ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ · 2009-03-30 · Παρόλο που η έμπνευση και η...

Click here to load reader

  • date post

    27-Feb-2020
  • Category

    Documents

  • view

    1
  • download

    0

Embed Size (px)

Transcript of ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ · 2009-03-30 · Παρόλο που η έμπνευση και η...

  • ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΡΕΥΝΑ

    2.1 ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ Η έρευνα είναι μια συστηματική προσπάθεια που αποσκοπεί στη

    διερεύνηση ορισμένων ερωτημάτων που τίθενται από τον ερευνητή για

    ένα συγκεκριμένο θέμα. Τα πορίσματα από αυτή τη διερεύνηση μπορούν

    να αναφέρονται σε θεωρητικό επίπεδο ή και σε εμπειρικό επίπεδο. Στην

    πρώτη περίπτωση, η ερευνητική προσπάθεια επικεντρώνεται στην

    ανάπτυξη θεωρητικών ή εννοιολογικών πλαισίων, ενώ στη δεύτερη

    περίπτωση, επικεντρώνεται στη συγκέντρωση, επεξεργασία και ανάλυση

    δεδομένων, με σκοπό την επαλήθευση, την απόρριψη ή ακόμα και τον

    πιθανό μετασχηματισμό του συγκεκριμένου θεωρητικού πλαισίου. Και

    στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, ο ερευνητής έχει ως στόχο τη διερεύνηση

    ορισμένων γεγονότων ή συμβάντων των οποίων η ερμηνεία συνήθως

    οδηγεί σε μια γενίκευση.

    Μεταξύ, όμως, του προβλήματος που τίθεται προς έρευνα και των

    πορισμάτων που προκύπτουν από τη συστηματική διερεύνηση του

    προβλήματος μεσολαβούν ορισμένες δραστηριότητες που συνθέτουν το

    όλο φάσμα της ποσοτικής ερευνητικής διαδικασίας.

    Η επιλογή του θέματος έρευνας συχνά υπαγορεύεται από θεωρήσεις όχι

    καθαρά επιστημονικές, ενώ η διατύπωσή του είναι η πρώτη- και βασική,

    αν όχι και η πιο δύσκολη- φάση της επιστημονικής διαδικασίας,

    ιδιαίτερα στην κοινωνική έρευνα.

    Η διατύπωση του ερευνητικού προβλήματος περνά από διάφορα στάδια:

    1. Ένα πρόβλημα που απαιτεί λύση πρέπει να εντοπιστεί μέσα στη

    γενικότερη περιοχή ενδιαφέροντος του κοινωνικού επιστήμονα.

    2. Τα ερευνητικά καθήκοντα πρέπει να περιοριστούν κατά τρόπο

  • ώστε να επαρκέσει για τη λύση του η ερευνητική προσπάθεια που

    πρόκειται να αναληφθεί. Αυτό γίνεται με τον προσδιορισμό του

    είδους των στοιχείων που θα συλλεχθούν.

    3. Η διατύπωση της έρευνας πρέπει να στοχεύει στα γενικεύσιμα

    χαρακτηριστικά του προβλήματος, δηλαδή το τμήμα του

    πληθυσμού και τον τύπο της αντίδρασης (απάντησης) που αφορά

    η γενίκευση.

    Αν υπάρχει διαθέσιμη σχετική γνώση με το πρόβλημα που μελετάμε,

    τότε η διατύπωση θα περιέχει και υποθέσεις. Aν όχι, η διατύπωση πρέπει

    να προσδιορίζει περιοχές όπου μια διερευνητική προσπάθεια θα 'χει σαν

    σκοπό να διατυπώσει (θεμελιώσει) υποθέσεις.

    2.2 ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

    Αν το πρόβλημα που πρόκειται να ερευνηθεί, έχει διατυπωθεί με

    κάποιους εναλλακτικούς τρόπους, η έρευνα θα πάρει την ανάλογη

    κατεύθυνση και θα 'χει την ανάλογη έμφαση. Με αυτόν τον τρόπο θα

    επηρεαστεί το σχέδιο έρευνας και ο τρόπος συλλογής πληροφοριών

    καθώς και η ανάλυση. Παρ’ όλα αυτά, κάποιες φάσεις που ακολουθούν,

    είναι δυνατόν να επηρεάσουν κάποιες που προηγήθηκαν. Για

    παράδειγμα αμέσως μετά από τη διατύπωση του προβλήματος θα

    πρέπει να υπάρχει ένα σκίτσο ανάλυσης των στοιχείων που θα

    προκύπτουν κάθε φορά. Από αυτό μπορεί να επηρεαστεί ακόμη και η

    διατύπωση του προβλήματος (feedback), πιο συχνά το σχέδιο έρευνας,

    και τις περισσότερες φορές ο τρόπος συλλογής πληροφοριών και η

    τελική κατάρτιση του ερωτηματολογίου. Ένα λάθος στις μεταγενέστερες

    φάσεις μπορεί να μην έχει τόσο σοβαρές συνέπειες, από ένα λάθος κατά

    την αρχική φάση. Έτσι, λάθη στις τελευταίες φάσεις μπορούν με μικρή

    θυσία σε κόστος και κόπο να διορθωθούν, επαναλαμβάνοντας την

    προσπάθεια. Λάθη όμως στη διατύπωση του προβλήματος και στο

    σχεδιασμό, έχουν πολύ σοβαρότερες συνέπειες, γιατί μπορεί να

    αποπροσανατολίσουν και τελικά να καταστρέψουν την έρευνα.

