε ν συναρμολογσει πι κανες λλοι τν κουσαν ν λει γι τν πνο Εκνες φρκης στ κατφλι το πνου
5
Τ πρσωπα νυπφορα π τ στοργ
Τν συνηθσαμε εναι καλοβαλμνος κι συχος Μονχα πο πηγανει κλαγοντας λονα Σν τς τις στν κροποταμι πο βλπεις π τ τρνο Ξυπνντας σχημα κποια συννεφιασμνη αγ
Τν συνηθσαμε δν ντιπροσωπεει τποτα Σν λα τ πργματα πο χετε συνηθσει Κα σς μιλ γι ατν γιατ δ βρσκω τποτα Πο ν μν τ συνηθσατε Προσκυν
νοιξη μ.Χ.
Πλι μ τν νοιξη φρεσε χρματα νοιχτ κα μ περπτημα λαφρ πλι μ τν νοιξη πλι τ καλοκαρι χαμογελοσε.
Μσα στος φρσκους ροδαμος στθος γυμν ς τς φλβες πρα π τ νχτα τ στεγν πρα π τος σπρους γροντες πο συζητοσαν σιγαν τ θ τανε καλτερο ν παραδσουν τ κλειδι ν τραβξουν τ σκοιν ν κρεμαστονε στ θηλι ν φσουν δεια σματα κε πο ο ψυχς δν ντεχαν κε πο νος δν πρφταινε κα λγιζαν τ γνατα.
Μ τος καινοργιους ροδαμος ο γροντες στχησαν κι λα τ παραδσανε γγνια κα δισγγονα κα τ χωρφια τ βαθι κα τ βουν τ πρσινα κα τν γπη κα τ βις τ σπλχνιση κα τ σκεπ κα ποταμος κα θλασσα κα φγαν σν γλματα
6
κι φησαν πσω τους σιγ πο δν τν κοψε σπαθ πο δν τν πρε καλπασμς μτε φων τν γουρων κι ρθε μεγλη μοναξι κι ρθε μεγλη στρηση μαζ μ ατ τν νοιξη κα κθισε κι πλθηκε σν τν πχνη τς αγς κα πιστη π τ ψηλ κλαδι μσ π τ δντρα γλστρησε κα τν ψυχ μας τλιξε.
Μ κενη χαμογλασε φορντας χρματα νοιχτ σν νθισμνη μυγδαλι μσα σε φλγες κτρινες κα περπατοσε νλαφρα νογοντας παρθυρα στν οραν πο χαρονταν χωρς μς τος μοιρους. Κι εδα τ στθος της γυμν τ μση κα τ γνατο πς βγανει π τν παιδωμ ν πει στ πουρνια μρτυρας νγγιχτος νγγιχτος κα καθαρς, ξω π τ ψιθυρσματα το λαο τ ξεδιλυτα στν τσρκο τν πραντο ξω π τ μαρο μορφασμ τν δρωμνο τρχηλο το δμιου π γανχτησε χτυπντας νωφλευτα.
γινε λμνη μοναξι γινε λμνη στρηση νγγιχτη κι χραχτη.
16 Μαρτ. 39
Φωτις το -Γιννη
μορα μας, χυμνο μολβι, δν μπορε ν λλξει δν μπορε ν γνει τποτε. χυσαν τ μολβι μσα στ νερ κτω π τ στρια κι ς νβουν ο φωτις.
ν μενεις γυμν μπροστ στν καθρφτη τ μεσνυχτα βλπεις βλπεις τν νθρωπο ν περν στ βθος το καθρφτη τν νθρωπο μσα στ μορα σου πο κυβερν τ κορμ σου, μσα στ μοναξι κα στ σιωπ τν νθρωπο τς μοναξις κα τς σιωπς κι ς νβουν ο φωτις.
