Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

of 51 /51

description

Ενδυμίων

Transcript of Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Page 1: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

ΒΑΪΟΣ ΝΙΚΙΩΤΗΣΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ISBN2014 ΕΝΔΥΜΙΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣendymionpublicyahoogrΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗΝικολe-τάκηςΣοφούλη 3 151 21 Πεύκη Τηλ 210 80 20 153wwwnikoletakisgre-mail infonikoletakisgr

ΒΑΪΟΣ ΝΙΚΙΩΤΗΣ

ΟΛΕΣΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣΗ ΠΟΡΕΙΑ

ΕΝΔΥΜΙΩΝ

Ο πλύντης δίσκων φαγητού λέγεται και djΜεγάλη ελευθερίαΛάμπει από τη νύχτα ακόματο φως κι αυτό θα τ απαρνιόμουνστο ξημέρωμα αφού στεγνώνειτη γη από τη χτεσινή βροχήΜεγάλη ελευθερίακαι η κλίμακα πρωτοφανήφορτωμένη χοντρόρωγα κι αγίνωτα σταφύλιαΣτο Άρτον η υπηρεσία δεμάτων με τη θεά ΑθηνάΣτην άγρια φύση του Άρτον θρηνούν θανάτουςτσίφτες στολισμένα φτερά κουρούνες ερωτικήςαγωνίας με επιτόκιο χαμηλάΩ η φθοράΧαρούπια και Dante στη χώρα των Μυκηνέων

[7]

Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία με ζω-ντανές παρτιτούρες στο αυτί Κάποτε φυσούσε μή-νυμα θυσίας Ο ψαλμός βούτηξε στη θάλασσα μόλιςπέρασε κι έπεσαν απ τα κλαδιά τα φύλλα Οι υπόλοι-ποι καλεσμένοι έλεγαν για κλέφτες και αρματωλούςέπιναν κάτι κόκκινο και κοίταζαν δεξιά να κρύβουν σταφλας το δεξιό προφίλ Μεθυσμένοι πυροβολούσαν οένας τον άλλον μετά κι ο φωτογράφος αυτοκτόνησεΔεν έμεινε κανείςΜόνο ένα παιδί γυμνό από έλεος που βλεπε τους κα-λεσμένους στις φωτογραφίες και πλέον άκουγε κα-θαρά τη σιωπή αφού κι ο άνεμος δεν επέστρεψεποτέ

[8]

Με την προετοιμασία πάει όχι με το σκοπόΠου και που ακουμπούσε στη σκιά τουνα ξεκουραστεί και το χορτάρι γινόταν μαύροΤη βλέπει χθες σήμερα ίδια κι όμοιακαι τον μέθυζε η προετοιμασία κι ότι σύμβαινεβάδιζε λαθραία τής σκιάςΛαθραία συντεταγμένος φτάνει και στις κορφέςΔεν είναι κανένας πρωτομάρτυρας ένας κιμάςείναι χωρίς βασιλικό και γλάστρες πίνειτο κρασί των δέντρων και μοσκοβολάει η σκιάγονιμοποίηση

[9]

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 2: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

ISBN2014 ΕΝΔΥΜΙΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣendymionpublicyahoogrΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗΝικολe-τάκηςΣοφούλη 3 151 21 Πεύκη Τηλ 210 80 20 153wwwnikoletakisgre-mail infonikoletakisgr

ΒΑΪΟΣ ΝΙΚΙΩΤΗΣ

ΟΛΕΣΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣΗ ΠΟΡΕΙΑ

ΕΝΔΥΜΙΩΝ

Ο πλύντης δίσκων φαγητού λέγεται και djΜεγάλη ελευθερίαΛάμπει από τη νύχτα ακόματο φως κι αυτό θα τ απαρνιόμουνστο ξημέρωμα αφού στεγνώνειτη γη από τη χτεσινή βροχήΜεγάλη ελευθερίακαι η κλίμακα πρωτοφανήφορτωμένη χοντρόρωγα κι αγίνωτα σταφύλιαΣτο Άρτον η υπηρεσία δεμάτων με τη θεά ΑθηνάΣτην άγρια φύση του Άρτον θρηνούν θανάτουςτσίφτες στολισμένα φτερά κουρούνες ερωτικήςαγωνίας με επιτόκιο χαμηλάΩ η φθοράΧαρούπια και Dante στη χώρα των Μυκηνέων