  • Πάντως, η αλληλεπίδραση των φάσεων, και ιδιαίτερα των συνεχόμενων,

    πρέπει να είναι διαρκής για να πετύχει η έρευνα. Σπάνια είναι κανείς

    τόσο σίγουρος ώστε να προχωρεί στα τυφλά. ενώ βρισκόμαστε στη φάση

    του σχεδιασμού, μπορεί να αποκαλυφθούν ψεγάδια στη διατύπωση του

    προβλήματος. Θα πρέπει τότε, επιστρέφοντας στην προηγούμενη φάση,

    να διατυπωθεί ξανά το πρόβλημα, ανάλογα με το τι ανιχνεύθηκε σαν

    σφάλμα στη φάση του σχεδιασμού.

    Βασικά όμως, ενώ το μπρος-πίσω όσον αφορά τις φάσεις του

    προγραμματισμού - ο διαχωρισμός της έρευνας στις φάσεις

    προγραμματισμού και εκτέλεσης θα αναλυθεί παρακάτω - κατά κανόνα

    είναι εφικτός χωρίς κόστος, είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι αν κάτι

    προκύψει στη φάση της συλλογής πληροφοριών, που θα αποκαλύψει

    αδυναμίες στη διατύπωση του προβλήματος ή στο σχέδιο έρευνας,

    μπορεί να διορθωθεί χωρίς σημαντικές αβαρίες. Αν αποκαλυφθεί, π.χ.,

    ότι οι πληροφορίες που συλλέγονται δεν είναι σχετικές με μερικά βασικά

    ερωτήματα που έχει η έρευνα, μπορεί να ξαναγραφτεί το

    ερωτηματολόγιο, ή να ξαναδιατυπωθεί το πρόβλημα ή και τα δύο. Αυτό

    ίσως να μπορεί να γίνει χωρίς πολλές θυσίες, αν το λάθος ανιχνευθεί

    κατά την προέρευνα ή στην αρχή της τελικής συλλογής στοιχείων. Αν

    όμως το λάθος ανιχνευθεί στο στάδιο της ανάλυσης, τότε η πρόσθετη

    θυσία είναι μεγαλύτερη.

    2.3 ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Η έρευνα διακρίνεται σε Ποιοτική (Qualitative) και σε Ποσοτική (Quantitative), ή σε συνδυασμό και των δύο. Α. Ποιοτική Έρευνα(Qualitative): Συγκεκριμένος ορισμός που να αποσαφηνίζει το περιεχόμενο του όρου ποιοτική έρευνα δεν υπάρχει. Θα

    λέγαμε ότι είναι μία σύνθεση μεθοδολογιών και ερευνητικών πρακτικών.

  • Δεν υπάρχουν καθορισμένες οδοί πάνω στις οποίες θα βαδίσει και θα

    στηριχθεί κανείς και για κανένα μοντέλο η ποιοτική έρευνα δεν έχει την

    αποκλειστικότητα. Μπορούμε να αναφέρουμε ότι στηρίζεται στην

    αποφυγή οποιουδήποτε περιορισμού των ερευνωμένων. Η συζήτηση είναι

    ελεύθερη και ανοιχτή. Έτσι ξεπερνιούνται εμπόδια επιφανειακής

    συμπεριφοράς.

    Σχήμα 2.1

    Ποιοτική έρευνα

  • Β. Ποσοτική Έρευνα (Quantitative): Είναι η επιστημονική προσέγγιση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε ένα Οργανισμό ή μία

    Επιχείρηση. Στη μέθοδο αυτή, βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη

    δεδομένων και όχι εικασίες, υποθέσεις, συναισθήματα και προσωπικές

    φιλοδοξίες και επιδιώξεις. Τα δεδομένα αυτά, χρησιμοποιούνται από

    τους στατιστικούς αναλυτές σαν πρώτη ύλη, οι οποίοι τα επεξεργάζονται,

    τα αναλύουν, αξιολογούν τα συναγόμενα αποτελέσματα και τελικά

    λαμβάνουν τις αναγκαίες αποφάσεις. Η κυρίως έρευνα στηρίζεται σε

    αυτήν ακριβώς την επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων που

    προκύπτουν από την συλλογή πληροφοριών της ποσοτικής έρευνας.

    Ουσιαστική είναι τα τελευταία χρόνια η συμβολή της χρήσης

    ηλεκτρονικών υπολογιστών και συγκεκριμένα εξειδικευμένων

    προγραμμάτων τα κυριότερα των οποίων είναι το S.P.S.S, το MINITAB

    και άλλα1.