Τν ρα πο τλειωσε μρα κα δν ρχισε λλη τν ρα πο κπηκε καιρς κενον πο π τρα κα πρν π τν ρχ κυβερνοσε τ κορμ σου πρπει ν τν ερεις πρπει ν τν ζητσεις γι ν τν ερει τουλχιστο κποιος λλος, ταν θ χεις πεθνει.
Εναι τ παιδι πο νβουν τς φωτις κα φωνζουν μπροστ στς φλγες μσα στ ζεστ νχτα (Μπως γινε ποτς φωτι πο ν μν τν ναψε κποιο παιδ, ρστρατε) κα ρχνουν λτι μσα στς φλγες γι ν πλαταγζουν (Πσο παρξεν μας κοιτζουν ξαφνικ τ σπτια, τ χωνευτρια τν νθρπων, σν τ χαδψει κποια νταγεια).
Μ σ πο γνρισες τ χρη τς πτρας πνω στ θαλασσδαρτο βρχο τ βρδυ πο πεσε γαλνη κουσες π μακρι τν νθρπινη φων τς μοναξις κα τς σιωπς μσα στ κορμ σου τ νχτα κενη το ι-Γιννη ταν σβησαν λες ο φωτις κα μελτησες τ στχτη κτω π τ στρια.
Λονδνο, ολιος 1932
8
γκωμη
ταν πλατς κμπος κα στρωτς π μακρι φαιννταν τ γρισμα χεριν πο σκβαν. Στν οραν τ σννεφα πολλς καμπλες, κπου-κπου μι σλπιγγα χρυσ κα ρδινη τ δελι. Στ λιγοστ χορτρι κα στ γκθια τριγυρζαν 5 ψιλς ποβροχρισσες νσες θ χε βρξει πρα στς κρες τ βουν πο παιρναν χρμα.
Κι γ προχρεσα πρς τος νθρπους πο δουλεαν, γυνακες κι ντρες μ τ ξνια σ χαντκια. ταν μα πολιτεα παλι τειχι δρμοι κα σπτια 10 ξεχριζαν σν πετρωμνοι μυνες κυκλπων, νατομα μις ξοδεμνης δναμης κτω π τ μτι το ρχαιολγου το ναρκοδτη το χειροργου. φαντσματα κα φσματα, χλιδ κα χελια, χωνεμνα κα τ παραπετσματα το πνου διπλατα νοιχτ 15 φνοντας ν φανεται γυμνς κι διφορος τφος.
Κι νβλεψα πρς τος νθρπους πο δουλεαν τος τεντωμνους μους κα τ μπρτσα πο χτυποσαν μ να ρυθμ βαρ κα γργορο τοτη τ νκρα σ ν περνοσε στ χαλσματα τροχς τς μορας. 20
ξαφνα περπατοσα κα δν περπατοσα κοταζα τ πετομενα πουλι, κι εταν μαρμαρωμνα κοταζα τν αθρα τ ορανο, κι ετανε θαμπωμνος κοταζα τ κορμι πο πολεμοσαν, κι εχαν μενει κι νμεσ τους να πρσωπο τ φς ν νηφορζει. 25 Τ μαλλι μαρα χνουνταν στν τραχηλι, τ φρδια εχανε τ φτερογισμα τς χελιδνας, τ ρουθονια καμαρωτ πνω π τ χελια, κα τ σμα βγαινε π τ χεροπλεμα ξεγυμνωμνο μ τ γουρα βυζι τς δηγτρας, 30 χορς κνητος.
Κι γ χαμλωσα τ μτια μου τριγρω: κορτσια ζμωναν, κα ζμη δν γγζαν γυνακες γνθανε, τ δρχτια δ γυρζαν ρνι ποτζουνταν, κι γλσσα τους στεκταν 35 πνω π πρσινα νερ πο μοιαζαν κοιμισμνα κι ζευγς μενε μ νερη τ βουκντρα. Κα ξανακοταξα τ σμα κενο ν νεβανει εχανε μαζευτε πολλο, μερμγκια, κα τ χτυποσαν μ κοντρια κα δν τ λαβναν. 40 Τρα κοιλι της λαμπε σν τ φεγγρι κα πστευα πς ορανς ταν μτρα πο τν γννησε κα τν ξανπαιρνε, μνα κα βρφος.