[7]

Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία με ζω-ντανές παρτιτούρες στο αυτί Κάποτε φυσούσε μή-νυμα θυσίας Ο ψαλμός βούτηξε στη θάλασσα μόλιςπέρασε κι έπεσαν απ τα κλαδιά τα φύλλα Οι υπόλοι-ποι καλεσμένοι έλεγαν για κλέφτες και αρματωλούςέπιναν κάτι κόκκινο και κοίταζαν δεξιά να κρύβουν σταφλας το δεξιό προφίλ Μεθυσμένοι πυροβολούσαν οένας τον άλλον μετά κι ο φωτογράφος αυτοκτόνησεΔεν έμεινε κανείςΜόνο ένα παιδί γυμνό από έλεος που βλεπε τους κα-λεσμένους στις φωτογραφίες και πλέον άκουγε κα-θαρά τη σιωπή αφού κι ο άνεμος δεν επέστρεψεποτέ

[8]

Με την προετοιμασία πάει όχι με το σκοπόΠου και που ακουμπούσε στη σκιά τουνα ξεκουραστεί και το χορτάρι γινόταν μαύροΤη βλέπει χθες σήμερα ίδια κι όμοιακαι τον μέθυζε η προετοιμασία κι ότι σύμβαινεβάδιζε λαθραία τής σκιάςΛαθραία συντεταγμένος φτάνει και στις κορφέςΔεν είναι κανένας πρωτομάρτυρας ένας κιμάςείναι χωρίς βασιλικό και γλάστρες πίνειτο κρασί των δέντρων και μοσκοβολάει η σκιάγονιμοποίηση

[9]

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 3: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

ΒΑΪΟΣ ΝΙΚΙΩΤΗΣ

ΟΛΕΣΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣΗ ΠΟΡΕΙΑ

ΕΝΔΥΜΙΩΝ

Ο πλύντης δίσκων φαγητού λέγεται και djΜεγάλη ελευθερίαΛάμπει από τη νύχτα ακόματο φως κι αυτό θα τ απαρνιόμουνστο ξημέρωμα αφού στεγνώνειτη γη από τη χτεσινή βροχήΜεγάλη ελευθερίακαι η κλίμακα πρωτοφανήφορτωμένη χοντρόρωγα κι αγίνωτα σταφύλιαΣτο Άρτον η υπηρεσία δεμάτων με τη θεά ΑθηνάΣτην άγρια φύση του Άρτον θρηνούν θανάτουςτσίφτες στολισμένα φτερά κουρούνες ερωτικήςαγωνίας με επιτόκιο χαμηλάΩ η φθοράΧαρούπια και Dante στη χώρα των Μυκηνέων

[7]

Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία με ζω-ντανές παρτιτούρες στο αυτί Κάποτε φυσούσε μή-νυμα θυσίας Ο ψαλμός βούτηξε στη θάλασσα μόλιςπέρασε κι έπεσαν απ τα κλαδιά τα φύλλα Οι υπόλοι-ποι καλεσμένοι έλεγαν για κλέφτες και αρματωλούςέπιναν κάτι κόκκινο και κοίταζαν δεξιά να κρύβουν σταφλας το δεξιό προφίλ Μεθυσμένοι πυροβολούσαν οένας τον άλλον μετά κι ο φωτογράφος αυτοκτόνησεΔεν έμεινε κανείςΜόνο ένα παιδί γυμνό από έλεος που βλεπε τους κα-λεσμένους στις φωτογραφίες και πλέον άκουγε κα-θαρά τη σιωπή αφού κι ο άνεμος δεν επέστρεψεποτέ

[8]

Με την προετοιμασία πάει όχι με το σκοπόΠου και που ακουμπούσε στη σκιά τουνα ξεκουραστεί και το χορτάρι γινόταν μαύροΤη βλέπει χθες σήμερα ίδια κι όμοιακαι τον μέθυζε η προετοιμασία κι ότι σύμβαινεβάδιζε λαθραία τής σκιάςΛαθραία συντεταγμένος φτάνει και στις κορφέςΔεν είναι κανένας πρωτομάρτυρας ένας κιμάςείναι χωρίς βασιλικό και γλάστρες πίνειτο κρασί των δέντρων και μοσκοβολάει η σκιάγονιμοποίηση