    Σχήμα 2.2

    1 Βλ. Φίλιας Β. κ.α., Εισαγωγή στη Μεθοδολογία και τις Τεχνικές των Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 2000

  • 2.4 ΣΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΦΑΣΕΙΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Σε κάθε στατιστική μελέτη πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η έρευνα, η

    έννοια της οποίας συναντάται κυρίως στον κλάδο της στατιστικής. Όπως

    αναφέραμε παραπάνω, έρευνα είναι η διαδικασία που αποσκοπεί μετά

    από συστηματική και προγραμματισμένη συλλογή, ανάλυση και

    ερμηνεία στοιχείων, στην λύση προβλημάτων. Ο σχεδιασμός και η

    υλοποίηση μιας έρευνας είναι επιστήμη, πρόκειται δε για μία

    επαναλαμβανόμενη διαδικασία που μπορεί να προκαλέσει αλλαγές και

    να αναθεωρήσει ότι θεωρούνταν ως τώρα δεδομένο ακόμη και τον

    καθορισμό των ερωτήσεων της έρευνας. Η διεξαγωγή μίας έρευνας

    αποτελείται από δύο μεγάλα στάδια, του Προγραμματισμού και της Εκτέλεσης. Α. ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ Στο στάδιο αυτό γίνονται όλες οι ενέργειες έτσι ώστε να σχεδιαστεί μία

    έρευνα και να είναι έτοιμη για να υλοποιηθεί. Μία στατιστική έρευνα με

    τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου πρέπει πρώτα να περάσει από το

    στάδιο του προγραμματισμού και τις φάσεις που περιλαμβάνει. Δεν είναι

    κάτι τόσο απλό, όσο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς η συμπλήρωση

    και η ανάλυση ενός ερωτηματολογίου, αλλά χρειάζεται μεθοδευμένη

    εργασία και συγκεκριμένο πλάνο δράσης.

    Η διεξαγωγή μιας έρευνας κατά το πρώτο στάδιο του προγραμματισμού,

    είναι μια διαδικασία η οποία απαρτίζεται από διακριτές μεταξύ τους

    φάσεις τις οποίες παραθέτουμε παρακάτω και είναι οι εξής:

    1. Προσδιορισμός του αντικειμένου της έρευνας. Από την αρχή πρέπει

    να προσδιοριστεί σαφώς το αντικείμενο της έρευνας, για να

    εξασφαλισθεί η σωστή επιλογή των πληροφοριών και να

  • αποφευχθούν έξοδα και σπατάλη χρόνου και χρήματος για

    συλλογή άσχετων πληροφοριών.

    2. Επιλογή των υλικών μέσων που θα διατεθούν σ’ αυτούς που

    πραγματοποιούν την έρευνα. Προβλήματα διάρκειας της έρευνας,

    οικονομικά κονδύλια, διαθέσιμο προσωπικό κ.λ.π.

    3. Προηγούμενες έρευνες. Αναζήτηση πηγών που αφορούν το θέμα

    όπως άλλες έρευνες, συγκέντρωση ποσοτικών, αριθμητικών

    στοιχείων κ.λ.π.

    4. Καθορισμός του αντικειμενικού σκοπού της έρευνας. Ποια είναι

    τελικά η ουσία της διεξαγωγής της έρευνας αυτής.

    5. Καθορισμός του πληθυσμού ή του πεδίου της έρευνας. Σε ποια

    κατηγορία πληθυσμού πρέπει να καταταχθούν τα άτομα που

    ερωτήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας.

    6. Κατασκευή του δείγματος. Με ποιόν τρόπο θα γίνει η επιλογή του

    δείγματος καθώς και ποιο θα είναι το μέγεθός του.

    7. Σύνταξη του πλάνου του ερωτηματολογίου. Επιλογή του πλάνου του

    ερωτηματολογίου, επιλογή και διατύπωση των ερωτήσεων.

    8. Δοκιμή του πλάνου του ερωτηματολογίου. Μια δοκιμαστική,

    αρχικά, έρευνα με τη διανομή και συμπλήρωση ενός μικρού

    αριθμού ερωτηματολογίων, για να διαπιστωθούν οι αδυναμίες και

    οι ατέλειές του.

    9. Σύνταξη του οριστικού ερωτηματολογίου. Το ερωτηματολόγιο

    παίρνει την τελική του μορφή, χωρίς παρατυπίες, ελλείψεις και

    λάθη.

    10. Κωδικοποίηση του ερωτηματολογίου. Κωδικοποίηση των

    απαντήσεων για να έχουμε ευκολότερη εισαγωγή των δεδομένων

    στο πρόγραμμα επεξεργασίας.

    Β. ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ Το στάδιο αυτό αρχίζει να εκτελείται από την στιγμή που τελειώνει ο

    προγραμματισμός και ξεκινά η υλοποίηση της έρευνας. Περιλαμβάνει

    όλες τις απαραίτητες φάσεις που αφορούν το πρακτικό μέρος της

  • έρευνας με βάση όσα σχεδιάστηκαν στο προηγούμενο θεωρητικό στάδιο.

    Ένας επιστημονικά τεκμηριωμένος προγραμματισμός, μειώνει τη

    περίπτωση να ανακύψουν προβλήματα υλοποίησης, αλλά και αν αυτό

    συμβεί, πρέπει να επιλυθούν κατά τη διάρκεια της στατιστικής έρευνας.

    Οι φάσεις της εκτέλεσης παραθέτονται παρακάτω και είναι οι εξής:

    1. Υλοποίηση της έρευνας. Επίβλεψη των ερευνητών, συμπλήρωση

    των ερωτηματολογίων. Η έρευνα μπορεί να γίνει με απογραφή ή με

    δειγματοληψία, μέθοδοι που θα αναπτυχθούν σε παρακάτω

    ενότητες.

    2. Ανίχνευση των ερωτηματολογίων. Επεξεργασία των

    ερωτηματολογίων, χειρονακτική ή με ένα πρόγραμμα στατιστικής

    σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (SPSS, MINITAB κτλ).