9
Τ πδια της μεναν κμη μαρμαρνια κα χθηκαν μι νληψη. κσμος 45 ξαναγινταν πως ταν, δικς μας μ τν καιρ κα μ τ χμα. ρματα π σκνο πραν ν ξεκινσουν στς παλις πλαγις τς μνμης κρφοι μσα στ φλλα, χελια γρ κι λα στεγνσαν μονομις στν πλατωσι το κμπου 50 στς πτρας τν πγνωση στ δναμη τ φαγωμνη στν δειο τπο μ τ λιγοστ χορτρι κα τ γκθια που γλιστροσε ξγνοιαστο να φδι, που ξοδεουνε πολ καιρ γι ν πεθνουν.
πιτμβιο στ Γτα μου τν Τοτη
Εχε τ χρμα το βενου τ μτια τς Σαλμης Τοτη γτα πο χασα διαβτη, μ σταθες. Βγκε π τ χσμα πο κοβε στς μρας τ σεντνι τρα ν σκσει δν μπορε το ζφου τ παν.
γκυρα 22. 8. 1949
Εριπδης, θηναος
Γρασε νμεσα στ φωτι τς Τροας κα στ λατομεα τς Σικελας.
Το ρεσαν ο σπηλις στν μμουδι κι ο ζωγραφις τς θλασσας. Εδε τς φλβες τν νθρπων σν να δχτυ τν θεν, που μς πινουν σν τ γρμια 5 προσπθησε ν τ τρυπσει. ταν στρυφνς, ο φλοι του ταν λγοι ρθε καιρς κα τν σπαρξαν τ σκυλι.
10
λυπημνη
Στν πτρα τς πομονς κθισες πρς τ βρδυ μ το ματιο σου τ μαυρδι δεχνοντας πς πονες
κι εχες στ χελια τ γραμμ πο εναι γυμν κα τρμει σν ψυχ γνεται νμη κα δουνται ο λυγμο
κι εχες στ νο σου τ σκοπ πο ξεκιν τ δκρυ κι σουν κορμ πο π τν κρη γυρζει στν καρπ
μ τς καρδις σου σπαραγμς δ βγκηξε κι γνη τ νημα πο στν κσμο δνει ναστρος ορανς.
γυρισμς το ξενιτεμνου
- Παλι μου φλε τ γυρεεις; χρνια ξενιτεμνος ρθες μ εκνες πο χεις ναθρψει κτω π ξνους ορανος μακρι π τν τπο τ δικ σου.
- Γυρεω τν παλι μου κπο τ δντρα μο ρχουνται ς τ μση κι ο λφοι μοιζουν μ πεζολια κι μως σν μουνα παιδ παιζα πνω στ χορτρι κτω π τος μεγλους σκιους κι τρεχα πνω σ πλαγις ρα πολλ λαχανιασμνος.
- Παλι μου φλε ξεκουρσου σιγ-σιγ θ συνηθσεις θ νηφορσουμε μαζ στ γνριμ σου μονοπτια θ ξαποστσουμε μαζ κτω π τ θλο τν πλατνων
11
σιγ-σιγ θ ρθον κοντ σου τ περιβλι κι ο πλαγις σου.
- Γυρεω τ παλι μου σπτι μ τ ψηλ τ παραθρια σκοτεινιασμνα π τν κισσ γυρεω τν ρχαα κολνα πο κοταζε θαλασσινς. Πς θς ν μπ σ ατ τ στνη; ο στγες μου ρχουνται ς τος μους κι σο μακρι κα ν κοιτξω βλπω γονατιστος νθρπους λς κνουνε τν προσευχ τους.
- Παλι μου φλε δ μ κος; σιγ-σιγ θ συνηθσεις τ σπτι σου εναι ατ πο βλπεις κι ατ τν πρτα θ χτυπσουν σ λγο ο φλοι κι ο δικο σου γλυκ ν σ καλωσορσουν.