[9]

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 4: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Ο πλύντης δίσκων φαγητού λέγεται και djΜεγάλη ελευθερίαΛάμπει από τη νύχτα ακόματο φως κι αυτό θα τ απαρνιόμουνστο ξημέρωμα αφού στεγνώνειτη γη από τη χτεσινή βροχήΜεγάλη ελευθερίακαι η κλίμακα πρωτοφανήφορτωμένη χοντρόρωγα κι αγίνωτα σταφύλιαΣτο Άρτον η υπηρεσία δεμάτων με τη θεά ΑθηνάΣτην άγρια φύση του Άρτον θρηνούν θανάτουςτσίφτες στολισμένα φτερά κουρούνες ερωτικήςαγωνίας με επιτόκιο χαμηλάΩ η φθοράΧαρούπια και Dante στη χώρα των Μυκηνέων

[7]

Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία με ζω-ντανές παρτιτούρες στο αυτί Κάποτε φυσούσε μή-νυμα θυσίας Ο ψαλμός βούτηξε στη θάλασσα μόλιςπέρασε κι έπεσαν απ τα κλαδιά τα φύλλα Οι υπόλοι-ποι καλεσμένοι έλεγαν για κλέφτες και αρματωλούςέπιναν κάτι κόκκινο και κοίταζαν δεξιά να κρύβουν σταφλας το δεξιό προφίλ Μεθυσμένοι πυροβολούσαν οένας τον άλλον μετά κι ο φωτογράφος αυτοκτόνησεΔεν έμεινε κανείςΜόνο ένα παιδί γυμνό από έλεος που βλεπε τους κα-λεσμένους στις φωτογραφίες και πλέον άκουγε κα-θαρά τη σιωπή αφού κι ο άνεμος δεν επέστρεψεποτέ

[8]

Με την προετοιμασία πάει όχι με το σκοπόΠου και που ακουμπούσε στη σκιά τουνα ξεκουραστεί και το χορτάρι γινόταν μαύροΤη βλέπει χθες σήμερα ίδια κι όμοιακαι τον μέθυζε η προετοιμασία κι ότι σύμβαινεβάδιζε λαθραία τής σκιάςΛαθραία συντεταγμένος φτάνει και στις κορφέςΔεν είναι κανένας πρωτομάρτυρας ένας κιμάςείναι χωρίς βασιλικό και γλάστρες πίνειτο κρασί των δέντρων και μοσκοβολάει η σκιάγονιμοποίηση

[9]

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 5: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία με ζω-ντανές παρτιτούρες στο αυτί Κάποτε φυσούσε μή-νυμα θυσίας Ο ψαλμός βούτηξε στη θάλασσα μόλιςπέρασε κι έπεσαν απ τα κλαδιά τα φύλλα Οι υπόλοι-ποι καλεσμένοι έλεγαν για κλέφτες και αρματωλούςέπιναν κάτι κόκκινο και κοίταζαν δεξιά να κρύβουν σταφλας το δεξιό προφίλ Μεθυσμένοι πυροβολούσαν οένας τον άλλον μετά κι ο φωτογράφος αυτοκτόνησεΔεν έμεινε κανείςΜόνο ένα παιδί γυμνό από έλεος που βλεπε τους κα-λεσμένους στις φωτογραφίες και πλέον άκουγε κα-θαρά τη σιωπή αφού κι ο άνεμος δεν επέστρεψεποτέ

[8]

Με την προετοιμασία πάει όχι με το σκοπόΠου και που ακουμπούσε στη σκιά τουνα ξεκουραστεί και το χορτάρι γινόταν μαύροΤη βλέπει χθες σήμερα ίδια κι όμοιακαι τον μέθυζε η προετοιμασία κι ότι σύμβαινεβάδιζε λαθραία τής σκιάςΛαθραία συντεταγμένος φτάνει και στις κορφέςΔεν είναι κανένας πρωτομάρτυρας ένας κιμάςείναι χωρίς βασιλικό και γλάστρες πίνειτο κρασί των δέντρων και μοσκοβολάει η σκιάγονιμοποίηση

[9]