    3. Παρουσίαση στοιχείων. Ταξινόμηση και οργάνωση των στοιχείων σε

    στατιστικούς πίνακες και απεικόνισή τους με στατιστικά

    διαγράμματα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την άμεση εξαγωγή

    συμπερασμάτων και από άτομα με περιορισμένες γνώσεις.

    4. Ανάλυση δεδομένων. Οι πίνακες και τα διαγράμματα μας δίνουν

    μια γενική εικόνα του θέματος για το οποίο γίνεται η έρευνα, για

    το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η επιπλέον ανάλυση των στοιχείων

    με την βοήθεια στατιστικών παραμέτρων.

    5. Ερμηνεία. Με την προϋπόθεση ότι τα αποτελέσματα έχουν

    συλλεχθεί σωστά, θα ερμηνευθούν ανάλογα με τον σκοπό της

    έρευνας και η ερμηνεία τους αυτή είναι η βάση για την εξαγωγή

    σωστών συμπερασμάτων και την λήψη ορθών αποφάσεων.

    6. Εφαρμογή. Εφαρμόζουμε διάφορες μεθόδους για καλύτερη λύση

    του προβλήματος, έχοντας ερμηνεύσει τα αποτελέσματα της

    έρευνας.

    7. Αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Αξιολογούμε τα αποτελέσματα

    από την εφαρμογή των προτεινόμενων λύσεων.

  • 2.5 ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ

    Στο τέλος κάθε στατιστικής έρευνας, αφού δηλαδή ολοκληρωθεί η

    παρουσίαση, η ανάλυση και η ερμηνεία των αποτελεσμάτων, πρέπει

    απαραιτήτως να ακολουθεί η «ταυτότητα της έρευνας». Δηλαδή να

    αναφέρονται:

    Το όνομα της εταιρίας.

    Η μέθοδος (απογραφή ή δειγματοληψία).

    Το μέγεθος του πληθυσμού ή του δείγματος.

    Η μέθοδος επιλογής του δείγματος.

    Ο τρόπος συλλογής των πληροφοριών.

    Ο τρόπος και ο χρόνος πραγματοποίησης της έρευνας.

  • Σχήμα 2.3

    Στάδια και φάσεις της έρευνας

  • 2.6 ΤΥΠΟΙ ΕΡΕΥΝΩΝ

    Παρόλο που οποιαδήποτε τυπολογία ερευνών είναι κατ' ανάγκη

    αυθαίρετη, θα ήταν δυνατόν να ταξινομήσουμε τις έρευνες με βάση τη

    πρόθεση σε: διερευνητικές, όταν ο πρωταρχικός σκοπός είναι η διατύπωση ενός προβλήματος για ακριβέστερη εξέταση, ή η διατύπωση

    υποθέσεων, ή η ιεράρχηση προτεραιοτήτων για παραπέρα έρευνα,

    περιγραφικές, με βασική πρόθεση την εκτίμηση των χαρακτηριστικών μιας δεδομένης κατάστασης και τέλος πειραματικές, που αποσκοπούν στον έλεγχο υποθέσεων.

    Διερευνητικές Έρευνες Σε μια διερευνητική έρευνα, η βασική έμφαση είναι η ανακάλυψη. Το

    βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ευελιξία. Καθώς όμως η αρχικά

    απροσδιόριστη προβληματική κατάσταση, μεταμορφώνεται σε μια πιο

    προσδιορισμένη. Παρόλο που η έμπνευση και η καλή τύχη

    αναπόφευκτα παίζουν μεγάλο ρόλο στην αποδοτικότητα μιας

    «πρόχειρης» έρευνας, είναι μάλλον βέβαιο ότι ο επιτυχημένος

    προσανατολισμός μιας τέτοιας έρευνας θα βασιστεί στην ανακεφαλαίωση,

    την λήψη γνώμης των εμπειρογνωμόνων και την ανάλυση ορισμένων

    περιπτώσεων.

    Περιγραφικές έρευνες Οι περιγραφικές έρευνες δίνουν έμφαση (όπως λέει και ο τίτλος τους)

    στην περιγραφή των ειδικών χαρακτηριστικών δεδομένων περιστάσεων.

    Όταν το δούμε ιστορικά, η συστηματική περιγραφή των κοινωνικών

    χαρακτηριστικών πάει πίσω στο 3000 π.Χ., όταν οι Αιγύπτιοι έκαναν μια

    έρευνα του πληθυσμού και του πλούτου της χώρας πριν ξεκινήσουν για

    το κτίσιμο των πυραμίδων. Άλλο παράδειγμα περιγραφικής έρευνας,

    γνωστό σε όλους, είναι οι διάφορες απογραφές πληθυσμού,

    απασχόλησης, έρευνες αγοράς, που αναλαμβάνονται από κρατικούς ή

    ιδιωτικούς φορείς κατά διαστήματα ή και μεμονωμένα. Παρόλο που οι

  • περιγραφικές έρευνες μπορεί να χρησιμοποιούν ένα πλούσιο οπλοστάσιο

    από τεχνικές, αυτό δε σημαίνει ότι έχουν την ίδια ευελιξία όπως και οι

    προαναφερθείσες διερευνητικές έρευνες, είναι περισσότερο οργανωμένες,

    πιο προσεκτικά σχεδιασμένες. Επειδή εδώ το αντικείμενο είναι η λήψη

    πλήρους και ακριβούς πληροφόρησης, το σχέδιο έρευνας πρέπει να

    είναι τέτοιο, ώστε να προφυλάξει τον ερευνητή από κάθε πηγή

    μεροληψίας πολύ περισσότερο απ' ό,τι στις διερευνητικές έρευνες.