- Γιατ εναι πμακρη φων σου; σκωσε λγο τ κεφλι ν καταλβω τ μο λς σο μιλς τ νστημ σου λονα πει κα λιγοστεει λς κα βυθζεσαι στ χμα.
- Παλι μου φλε συλλογσου σιγ-σιγ θ συνηθσεις νοσταλγα σου χει πλσει μι χρα νπαρχτη μ νμους ξω π τ γς κι π τος νθρπους.
- Πι δν κοω τσιμουδι βολιαξε κι στερνς μου φλος παρξενο πς χαμηλνουν λα τριγρω κθε τσο δ διαβανουν κα θερζουν χιλιδες ρματα δρεπανηφρα.
θνα, νοιξη 38
Δαμων τς Πορνεας
«Nicosia e Famagosta per la lor bestia si lamenti e garra» PARADISO «ς γοιν ξερετε κα δαμων τς πορνεας λον τν κσμον πλημμελ τν κμπωσε τν ργαν κα ππεσεν ες μαρταν» ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ
Τζουν Βισκοντης εχε γρψει τν λθεια. Πς πλρωσε μαυλστρες κοντη Τερουχς πς βρθηκαν ντμα ατς κι ργαινα πς ρχισε τ πρμα, πς ξετλειωσε, λα τς Λευκωσας τ κοπλια τ διαλαλοσαν στ στεν κα στς πλατεες. Πς ταν γραφ σωστ πο στειλε στ φραγκι στ ργα τ ξραν ο συβουλατροι. μως τρα συνχτηκαν κα συντυχαναν γι ν συβουλψουν τν Κορνα τς Κπρου κα τν εροσολμων τρα ταν διαταμνοι γι ν κρνουν τ ργαινα Λινρα πο κρατοσε π τ μεγλη τ γενι τν Καταλνων κι εναι νελημονες ο Καταλνοι κι ν τχαινε κι ργας κδικιονταν τποτε δ θ τ χαν ν ρματσουν κα ν ρθονε κα ν τος ξολοθρψουν ατος κα τ βι τους. Εχαν εθνες, τρομερς εθνες π τ γνμη τους κρμουνταν τ ρηγτο.
Πς Βισκοντης ταν τμιος κα πιστς ββαια τ ξραν μως βιστηκε, φρθηκε στχαστα μοιαστα τσαλα. ταν ψς ργας, πς δν τ λογριασε; κα μπρομυτα στν πθο τς Λινρας. Πντα μαζ του στ ταξδια τ πουκμισ της κα τ παιρνε στν γκαλι του σν κοιμονταν κα πγε ν το γρψει θεφοβος πς βρκαν μ τν ρνα του τ κριρι γρφουνται ττοια λγια σ ναν ρχοντα; ταν μωρς. Τουλχιστο ς θυμονταν πς σφαλε κι ργας κανε τ λιγωμνο μ εχε στ πισωπρτι κα δυ καχες.
ναστατθη τ νησ σν Λινρα πρσταξε κα τς φεραν τ μι, τ γκαστρωμνη κι λεθαν μ τ χερομλι πνω στν κοιλι της πινκι τ πινκι τ σιτρι. Κα τ χειρτερο - δν τ χωρει νος -
13
φο τ ξρει κσμος λος πς ργας γεννθηκε στ ζδιο το Αγκερω, πρε στ χρια του ταλαπωρος καλμι τ νχτα πο ταν στν Αγκερω σελνη ν γρψει τ; γι κρατα κα κριρια! φρνιμς τη μορα δν τηνε ξαγριεει. χι δν εμαστε ταγμνοι γι ν πομε πο εναι τ δκιο. Τ δικ μας χρος εναι ν βρομε τ μικρτερο κακ. Κλλιο νας ν πεθνει π τ ριζικ του παρ σ κντυνο ν μπομε μες κα τ ρηγτο.