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 6: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Με την προετοιμασία πάει όχι με το σκοπόΠου και που ακουμπούσε στη σκιά τουνα ξεκουραστεί και το χορτάρι γινόταν μαύροΤη βλέπει χθες σήμερα ίδια κι όμοιακαι τον μέθυζε η προετοιμασία κι ότι σύμβαινεβάδιζε λαθραία τής σκιάςΛαθραία συντεταγμένος φτάνει και στις κορφέςΔεν είναι κανένας πρωτομάρτυρας ένας κιμάςείναι χωρίς βασιλικό και γλάστρες πίνειτο κρασί των δέντρων και μοσκοβολάει η σκιάγονιμοποίηση

[9]

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 7: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Το είδαμε το παιδίΈστεκε ορθόστο τελώνειο άνοιγμαστυλωμένο μ ένα τραγούδιορκισμένο στο ψωμίπου βάρυνε το ξένοΤο παιδίτί του καταλογίζαμεκι ακούστηκε μια φωνήακόμα πιο αυστηρή η φωνή τού εγγονού

[10]

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 8: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιώναυτών laquoΕξάρθρωση από προσώπου αμανέςraquo Σπρώ-χνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι έναςμαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένοςΣτη70 Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουνσλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας Της κατεβασιάςκαταφερτζίδες κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστάάχυρα απόλαυσης μ ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης

[11]

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 9: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Από εκλάμψεις η επιθυμίαμε χέρι που ψευδίζειελεημοσύνες ύψους αφίσαςΜόδα από πειρασμό παλιάπου σπρώχνει σε καλή τιμήμια ολοένακαι πιο ριζική στέρησηπαράφωνα εαυτήκαι γίνεσαι τόσο εύκολακτήνος όσο εύκολα κάνειςτην αθώα περιστεράΝα έκανε ρίμα το ποίημακαι θίχτηκε η ρίμαόπως κάθε τι άσκησηςμες στον πυρετόπου χάνει το βήμα και μένειςμε την άσκηση στο χέρικαι γεννιέται μια φιγούραχωρικής μεταφοράςπου σε κοιτάειμε τα δικά σου μάτιακαι ζεις εν τέλειμε μάτια εξακρίβωσης στοιχείων

[12]

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 10: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Γυρίζει στρέφεταιτούτο το χώμα τρέφεταιπου στάθηκε ήπιε μια ρακήστίχους και ακόρντα πελαγίσιαΠερίμενε

Κι ακόμα περιμένειεπιπλέον μ ένα κλάσμα πείραςπου φτιαξε και θάνατο οδυνηρόστο ίδιο του κρανίο

ένα σύμπτωμααπό φύσηγμα

το φύσηγμα αυτόστο σκουριασμένο ακόντιον αλλάξει το σβέρκο στα βουνάνα σημαδέψουν μέλλονκι ένας περνάει και χτυπάειβαρύ ταμπούρλο μ ένα αλλήθωρο μάτι

[13]

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 11: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχταήλιος το πρωίνερό απ τη χαραμάδαπιο κάτω υπόνομοιπάμε πάλι απ την αρχήΆστρα τη νύχτα []

[14]

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 12: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότωνσηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιάκαι διασχίζουν κρεμαστάριαμε σφαχτά και χάνονται στα χρόνιαφτάνουν στους γυρολόγουςτης ιστορίας για να ψωνίσουναπό τον πάγκο φυλλάδιαγια χαλάκι ldquoκαλωσήρθεςrdquo αυτής της πόληςΜυριάδες μορφές οικοδεσπότεςμε τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσηςτου πραγματικού αψηφώνταςτο κασκόλ τού βασάνου του

Απ το μελανό σημείοτου ουρανού βρέχει μέλλονστη τελευταία χούφτα τής γηςκαι τρέχει ένα σκυλί κινείται γύρω τηςκάθεται στο πλάικαι με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο

[15]

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 13: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Με κεντούν με τα μάτιακάτι ανθρώπινα στοιχείαπάνω σε βιβλία μεταμορφωμένασε νούφαρα να ποζάρουναποφθέγματα ως αλήθειεςχωρίς να συναντιούνται ποτέΑλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθειαείναι όπως οι ψίθυροιαυτοί μέσα από τα δόντιαΉ φωνές φωνές ν αλυχτάτο φωναχτό ή σιωπές σιωπέςρίγος να lsquoναι από το σιωπηλόΤα ψίθυρα βιάζουν τον αέρααντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένοκαι διαβάλλουν την ατμόσφαιρααπό μπαλωμένα καραβόπαναΚανένα πλοίο δε φαινόταν