    Πειραματικές Έρευνες

    Πειραματική έρευνα μπορεί να θεωρηθεί ένας τρόπος οργάνωσης

    συλλογής στοιχείων που θα μας επέτρεπαν να εξαγάγουμε

    συμπεράσματα για το εύλογο μιας υπόθεσης. Π.χ, ας υποθέσουμε, μετά

    από ανάλυση περιεχομένου των διδακτικών βιβλίων που ευρέως

    χρησιμοποιούνται στη χώρα μας ότι καταλήγουμε στη διατύπωση της

    υπόθεσης πως οι σπουδαστές που χρησιμοποιούν αυτά τα βιβλία θ'

    αποκτήσουν αρνητικά στερεότυπα για τους Τούρκους. Στη συνέχεια

    μπορεί να θέλουμε να ελέγξουμε αυτή την υπόθεση με τη διεξαγωγή ενός

    πειράματος, για να προσδιορίσουμε εάν και κατά πόσον η χρήση των

    διδακτικών βιβλίων πραγματικά οδηγεί στη δημιουργία αρνητικών

    στερεοτύπων. Αυτό θα μπορούσε να γίνει π.χ. με το να διαπιστώσουμε

    την ύπαρξη των στερεοτύπων σε μαθητές πριν και μετά τη χρήση των

    βιβλίων, ή συγκρίνοντας μαθητές που χρησιμοποίησαν τα βιβλία με

    άλλους που δεν τα έχουν χρησιμοποιήσει, κλπ.

    2.7 ΑΡΧΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΜΙΑΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

    1. Προπαρασκευαστικές εργασίες Όταν αποφασισθεί η διενέργεια μιας στατιστικής έρευνας απαιτούνται

    πολλές προκαταρκτικές ενέργειες. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η

    παρουσία ενός Στατιστικού, με εμπειρία στη διεξαγωγή στατιστικών

    μελετών. Επειδή το έργο του σχεδιασμού μιας στατιστικής έρευνας

    προϋποθέτει γνώση των εννοιών και των ορισμών που υπεισέρχονται,

  • είναι αναγκαία η συνεργασία του Στατιστικού με ειδικούς, επί του

    εξεταζόμενου θέματος.

    Κατά το στάδιο αυτό, δημιουργείται και η «ομάδα εργασίας», η οποία

    αποτελείται απ' τους υπεύθυνους για το σχεδιασμό και την εκτέλεση της

    στατιστικής μελέτης.

    2. Αντικειμενικός σκοπός της έρευνας Αντικειμενικός σκοπός της επιστημονικής έρευνας είναι να δώσει

    απάντηση σε σημαντικά ερωτήματα με την εφαρμογή επιστημονικών

    μεθόδων. Η απόφαση αν ένα σημαντικό πρόβλημα χρειάζεται ή πρέπει

    να ερευνηθεί με επιστημονικές μεθόδους, είναι το πρώτο βήμα στην,

    ερευνητική διαδικασία.

    Οι ζητούμενες πληροφορίες είναι δυνατόν ή να έχουν καθαρά

    περιγραφικό χαρακτήρα ή να επιζητείται μέσω αυτών ο έλεγχος κάποιας

    υπόθεσης ή να ζητείται η εκτίμηση της επίδρασης διαφόρων παραγόντων

    (μεταβλητών).

    Με κριτήριο τον αντικειμενικό τους σκοπό οι στατιστικές μελέτες

    διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:

    Στατικές Μελέτες

    Δυναμικές Μελέτες

    Οι Στατικές στατιστικές μελέτες περιλαμβάνουν αφενός μεν τις έρευνες

    περιγραφικού χαρακτήρα, αφετέρου δε τις έρευνες ελέγχου υποθέσεων.

    Οι δυναμικές στατιστικές μελέτες περιλαμβάνουν τις έρευνες εκτίμησης

    της επίδρασης διαφόρων παραγόντων καθώς και τις έρευνες για την

    παρακολούθηση της πορείας ενός φαινομένου διαχρονικά.

    3. Ερευνητέα χαρακτηριστικά Στην περίπτωση των στατιστικών ερευνών το βασικό πρόβλημα είναι: «τι

    πληροφορίες πρέπει να συγκεντρώσουμε». Οι πληροφορίες που πρέπει

  • να συγκεντρώσουμε προσδιορίζονται από τα ερευνητέα χαρακτηριστικά

    του εξεταζόμενου πληθυσμού.

    Οι συλλεγόμενες πληροφορίες πρέπει να ανταποκρίνονται στις εξής δύο

    αρχές:

    Να είναι πρακτικά δυνατή η συλλογή τους.

    Να είναι σχετικές με το σκοπό της στατιστικής μελέτης.

    4. Μονάδα έρευνας Προϋπόθεση διενέργειας μιας στατιστικής έρευνας, είναι η δυνατότητα

    διαίρεσης του υπό έρευνα πληθυσμού σ' ένα ορισμένο αριθμό μονάδων

    έρευνας.