τσι συβουλευντουσαν λη τ μρα κα κατ τ βασλεμα πγαν στ ργα προσκνησαν κα το επαν πς Τζουν Βισκοντης εναι νας διαστρεμμνος ψεματρης.
Κι Τζουν Βισκοντης πθανε π τν πενα σ μι γοφα. Μ στν ψυχ το ργα σπρος τς ντροπς του πλωνε τ πλοκμια του κα τν κνα τ παθε ν τ πρξει κα στος λλους. Κερ δν μεινε πο ν μ βουληθε ν τν πορνψει τς ντρπιασε λες. Φβος κι χτρα ζευγαρναν κα γμιζαν τ χρα φβο κι χτρα.
τσι, μ τ «μικρτερο κακ», βδιζε μορα ς τν αγ τ γι ντωνιο, μρα Τετρτη πο ρθαν ο καβαλρηδες κα τν σραν π τς καχας του τν γκαλι κα τν σφξαν. «Κα τπισα παρ ολους τουρκοπουλιρης βρεν τν τυλιμνον τ αμαν» λει χρονογρφος «κι βγαλεν τν μαχαραν του κα κβγει τ λυμπ του μ τν αλν κα το επε: Γι τοτα δωκες θνατον!». Ατ τ τλος ρισε γι τ ργα Πιρ δαμων τς πορνεας.
14
[Προμετωπδα σ μι ντιγραφ τν «δν»]
«Θλβει καπνς τ διστημα γαλζιον τν ρων»- διαβζω Κλβο, πο τπωσε στ 26 κα τν γνωρσαμε στ 88 κα πο μεινε ξομολγητος στ γεροντματα, σν να «ραγισμνο βζο», στ χρια μις γρις γγλζας δασκλας, σμβολο κατλυτο κα φριχτ
γι σους πιμνουν ν γρφουν στχους πρζα πο κανες δν καταλαβανει, κα γυρεουν ν δοξαστον, ο τυχρπαστοι, π τος λογδες κα τος σοφος, ν θ ν ταν χλιες φορς προτιμτερο, κα τχνη πολ πι ετυχισμνη, ν πγαιναν στν κλη ν μαζεουν κομαρα, στ Γλυφδα ν ψαρεουν ροφος.
Τρνσβααλ, 11. 12. 1941
Σχδια γι να καλοκαρι. [νθη τς πτρας]
νθη τς πτρας μπροστ στν πρσινη θλασσα μ φλβες πο μο θμιζαν λλες γπες γυαλζοντας στ ργ ψιχλισμα, νθη τς πτρας φυσιογνωμες πο ρθαν ταν καννας δ μιλοσε κα μο μλησαν πο μ φησαν ν τς γγξω στερ π τ σιωπ μσα σε πεκα σ πικροδφνες κα σ πλατνια.
Τριζνια
Τ σπτι γμισε τριζνια χτυπον σν ρρυθμα ρολγια λαχανιασμνα. Κα τ χρνια
πο ζομε σν ατ χτυπον καθς ο δκαιοι σιωπον 5 σ ν μν εχαν τ ν πον.
Κποτε τ κουσα στ Πλιο ν σκβουνε γοργ να σπλαιο μσα στ νχτα. λλ τ φλλο
τς μορας τρα τ γυρσαμε 10 κα μς γνωρσατε κα σς γνωρσαμε
15
π τος περβρειους σαμε
τος νγρους το σημερινο πο χουνε σμα χωρς νο κα πο φωνζουν σν πονον. 15
Κι γ πον κι σες πονετε μ δ φωνζουμε κα μτε κν ψιθυρζουμε, γιατ
μηχαν εναι βιαστικ στ φρκη κα στν καταφρνια 20 στ θνατο κα στ ζω,
Τ σπτι γμισε τριζνια.