[16]

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 14: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

La pietagrave

Ένα ρόδο κάνει περιπάτουςανάμεσα εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονήςτην αίθουσα και χαιρετιόμαστεακόμα άκοποι του ψαλμούκι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωματης χρονοπιέταςο καθείς και τα όπλα τουστου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο

[17]

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 15: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

ο κύκλος των εποχών

Ησύχασε καθόμαστε στη νύχτασε άδεια στέγη αποκάτωΑέρηδες νεροποντές εκείπλυμένα σώματα από παλιές ιδέεςπρόσωπα από ζωντανή απουσία

Τινάζονται απ τα κλαδιάκαι δίνονται πολύ στον ήχοανακαλύπτονταςτον δικό τους ρυθμόμια ποσότητα χρόνουστην κατοχή τους

Σώπα άκου πόσο ωραίο και σπουδαίοεσύπως κρατιέσαι από χαραμάδα ανοιχτήμε δρόμο ενάντια και κύλινδρο στο χέριπως ξεδιπλώνεις μια σιωπή καινούργια

[18]

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 16: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

πέρασμα

Νιώθεις ότι μεγαλώνουνοι αρθρώσεις σουκι αισθάνεσαι τη μάταιηλαχτάρα για τον εαυτό σουΑυτά κι ένα λυχνάριμrsquo αναστεναγμούς όλο κι όλοεκτεθειμένο στον αγέραακριβώς καταγήςπου ναι από κλώνουςτου θανάτουhellipεκείνου που του πέφτειο πρώτος λόγοςκι ανάβει σπίρτο στο πόδι

[19]

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 17: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Με αργές βελονιέςπερνούν οι μέρεςστο γόνατό μουμε ενοχλεί το πόδιωστόσοδεν είμαι κουτσός

[20]

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 18: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότηταΈνα νυχτερινό ξεφύλλισμακαι τα παπούτσια βρίσκονταισε θαμπομπλέ προκυμαίαΦυσάει νέα τοπόσημαστην αλμυρή αφριάκαι του γήινου πόνουτ ανομολόγητα καίγονταιόπως το πολυπαιγμένο φιλμαπό το φως

Πήρα βιαστικά μια άλλη αναπνοήκαι καταγινόμουν ημέρεςκι ένιωσα τα παπούτσια ξαφνικάότι μπορούν να σκέφτονται

[21]

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 19: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

όλες οι πορείες η πορεία

Απλώνονται οι μελωδίεςσ όλο το μήκος τού κορμιού μουκαι οι στίχοι γίνονται έγχορδακι επαναλαμβάνουν τις μελωδίεςαπό τον κορμόκαι πεςhellip πες από που φυσάει τον ήλιονα τον ακολουθήσωδεν αντιστέκεταιδεν ξεκολλά από πάνω μουτα μάτια της η φαντασία

[22]

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 20: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύωκρεμασμένος απ τα έγχορδαπου παίζουν ότι κονιορτοποιείτου βέλους τη σκοπευτική γραμμήπολυχορικό με άρπισμακαι κιθάρες εικονογραφείτο άχθος τοπίων που δηλώνειτο κράτημα από τα δέντρακαντέντσα το βιολοντσέλοαπ άλλο ύψος επί της αρμονίαςσπρώχνει το κοράκιτου νικημένου σώματοςστο κοινό τσουκάλιΠόσα ξέρεις φως του πρωινού

[23]

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 21: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων

Άδειο διαμέρισμα που αντηχεί τη σιωπήΑπλώνεται η μανία τού κρύουαφού η ζωή δεν είναι όλο πράσινακαι λουλούδια

Άδειο διαμέρισμαένα αντίγραφο που μοιράζεταιαπό τη θυρίδα τού ήλιου να γραφείαπό την αρχή τού βιβλίου η μορφή

Πάτωμα-πάτωμα η ζωήαπό την ταράτσα μέχρι το υπόγειοη σιωπήνα θέλω την κατοικία που γεννήθηκα