    Ποια θα είναι η μονάδα έρευνας σε δεδομένη έρευνα, το καθορίζει ο

    σκοπός της. Για παράδειγμα, σε έρευνες επί του ανθρώπινου πληθυσμού

    η μονάδα έρευνας μπορεί να είναι το άτομο ή το νοικοκυριό κ.τ.λ. Η

    μονάδα έρευνας πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς σε κάθε στατιστική

    μελέτη (έρευνα).

    5. Προσδιορισμός του ερευνητέου πληθυσμού Μετά τον καθορισμό της μονάδας έρευνας το επόμενο βήμα είναι ο

    προσδιορισμός του ερευνητέου πληθυσμού.

    Με τον όρο «προσδιορισμός του ερευνητέου πληθυσμού» εννοούμε, κατά

    κανόνα, τον καθορισμό των γεωγραφικών ορίων που θα καλύψει η

    έρευνα. Εντούτοις, υπάρχουν περιπτώσεις όπου μόνο γεωγραφικός

    προσδιορισμός, δεν καταλήγει σε πλήρη προσδιορισμό του υπό έρευνα

    πληθυσμού. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται επιπλέον και

    προσδιορισμός κατηγοριών ειδικών προσώπων ή ιδρυμάτων, τα οποία η

    έρευνα προτίθεται να καλύψει (π.χ. σε μια έρευνα βιομηχανιών, πρέπει

    να προσδιοριστεί εκτός των γεωγραφικών ορίων και τι θεωρείται

    «Βιομηχανία», ώστε να είναι δυνατόν να εντοπιστούν οι βιομηχανίες προς

    έρευνα).

    Σε έρευνες για ανθρώπινους πληθυσμούς θα πρέπει να καθορίζεται:

  • Η γεωγραφική περιοχή του ερευνητέου πληθυσμού.

    Η σύνθεση του πληθυσμού από άποψη φύλου.

    Η σύνθεση του πληθυσμού από άποψη ηλικίας.

    Η γενική σύνθεση του πληθυσμού (πολιτικός, συνολικός,

    ιδιωτικός, πληθυσμός συλλογικών συμβάσεων κλπ.).

    6. Κατάρτιση του προϋπολογισμού δαπανών της έρευνας Ο προϋπολογισμός των δαπανών μιας στατιστικής μελέτης συνίσταται

    στην κατάρτιση ενός σχεδίου, στο οποίο γίνεται πρόβλεψη του κόστους

    για κάθε ένα απ' τα στάδια της έρευνας.

    Ο προϋπολογισμός πρέπει να καταρτίζεται εντός των αποδεκτών ορίων,

    που καθορίζει ο χρηματοδότης της έρευνας, να είναι ρεαλιστικός και να

    βασίζεται έπ’ ακριβώς σε συγκεκριμένα στοιχεία.

    Το πρώτο σχέδιο του προϋπολογισμού είναι δυνατόν να αποκαλύψει την

    ανάγκη ουσιώδους μετατροπής των σχεδίων της έρευνας προς τον σκοπό

    περιορισμού του κόστους της μέσα στα διαθέσιμα οικονομικό πλαίσια.

    Η διατύπωση του προϋπολογισμού με σχολαστική προσοχή έχει σαν

    αποτέλεσμα να μην υπάρχουν οικονομικές δυσκολίες, κατά το χρόνο

    που η έρευνα θα βρίσκεται σε εξέλιξη.

    Της ίδιας σπουδαιότητας είναι και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού

    συστήματος ελέγχου του κόστους, που καθιστά δυνατή τη μέτρηση των

    πραγματοποιούμενων δαπανών έναντι των δαπανών που προβλέφθηκαν

    καθώς επίσης και της αποτελεσματικότητας της όλης οργάνωσης.

    7. Δημοσιότητα Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία στη διεξαγωγή μιας

    στατιστικής έρευνας θεωρείται και η διαφώτιση του κοινού, σε σχέση με

    τους επιδιωκόμενους σκοπούς της έρευνας και τα γενικότερα οφέλη που

    θα προκύψουν απ' την επιτυχία της. Βασικός σκοπός της διαφώτισης του

  • κοινού είναι η παροχή (απ' τους ερωτώμενους) ειλικρινών πληροφοριών,

    επιπλέον δε να πεισθούν οι ερωτώμενοι ότι οι πληροφορίες που θα

    δώσουν κατά την έρευνα θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για

    στατιστικούς σκοπούς.

    Σαν μέσα διαφώτισης είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ο τύπος, το

    ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος καθώς και διάφορα

    διαφημιστικά έντυπα. Το καθένα απ' αυτό έχει ανάλογη επίδραση, όλα

    μαζί μάλιστα έχουν σαν σκοπό τη διαφώτιση όχι μόνο των υποκειμένων

    στην έρευνα, αλλά και του ευρύτερου κοινού.

    8. Χρονοδιάγραμμα της έρευνας Στις αρχικές εργασίες προγραμματισμού μιας στατιστικής μελέτης

    περιλαμβάνεται και ο σχεδιασμός ενός χρονοδιαγράμματος της έρευνας,

    δηλαδή ενός λεπτομερούς ημερολογιακού προγράμματος της

    προτεινόμενης πορείας των επιμέρους εργασιών.