Πρετρια, 16 Γενρη 42
Φυγ
Δν ταν λλη γπη μας φευγε ξαναγριζε κα μς φερνε να χαμηλωμνο βλφαρο πολ μακριν να χαμγελο μαρμαρωμνο, χαμνο μσα στ πρωιν χορτρι να παρξενο κοχλι πο δοκμαζε ν τ ξηγσει πμονα ψυχ μας.
H γπη μας δν ταν λλη ψηλαφοσε σιγ μσα στ πργματα πο μς τριγριζαν ν ξηγσει γιατ δ θλουμε ν πεθνουμε μ τσο πθος.
Κι ν κρατηθκαμε π λαγνια κι ν γκαλισαμε μ λη τ δναμ μας λλους αχνες κι ν σμξαμε τν νσα μας μ τν νσα κενου το νθρπου κι ν κλεσαμε τ μτια μας, δν ταν λλη μονχα ατς βαθτερος καημς ν κρατηθομε μσα στ φυγ.
16
τπος μας εναι κλειστς
« τπος μας εναι κλειστς, λο βουν πο χουν σκεπ τ χαμηλ οραν μρα κα νχτα. Δν χουμε ποτμια δν χουμε πηγδια δν χουμε πηγς μονχα λγες στρνες, δειες κι ατς, πο χον κα πο τς προσκυνομε. χος στεκμενος κοφιος, διος με τ μοναξι μας διος με τν γπη μας, διος με τ σματ μας. Μς φανεται παρξενο πο κποτε μπορσαμε ν χτσουμε τ σπτια τ καλβια κα τς στνες μας. Κι ο γμοι μας, τ δροσερ στεφνια κα τ δχτυλα γνουνται ανγματα νεξγητα γι τ ψυχ μας. Πς γεννθηκαν πς δυναμσανε τ παιδι μας; τπος μας εναι κλειστς. Τν κλενουν ο δυ μαρες Συμπληγδες. Στ λιμνια τν Κυριακ σν κατεβομε ν νασνουμε βλπουμε ν φωτζουνται στ λιγερμα σπασμνα ξλα π ταξδια πο δν τλειωσαν σματα πο δν ξρουν πι πς ν γαπσουν». (Α. Πτρα)
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ
Παραμνομεν ες τν ατν θσιν ναμνοντες διαταγς - ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ
Στ μεταξ πολλς φορς μο φανεται πς εναι πι καλ ν κοιμηθες παρ ν βρσκεσαι τσι χωρς σντροφο κα ν πιμνεις τσο. Κα τ ν κνεις μσα στν ναμον, κα τ ν πες; Δν ξρω. Κι ο ποιητς τ χρειζονται σ να μικρψυχο καιρ;
Φρειδερκος Χλντερλιν, «Τ Ψωμ κα τ Κρασ»
* ΜΑΘΙΟΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ Κορυτσ, καλοκαρι 1938 * ΩΡΑΙΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΠΡΩΙ Κορυτσ, καλοκαρι 1937 * PIAZZA SAN NICOLO Πλιο-Κορυτσ, καλοκαρι-φθινπωρο 1938 * ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΗΛΙΟΣ * Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΧΩΡΗΤΟΥ * ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΧΑΡΑΣ Πεντλη, νοιξη * ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΣ * ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ * Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ θνα, Φβ. 39 * ΑΝΟΙΞΗ Μ. Χ. * ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ * ΠΡΩΙ * ΑΦΗΓΗΣΗ * LES ANGES SONT BLANCS * Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ
17
Μαθις Πασχλης νμεσα στ τριαντφυλλα
Καπνζω χωρς ν σταματσω π τ πρω ν σταματσω τ τριαντφυλλα θ μ γκαλισουν μ γκθια κα μ ξεφυλλισμνα πταλα θ μ πνξουν φυτρνουν στραβ λα μ τ διο τριανταφυλλ κοιτζουν περιμνουν ν δον κποιον δν περν κανες πσω π τν καπν τς ππας μου τ παρακολουθ πνω σ να κοτσνι βαριεστισμνο χωρς εωδι, στν λλη ζω μα γυνακα μο λεγε μπορες ν γγξεις…