[24]

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 22: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

χρονοτράπεζα

Είδα στα μάτια μουκι έσκαψα με το πατητόκαι σήκωσα από κει μέσαδάκρυα που βυθίστηκαναπό κοντάκι διευθύνσεων

Τα έκανα παράτα να ξεπλένωτου χρονικού τη σκόνηπιο πέρα να ναι ορατέςμορφέςΩ πως αναπηδούνσε μια κλωστή καπνού

Μια φωνή μιλάειμιλάει απ ένα νυχτέρι μέθηςκαρφωμένη στου χρυσόξυλουτο απροσδόκητοκι όλα όσα βλέπει βαδίζουν γιατίδεν θυμούνται τι είναι οι πόνοιτο στέρνο όμως

[25]

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 23: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Βάδισα εικόνες και καλωσήρθεςαπό τόπο σε τόποόλες μου τις ενέργειεςπότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς

Όλα μ ένα χορδιστό χαμόγελοσπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνανα στέκει στο πλατύσκαλογια προστασία στο αντίστροφο του χρόνου

Όσο κι αν σε μαζέψωόσο κι αν κεντηθείς σταυρωτάστεκούμενα νερά μη σε ματιάσουνόσο καθαρά αλφαβητικάχωρίς μουντζούρες θε να σε στήσωξανά και πάλι ανανεώνεσαιγαμημένο ευρετήριο

Έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω

[26]

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 24: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

πέντε σονέτα

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 25: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγήμε ρίζες που διψούνκι ανασταίνουν φύλλανα τα χορταίνει αέραςστο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλέςμε τύλιξε η πειθώο ήχος τηςπου φανερώνει τραγούδιαυτό που τραγουδάόταν ο σπασμός στεριώνεικαι σελίδες αποκάλυψης γυρνάκαι τραγουδούσεμέσα της ξανάκαι πάλι και πως αλλιώς να κάνειεκείνος ο σπασμόςπου ξερε και τις πληγέςνα τις χορταίνει ζάλη

[29]

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 26: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

του κριού

Ώρες από επιθυμία τρόμουνα σωθούν με τράβηγμα μαζί αγκαζέκι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνοΣωθείτε στην ιστορία ώρες

δεν έχω χρόνο μαζί να σας τραβώαπό προηγούμενες σιωπές ούτε πόδιανα με πάνε μου χαρίστηκανΈχω να σκαρφαλώνω οπλές

να συνομιλώ μ αγγέλουςνα δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμόκι από σιωπή να σωπαίνω χρόνοΔεν υπάρχει έχω χρόνο από χθες

μπροστά απ τον τροχό τού φόβουανθίζουν και δε δύουντο σούρουπο μιλάει με διατρέχουνολόκληρο στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές

[30]

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 27: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

της αγωνίας

Μαραθώνιοι βομβαρδισμοίαπ΄ το ψαλτήριτού φωτόςπου ανεβάζει τα στόρια

- Πού είχες πάειΛάμνοντας ερχότανεαπό φωτεινή αυλίτσατα νερά και τα κλαδιάτα φύλλακαι η σαγήνη των ανθώνη ασύνειδη απόλαυσηο αθώος λόγος των σαρκώνη ηδονή που λυτρώνει το αύριοστο υψωμένο δάχτυλομια φορά η νιότηλάμνοντας ερχότανεαπ το δόσιμο τού άλλουστον πόθο τού ενός -κι έπλαθε αγιάτρευταστο καφετί το πράσινοως που να στερηθεί το φως

[31]

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 28: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)

Κάτι από μέλλον μεταφέρουνπου το είλκυσετο σκάφος των λέξεωναπέναντι του ποιήματοςΣκόνη-σκόνη την πήγανε

την όχθησκορπισμένοι λιώμαΜια εικόνα ρέει κυματούσα

που ζει στο ρολόι ως χαλίκι κόντραΔυο νησιά που πλέουν πέρα

καπνίζουν λήθη απ το ίδιο τσιγαρόχαρτοτ αθύρματα των σύννεφων το βλέμμα

[32]

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 29: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