    Γενικά, το διάγραμμα αυτό περιλαμβάνει το χρόνο ενάρξεως και λήξεως

    όλων των εργασιών, απ' τον αρχικό σχεδιασμό μέχρι τη δημοσίευση των

    προκαταρκτικών και τελικών αποτελεσμάτων της έρευνας. Είναι

    απαραίτητο και χρησιμεύει σαν οδηγός και μέτρο της προόδου της όλης

    εργασίας2.

    2.8 ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Η απόδειξη των ερευνητικών υποθέσεων δεν είναι εύκολο πράγμα. Μία

    στατιστική έρευνα πρέπει πάνω από όλα να ικανοποιεί κάποια βασικά

    κριτήρια εγκυρότητας, τα οποία σε γενικές γραμμές είναι:

    2 Βλ. Μπένος Β., Εισαγωγή στην Τεχνική των Στατιστική Μελετών, εκδ. “Σταμούλης”, Πειραιάς 1986

  • α. Αντικειμενικότητα Σημαίνει ότι η έρευνα πρέπει να διεξάγεται με τέτοιο τρόπο, ώστε η

    συλλογή, η ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων της να γίνεται χωρίς να

    επηρεάζονται από προκαταλήψεις, επιθυμίες, προσωπικές πεποιθήσεις ή

    συναισθήματα και γενικά από τον υποκειμενισμό του ερευνητή. Αν η

    συλλογή, ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων γίνει από άλλο ερευνητή,

    πρέπει να καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα.

    β. Μεθοδικότητα ή συστηματικότητα Η έρευνα διεξάγεται βασισμένη σε κατάλληλες μεθόδους και τεχνικές, με

    προδιαγραμμένο σχέδιο και όχι τυχαία και απρογραμμάτιστα, με σκοπό

    να συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία για τη λύση του προβλήματος.

    γ. Επαναληπτικότητα Με το όρο αυτό δηλώνεται ότι η έρευνα πρέπει να μπορεί να

    επαναληφθεί. Τα δεδομένα μιας έρευνας που δεν μπορούν να

    επιβεβαιωθούν από άλλες παρόμοιες, ενδεχομένως να θεωρηθούν

    ύποπτης προέλευσης και να απορριφθούν. Για το λόγο αυτό η

    επαναληπτικότητα, απαιτεί, η μελέτη της έρευνας να συντάσσεται με

    σαφήνεια και με τις αναγκαίες λεπτομέρειες, ώστε να επιτρέπει σε έναν

    άλλο ερευνητή, να βρίσκει στο κείμενο επαρκείς πληροφορίες, για να

    μπορέσει να επαναλάβει την έρευνα. Γενικά, ο ερευνητής κατά τη

    σύνταξη της έκθεσής του οφείλει να δίνει επαρκείς διευκρινήσεις και

    λεπτομέρειες, ώστε ένας άλλος ερευνητής να μπορεί, εάν το επιθυμεί, να

    την επαναλάβει.

    δ. Εμπειρικότητα Η ερευνητική δραστηριότητα στηρίζεται στην εμπειρία και την

    παρατήρηση. Εμπειρική έρευνα σημαίνει ότι το αντικείμενό της είναι

    μετρήσιμο και οι μεταβλητές που χρησιμοποιεί μπορούν να

    παρατηρηθούν και να μετρηθούν. Γιατί οι μεταβλητές που δεν μπορούν

    να παρατηρηθούν ή να μετρηθούν, οδηγούν σε υποκειμενικά

    συμπεράσματα, παρερμηνείες και παρεξηγήσεις.

  • ε. Δημοσιότητα Σημαίνει ότι τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ανά πάσα στιγμή στη

    διάθεση του καθενός. Η μελέτη που χρησιμοποιεί μεθόδους και

    καταλήγει σε αποτελέσματα, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν

    από άλλους εκτός από τον ερευνητή, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως

    έρευνα. Έτσι η έρευνα και τα αποτελέσματά της μπορούν να

    αναπαραχθούν και να επαναληφθούν. Τότε, άλλωστε, ικανοποιείται και ο

    βασικός όρος της αντικειμενικότητας.

    2.9 ΜΕΘΟΔΟΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

    Οι διάφορες μέθοδοι συγκέντρωσης στατιστικών στοιχείων μπορούν να

    συνοψισθούν σε τρείς μεγάλες ομάδες:

    τις απογραφές

    τις δειγματοληπτικές έρευνες και

    τις συνεχείς καταγραφές.

    Οι παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν την επιλογή της μεθόδου για τη συλλογή των στοιχείων είναι το αντικείμενο της έρευνας, η μονάδα

    έρευνας και τέλος η έκταση της έρευνας.

    Οι μέθοδοι συλλογής των στοιχείων μπορούν να ταξινομηθούν κατά

    πολλούς τρόπους. Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι για την συλλογή στοιχείων

    είτε με απογραφή είτε με δειγματοληψία είναι: το αποστελλόμενο

    ερωτηματολόγιο, η προσωπική ή η τηλεφωνική συνέντευξη και τέλος η

    απευθείας παρατήρηση.

    2.9.1 ΑΠΟΓΡΑΦΗ Η διαδικασία με την οποία συλλέγονται όλες οι παρατηρήσεις του

    πληθυσμού σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή ονομάζεται

    απογραφή. Η απογραφή δεν είναι δυνατή παρά μόνο όταν ο πληθυσμός

  • είναι καλά ορισμένος και πεπερασμένος. Σε μια τέτοια περίπτωση η

    γνώμη μας για τον πληθυσμό είναι καθολική. Σύμφωνα με το

    αντικείμενο που ενδιαφερόμαστε, οι απογραφές παίρνουν και

    διαφορετικό χαρακτήρα όπως:

    1. Οι Γεωργικές απογραφές, στις οποίες συγκεντρώνονται

    πληροφορίες για τις εκτάσεις που καλλιεργούνται, το είδος

    της γεωργικής παραγωγής, τον αριθμό των γεωργικών

    μηχανημάτων, το είδος των λιπασμάτων κ.λ.π.

    2. Οι Δημογραφικές απογραφές στις οποίες συλλέγονται

    στοιχεία σχετικά με το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα

    κ.λ.π.

    3. Οι Οικονομικές απογραφές, όπου συγκεντρώνονται στοιχεία

    σχετικά με την οικονομική κατάσταση (δαπάνες,

    εισοδήματα...) των στατιστικών μονάδων που απογράφονται.

    4. Οι Βιομηχανικές απογραφές, κατά τις οποίες δεν

    περιοριζόμαστε στην απλή καταγραφή των υπαρχόντων

    βιομηχανικών καταστημάτων, αλλά συγκεντρώνουμε

    πληροφορίες που αφορούν τον κλάδο της οικονομικής τους

    δραστηριότητας, τον αριθμό απασχολούμενων, το επίπεδο

    μηχανοργάνωσης κ.λ.π.3

    Τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά ενός πληθυσμού που μελετάμε, με τη

    βοήθεια των γενικών απογραφών είναι:

    1. η σύνθεση του πληθυσμού κατά ηλικία.

    2. η οικογενειακή κατάσταση (παντρεμένοι, ανύπαντροι,

    χωρισμένοι, χήροι),

    3. η σύνθεση κατά φύλο,

    4. η σύνθεση κατά επάγγελμα,

    5. η ανεργία και απασχόληση,

    6. η εκπαίδευση,

    7. η φυσική κίνηση του πληθυσμού. η μετανάστευση κτλ. Bλ. http://statistics.scientist.gr/

  • Το βασικό πλεονέκτημα της απογραφής είναι η απόλυτη εγκυρότητα των αποτελεσμάτων μια και δεν υπάρχουν δειγματοληπτικά σφάλματα.

    Είναι δυνατόν ακόμη και όταν ο πληθυσμός είναι πεπερασμένος, να μην

    προτιμηθεί η μέθοδος της απογραφής. Αυτό οφείλεται στα

    μειονεκτήματα των απογραφών τα οποία είναι:

    Το μεγάλο κόστος. Για να πραγματοποιηθεί μια απογραφή

    χρειάζεται ειδική προεργασία καθώς και μεγάλος αριθμός

    εκπαιδευμένων απογραφέων (τα άτομα που θα συγκεντρώνουν τα

    στοιχεία). Γι' αυτή την προεργασία αλλά και την ίδια ημέρα της

    απογραφής απαιτούνται μεγάλες δαπάνες. Αυτός είναι και ο λόγος

    που η απογραφή πληθυσμού γίνεται κάθε δεκαετία, ενώ η

    οικονομικότερη απογραφή βιομηχανιών και βιοτεχνιών κάθε

    πενταετία.

    Τα εξειδικευμένα άτομα. Για να πραγματοποιηθεί μια απογραφή

    είναι απαραίτητο να υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ειδικευμένων

    ατόμων, των απογραφέων, ώστε να αποφευχθούν σφάλματα.

    Επειδή όμως πολλές φορές δεν είναι δυνατό, λόγω της έκτασης

    των απογραφών, να διενεργούνται μόνο από εξειδικευμένα άτομα,

    των οποίων η αυστηρή και πλήρης εκπαίδευση αποκλείει

    προσωπικά σφάλματα, η χρήση μη ειδικευμένων απογραφέων έχει

    ως συνέπεια τη συγκέντρωση πληροφοριών που λόγω των

    προσωπικών σφαλμάτων είναι δυνατό να δώσουν απατηλή εικόνα

    της διάρθρωσης του πληθυσμού.

    Επικαιρότητα αποτελεσμάτων. Ο μεγάλος αριθμός τόσο των

    πληροφοριών όσο και των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό

    στις απογραφές, δεν επιτρέπουν να έχουμε τη δυνατότητα να

    δημοσιεύσουμε σύντομα τα αποτελέσματα. Έτσι πολλές φορές,

    παρά τη μηχανογραφική επεξεργασία των στοιχείων, τα

    αποτελέσματα χάνουν την επικαιρότητα τους και περιορίζονται

    στην ιστορική τους μόνο αξία.

  • Τέλος σημειώνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η παρατήρηση ενός

    χαρακτηριστικού μιας στατιστικής μονάδας συνεπάγεται καταστροφή

    της.

    Για παράδειγμα η εξέταση της διάρκειας ζωής μιας παρτίδας ηλεκτρικών

    λαμπτήρων μπορεί να γίνει μόνο δειγματοληπτικά. Έτσι, ενώ θεωρητικά

    είναι επιθυμητό να έχουμε κάθε μέτρηση του πληθυσμού, στην πράξη

    θα έχουμε μόνο ένα, συνήθως μικρό, μέρος αυτών των μετρήσεων.4

    4 Βλ. Φίλιας Β. κ.α., Εισαγωγή στη Μεθοδολογία και τις Τεχνικές των Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 2000