του βινύλιου

Πριν έβαλαντο πικάπ να παίζειδεν θυμούνται τικι έξαφνα το μέσαθέλει γεννήθηκεαπ ένα σκρατς στο βινύλιοΣκόπελος η ντο

κόλλησε τη βελόναστο εσύμέσα εκείνοςακούει απ το μηΗ σολ τού πέλαγου

εκείνημ άροτρο χέριοργώνει το νύχιΤο άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που δινε μοτίβοστο εσύ κι εκείνηθέλω κάρπιζε στο μέσαήχος ωμός φορτωμένος φωςμίσχος απ αιματωμένα χείλη

[33]

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 30: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

τα σκάγια

Λίγο να κάνει κοπάνααπ τα σύννεφα το φωςκαι δίνει σ όλαμια πλαστική αξίαμε την τελειότερησπιθοβόλα εκγύμνασηΣτο αττικό φωςπου σ απορροφάολόκληροδεν μετακινείσαι απλώςμες απ τα βιτρό του πλήθουςτον πυρετό του θλιμμένουκαι τα ερωτηματικάτης μοναξιάςευκίνητο κορμίαπό θερμούς τόνουςσε πάει ο ελιγμός

[35]

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 31: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

δεν αλλάζω τα ηχεία μου

Σκοτεινά κατάβαθα ότιδεν προσέχει τη ζωήαλλά τη δράση τηςσφυράει απ το στήθοςτ όνειροτο μόνο που απαντάστις ερωτήσεις μου

[36]

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 32: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για τοχρόνοTo σκέφτηκα μ ένα κουλούρι στο να χέρι κιespresso του πικρού στο άλλο Σταύρωσα κι ένα κα-τράκειο γέλιο στο παράθυρο- Τί τα θες

[37]

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 33: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρωστον προορισμό Μάζεψα φόρακαι βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέταςπου υψώνει τη φωνή τού αέρακαι κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτιατίποτ άλλο δεν ακούγεται τίποτ άλλοδε με δακρύζει από έλλειψη

[38]

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 34: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

διακρότημα Ι

Ι

Στο ξέφωτο χτυπά μεταβολέςο λεηλάτης ο μέγας ωρολογοποιόςΟι εξτρεμιστέςεκ του ορθίως άρξατε πυρΈν δυο θρόισμαΌσα επακολουθήσουν το βαραίνουν

ΙΙ

Βλέπεις το δρομάκι κι από δρομάκιυφαίνεται και ο λαβύρινθος

ΙΙΙ

Πας με τη φωνή πας με τη σιωπήπορτοκάλι στιμμένο

[39]

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 35: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

ΙV

Ο νούς σε πάει ο νους σε θεραπεύει κορμί το νουσου

V

Ήθελες τη φωνή από ζωή μόνο που η φωνή είχεμια στύση γυμνή από ηθικής βαρύτητας

VI

Το φρόντιζες το πρόσωπο το κοίταζες και του μιλού-σες με σιγανή φωνήΣτο άσπρο πρόσωπό σου ουτ ένα ποίημα γραμμένο

VII

Όταν βρέχει το μάρμαρο γίνεται θερινής ανάγνω-σης

[40]

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 36: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

VIII

κι ο τόπος αφανίζεται από τα θυσιαστήριά του

IX

Άνοιγεις την πόρτα και βουτάς σε καθρέφτηΑ το κόκκινο μπάνιο το ζεστό

X

Αυτά τα περιστέρια να πάνε αλλούσαν τον πόνο μου άσπρα είναι

[41]

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 37: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

διακρότημα ΙΙ

I

Πολλοί τα ζητούν κι ακόμα πιο πολλοί τα βαρούν ταπαλαμάκιαδεν έμαθαν αφούhellip να παν το βήμα τη βρίσκουν μεχαδάκια

ΙΙ

Η μάσκα δεν έχει κώλοδεν έχει από μάτια ν απαντήσει

ΙΙΙ

Έκανα μακριά μαλλιά και άτακτα σα δηλητηριώδεςφυτό πάνω στο κεφάλι μού είναι

[42]

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 38: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

IV

Οι ρυτίδες ταξιδεύουν το ταξίδιπαρασέρνοντας όλα τα πρίνΓι αυτό οι εύθικτοι θυμώνουν

V

hellip και την ομίχλη την πάω ζεϊμπέκικα για να καθαρί-σει

VI

Κατοίκηση των πόλεων από ερειπωμένους ανθρώ-πους Αν κατέχεις από παιδί δεν κατοικείς τα όπι-σθεν

VII

Να ποτίζετε το περιβόλι καμιά φορά από χρόνιαπαιδικά Βιτσιόζικο περιβόλι

[43]

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 39: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

VIII

Οι κουδουνίστρες από γραφής απαντούντη νέα ποιητική άνοιξη και μια κραυγήαπ αθερίνα αλλάζει τοπίο κι όψη []

IX

Ο μοναχός σε μονό διαβάζει Ο διπλός σε διπλό κρε-βάτι ξανά διαβάζειΤί βελτιώνει Την εκσπερμάτωση στις ρωγμές της κα-μπάνας

X

Στη μπουζού η (οικονομική) κρίση τού καθρέφτηhellip

[44]

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 40: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

διακρότημα ΙΙΙ

I

Στο έλος το βουητό ανταλλάσεται με την ησυχίαΩ το έλος στο πράσινο χρώμα από ελπίδα το στά-σιμο από συνειρμό είναι δημιουργικόΧρόνε χρόνε γιατί τραβάς τον πειρασμό

II

Στολίστρες λέξεις μrsquo ένα δείκτηαπό φωναχτό στίχο

ΙΙΙ

κι ωραίο χρώμα έχει αυτή η μπουκάλαμε ρακί και η μπίρα στο ποτήρι πόσο ζωηρήΚαι η ζαχαριέρα και τα φλυτζάνια και το λαδόξυδοκι ο ποπ ρυθμός απ τα βραστά αυγάΤο άλογο δε μπήκε μέσα όμως

ΙV

[45]

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 41: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Μια πορτίτσα και τα παραθύρια ήσυχακαι στο λιακωτό με χαμένη κάθε αίσθησητο καϊκι που λικνίζεται

V

hellipκι η ρότα απ τις αναπνοές των φίλωντο κουράγιο η ροή

VI

Κανένας ήχος από καμπάνεςδε φτάνει ν΄ακουστείνα συναθροιστείφέρνοντας τη φούρια τού χρόνου

VII

Να βοτανίζεις να βοτανίζειςκι ας πέφτει του λαιμού

[46]

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 42: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

το μαντήλι απrsquo τον αέραΥπάρχω εγώ να το σηκώσω

VIII

Κατι φυσα τις μελωδιεςαπο τα στηθιακι ενα κλειδι σού ανοιγειτα ματιακαι βρισκεσαι μαζι σουΑ ο ερωτας

ΙΧ

Ο ήλιος έλαμπε μοναδικάκαι η βροχή με φωνέςαπό μελωδικά πλήκτραευνοούσε σrsquo ένα μικρό κέντροτων πραγμάτων μια συλλογήανθών από αγάπη

Χ

Ω η αγάπη πως ζυγίζει τούς κινδύνουςhellip

[47]

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 43: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Ο πλύντης δίσκων φαγητού 7Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο8Με την προετοιμασία πάει9Το είδαμε10Ο γιατρός αποφαίνεται11Από εκλάμψεις12Γυρίζει13βαλτόδεντρα14σε μοτίβο Ταρκόφσκι15Με κεντούν16La pietagrave17ο κύκλος των εποχών18πέρασμα19Με αργές20Το ημερολόγιο21όλες οι πορείες η πορεία22φως του πρωινού23δίκαιο ο οπλισμός των τοίχων24χρονοτράπεζα25Βάδισα εικόνες26πέντε σονέτασονέτο του σπασμού29του κριού30της αγωνίας31της όχθης (στην ώρα τού κόσμου)32του βινύλιου33τα σκάγια35δεν αλλάζω τα ηχεία μου36

[49]

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 44: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

Ντύθηκα στην πένα37Η βενζίνη αρκετή38διακρότημα Ι39διακρότημα ΙΙ42διακρότημα ΙΙΙ45

[50]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f

Page 45: Βάιος Νικιώτης, Όλες οι πορείες η πορεία

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΪΟΥ ΝΙΚΙΩΤΗΟΛΕΣ ΟΙ ΠΟΡΕΙΕΣ Η ΠΟΡΕΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014

f